αρχική σελίδα MusicHeaven κεντρική σελίδα του blog περισσότερα Blogs
Home
ΘΕΑΤΡΟ-ΤΡΑΓΟΥΔΙ-ΦΑΙΔΩΝ ΑΛΚΙΝΟΟΣ-ΠΟΙΗΣΗ-ΤΕΧΝΗ
ΔΕΙΓΜΑΤΑ - ΔΗΓΜΑΤΑ - ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ
 
04 Σεπτεμβρίου 2012, 15:29
το σουλάτσο του ανεπάγγελτου...
ανεπαγγελτος  διακονιαρης  περιφερομενος  κοινωνιολογια  ψυχολογια  σουλατσο  

...Και ξαφνικά... εκεί που καθόμουν αμέριμνος, ρεμβάζοντας στην άχλη μου, την ησυχία μου και ηρεμώντας την ψυχή μου, εμφανίζεται σα σύννεφο κονιορτού, ο αυτόκλητος υπερασπιστής μιας κοινωνίας που δεν ήθελε μάσκες...

Αν και το επάγγελμα του προσωπιδοπλάστη τείνει σ’ εξαφάνιση, λόγω της εμφάνισης του μέικ απ, αυτός με την κίνησή του, επέμεινε να βάλω μάσκα...

Στην αρχή δεν κατάλαβα καλά τι γινότανε...

Χωρίς όμως να θέλω και να μάθω, άρχισε να μου μιλάει για σκηνές, που έβλεπε, στα πέρα οράματά του, σε κάποιους ορίζοντες δικούς του, που μόνο αυτός περπάτησε και μόνο αυτός στο μέλλον θα πατάει...

Μιας και σε δημόσιο χώρο ήμασταν, τον άφησα να πει και είπε... και τι δεν είπε...

Για να πω την αλήθεια δε με υποχρέωσε να απαντήσω, όχι, κάθε άλλο, ήθελε μάλιστα να μου φορέσει μάσκα, τέτοια που το στόμα μου ερμητικά κλειστό να μένει...

Έλα όμως που όσα είπε, θέλανε απάντηση...

(και μάσκα γω δε φόρεσα, ποτέ μου στη ζωή μου, ούτε τη μάσκα κανενός προσπάθησα να βγάλω, ακόμα και σ’ αυτούς που μάσκα ήσαν μόνοι τους...)

Ποιος είσαι φίλε μου; Ποια η δουλειά που κάνεις;  τον ρώτησα. Μιλιά στην άλλη, την απέναντι πλευρά μου...  σε κουρνιαχτό ταράχτηκε ο κονιορτός...

Ξέρεις αυτό; ετούτο το γνωρίζει; για τ' άλλο πάλι, πες, τι γνώμη έχεις;;; κάμποσα ερωτήματα, απάντηση...(;)

Με τα πολλά, η ώρα πέρναγε και προσπαθώντας κάτι να συλλάβω από τη σκέψη του, διαπίστωσα, πως, το «φωνή εν τη ερήμω», ήταν πιο γόνιμη ιδέα διαλόγου, παρά μαζί του...

Με τα πολλά κι αφού μου έφαγε χρόνο, πολύτιμο,(γιατί το χρόνο μου θέλω να τον διαθέτω όπως εγώ επιθυμώ κι όχι όπως ο άλλος σουλατσάρει)...

Με τα πολλά λοιπόν κι αφού τα ερωτήματά μου έμεναν μετέωρα, -(και τα ερωτήματα δεν ήσαν αδιάφορα, είχαν το βάρος μέσα τους, του χρόνου, της απόδειξης και έχριζαν μιας κάποιας προσοχής...),- αποφάσισε να φύγει σαν κονιορτός που ήτανε, λίγο πιότερο σκονισμένος, λεκιασμένος κι ασύμφορος, αφήνοντας τις πιτσιλιές του, μαύρα αχαμνά σημαδάκια, που λέρωναν την όψη της δημοσιάς, που κακοστόλιζαν τη θέα, που είχα έρθει να απολαύσω...

Περάσανε οι μέρες, συννεφοσκορπίστηκαν τα πάθη, αλλάξαν πλεύση οι ώρες μου, καβαλλικεύοντας τον ατίθασο χρόνο μου, παίρνοντας μαζί μου κι εκείνο το δόλιο το παιδί, που κάποτε, βαθιά στα χρόνια πίσω, Ονειρευότανε και χαιρότανε με ό,τι και αν έκανα, όπως και όπου και όπως αν ζούσα...

...και ξαφνικά, στα αναπάντεχα, στ’ ανέλπιδα των πιο οικτρών μου σκέψεων, εμφανίστηκε πάλι ο κονιορτός, με την παιδαγωγική του τώρα χλαμύδα, τη μεγάλη, την πορφυρή, που 'χε τα πλούμια της βαριά, τραγκατρουγκώντας την, με κάποια ιδιωτική μεγαλοπρέπεια, τόσο ιδιωτική και τόσο μεγαλόπρεπη, που άλλο πια δεν είχε, παρά να διδάσκει στο πουθενά. το τίποτα τ’ απόλυτο. που πρέσβευε, σαν τον παπά που διώχνει καλλικάντζαρους, κι αυτοί να ξαναρχώνται...

είπε για θέματα, διάφορα, δίχως ταυτότητα, ποτέ, να δίνει για να ξέρω.

κρυβόμενος, (μια έννοια πια κι ο κρυβόμενος, που ξεπέρασε, της έννοια της την έννοια),δεν έχανε όμως για λεπτό, την όποια ευκαιρία, το κουφάρι του που περιφερότανε, ν’ αφήνει στίγμα διακονιάρη, που πίσω από λεβέντικες, αρχοντοχωριάτικες κινήσεις τάχα και δήθεν αδιάφορες, το κάτι τις του ζήταγε, το κατά πως του έδειχνε, κι όλος ντροπή κρυβότανε, μην τάχα τονε δούνε, μην τάχα τον ακούσουνε και δήθεν όλων πια αυτός, Ο Υπεράνω είναι...

Πήρε το σκήπτρο του, το σιδεροξύλινο, πήρε και τη βίτσα του, αρμένισε στης κάκητας τους πόντους, περπάτησε, στου πληγωμένου του εαυτού τα χωράφια, διάβασε κι αυτός σαν άλλος Σουσούς, την άκρη άκρη της αρχής και λίγο από το τέλος τέλος της μέσης, κουράστηκε, μα έφτασε στα κείμενα της λήξης, διάβασε λίγο κι από κει, την τελευταία παράγραφο, και πια σοφός ολόσοφος, βγήκε στη γύρα κι έφτανε, στα μέρη που εσύχναζα, για να με συναντήσει...

Τώρα δεν ήταν μόνος του, είχε μαζί του κι αυλικούς, την τελίτσα, που δεν ήξερε που να ξαποστάσει, που να γείρει να σταθεί, κι έμπαινε πάντα απρόσκλητη όπου δεν κόλλαγε, καθόλου μα καθόλου...

είχε μαζί του ο κονιορτός και τον παντεπιβλέποντα αυτοφώτιστο της μαύρης συμφοράς το γνωσιάρχη...

Κ’ οι τρεις μαζί, του κονιορτού εξάρχοντος, βγήκαν απ’ τα λημέρια τους, σαν αστακοί αρματώθηκαν, φορέσαν τις φαρέτρες τους, τα βέλη τους, τα βούτηξαν, μες την κακία την ολοζόφερη, πιάσανε τα τόξα τους, τις σπάθες τους, ασπίδες δεν κουβάλησαν, η αλαζονία έφτανε...

Οι οχετοί ποιος είπε πως μυρίζουνε;

Εδώ να δείτε μπόχα, εδώ βρωμιά να δείτε...

Πόδια μασχάλες βρωμερές, να γίνονται, ακόμα πιο τρομώδεις, νύχια γαμψά και μέλανα, (νύχια και φόβος παν μαζί), πολλές οι αντάρες της χολής κι αρχίσανε να ψέλνουνε την ανάγκη τους, να διαλαλούν το τίποτα, πραμμάτεια που διδάσκεται, στο πουθενά στο τίποτα τ’ απόλυτο, τους ίδιους που διέπει κι αυτόν τον πρώτο βασιλιά τους...

..............................

Τώρα ήτανε μια η συνταγή: κανείς ποτέ μην προσπαθεί, κανείς μην κάνει τίποτα, όλα είναι μαυροσκότεινα, για μείνε εκεί που είσαι, για κάτσε και στ’ αυγά σου, αφού ΕΓΩ δεν μπόρεσα ΕΜΕΙΣ που δεν μπορούμε, τότε κι εσύ διατάσσεσαι να μην μπορείς, τελείωσες...

......................

Πόσο βαθιά ψυχή μου ακόμα να χωθείς;

Πόσο βαθιά ω θλίψη μου κι εσύ να συμπονέσεις;

Άφες αυτοίς...

οίδασι τι ποιούσι, αλλ’ άφες αυτοίς...

Και οίδασι καλώς, συνειδητά...

.....................................

Ύστερα ήρθε η σειρά να πει και άλλα τάχα, να διαλαλήσει δήθεν μπόλικα, αφήνοντας την ώρα του, να χύνει πράσινα υγρά σε όλον τον περίγυρο, που ήξεραν ποιοι είναι, που ήξεραν τι θέλουν, που δε ντρεπόντουσαν για ό,τι και αν ήσαν, το γράφανε το δείχνανε, κι αυτός ο μόνος ο κρυφτός, που μόνος ήξερε, ποιος ήταν τι ζητούσε, κατακεραύνωνε υπογραφές και ιδιότητες, χρόνων πολλών ασχόλησες, πείρα κι εμπειρίες...

.........................

Μέχρι του τέλους της βροντής, δεν άκουσα ποιος είναι, δεν έμαθα τι θέλει, δεν έμαθα τι κάνει...

Αυτός δεν είχε όνομα, επάγγελμα δεν είχε, η μόνη του ιδιότητα να τον καλούν να φεύγει κι ακάλεστος, πάλι να γυρνά, μόνος, αποφασιστικός κι απρόβλεπτος...

..............................

{ποτέ δεν ντράπηκα ΜΑΣΚΑ, για τη δουλειά που κάνω, τη ζωή, τα χόμπι μου, τον ερασιτεχνισμό μου και την επαγγελαματικότητά μου – ποτέ δεν ντράπηκα να πω πως γράφω, πως ζω και απ’ αυτό, πως θέλω πάντα να γυρνώ στου κόσμου τα σοκάκια, οσμές τρελές να γεύομαι, μούσες να συναντώ, ήχους αλλούτερους και μουσικές τρελές, απ’ τις χορδές ν’ ακώ της φύσης, ποτέ μου δε φοβήθηκα τους ύπουλους, τους ύποπτους, κρυψίνους κ’ ημιμαθείς ανόητους, στο διάβα μου, όπου κρυμμένοι να ‘σαν... – τους Κύκλωπες μπορεί,ο Κανένας να νικήσει, αυτός ο Κανένας, που παίρνει όνομα βαρύ και γίνετ’ ΟΔΥΣΣΕΑΣ, όχι ο ανώνυμος, ο κρυφοζήτουλας, ο κρυφοδιακονιάρης που προσπαθεί σε ψίχουλα, ν’ αρπάξει πλάγιου τρόπου, χωρίς ποτέ το στίγμα του, να μην το φανερώνει, γιατ’ η φωλιά του βρώμισε, το ξέρει και ΦΟΒΑΤΑΙ, πίσω από τη μάσκα του, ιδροκοπά και σέπεται...}

...............................

Άρχισε δήθεν συμβουλές, Ο ΑΝΕΠΑΓΓΕΛΤΟΣ, για τους ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ που μοχθούν, που δεν τα καταφέρανε, πως πρέπει να τα παρατήσουνε, να αποσυρθούν, να φύγουν απ’ την πιάτσα, γιατ’ είναι άχρηστοι κι αυτός μονάχα ξέρει κι αυτός δικάζει μόνος του και μόνο...

........................

Κλείνω τ’ απόσπασμα, καλώντας ανοιχτά να κάνουμε διάλογο, να βγεις απ’ την κακία σου, να σεβαστείς τον άλλον, ν’ ακούς το μεγαλύτερο, (ώχ μεγάλωσα εεε), να απαντάς που σε ρωτάν, και μακριά από τα παιδιά...

ΑΚΟΥΣ !!! ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ...

ΟΣΟ ΜΕΓΑΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΔΩΣ’ ΤΟΥΣ ΕΛΠΙΔΑ, ΔΩΣ’ ΤΟΥΣ ΩΘΗΣΗ, ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ Τ’ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥΣ...

ΟΣΟ ΜΕΓΑΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ, ΚΑΙ ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΩΝ...

..............................

(να θυμάσαι πως ο δρόμος που ακολουθείς είναι πολύ επικίνδυνος, μη βαυκαλίζεσαι των ανοήτων ακολούθων σου, είν’ επικίνδυνος ο δρόμος π’ ακουλουθείς, (δεν τολμώ να πω ακολούθησες)...

Πάρε αλλιώς τη διαδασκαλία σου, τον τρόμο που σε διέπει και σε διακατέχει, είσαι αδύναμος πολύ, πάνω μας να ρίξεις, να τον ξεφορτωθείς...

Κάτσε και διάβασε, τράβα ξανά σχολείο, στο πρώτο, κείνο που ‘σουνα στην πλάτη με την τσάντα σου,

ν’ αφουγκραστείς, τη φτώχεια που χε δίπλα σου ο συμμαθητής σου, του δάσκαλου την αγωνία, για το νοίκι ή τη μετάθεση, να δεις ξανά, πόσα παιδιά δεν ψώνιζαν στο διάλλειμα να φάνε, πόσα παιδιά καθόντουσαν με πλάι τη μορφή τους και μια γωνία οξύτατη μ' αμβλεία, προς του ψωμιού τη γεύση, στης σοκολάτας την υφή...

κι αφού τα ξανακάνεις όλα σου, κι αφού το σκίρτημα, σου δώσει πάλι άνθρωπο, κι αφού για λίγο δάκρυσες, μη νιώσεις κάπως... άσχημα μη νιώσεις... τώρα είσαι καλά...

τώρα θα κατάλαβες γιατί τα παιδιά,

ΟΣΟ ΜΕΓΑΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΑ ΒΟΗΘΑΣ ΚΑΙ...

ΔΩΣ’ ΤΟΥΣ ΕΛΠΙΔΑ, ΔΩΣ’ ΤΟΥΣ ΩΘΗΣΗ, ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ Τ’ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥΣ...

ΟΣΟ ΜΕΓΑΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ, ΚΑΙ ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΩΝ...

...............................

Ο κουρνιαχτός κλεισμένος πια στο κιβούρι του, λυσσομανούσε αδιάκοπα, έβγαζε ήχους τσιριχτούς, προσπάθησε, τη συνοδεία παρεπιδημούντων, στη χώρα της κακίας, ακονίζοντας την ακμή της πρώτης ήβης τους, (κι αυτή η ήβη πια, ωραιοπαθής αγιάτρευτη, πια, κι ολοένα πιότερο), να τη χρησιμοποιήσουν κατά τρίτων κι όχι υπέρ εαυτών...

Ο κουρνιαχτός, αρνήθηκε ν’ απαντήσει, να συστηθεί, να αντιπαρατεθεί...

Ο κουρνιαχτός αφέθηκε στην ιδιότητά του:

σάρωμα αν μπορεί, καταστροφή αν δύναται, ξερίζωμα δέντρου απ’ τη σκιά, πάρσιμο στέγης αν βρεθεί, όχι για να τα οικειοποιηθεί, όχι, (για κάτι τέτοιο ανίκανος είναι), αλλά έτσι, μόνο και μόνο για να πει:

«τώρα θα λεν για μένα, τώρα για μένα λεν».

Κονιορτέ μου ξακουστέ και κουρνιαχτέ μου άμυαλε...

Μην κρύβεσαι, βγες να συζητήσεις, οι άνθρωποι σε αγαπάν, οι άνθρωποι σε θένε...

Σκέψη αντίθετη, δε σήμαινε, απόρριψη δική σου...

Σκέψη αντίθετη ήτανε, ήταν μια σκέψη μόνο...

Κονιορτέ, γιγάντωσε τα μέλη σου, άστα να γίνουν άνθρωπος κι έλα να μιλήσουμε, έλα να τα πούμε...

...................................

Αλλά σου λέω ακόμα μια φορά...

 

ΑΚΟΥΣ !!! ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ...

ΟΣΟ ΜΕΓΑΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΔΩΣ’ ΤΟΥΣ ΕΛΠΙΔΑ,

ΔΩΣ’ ΤΟΥΣ ΩΘΗΣΗ, ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ Τ’ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥΣ...

ΟΣΟ ΜΕΓΑΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ, ΚΑΙ ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΩΝ...

 

........................................

αφιερωμένο:

με όλη μου την αγάπη,

σε όλους,

τους "ανεπάγγελτους" σουλατσδόρους...

.........................................

ΦΑΙΔΩΝ ΑΛΚΙΝΟΟΣ

ΠΟΙΗΤΗΣ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ


1 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


21 Μαρτίου 2012, 09:34
Γιάννης Θεοχαρίδης: Ο εμπνευστής και αγωνιστής για τη ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ 21 ΜΑΡΤΙΟΥ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕ αλλά..
Γιάννης  Θεοχαρίδης  παγκόσμια  ημέρα  για  την  ποίηση  21  μάρτη  μαρτίου  ο  ποιητής  Μυρσίνη  μαία  Λάρισα  

[(ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ - ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ: παρακαλώ τους φίλους που γνώριζαν - γνωρίζατε τον ΠΟΙΗΤΗ, τον αξιοπρεπέστατο αυτόν Δον Κιχώτη της ΠΟΙΗΣΗΣ, είτε λίγο είτε πολύ, να αφήσετε τη μαρτυρία σχόλιό σας, στο μπλογκ του άρθρου... Ας συγκεντρώσουμε εμείς οι φίλοι του, οι γνωστοί του, οι αναγνώστες του, το βιογραφικό του... μιας και η μνήμη του τώρα αρχίζει...)]


ΠΕΘΑΝΕ ΣΤΟ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ...

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ: Ο ΦΙΛΟΣ, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, Ο ΠΟΙΗΤΗΣ…

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ: ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΜΠΝΕΥΣΤΗΚΕ ΤΗΝ ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 21 ΜΑΡΤΙΟΥ

ΕΤΡΕΞΕ ΟΣΟ ΚΑΝΕΝΑΣ, ΜΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ, ΜΕ ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ ΠΑΠΑΚΙ ΤΟΥ-ΟΤΑΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΒΑΛΕΙ ΒΕΝΖΙΝΗ,

ΜΕ ΤΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑ-ΟΤΑΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΕΙ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ,

ΚΙΝΗΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ,

ΤΟΝ ΕΙΠΑΝ ΓΡΑΦΙΚΟ, ΤΟΝ ΕΒΡΙΣΑΝ, ΤΟΝ ΧΛΕΥΑΣΑΝ, ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕ…

ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΠΟΤΕ…

21 ΜΑΡΤΙΟΥ 2010 Ο ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΚΛΕΙΣΕ ΤΑ ΖΩΤΙΚΑ ΤΟΥ ΜΑΤΙΑ - ΚΑΙ ΤΑΞΙΔΕΨΕ ΜΕ ΤΟΝ ΠΗΓΑΣΟ ΤΟΥ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟΥ...

ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ...

ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΗ ΛΑΡΙΣΑ ΠΟΛΥ…

ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥ…

ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΦΤΙΑΞΕΙ ΕΝΑ ΜΝΗΜΕΙΟ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΙΑ ΜΥΡΣΙΝΗ (ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ)…

 ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΚΔΙΔΕΙ ΣΥΛΛΟΓΗ ΜΕ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΧΑΪ ΚΟΥ & ΧΑΪ ΚΑΪ - ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΝΑ ΒΡΩ ΤΑ ΧΑΜΕΝΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ - ΡΩΤΗΣΑ, ΑΛΛΑ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΥΘΕΝΑ... ΧΑΜΕΝΟΣ...

ΔΕΝ ΠΗΓΕ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ ΣΤΟ ΚΑΚΟ...

ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΣΤΑ ΠΟΛΥ ΨΙΛΑ ΤΟΥ ΔΙΑΔΥΚΤΙΟΥ ΥΠΗΡΞΕ Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ...

ΕΔΩ ΚΑΙ ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΟΣ...

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΌ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ" ΣΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ: ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ ΠΟΥ ΑΣΧΟΛΗΘΗΚΑΤΕ

 


«Ρέκβιεμ» για έναν ποιητή
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 24 ΜΑΡΤΙΟΥ 2010

• Αφησε πίσω του μόνο χαρτόκουτα γεμάτα στίχους...

Πέθανε τελικά, πιστός ίσως στον τρόπο που διάλεξε ο ίδιος, αθόρυβα, και χωρίς να το μάθει σχεδόν κανείς ο γνωστός Λαρισαίος ποιητής Γιάννης Θεοχαρίδης.

Ο Γιάννης, παλιός Λαρισαίος, ακολούθησε χρόνια τώρα έναν τρόπο ζωής, έξω από τα συμβατικά δεδομένα, αρνούμενος να συμβιβαστεί - όπως λένε όσοι τον γνώρισαν από κοντά - με το «κατεστημένο».

Όλοι τον θυμούνται με το χαρακτηριστικό λευκό, μακρύ μαλλί του και μόνιμα με ένα μπεζ μπουφάν με πολλές τσέπες να περιφέρει σε μια παραφουσκωμένη τσάντα παντού τα χειρόγραφα ποιήματά του αναζητώντας έναν εκδότη για να του τα δημοσιεύσει και να του τα κυκλοφορήσει σε βιβλίο, έναν εκδότη που μάλλον δεν συνάντησε ποτέ...



Ο Γιάννης, που οι παλιότεροι σίγουρα θα θυμούνται ακόμα τη μητέρα του Μυρσίνη που ήταν γνωστή μαία, σε μικρότερη ηλικία βρέθηκε στο Παρίσι όπου έζησε αντισυμβατικά ακολουθώντας το πρότυπο των «κλοσάρ» έχοντας για σπίτι του τους δρόμους και τις γέφυρες του Σηκουάνα.
Στη Λάρισα, όταν επέστρεψε, και μη έχοντας στέγη, με εντολή του δημάρχου, βρέθηκε στο γηροκομείο.

Φίλος του ο γιατρός και διοικητής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Παναγιώτης Παπαγεωργίου που
του συμπαραστάθηκε πολλές φορές στις δυσκολίες του.

Με προβλήματα καρδιάς στον Γιάννη γίνεται πριν από χρόνια η πρώτη εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας από τον καρδιοχειρουργό Παν. Σπύρου.

Ο Γιάννης που το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο ήταν «Πηνειάδης», πέθανε προχθές στο Γηροκομείο σε ηλικία 67 χρόνων χωρίς να ενοχλήσει κανέναν από τους φίλους που και αυτοί, όπως και εμείς, το μάθαμε τυχαία. Στο μικρό δωματιάκι του Γηροκομείου, άφησε πίσω του μόνο χαρτόκουτα, γεμάτα στίχους από ποιήματα που δεν εκδόθηκαν ποτέ...

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ" 24 ΜΑΡΤΙΟΥ 2010
σημ. δική μου: ο Γιάννης, μάλλον, επέλεξε αυτή τη μέρα, 21 Μαρτίου, ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ, για να ΦΥΓΕΙ... είχε δώσει ΜΕΓΑΛΗ ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ... ΗΤΑΝ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΠΡΟΤΑΣΗ... "21 ΜΑΡΤΙΟΥ" έλεγε "ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΟΡΤΑΖΕΤΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ, ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ, ΤΗΣ ΙΣΗΜΕΡΙΑΣ, ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ..."

φίλε Γιάννη, ΠΟΙΗΤΗ, στον ΠΗΓΑΣΟ σου, (το λάβαρο που είχες κεντήσει μόνος σου, με την αναπαράσταση του Ατίθασου Αλόγου, για να γίνει και η σημαία των ποιητών όλου του πλανήτη), δεν είσαι πια μόνος...

ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΓΙΑΝΝΗ Θ.

Δάκρυσες μπρος στην εικόνα.
-Ήταν ο φόρτος των πιθανών θαυμάτων
ήταν λίγο και το μεγάλο ψέμμα όμως …
(Απραγματοποίητες ελπίδες
που σακατεύτηκαν στης τιάρας το παγκάρι.)

Την ευαισθησία σου Γιάννη
δεν μπορεί να την έχει ο παχουλός παπάς

το ποίημα γράφτηκε Χειμώνα του 1989 σε ταβερνάκι της Αθήνας, με τον Γιάννη πάντα Υπερήφανο, πάντα να μιλάει με πάθος για την ποίηση, πάντα ευαίσθητο, πάντα με απορίες, πάντα με το δάκρυ στα μάτια... η συζήτηση ήταν σχετική...

Υ.Γ. κάποιοι από εσάς τον γνωρίζατε...