αρχική σελίδα MusicHeaven κεντρική σελίδα του blog περισσότερα Blogs

Home
Ζω σημαίνει επικοινωνώ!
28 Ιανουαρίου 2020, 12:33
Ο αγαπημένος μου πατέρας...


Ένας άνθρωπος του μόχθου ήταν ο πατέρας μου. Ακάματος δουλευτάρης που φρόντιζε να μη λείπει τίποτα από τα απαραίτητα στη γυναίκα και στα τρία του παιδιά. Όσο για τον εαυτό του, ότι περίσσευε και αν περίσσευε. Όσο σκληρή ήταν η δουλειά που έκανε και με τον τρόπο που την έκανε, άλλο τόσο τρυφερή ήταν η όμορφη ψυχή του. Ποτέ χατίρι δεν μας χάλασε και λάτρευε τη μητέρα μας, δείχνοντάς το με κάθε τρόπο. Της μιλούσε μόνιμα γλυκά και τρυφερά -πράγμα ιδιαίτερα σπάνιο για τους άνδρες της εποχής εκείνης- και τη βοηθούσε πάντα τις Κυριακές στις βαριές δουλειές του σπιτιού και όχι μόνο, έχοντας γυρίσει μόλις  το προηγούμενο βράδυ, αργά, από τα μακρινά, κουραστικά και επικίνδυνα, ιδιαίτερα τους χειμωνιάτικους μήνες, επαγγελματικά του ταξίδια.

Λάτρευε τη μουσική ο πατέρας μου και είχε μια υπέροχη δυνατή φωνή τενόρου που συνέβαλε στο να πρωτοστατεί σε όλα τα τόσο όμορφα γλέντια που γίνονταν στα σπίτια συγγενών και φίλων τότε. Καντάδες και διάφορα ελαφρά τραγούδια της εποχής ήταν το σύνηθες ρεπερτόριό του. Θυμάμαι, όμως, πως, πάντα και κάποια στιγμή που άναβε το γλέντι, όλοι του ζητούσαν να τραγουδήσει διάφορα πολύ δημοφιλή ρώσικα λαϊκά τραγούδια, όπως το «Ochi Chernye», το «Katyusha», το «Moscow Nights», «Song of the Volga man» και διάφορα άλλα. Ήταν μόλις 5 χρονών ο πατέρας μου όταν η οικογένειά του, μια εύπορη ελληνική οικογένεια εμπόρων στην Οδησσό, έφυγε άρον-άρον για την Ελλάδα, για να γλυτώσει τους διωγμούς του τότε, μετά Λένιν, καθεστώτος. Παρόλ΄αυτά, θυμόταν και μιλούσε άψογα τη ρωσική γλώσσα. Σε ηλικία 4 χρόνων, άρχισε τα μαθήματα βιολιού και είχε χαρακτηριστεί τότε ως παιδί-θαύμα, αλλά, ευτυχώς ή δυστυχώς και έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, παρέμεινε απλά παιδί, αλλά με μια απίστευτα γενναιόδωρη ψυχή…

Του άρεζε πολύ η κλασσική μουσική και, όποτε τύχαινε να έρθει καμιά συμφωνική ορχήστρα ή κάποιος επώνυμος σολίστ της κλασσικής μουσικής στην πόλη μας, με έπαιρνε μαζί του να τους ακούσουμε. Κι εγώ, παιδί 5-6 χρονών τότε, άκουγα όσο άντεχα πριν αποκοιμηθώ στο πλάι του…

Έτσι, όμως, έμαθα να αγαπώ την κλασσική μουσική από τότε και, όταν κάποια στιγμή αγόρασε ένα ραδιόφωνο-έπιπλο που είχε ενσωματωμένο και ένα πικ-απ, του ζητούσα συχνά να μου βάζει ένα δίσκο που του είχαν φέρει από το εξωτερικό και ο οποίος είχε, μεταξύ άλλων, το πρώτο μέρος του κοντσέρτου για βιολί του Μπετόβεν. Έπαιρνα θέση στον καναπέ απέναντι και τα δάκρια μου άρχιζαν να τρέχουν, ως δια μαγείας, ποτάμι. Ιδιαίτερα από το σημείο 21:45 μέχρι το τέλος στο παρακάτω βιντεάκι, τα δάκρια μετατρέπονταν σε λυγμούς.

Ποτέ δεν μπόρεσα να εξηγήσω με σιγουριά τι μου προκαλούσε τόσο μεγάλη  συγκίνηση το άκουσμα της συγκεκριμένης μουσικής, σε τόσο μικρή ηλικία αλλά και μέχρι σήμερα. Η πιο πιθανή ερμηνεία που δίνω είναι να ενεργοποιείται εντός μου το συλλογικό υποσυνείδητο της οικογένειάς μου, και ιδιαίτερα του πατέρα μου, με τον ξεριζωμό, τους διωγμούς, την προσφυγιά και με τα όσα μύρια συνακόλουθα, καθώς και με τη θλίψη του για το χαμό της μητέρας του τότε και το οριστικό αντίο του στο αγαπημένο του βιολί που ποτέ πια στη συνέχεια δεν του δόθηκε η ευκαιρία να συνεχίσει…


2 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


22 Ιανουαρίου 2020, 16:00
"Η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα..."


Στόχος της ζωής μας δεν θα πρέπει να είναι το "ευ ζην" μας, αλλά το να προσπαθούμε, με κάθε τρόπο, να αφήσουμε ένα αποτύπωμα αγάπης σε αυτόν τον κόσμο που, μαζί με άλλα ανάλογα, να μπορέσει κάποια στιγμή να τον αλλάξει, έστω και λίγο, προς το καλύτερο...

Για τον σκοπό αυτό, ο χρόνος αποτελεί τον καλύτερο σύμμαχο των ονείρων και της θέλησής μας...

*** Ένα μοναδικό τραγούδι, ερμηνευμένο από μία νέα καταπληκτική τραγουδίστρια. Απολαύστε το!


2 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


19 Ιανουαρίου 2020, 11:38
Ο τρελός του χωριού...


Κάθε χωριό, κάθε γειτονιά έχει, ή τουλάχιστον είχε  παλαιότερα, και το δικό του «τρελό» και, αν δεν είχε, φρόντιζε με διάφορους τρόπους να τον δημιουργήσει. Σίγουρα, κάτι που επαναλαμβάνεται δεν είναι τυχαίο. Είναι, φαίνεται, ενός είδους  συλλογική ανάγκη που κάτι γενικότερο εξυπηρετεί. Ίσως γίνεται ο φορέας και το άλλοθι των υπολοίπων για πράγματα που δεν αντέχουν ή φοβούνται στον ίδιο τους τον εαυτό. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που οι περισσότεροι αντιμετωπίζουν τους κοινούς τους «τρελούς» με συμπάθεια, ανοχή και μια ιδιότυπη γενναιοδωρία, κερνώντας τους πάντα -εκτός από καρπαζιές, κοροϊδίες, «εξυπνάδες» και καψώνια- και κάποιο αναψυκτικό, ουζάκι ή γλυκό…

 Τα χρόνια περνούν και οι καιροί αλλάζουν. Δεν συναντούμε πλέον το ίδιο συχνά τον «τρελό» του χωριού καθώς τα χωριά και οι παλιές γειτονιές αργοσβήνουν κάτω από τη βίαιες και σαρωτικές αλλαγές της σύγχρονης κοινωνίας. Όπως και η πανίδα, που μετακομίζει και συρρικνώνεται στο βαθμό που μειώνεται και ο φυσικός της χώρος με την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, έτσι και ο «τρελός» του χωριού έχει μετακομίσει σε νέους τόπους, τους αποκαλούμενους διαδικτυακούς. Εκεί τον συναντούμε πλέον. Έχει χάσει, όμως, εντελώς τη γραφικότητα, το ρομαντισμό και την αθωότητα που κάποτε είχε. Τώρα πια δεν είναι άκακος και ονειροπόλος. Τώρα πια, βλέπει παντού «φαντάσματα», εχθρούς, απειλές και σκοτεινές προθέσεις σε άλλους που κανείς άλλος δεν αντιλαμβάνεται. Τώρα πια, μπορεί να γίνει και επικίνδυνος, να λεηλατεί χωρίς οίκτο ανθρώπινες ψυχές και υπολήψεις, να εκθέτει, να υποτιμά, να προσβάλει, ακόμα και να οδηγεί τους πλέον ευάλωτους σε απονενοημένες πράξεις, νιώθοντας ικανοποίηση για τα «κατόρθωματά» του…

 Τώρα πλέον, μιλάμε για τους «τρελούς» του διαδικτυακού χώρου. Ένα πολύ επικίνδυνο υβρίδιο και είδος ανθρώπινου ιού που το μόνο που κάνει είναι να «μολύνει» στο πέρασμά του. Του έχουν αποδοθεί διάφορα ονόματα, από troll μέχρι hacker, καθώς καλύπτονται πίσω από την ανωνυμία. Μερικές φορές, όμως, μπορεί να έχουν και ονοματεπώνυμο…


- Στείλε Σχόλιο


12 Ιανουαρίου 2020, 11:38
Συναισθηματική απιστία...


Συνήθως, δεν τη σκεφτόμαστε όταν υπάρχει μια καλή και ισορροπημένη σχέση στην οποία και οι δύο νιώθουν ελεύθεροι, αποδεκτοί, σημαντικοί και επιθυμητοί. Αυτό σημαίνει πως η πιθανότητα απιστίας σε μια τέτοιου είδους σχέση είναι πολύ μικρή. Από τη στιγμή, όμως, που είμαστε άνθρωποι, δηλαδή όντα με αδυναμίες, ανασφάλειες και ανεπάρκειες, το ενδεχόμενο απιστίας είναι πιθανό, ακόμα και στην περίπτωση ύπαρξης  μιας ιδανικής σχέσης…

Τι σημαίνει, όμως, απιστία; Εννοούμε όλοι μας το ίδιο πράγμα; Η απάντηση είναι: «Φυσικά, όχι!». Κάποιοι θεωρούν απιστία ακόμα και την ύπαρξη μιας σκέψης του/της συντρόφου για το πώς θα ήταν ο έρωτας με κάποιον άλλον/άλλη ή ακόμα και να σκέφτεται τρυφερά ένα άλλο άτομο, ενώ άλλοι μπορούν να συγχωρήσουν ή ακόμα και να μην ενοχλούνται καθόλου από το ότι ο/η σύντροφός τους μπορεί να έχει παράλληλες ερωτικές ιστορίες με άλλα άτομα του αντίθετου, συνήθως, φύλου. Για τους περισσότερους, πάντως, απιστία θεωρείται η αθέτηση μιας όχι απαραίτητα σαφώς εκδηλωμένης «συμφωνίας» για φυσική και συναισθηματική αποκλειστικότητα. Η οποιαδήποτε απόκλιση από τη «συμφωνία» αυτή θεωρείται ως απουσία αισθημάτων αγάπης για τον Άλλον ή πως δεν υπάρχει πλέον ευχαρίστηση στη σχέση. Πάντως, όταν κάποιος έλκεται από τη σκέψη να γνωρίσει κάποιο άλλο άτομο εκτός σχέσης, θα πρέπει πάντα να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του/της και να προβληματισθεί για τους λόγους που γοητεύεται από ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Μήπως θα πρέπει να αλλάξει κάτι στη σχέση ή μήπως αυτή έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της;

Τι είναι, όμως, η συναισθηματική απιστία; Η συναισθηματική απιστία είναι, συνήθως, η κατάσταση εκείνη όπου κάποιος τρέφει για και μοιράζεται πολύ προσωπικά συναισθήματα, αλλά και άλλου είδους πολύ προσωπικά στοιχεία (σκέψεις, φαντασιώσεις κ.τ.λ.), με ένα τρίτο πρόσωπο, εν αγνοία του/της συντρόφου του. Η απουσία επιθυμίας μοιράσματος τέτοιου είδους προσωπικών στοιχείων με το/τη σύντροφό μας και η ταυτόχρονη διάθεση να το πράξουμε με ένα τρίτο πρόσωπο αποτελεί το κυριότερο χαρακτηριστικό μιας συναισθηματικής απιστίας…

Η συναισθηματική απιστία ξεκινά πάντα πολύ μακριά από το κρεβάτι, με τη σύγχρονη τεχνολογία συμβάλει αποφασιστικά σε αυτό. Ξεκινά, συνήθως, με sms, με emails, με επικοινωνία διαμέσου facebook κ.τ.λ. και σταδιακά φθάνει, συχνά, και μέχρι το κρεβάτι. Είναι γεγονός πως η συναισθηματική απιστία μπορεί να τραυματίσει πολύ περισσότερο μια σχέση απ΄ότι μια φυσική απιστία γιατί η πρώτη οδηγεί συνηθέστερα σε επιδείνωση της σχέσης. Οι αιτίες της συναισθηματικής απιστίας είναι πολλές και διάφορες. Γενικά, όμως, υπάρχει μια διάθεση «φυγής» από τη σχέση -που έχει γίνει πολύ προβλέψιμη ή/και βαρετή- με την ταυτόχρονη ύπαρξη μιας απροθυμίας ή φόβου αποχώρησης από αυτήν. Τα συναισθηματικά άπιστα άτομα έχουν, συνήθως, μια τάση να θεωρούν πως οι πράξεις τους δεν σημαίνουν απαραίτητα απιστία απέναντι στο/στη σύντροφο…

Όπως και με οτιδήποτε άλλο, η πληροφόρηση, η γνώση, η αυτογνωσία και η ενσυναίσθηση μπορούν, συχνά, να περιορίσουν την παρόρμηση, τις «εύκολες λύσεις», τις αποφυγές ή τις δικαιολογίες του τύπου «απλά συνέβη». Σήμα κινδύνου αποτελεί πάντα το να αφιερώνει κάποιος σταθερά περισσότερο ουσιαστικό/ποιοτικό χρόνο για οτιδήποτε άλλο εκτός από το/τη σύντροφό του…


- Στείλε Σχόλιο


30 Δεκεμβρίου 2019, 20:18
«Would you like to meet us again?»


Ήταν 29 του Δεκέμβρη, σαν σήμερα, αργά το βράδυ. Έχουν συμπληρωθεί μερικές δεκαετίες από την παγερή εκείνη νύχτα που το αεροσκάφος  των Σκανδιναβικών Αερογραμμών τροχοδρομούσε, μουγκρίζοντας πάνω στον παγωμένο αεροδιάδρομο, γράφοντας τον επίλογο ενός περιπετειώδους ταξιδιού στο άγνωστο που «επέλεξε»  να κάνει ο δεκαοκτάχρονος, τότε, νέος της ιστορίας αυτής. Βυθισμένος στις σκέψεις του,  παρατηρούσε από το μικρό φινιστρίνι, τα σύννεφα του παγωμένου χιονιού που σήκωναν οι τεράστιες τουρμπίνες που αστραποβολούσαν σαν ασημόσκονη, έτσι όπως φωτίζονταν από τους δυνατούς προβολείς του αεροσκάφους.

Κατάφερε, τελικά, να φύγει. Τρεις μέρες είχε όλο κι όλο στη διάθεσή του για να το πράξει. Τόσο ίσχυε το διαβατήριο που με μύριες δυσκολίες και κάποιες δωροδοκίες κατάφερε να αποκτήσει τότε, εξαιτίας των πολιτικών φρονημάτων της οικογένειάς του…

Λίγο αργότερα, στην αίθουσα αναμονής αποσκευών, είδε  τις αποσκευές του να προβάλουν πάνω στον κυλιόμενο ιμάντα, πλησιάζοντάς τον αργά και διστακτικά, λες και κάτι ήξεραν... Μία βαλίτσα όλο κι όλο και μια μεγάλη δερμάτινη τσάντα γεμάτη με χάλκινα διακοσμητικά αντικείμενα. Ιδέα του πατέρα του ήταν που, ως άνθρωπος του καθημερινού μόχθου με πενταμελή οικογένεια, μη έχοντας περισσότερα χρήματα να του δώσει, πέραν του ενός χαρτονομίσματος των 500 δολαρίων, καλά κρυμμένου στο εσωτερικό της ζώνης που φορούσε, μιας και απαγορεύονταν η έξοδος συναλλάγματος τότε, πίστευε, ο καημένος, πως ίσως ο γιός του καταφέρει, κάποια στιγμή,  να τα πουλήσει σε ανάλογα καταστήματα, βγάζοντας έτσι κάποια επιπλέον χρήματα ή, στην καλύτερη περίπτωση, παίρνοντας παραγγελίες για μεγαλύτερες ποσότητες μινιατούρων χάλκινων μπρικιών, γουδιών και άλλων συναφών διακοσμητικών αντικειμένων…

Στη δίωρη ανάκριση που ακολούθησε στα γραφεία της αστυνομίας του αεροδρομίου, προσπάθησε να δώσει όσο πιο πειστικές εξηγήσεις μπορούσε για τους λόγους που δεν είχε εισιτήριο επιστροφής, αρκετά χρήματα για να συντηρήσει τον εαυτό του και κάποιον για να τον φιλοξενήσει. Τελικά, του επέτρεψαν την είσοδο στη χώρα, περισσότερο επειδή τον λυπήθηκαν παρά επειδή τον πίστεψαν, αλλά αυτό είναι μία άλλη πολύ πονεμένη ιστορία…

Η όλη καθυστέρηση είχε, τελικά, ως αποτέλεσμα να χάσει το τελευταίο λεωφορείο για την πόλη. Στο ταξί, που αναπόφευκτα χρειάσθηκε να πάρει, παρακάλεσε τον οδηγό να τον πάει στο φθηνότερο ξενοδοχείο της πόλης. Φθάνοντας στο κέντρο της, μετά από ένα 45λεπτο ταξίδι μέσα στο κατάλευκο από τα χιόνια τοπίο, η θέα και μόνο της εισόδου του ξενοδοχείου τον έκανε να νιώσει ένα σφίξιμο στην καρδιά. Ήταν περασμένες 2.00, μετά τα μεσάνυχτα, η θερμοκρασία έξω στους μείον 15 βαθμούς Κελσίου, η κούρασή του μεγάλη από την υπερένταση και η επιλογή μία και μοναδική, δηλαδή, αυτή του  οδηγού του ταξί…

Το επόμενο πρωί και έχοντας μαζέψει τα πράγματά του, κατέβηκε στη ρεσεψιόν. Αφού πλήρωσε, σχεδόν με τρεμάμενο χέρι, το λογαριασμό του δωματίου του που, μαζί με το κόστος του δρομολογίου με το ταξί από το αεροδρόμιο, εξανέμισαν ήδη πάνω από το 1/3 των χρημάτων που διέθετε, παρακάλεσε τον νέο άνδρα που βρίσκονταν πίσω από τον γκισέ να του συστήσει το πιο φθηνό ξενοδοχείο που γνωρίζει. Με οδηγό τη γραμμή ενός μπλε στυλό πάνω σε έναν χάρτη της πόλης, κίνησε με τα πόδια προς την παλιά πόλη όπου βρίσκονταν το «ξενοδοχείο» που του προτάθηκε. Μετά από πεζοπορία μισής περίπου ώρας, βρήκε,  ρωτώντας, το μέρος που έμελε να μείνει το επόμενο διάστημα. Πέντε κορώνες η βραδιά το κόστος, τη στιγμή που η τιμή του δωματίου του προηγούμενου ξενοδοχείου ήταν 120 κορώνες! Το πανδοχείο, γιατί περί πανδοχείου επρόκειτο, βρίσκονταν σε ένα στενό σοκάκι της παλιάς πόλης και σ΄ ένα παλιό κτίριο του 18ουαιώνα, χωρίς θέρμανση και ζεστό νερό, και χρησιμοποιούνταν πλέον αποκλειστικά από αλκοολικούς κι άλλους ξωμάχους της ζωής, ενώ, ακόμα παλαιότερα, από μέθυσους ναυτικούς…

Κλείνοντας πίσω του την πόρτα του δωματίου του, ένιωσε ένα ρίγος να διαπερνά τη ραχοκοκαλιά του με αυτό που αντίκρισε. Απέναντί του,  ένα άθλιο παλιό μεταλλικό κρεβάτι με ένα παλιό λεκιασμένο πάπλωμα και μια τρύπια κουβέρτα, και δίπλα ακριβώς  ένα  μικρό κομοδίνο, πάνω στο οποίο υπήρχε ένα παμπάλαιο πορτατίφ. Στην άλλη άκρη, ένα τραπεζάκι με μία ετοιμόρροπη καρέκλα και παραδίπλα ένας νιπτήρας με μια κανάτα παγωμένο νερό για πλύσιμο. Τριγυρνούσε μέσα στο παγωμένο δωμάτιο, σαν αγρίμι σε κλουβί. Ήθελε να ουρλιάξει από απόγνωση. Έβγαλε τα παπούτσια του, κάθισε με τα ρούχα και το πανωφόρι του πάνω στο κρεβάτι, κουκουλώθηκε με το λεκιασμένο πάπλωμα και την τρύπια κουβέρτα και προσπάθησε να κοιμηθεί για να μη σκέφτεται, για να μη νιώθει…

Όταν κάποια στιγμή άνοιξε τα μάτια του, ήταν ήδη σκοτάδι έξω, παρόλο που η ώρα ήταν 3 το μεσημέρι. Σηκώθηκε, πλησίασε στο παράθυρο και, βλέποντας το χιόνι που έπεφτε στο στενό και σχεδόν έρημο σοκάκι, άρχισαν να του ΄ρχονται στο νου  εικόνες και υπέροχες μυρωδιές από τις προετοιμασίες που γίνονταν τις μέρες αυτές, όπως και κάθε χρονιά, στο πατρικό του για την υποδοχή της  πρωτοχρονιάς, που ήταν την επομένη μέρα, και από τα αγαπημένα πρόσωπα της ζωής του καθισμένα γύρω από το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι να τρώνε, να τραγουδούν, να γελούν και να χορεύουν. Το φανάρι του δρόμου, που βρίσκονταν ακριβώς απέναντι στο ύψος του παραθύρου του μισοσκότεινου δωματίου του, φέγγισε τα υγρά του μάγουλα και τα τρεμάμενά του χείλη που πάσχιζαν να ψελλίσουν λόγια παρηγοριάς…

Δεν τον χωρούσε άλλο το θλιβερό και παγωμένο δωμάτιό του. Έκλεισε πίσω του την πόρτα και βγήκε στο δρόμο. Στην είσοδο του μετρό που, εντελώς τυχαία βρήκε, έβγαλε εισιτήριο και μπήκε σε ένα βαγόνι του συρμού για να ζεσταθεί και για να περάσει την ώρα του ανάμεσα σε κόσμο. Μη γνωρίζοντας τις διαδρομές, έκανε το ίδιο δρομολόγιο μπρος-πίσω μέχρι το βράδυ, νιώθοντας ανακούφιση που βρίσκεται, επιτέλους, ανάμεσα σε ανθρώπους ζωντανούς. Φθάνοντας, κάποια στιγμή, σε ένα σταθμό, του έκανε εντύπωση το πλήθος των νέων ατόμων που βρίσκονταν στην πλατφόρμα  και ο δυνατός ήχος μοντέρνας μουσικής που ακούγονταν. Ενστικτωδώς σηκώθηκε από τη θέση του και μόλις πρόλαβε να αποβιβασθεί, πριν ο συρμός ξεκινήσει. Ο ήχος της δυνατής μουσικής προέρχονταν, όπως διαπίστωσε, από ένα κλαμπ η είσοδος του οποίου βρίσκονταν μέσα στον υπόγειο σταθμό. Πλησίασε διστακτικά και μπήκε…

Αυτό που αντίκρισε τον άφησε έκθαμβο. Ένας υπέροχος χώρος που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί, γεμάτο από νέους ανθρώπους και πανέμορφες κοπέλες. Στη μέση υπήρχε μία μεγάλη πίστα χορού, τριγύρω τραπεζάκια και, πίσω τους, ο χώρος ορθίων με διάφορα σταντς. Ένιωσε πολύ άσχημα, όταν διαπίστωσε πως θα πρέπει να ξεχωρίζει σαν τη μύγα μεσ΄το γάλα, με τα κλασσικά ελληνικά του ρούχα που ουδεμία σχέση είχαν με τα όμορφα, μοντέρνα και χρωματιστά ρούχα των υπολοίπων. Στάθηκε δίπλα σε μία κολώνα για να μη πολυφαίνεται και κοιτούσε μαγεμένος όλη αυτήν την ομορφιά τριγύρω του, υπό τους ήχους μιας εξίσου όμορφης μουσικής. Παρατήρησε πως όλοι -άντρες, γυναίκες, αγόρια και κορίτσια- σηκώνονταν, όποτε το επιθυμούσαν, ζητώντας το άτομο που ήθελαν για χορό. Σπάνια κάποιος αρνούνταν την πρόσκληση. Θα είχαν σίγουρα περάσει δύο ώρες, στη διάρκεια των οποίων προσπαθούσε να βρει το θάρρος για να πάει να ζητήσει κι αυτός κάποια κοπέλα για χορό, όταν αναβόσβησαν τα φώτα και ο DJ κάτι είπε από το μικρόφωνό του. Αμέσως μετά, οι περισσότερες κοπέλες ξεχύθηκαν  στο χώρο, προσκαλώντας η κάθε μια τους και από έναν άντρα για χορό. Αρκετό καιρό μετά, έμαθε πως στα περισσότερα κλαμπ, πριν το κλείσιμο, οι κοπέλες είναι αυτές που ζητούν τους άνδρες για τον τελευταίο χορό…

Κοιτούσε αποσβολωμένος όλα όσα διαδραματίζονταν μπροστά του, όταν την είδε να τον πλησιάζει, να στέκεται ακριβώς απέναντί του και να τον προσκαλεί σε χορό. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως μπορεί ο ίδιος να είναι η επιλογή της πανέμορφης κοπέλας που στέκονταν χαμογελαστή ακριβώς μπροστά του, γι΄αυτό και γύρισε να κοιτάξει πίσω του. Εκεί, όμως, δεν υπήρχε κανένας. Όταν στράφηκε και πάλι προς το μέρος της, αυτή του είχε ήδη πιάσει το χέρι και τον οδηγούσε στη γεμάτη από ζευγάρια πίστα χορού, αγκαλιάζοντάς τον και γέρνοντας το κεφάλι της στον δεξί του ώμο. Μύριζε υπέροχα, και το λεπτό κορμί της του φάνηκε τόσο ζεστό και τρυφερό κάτω από το λεπτό της φόρεμα. Νόμισε πως θα λιποθυμήσει κι η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Ποτέ του δεν μπορούσε να φανταστεί πως θα μπορούσε να ζήσει κάτι τέτοιο…

Μετά από λίγη ώρα, κατάφερε να βρει το κουράγιο και να τη ρωτήσει, με τα αγγλικά που ήξερε, ορισμένα πράγματα για την ίδια, έτσι για να πει κάτι κι αυτός. Έμαθε πως το όνομά της ήταν Majvor, πως ήταν 21 ετών και πως εργάζονταν ως νοσοκόμα σε ένα μεγάλο νοσοκομείο στα νότια της Στοκχόλμης. Ξαφνικά, τα φώτα άναψαν και όλοι άρχισαν να αποχωρούν. Αυτός, μη ξέροντας τι άλλο θα μπορούσε να κάνει, τη ρώτησε μέσα στη σαστιμάρα του: «Would you like to meet us again?». Δεν του απάντησε καν. Τον κοίταξε χαμογελώντας και, κρατώντας του το χέρι, κατευθύνθηκε προς την γκαρνταρόμπα για να πάρει το πανωφόρι της. Αφού το φόρεσε, όπως και ένα πολύχρωμο πλεκτό σκουφάκι που την έκανε ακόμα πιο γλυκιά και όμορφη, του ξανάπιασε το χέρι και κατευθύνθηκε προς την έξοδο, με αυτόν να τη ρωτά ξανά: «Would you like to meet us again?». Στάθηκαν στην πλατφόρμα του σταθμού, που ήταν γεμάτη από νεαρόκοσμο που μιλούσε δυνατά και γελούσε, με αυτήν να γέρνει και πάλι το κεφάλι της στον ώμο του, μέχρι που έφθασε ο συρμός. Πίστεψε πως όλα τελείωσαν. Θα μπει στο τραίνο, σκέφτηκε, θα του γνέψει, το πολύ, ένα «αντίο», κουνώντας το χέρι της πίσω από το τζάμι του παραθύρου και αυτό ήταν. Ότι αρχίζει ωραίο τελειώνει με πόνο, που λέει και το τραγούδι. Η πόρτα άνοιξε κι αυτή σχεδόν τον τράβηξε από το χέρι για να την ακολουθήσει, μιας κι αυτός πίστεψε πως θα μείνει στην πλατφόρμα να κοιτά το συρμό να χάνεται και τον ίδιο να γυρνά στο παγωμένο του δωμάτιο…

Το σπίτι της, που βρίσκονταν σε ένα πολύ γραφικό προάστιο,  ήταν ένα πολύ όμορφα διακοσμημένο μικρό διαμέρισμα, στολισμένο στο πνεύμα των ημερών. Του είπε να καθίσει όπου βολεύεται στο όμορφο καθιστικό της και, αφού άναψε τα κεριά και τα διάφορα μικρά φωτιστικά που υπήρχαν διάσπαρτα στο χώρο, δημιουργώντας μια υπέροχη ρομαντική ατμόσφαιρα, χάθηκε στο βάθος του διαδρόμου…

Όταν επέστρεψε, μετά από ένα τέταρτο περίπου, φορούσε ένα πολύ χαριτωμένο ζευγάρι πιτζάμες με μικρά αρκουδάκια πάνω του, ενώ η ίδια μοσχοβολούσε σαπούνι και καθαριότητα. «Θέλεις κάτι να πιεις ή προτιμάς να πάμε να ξαπλώσουμε;» τον ρώτησε. «Πάμε καλύτερα να ξαπλώσουμε» της απάντησε, προσπαθώντας να κρύψει την ταραχή του για όλα τα πρωτόγνωρα που ζούσε. Αφού έβγαλε τα ρούχα του, πήγε και τη βρήκε κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα του κρεβατιού της…

Ήταν τέτοια η τρυφερότητα, η γλύκα και το πάθος που εξέφραζε, τα λόγια που έλεγε, καθώς και η ομορφιά του κορμιού της που ο αυτός νόμιζε πως είτε ζει ένα όνειρο είτε πως έχει τρελαθεί. Είχε πια ξημερώσει και το αχνό φως του πρωινού άρχισε να αποκαλύπτει το υπέροχο πλάσμα που είχε από ώρα αποκοιμηθεί, παντελώς αποκαμωμένο, και αυτός να μη χορταίνει να το γεύεται, να μη μπορεί να ξεδιψάσει το πάθος του…

Όταν μετά από λίγες ώρες, την αποχαιρετούσε στην πόρτα της εισόδου του διαμερίσματός της, κρατούσε σφιχτά στο χέρι του ένα μικρό χαρτάκι με το νούμερο του τηλεφώνου του σπιτιού της. Τις μέρες που ακολούθησαν, της τηλεφώνησε δεκάδες φορές από όποιον τηλεφωνικό θάλαμο έβρισκε μπροστά του. Ποτέ δεν του απάντησε. Η απορία του μεγαλύτερη και από τη θλίψη του. Μα έδειχνε τόσο πολύ να τον θέλει…

Ήταν το πρώτο μεγάλο πολιτισμικό σοκ που έζησε, μόλις τη δεύτερη μέρα μετά την άφιξή του στη χώρα αυτή, γιατί ακολούθησαν και πολλά άλλα, ακόμα πιο συγκλονιστικά…


2 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


29 Δεκεμβρίου 2019, 13:13
Θάνος Μικρούτσικος, ο αγαπημένος μας...


Photo: Sven (Μάνη 26/12/2019)

Ήσουν ένας χαρισματικός άνθρωπος, ευφυής, δημιουργικός, προσωπικά και κοινωνικά ευαίσθητος, ζωντανός, άμεσος και ενίοτε χειμαρρώδης. Πιστός στις ιδέες σου, μα όχι άκαμπτος και δογματικός, πολυπράγμων, μη φοβούμενος να εκφράσεις τη γνώμη και τα πιστεύω σου και μη υπολογίζοντας  το οποιοδήποτε «κόστος». Βρήκες καταφύγιο, αλλά και όχημα διάνοιξης νέων οριζόντων στο μαγικό κόσμο της μουσικής, με τρόπο που μόνο χαρισματικά άτομα, σαν κι εσένα, μπορούν να αξιοποιήσουν, μη χάνοντας και εμβαθύνοντας την ουσία. Μας έδωσες την ευκαιρία να γνωρίσουμε νέους μουσικούς ορίζοντες, αλλά και νέους αξιολογότατους καλλιτέχνες που αναδείχθηκαν πλάι σου και μέσα από τη μουσική σου.

Μας δίδαξες τι σημαίνει να είσαι αδιαπραγμάτευτος σε θέματα αρχής, αλλά όχι αλαζόνας, αιθεροβάμων και ουτοπιστής…

Τέλος, μας δίδαξες, για μία ακόμη φορά και με αφορμή την ασθένειά σου, τι θα πει να είσαι μαχητής της ζωής, αξιοπρεπής, γενναίος, να διατηρείς τον αυτοσεβασμό σου και να εμπνέεις, ταυτόχρονα, το σεβασμό των άλλων προς το πρόσωπό σου ΚΑΙ εξαιτίας αυτού…

Σ΄ευγνωμονούμε για όλα αυτά και άλλα τόσα που μας έδωσες και μας ενέπνευσες με τη στάση ζωής και τη μουσική σου. Δεν είναι σχήμα λόγου, ούτε καν υπερβολή, να σου πούμε πως, από χθες το βράδυ, νιώθουμε μουσικά και ανθρώπινα «ορφανοί». Ήσουν από αυτούς για τους οποίους το γνωρίζουμε πριν καν τους  χάσουμε και όχι, ως συνήθως, εκ των υστέρων…

Σ΄ευχαριστούμε από καρδιάς, αγαπημένε μας Θάνο Μικρούτσικε στο όνομα και στο μπόι, αλλά ΤΕΡΑΣΤΙΕ ως ανθρώπινο και μουσικό μέγεθος. Σ΄ευχαριστούμε για ΟΛΑ όσα μας χάρισες και μας δίδαξες χωρίς ποτέ να το επιδιώξεις. Σ΄ευχαριστούμε για όλον αυτόν το μουσικό θησαυρό που μας κληροδότησες. Θα συνεχίσει να μας συντροφεύει και να μας θυμίζει το τι είχαμε, αλλά και το τι, δυστυχώς απωλέσαμε…

Καλό σου ταξίδι, αγαπημένε σύντροφε. Δεν θα ΄σαι μόνος εκεί που πηγαίνεις. Θα βρεις σίγουρα καλή παρέα. Το Νίκο Παπάζογλου, το Δημήτρη Μητροπάνο, το Μάνο Ελευθερίου, τον αγαπημένο σου Άλκη Αλκαίο, το Μάνο Λοίζο, το Μάνο Χατζιδάκι και τόσους άλλους…

Αντίο……………


1 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


19 Δεκεμβρίου 2019, 08:02
«Το τηλεφώνημα αυτό έγινε η αιτία που σήμερα ζω» μου είπε…


Ο άνδρας που καθόταν απέναντί μου είπε:

-  «Πριν από δύο χρόνια, όταν έχασα τη γυναίκα μου, την οποία λάτρευα, από μία πολύ δύσκολη μορφή καρκίνου, αποφάσισα να βάλω τέρμα στη ζωή μου. Δεν είχε περάσει καν μία εβδομάδα από το θάνατό της και, ενώ είχα επιλέξει τον τρόπο, τη μέρα και είχα ολοκληρώσει το απαραίτητο σημείωμα, χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού. Σκέφθηκα να μην απαντήσω, αλλά, εντελώς μηχανικά, σήκωσα το ακουστικό. Με μεγάλη μου έκπληξη, αναγνώρισα τη φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής. Ήταν μια νοσοκόμα από το τμήμα που νοσηλευόταν η σύζυγός μου που μας είχε συμπαρασταθεί πάρα πολύ, όπως και κάθε άλλον άρρωστο. Πήρε απλά να ρωτήσει πως είμαι και αν μπορεί να κάνει κάτι για μένα. Η γυναίκα αυτή, με τις τόσες ευθύνες, βρήκε χρόνο και διάθεση να μου τηλεφωνήσει για να δει αν είμαι καλά ή αν χρειάζομαι κάτι. Το τηλεφώνημα αυτό, λοιπόν, έγινε η αιτία να ακυρώσω την απόφαση που είχα πάρει. Η γενναιοδωρία ψυχής αυτής της γυναίκας απετέλεσε κίνητρο και νόημα ζωής για μένα και με έκανε να θέλω να ζήσω και να της μοιάσω».

Η τόσο ανθρώπινη αυτή ιστορία δείχνει τη τεράστια δύναμη και επιρροή που μπορεί να έχουμε στη ζωή των άλλων, και, κατά συνέπεια, ευθύνη απέναντί τους. Υπάρχει πάντα κάτι που να μπορούμε να κάνουμε για κάποιους συνανθρώπους μας και αυτό το κάτι μπορεί να δώσει κουράγιο, να εμπνεύσει ελπίδα και διάθεση για ζωή…

Το περιστατικό αυτό μου θύμισε μια παλιά δική μου προσωπική εμπειρία. Ήμουν νέος τότε και περίμενα να έρθει η σειρά μου, στο ογκολογικό τμήμα του πανεπιστημιακού νοσοκομείου Karolinska της Στοκχόλμης, για να μάθω τα αποτελέσματα της βιοψίας για έναν όγκο που μου είχαν αφαιρέσει. Ο ηλικιωμένος καθηγητής, που βγήκε να με προϋπαντήσει με ένα καλοσυνάτο χαμόγελο και πιάνοντάς με από τον ώμο, με έκανε να νιώσω πολύ όμορφα αλλά ταυτόχρονα και λίγο καχύποπτα για το τι έχει να μου ανακοινώσει και γι΄αυτό είναι ίσως τόσο φιλικός μαζί μου.

-  «Δεν χρειάζεται να ξανάρθεις» μου είπε, τελικά, τραβώντας την καρέκλα για να καθίσω απέναντί του. «Όλα είναι όπως πρέπει και χαίρομαι πολύ για σένα».

Βούρκωσα και ξέσπασα σε έναν βουβό κλάμα, όχι μόνο από ανακούφιση αλλά και από την απίστευτη ανθρωπιά αυτού του τόσο διάσημου παγκοσμίως επιστήμονα.  Με άφησε να ξεθυμάνω και, μετά από ένα λεπτό περίπου, κατάφερα να αρθρώσω την εξής ανόητη  φράση:

-  «Πως μπορείτε να είστε  τόσο καλός με όλους;»

Και τότε μου διηγήθηκε κάτι πολύ πολύτιμο από τη δική του ζωή που έγινε, με τη σειρά του, αφορμή να επηρεάσει πολύ και εμένα τον ίδιο για στη συνέχεια.

-  Πριν από μερικά χρόνια, μου είπε, επισκέφθηκα ένα γηροκομείο και, περνώντας δίπλα από μία ηλικιωμένη κυρία, μου έπιασε το χέρι και το έσφιξε μέσα στα δικά της, λέγοντάς μου: «Ολόιδια ακριβώς χέρια». Βλέποντας την απορία μου, συνέχισε: «Συγνώμη για την αναστάτωση αλλά έχω συναντήσει τον πατέρα σας και έχετε ολόιδια με αυτόν χέρια». Ο πατέρας μου ήταν, παλαιότερα, διευθυντής της ογκολογικής κλινικής του ίδιου πανεπιστημιακού νοσοκομείου. Όταν τη ρώτησα πότε έγινε αυτό, μου απάντησε: «Το 1951» και συνέχισε: «Ήμουν πολύ άρρωστη και έκανα ακτινοβολίες τότε.  Από πάνω μου βρίσκονταν ένα τεράστιο μηχάνημα, όταν μπήκαν στο χώρο 4-5 γιατροί με άσπρες ποδιές. Στάθηκαν γύρω μου και άρχισαν να μιλούν για το μηχάνημα και τη λειτουργία του. Δεν με χαιρέτησαν καν, ήταν σαν να μην υπήρχα στο χώρο και, όταν τελείωσε η συζήτησή τους, αποχώρησαν. Ένας από αυτούς ήταν ο πατέρας σας». «Λυπάμαι πολύ», ψέλισσα, νιώθοντας άσχημα με αυτό που άκουσα. «Λάθος καταλάβατε» μου είπε και συνέχισε: «Πριν βγει από το δωμάτιο ο πατέρας σας, με πλησίασε, μου έσφιξε το χέρι ανάμεσα στα δικά του, μόνο και μόνο για να νιώσω πως με πρόσεξε και δεν με αγνόησε. Από τότε έχουν περάσει 32 ολόκληρα χρόνια και  τη στιγμή αυτή δεν πρόκειται να την ξεχάσω όσο ζω ».

 -   «Η σοφία που αποκόμισα από αυτή τη συνάντηση και τη συζήτηση με την ηλικιωμένη αυτή κυρία», πρόσθεσε ο ηλικιωμένος καθηγητής, «ήταν πως το μεγαλύτερο λάθος που μπορούμε να κάνουμε είναι το να μην κάνουμε τίποτα, τη στιγμή που μπορούμε να κάνουμε έστω και κάτι μικρό, αλλά τόσο σημαντικό για έναν άλλο συνάνθρωπό μας».

 Καλά Χριστούγεννα να ΄χουμε!!!


1 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


17 Δεκεμβρίου 2019, 01:14
Πότε ο άνδρας γίνεται άνδρας...


 

Πόσο δρόμο θα πρέπει να διανύσει ένας άνδρας, πριν θεωρηθεί πως είναι πλέον  πραγματικός άνδρας;

Μέχρι να μπορέσει να πάψει να ταυτίζει τα  συναισθήματα με την αδυναμία και να μη φοβάται να κλάψει για κάτι που τον έχει πονέσει πολύ;

Μέχρι να πιστέψει πως η πραγματική δύναμη δεν βρίσκεται στα μπράτσα του, αλλά στο να μπορεί να παραδέχεται την όποια αδυναμία του και πως δεν είναι παντοδύναμος;

Πριν μπορέσει να δει τη γυναίκα ως κάτι πολύ περισσότερο από ένα κομμάτι σάρκα και ως ένα ισότιμο με τον ίδιο άτομο που αξίζει τον απόλυτο σεβασμό του;

Πριν πιστέψει πως θέλει να συμμετέχει ισότιμα στην κοινή τους ζωή και όχι απλά να τη βοηθά;

Μέχρι να θέλει να κάνει τα πάντα για να μην τον φοβούνται τα παιδιά του αλλά να τον σέβονται και να τον θαυμάζουν για αυτό που πραγματικά είναι ως άνθρωπος;

Μέχρι να θεωρήσει την κάθε αυθόρμητη έκφραση, άποψη και επιθυμία των παιδιών του ως ισότιμη αυτής των ενηλίκων;

Μέχρι να πάψει να βλέπει την ευτυχία ως παράγωγο της όποιας επιτυχίας ή περιουσίας, αλλά μιας προσωπικής ουσίας που να τον γαληνεύει και να τον κάνει να χαμογελά ακόμα και στον πιο βαθύ του ύπνο;

Μέχρι να θέλει να είναι κάθε φορά εκεί για όσους  τον χρειάζονται και να θέλει να μοιράζεται ψυχούλα μαζί τους;

Μέχρι να μπορεί να θεωρεί τον κάθε άνθρωπο ως ισότιμό του, ασχέτως φύλου, χρώματος, θρησκεύματος, σεξουαλικής προτίμησης, ηλικίας, σωματικής διάπλασης, προέλευσης, περιουσιακών στοιχείων ή αναγνωρισιμότητας;

Μέχρι πότε.....


10 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


13 Δεκεμβρίου 2019, 22:46
Ένα μπουκέτο μαργαρίτες στο μεσοχείμωνο...


Photo: sven (κινητό) 13 Δεκέμβρη 2019

Η σημερινή Παρασκευή ήταν από αυτές τις ευλογημένες που καταφέρνω, αν και με μεγάλη δυσκολία, να μη βάλω κάποια ραντεβού στο γραφείο, εξασφαλίζοντας, με τον τρόπο αυτόν, μια επιπλέον εξόρμηση στη φύση, πέραν της καθιερωμένης, από πάντα, Κυριακάτικης.

Ο καιρός μουντός και βροχερός, όπως μου αρέσει, υποσχόμενος ορεινές διαδρομές που είναι η αδυναμία μου. Η Μ., αντίθετα, παιδί της θάλασσας με καταγωγή από την πανέμορφη Κρήτη, λατρεύει το υγρό στοιχείο, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες.

- «Που πάμε σήμερα;», ρωτώ, όχι έχοντας τη βεβαιότητα πως η απάντησή της θα είναι, όπως πάντα, «Όπου θέλει, το παλικάρι μου», αλλά εξαιτίας του καιρού που ήταν ότι πρέπει για βουνό.

- «Αν θέλεις, πάμε θάλασσα» είπα, εννοώντας το πραγματικά, μη θέλοντας να της χαλάσω το χατίρι, σε περίπτωση που το επιθυμούσε. Δουλεύει πολύ σκληρά όλη τη βδομάδα στο νοσοκομείο και στο ιατρείο της, δίνοντας πάντα γενναιόδωρα  τον καλύτερό της εαυτό, με το χαμόγελο και την καλή κουβέντα στο στόμα προς όλους και, ΑΝ θυμηθεί, ζητά ενίοτε και κάποια εντελώς συμβολική αμοιβή για τον κόπο της…

- «Πιστεύω πως ο καιρός θα ανοίξει» είπε με μια βεβαιότητα και χαμογελώντας, λες και το γνώριζε εκ των προτέρων.

Βλέποντας αυτή τη γνώριμη έκφραση στο πρόσωπό της, ήμουν πλέον κι εγώ βέβαιος πως αυτό θα συμβεί. Εκατοντάδες είναι οι φορές που συνέβησαν πράγματα απίθανα, όπως, για παράδειγμα, να σκέφτομαι πως είναι αδύνατον να βρούμε θέση πάρκινγκ εκεί που πάμε και, τη στιγμή που φθάνουμε, να φεύγει ένα αυτοκίνητο ακριβώς μπροστά στον κινηματογράφο, στο θέατρο ή οπουδήποτε αλλού και να ελευθερώνεται μια θέση για εμάς, σε μέρη που και να κατασκηνώσεις για μήνες εκεί, δεν πρόκειται να βρεις θέση παρκαρίσματος. Αυτά  και άλλα παρόμοια έχουν επανειλημμένα συμβεί. Είναι τόσο θετική η αύρα και η ενέργεια που πάντα αποπνέει που έχω πλέον την πεποίθηση πως αυτό είναι το «μυστικό», πίσω από τα άπειρα μικρά «θαύματα» που συμβαίνουν όταν κάποιος βρίσκεται μαζί της.

Βγαίνοντας στην Εθνική οδό προς Κατερίνη, άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες ψιχάλες της βροχής που όλο και δυνάμωναν.

- «Μαριανθάκι», είπα, για να την πειράξω, «τα θαύματα δεν γίνονται κάθε φορά  που εμείς το επιθυμούμε».

Με κοίταξε με τα μεγάλα πράσινα μάτια της χαμογελώντας, μου έπιασε το χέρι και απάντησε ήρεμα, με το γνώριμό της λεξιλόγιο:

- «Δεν πειράζει, αγόρι μου γλυκό, αρκεί που είμαστε μαζί».

Αμέσως μετά τα διόδια των Μαλγάρων, πρόβαλαν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου. Δεν πίστευα αυτό που έβλεπα. Μέχρι να φθάσουμε στο μικρό παραθαλάσσιο ταβερνάκι, σε μια απόμερη ακρογιαλιά του Μακρύγιαλου,  δίπλα ακριβώς από τη θάλασσα και ανάμεσα σε μια συστάδα πλατανιών, ο ήλιος έλαμπε πλέον σε όλο του το μεγαλείο. Το μαγαζάκι αυτό, που το ανακαλύψαμε εντελώς τυχαία πριν από 2 χρόνια, έχει καθημερινά λίγα ψάρια και θαλασσινά, αλλά που φρεσκότερα και νοστιμότερά τους, σπάνια θα βρεις αλλού. Το βλέπαμε πολλές φορές από απόσταση τέτοια εποχή, τα προηγούμενα χρόνια, αλλά δεν πιστεύαμε πως είναι ανοιχτό, μιας και σχεδόν ποτέ δεν υπήρχαν περισσότερα από ένα ή δύο αυτοκίνητα στον προαύλιό του χώρο. Μια φορά, από περιέργεια, είπα να οδηγήσω μέχρι εκεί. Φθάνοντας, πρόβαλε στην πόρτα ένα νέο παλικάρι που μας πληροφόρησε πως το μαγαζάκι είναι ανοιχτό. Αποφασίσαμε να μπούμε, ως μόνοι πελάτες, όπως σχεδόν πάντα, τις καθημερινές τουλάχιστον, και ανταμειφθήκαμε με τον καλύτερο τρόπο.

Και τη φορά αυτή ήμασταν οι μοναδικοί πελάτες του μαγαζιού. Κανένα απολύτως πρόβλημα. Φάγαμε υπέροχα, ήπιαμε τα τσιπουράκια μας και χαλαρώσαμε, αγναντεύοντας το ήρεμο πέλαγος και ακούγοντας την υπέροχη μουσική του ραδιοφωνικού σταθμού «Χρώμα». Αφού απολαύσαμε και τα υπέροχα χειροποίητα επιδόρπια, πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Δεν φανταζόμασταν πως θα γινόμασταν μάρτυρες ενός ακόμα μικρού «θαύματος», τη φορά αυτή, της μάνας φύσης.

Στο ύψος της αρχαίας Πύδνας, στα καταπράσινα ήδη χωράφια που κατηφορίζουν αμφιθεατρικά προς τη θάλασσα, είδα κάτι που αρχικά δεν μπορούσα να φανταστώ πως είναι δυνατόν να συμβαίνει. Εκατοντάδες μικρά άσπρα λουλουδάκια, πρόβαλαν μέσα στο πράσινο, δημιουργώντας ένα κέντημα μοναδικό για την εποχή. Σταμάτησα το αυτοκίνητο σ΄ένα βολικό σημείο και πλησίασα να δω τι είδους ανθοί ήσαν αυτοί. Η έκπληξή μου ήταν τεράστια, όταν διαπίστωσα πως τα ανθάκια αυτά ήταν μαργαρίτες. Εκατοντάδες μικρές μαργαρίτες, στην καρδιά του χειμώνα! Φωτογράφισα ένα μπουκέτο από αυτές για να το μοιραστώ μαζί σας. Τι υπέροχη αίσθηση! Τι υπέροχο φινάλε μιας ακόμα υπέροχης εξόρμησης στη φύση!

Γεροί να ΄μαστε να ζήσουμε πολλές ακόμα τέτοιες ομορφάδες…


- Στείλε Σχόλιο


03 Δεκεμβρίου 2019, 13:51
Ανυπομονησία...


Φωτογραφία sven : Οκτώβρης 2019

Η μέρα ήταν υπέροχη και η ανάβαση των πλαγιών του Νότιου Ολύμπου μας αποζημίωνε με το παραπάνω για την επιλογή μας να τις επισκεφθούμε για άλλη μία φορά. Ο ανηφορικός και γεμάτος κλειστές στροφές στενός ορεινός δρόμος δεν προσφέρεται μεν για μεγαλύτερες των 50 χιλιομέτρων, κατά μέσο όρο, ταχύτητες, επιτρέπει, όμως, τη χαλαρή απόλαυση αυτού του μοναδικής ομορφιάς ορεινού όγκου που οι θεοί των αρχαίων Ελλήνων είχαν επιλέξει για κατοικία τους.

Την παρατεταμένη μας  χαλαρότητα ήρθε να διαταράξει ξαφνικά η εμφάνιση ενός μικρού λευκού POLO, που κόλλησε κυριολεκτικά από πίσω μας, αναβοσβήνοντας συνεχώς τα φώτα του. Αρχικά νόμιζα πως ίσως χρειάζεται κάποια βοήθεια αλλά σύντομα διαπίστωσα πως ο ανυπόμονος οδηγός του -που πιθανότατα θα είχε πρόβλημα πρόωρης εκσπερμάτισης- ήθελε απλά να προσπεράσει, αν και ήταν πέραν του προφανούς εμφανές πως αυτό ήταν αδύνατο, λόγω της έλλειψης ορατότητας εξαιτίας των συνεχών κλειστών και επικίνδυνων για προσπέραση στροφών.

Η διαστροφική αυτή οδηγική παρενόχληση -που δεν είναι καθόλου σπάνια στους Ελληνικούς δρόμους- συνεχίστηκε και για τα επόμενα δέκα λεπτά περίπου, μέχρι που φθάσαμε στην είσοδο ενός χωριού με το στενό δρόμο να γίνεται για 200 περίπου μέτρα μία ευθεία με διπλή, όμως, γραμμή στη μέση που να απαγορεύει την προσπέραση και έναν φωτεινό σηματοδότη να αναβοσβήνει, υπενθυμίζοντας πως η ταχύτητα των οχημάτων δεν πρέπει να ξεπερνά τα 40 χιλιόμετρα. Ο ανυπόμονος οδηγός πίσω μας επιστράτευσε, πέραν του αναβοσβησίματος των προβολέων του, και το διαπεραστικό συνεχές πάτημα της κόρνας. Και να ήθελα να τον αφήσω να προσπεράσει, ήταν αδύνατο, λόγω του πεζοδρομίου του στενού δρόμου δεξιά μου και της διπλής γραμμής αριστερά. Αυτός, όμως, απτόητος με προσπερνά με έναν απότομο ελιγμό και από το ανοιχτό παράθυρο του συνοδηγού να με λούζει με βρισιές, λες και δεν μπορούσε να αντιληφθεί πως κανένας στη θέση μου, εκ των πραγμάτων, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να πράξει διαφορετικά, ακόμα και να σταματούσε το όχημά του.

Έτσι όπως με έβριζε, κοιτώντας προς το μέρος μου, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα το αγροτικό που βγήκε από αριστερά του, ενώ αυτός βρίσκονταν στην αντίθετη λωρίδα. «Πρόσεχε», του ούρλιαξα, κάνοντας απότομα δεξιά και καβαλώντας το πεζοδρόμιο για να του αφήσω χώρο ώστε να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση με το αγροτικό. Για κλάσματα δευτερολέπτου αποφεύχθηκαν τα χειρότερα, με μόνη απώλεια το σκάσιμο του δεξιού λάστιχου του τζιπ μου και ένα μικρό γδάρσιμο του προφυλακτήρα που μετά βίας απέφυγε τη σύγκρουση με τον τοίχο.

Κατεβαίνω να δω  τη ζημιά που έγινε, σταματά και ο οδηγός του αγροτικού, αναστατωμένος από αυτό που παραλίγο να συμβεί, όταν στρέφουμε τα κεφάλια μας και βλέπουμε τον νεαρό οδηγό του POLO να τρέχει προς το μέρος μας, έχοντας σταματήσει το αυτοκίνητό του περίπου 50 μέτρα μακριά μας. Νόμιζα πως τρέχει από ενδιαφέρον για να δει αν είμαστε καλά και τι ζημιά πάθαμε, δυστυχώς, όμως. Πλησιάζοντας, και, αντί να ευχαριστήσει που έπαθα αυτό που έπαθα μόνο και μόνο για να αποφύγει ο ίδιος τα χειρότερα, ξαναρχίζει τις βαριές βρισιές, λες και ήταν ο ίδιος που έπαθε κάποια ζημιά εξαιτίας μας, Για μερικά δευτερόλεπτα έμεινα άφωνος κι ακίνητος, σταθμίζοντας εντός μου το ποιος θα ήταν ο καλύτερος τρόπος αντίδρασής μου. Τελικά, επικράτησε η ψυχραιμία και η λογική του κλινικού και αρκέστηκα να του πω «Εσύ τουλάχιστον είσαι καλά;», πριν παρέμβει ο γεροδεμένος αγρότης, ανταπαντώντας στις βρισιές του και κάνοντάς τον καροτσάκι μέχρι το αυτοκίνητό του…

Τελικά, το κρασάκι που είχαμε προγραμματίσει να πιούμε στην Καρυά Ολύμπου το ήπιαμε στο καφενεδάκι του μικρού αυτού χωριού, παρέα με τον αγρότη, που ήθελε οπωσδήποτε να μας κεράσει. Τελικά, το Ελληνικό φιλότιμο και η γενναιοδωρία στη χώρα μας, αν και είδη υπό εξαφάνιση, δεν έχουν εντελώς εκλείψει, όπως και οι αψυχολόγητα ανυπόμονοι, παρορμητικοί, επιθετικοί και βιαστικοί άνθρωποι που δεν έχουν ποτέ χρόνο να εξετάσουν διάφορα ενδεχόμενα, να δείξουν σεβασμό, κατανόηση και συναισθηματική εγγύτητα και που μπορεί αψήφιστα να φθάσουν μέχρι και τα άκρα…


2 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


27 Νοεμβρίου 2019, 14:17
Θα σας πω μια ιστορία...


Πλησίαζαν Χριστούγεννα. Η νύχτα ήταν μαγευτική, όπως όλες, άλλωστε, τέτοια εποχή, στον τόπο αυτό. Οι νιφάδες του χιονιού αιωρούνταν αναποφάσιστες, πριν σπεύσουν αργά να συμπληρώσουν το παχύ, αφράτο  πανωφόρι που σκέπαζε τα πάντα στο πανέμορφο προάστιο της Στοκχόλμης. Στεκόμασταν, με το φίλο και συγκάτοικό μου στο δωμάτιο που νοικιάζαμε, μπροστά στη μπαλκονόπορτα του καθιστικού, χαζεύοντας αμίλητοι  τη μαγεία του τοπίου που σε τίποτα δεν διέφερε από τις χριστουγεννιάτικες καρτ-ποστάλ και τις πανέμορφες εικόνες χριστουγεννιάτικων παιδικών παραμυθιών χωρών του Βορρά. Απέναντι και σε απόσταση τριάντα περίπου μέτρων η μία από την άλλη, οι συστοιχίες των κουκλίστικων διώροφων σπιτιών, σε ημικυκλικό σχηματισμό, με τα παράθυρά τους φωτισμένα και στολισμένα σαν μικρές χριστουγεννιάτικες βιτρίνες.

-          Πάω να τσιμπήσω κάτι, είπα στο φίλο μου και κίνησα για την κουζίνα.

Με τον Μάο της τεράστιας αφίσας, στον απέναντι τοίχο, να με κοιτά με ένα μυστηριώδες, αχνό χαμόγελο τύπου Τζοκόντας, λες και έλεγχε πόσο μεγάλη μερίδα θα βάλω στο πιάτο μου, κάθισα στο τραπέζι για να φάω, παρέα πάντα με την περίφημη Κόκκινη Βίβλο του μεγάλου ηγέτη, που ήθελε ο Έλληνας-ιδιοκτήτης του διαμερίσματος  που μέναμε ανελλιπώς να διαβάζει τρώγοντας. Δεν είχα προλάβει να κατεβάσω την πρώτη μπουκιά από το κάτι σαν φαγητό που είχαμε προσπαθήσει να μαγειρέψουμε το μεσημέρι, ως 19χρονα ελληνόπουλα που, μέχρι τότε, ούτε αυγά δεν ξέραμε πως τηγανίζονται, όταν ακούω τον συγκάτοικό μου να φωνάζει από μέσα.

-          Τι γίνεται εδώ, ρε μαλάκα μου, τι κάνει η άλλη απέναντι; Ω ρε πούστη μου, τι κάνουμε τώρα;

Με τη μπουκιά στο στόμα, έτρεξα προς το μέρος του φίλου μου που στέκονταν αποσβολωμένος  μπροστά στη μπαλκονόπορτα, κοιτάζοντας προς τα έξω. Στάθηκα δίπλα του και τότε είδα αυτό που τον έκανε, δικαιολογημένα, να αναστατωθεί τόσο. Στο παράθυρο της κουζίνας του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, ακριβώς απέναντί μας στα τριάντα μέτρα περίπου, μια χαμογελαστή κοπέλα έγνεφε με το ένα χέρι της «Έλα» ή «Ελάτε», δεν μπορούσαμε να το καταλάβουμε εκείνη τη στιγμή, και στο άλλο χέρι κρατούσε ένα μεγάλο μπλοκ ζωγραφικής όπου σε κάθε λευκή του σελίδα έγραφε και ένα κεφαλαίο γράμμα που, τελικά, σχημάτιζαν τη λέξη «COFFEE”, που συνοδεύονταν με ένα ερωτηματικό «?», στο τέλος.

Κοιταχτήκαμε με γουρλωμένα μάτια, μη μπορώντας να αρθρώσουμε λέξη, μέχρι που βρήκα το κουράγιο να μονολογήσω:

-          Και τώρα τι κάνουμε; Λες να πάμε; Και αν έρθει ο δικός της και ξευτιλιστούμε;

Την είχαμε δει κάποιες φορές στο λεωφορείο. Ήταν γύρω στα 25. Μία-δυο φορές μας χαμογέλασε καλοσυνάτα. Ήταν πολύ όμορφη, λεπτή, ψηλή, με ξανθά καρέ μαλλιά, γαλαζοπράσινα μάτια, υπέροχο χαμόγελο και κάτι, που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, ήταν τα όμορφα, λεπτά και μακριά δάχτυλά της. Μέχρι και μερικές βδομάδες πριν, βλέπαμε τα βράδια πως έρχονταν τα Σαββατοκύριακα ένας τύπος, που φαίνονταν να είναι το αγόρι της, δειπνούσαν μαζί, έβλεπαν αγκαλιασμένοι τηλεόραση και κάποια στιγμή έσβηναν τα φώτα και πήγαιναν για ύπνο…

Βλέποντας την αμηχανία και την αναποφασιστικότητά μας, φοράει το μπουφάν της,  κατεβαίνει κάτω, πλησιάζει προς το μέρος μας, στέκεται κάτω από το μπαλκόνι μας και μας γνέφει να κατεβούμε. Ο φίλος μου έτρεξε προς την εξώπορτα, σκουντουφλώντας σε ότι βρήκε μπροστά του, φωνάζοντάς μου, λες και βρισκόμουν διακόσια μέτρα μακριά του: «Εγώ κατεβαίνω», μη αφήνοντάς μου περιθώρια να επιλέξω κάτι άλλο από το να αποδεχθώ αδιαμαρτύρητα και βασανιστικά αυτό που μόνος του αποφάσισε…

Η θέα των δυο τους μέσα στο διαμέρισμά της δεν αντέχονταν άλλο και τράβηξα προς την κουζίνα να κάνω παρέα τον Μάο, προσπαθώντας να ξεχαστώ ξεφυλλίζοντας, απλά για να κάνω κάτι, την Κόκκινη Βίβλο του πάνω στο τραπέζι. Όταν κάποια στιγμή επέστρεψα, δήθεν αδιάφορα, μπροστά στην μπαλκονόπορτα και είδα τα φώτα του διαμερίσματός της σβηστά, μόνο που δεν κατέρρευσα…

Έτσι κύλησαν και οι επόμενες μέρες, με το φίλο μου να πηγαίνει τα βράδια στη Laila -αυτό ήταν το όνομά της- κι εγώ να σκέφτομαι πως ίσως θα μπορούσα να είμαι εγώ στη θέση του, αν ήμουν λίγο πιο τολμηρός και παρτάκιας. Οι αφηγήσεις του για το πώς περνά μαζί της με σκότωναν, με την αφεντιά μου, όμως, να προσπαθεί να δείχνει άνεση και χαλαρότητα, μη τολμώντας να ρωτήσει πολλά, αν και οι αφηγήσεις του δεν άφηναν και πολλές απορίες για το πώς περνά τις νύχτες του με τη θεά…

Θα είχαν περάσει 2-3 βδομάδες περίπου, όταν ένα βράδυ, και καθώς πλησίασα προς την μπαλκονόπορτα για να δω τι συμβαίνει απέναντι, βλέπω τη Laila να σηκώνεται από τον καναπέ, όπου κάθονταν με το φίλο μου, να πλησιάζει στο παράθυρο και να μου γνέφει να πάω. Νόμιζα πως θα λιποθυμήσω, τα πόδια μου άρχισαν να τρέμουν, αλλά, τη φορά αυτή, δεν θα συγχωρούσα ποτέ τον εαυτό μου αν ξανάκανε το ίδιο λάθος…

Σε ένα λεπτό, βρισκόμουν έξω από την πόρτα της χτυπώντας το κουδούνι. Μπαίνοντας, με φίλησε σταυρωτά στα μάγουλα και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Καλησπέρισα, και κάθισα δίπλα στο φίλο μου που ήταν σοβαρός κι αγέλαστος, αποφεύγοντας να με κοιτάξει στα μάτια. Σε λίγο, φάνηκε κι η Laila, κρατώντας στα όμορφα χέρια της ένα δισκάκι με ένα μπουκάλι κρασί και τρία ποτήρια πάνω του. Ήρθε και κάθισε ανάμεσά μας, γέμισε τα ποτήρια με κόκκινο κρασί και έγειρε πίσω. Ήταν πολύ πρόσχαρη και διαχυτική και με τους δυο μας. Έγερνε πότε-πότε το κεφάλι της άλλοτε στο δικό μου και άλλοτε στον ώμο του φίλου μου, βγάζοντας μικρά ναζιάρικα επιφωνήματα που λίγωναν, με το φίλο μου να προσπαθεί να δείξει, χωρίς επιτυχία, άνετος και χαλαρός, και μ΄αυτήν όχι μόνο να δείχνει πως δεν χαλιέται, αλλά ίσως και να το ευχαριστιέται…

Είχαμε σχεδόν αδειάσει και το δεύτερο μπουκάλι κρασί που έφερε η πεντάμορφη, όταν κάποια στιγμή σηκώθηκε από ανάμεσά μας και κατευθύνθηκε νωχελικά προς την κρεβατοκάμαρά της, λέγοντας με δήθεν (;) νυσταγμένη φωνή:

-          Εγώ πάω μέσα να ξαπλώσω γιατί νιώθω κουρασμένη, όποτε θέλετε, ελάτε κι εσείς.

Κοιταχτήκαμε αμίλητοι με το φίλο μου. Ήταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα. Σφίχτηκε η καρδιά μου. Σηκώθηκα και το «Πάμε μέσα», που θα ΄θελα να του πω, μετατράπηκε αυθόρμητα σε ένα «Καληνύχτα. Εγώ πάω σπίτι. Καλό σας ξημέρωμα»…


8 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


17 Νοεμβρίου 2019, 07:34
"Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία..."


Μιλάμε για την ελευθερία σαν να πρόκειται για κάτι αυτονόητο. Θεωρούμε, μέσα στην αποκοτιά και την έπαρσή μας πως είμαστε ελεύθεροι, επειδή δεν έχουμε κάποια ορατή Χούντα να ορίζει τις ζωές μας και επειδή, θεωρητικά, έχουμε το ελεύθερο να επιλέξουμε αυτό που θέλουμε, αυτό που μας ταιριάζει…

Κι όμως, ζούμε σε έναν κόσμο όπου σχεδόν η κάθε επιλογή μας καθορίζεται από άλλους και όχι από εμάς τους ίδιους. Άλλοι καθορίζουν πώς θα ντυθούμε, τι θα τρώμε, πως θα μιλάμε, πως θα συμπεριφερόμαστε, πως θα διασκεδάζουμε, τι θα αγοράζουμε, αν και πως θα μορφωθούμε. Ο κόσμος που ζούμε είναι, σε μεγάλο βαθμό, σαν ένα τεράστιο τσίρκο κι εμείς τα άγρια θεριά που θα πρέπει συνεχώς να δαμάζονται και να εκπαιδεύονται ώστε να συμπεριφέρονται με συγκεκριμένο τρόπο, φοβούμενα ταυτόχρονα τους εκπαιδευτές/θηριοδαμαστές τους…

Έχουμε ελευθερία όταν παίζει τόσο σημαντικό ρόλο η χώρα προέλευσής μας;

Έχουμε ελευθερία όταν ακόμα κτίζονται τείχη, ορατά και μη, που να εμποδίζουν την ελεύθερη μετακίνηση, τις ιδέες και τα πιστεύω των ανθρώπων;

Έχουμε ελευθερία όταν ακόμα το χρώμα του δέρματος, το θρήσκευμα και το φύλο παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο όχι μόνο για το τι μπορείς να καταφέρεις στη ζωή σου, αλλά ακόμα και το τι μπορείς να ονειρεύεσαι;

Κάποτε ο Νέλσον Μαντέλα είχε σοφά πει: «Κανένας δεν γεννιέται, μισώντας άλλους εξαιτίας του χρώματος του δέρματος, της προέλευσης ή του θρησκεύματός τους. Οι άνθρωποι εκπαιδεύονται στο να μισούν και, από τη στιγμή που μπορούν να μαθαίνουν να μισούν, τότε μπορούν να διδαχθούν και να αγαπούν γιατί η αγάπη έρχεται πιο φυσικά στην ανθρώπινη καρδιά, παρά το αντίθετο».

Το μήνυμα του Πολυτεχνείου πριν από 46 χρόνια ήταν, όχι τυχαία, «Ψωμί, παιδεία, ελευθερία». Ψωμί, γιατί η φτώχεια και η ανέχεια οδηγούν ευκολότερα στην αναξιοπρέπεια, στο χειρισμό μας και στη στέρηση των αυτονόητων. Παιδεία, γιατί η έλλειψη ίδιων προϋποθέσεων στη μάθηση και στη δωρεάν παιδεία οδηγεί σε αβυσσαλέες ανισότητες στη ζωή και στο θέριεμα της παραπαιδείας. Τέλος, Ελευθερία, όχι μόνο από την όποια Χούντα, αλλά και από κάθε τι που εμποδίζει τον κάθε Άνθρωπο να έχει τις ίδιες βασικές προϋποθέσεις για να μην είναι τόσο εύκολη υπόθεση η «κοπαδοποίησή» του και για να μπορεί να πραγματοποιεί τα όνειρά του και να ζήσει μια αξιοπρεπή ζωή…

Ο κόσμος ποτέ δεν πρόκειται να γίνει απόλυτα δίκαιος. Το όνειρο, όμως, για ένα ξεκίνημα ζωής με ίσες προϋποθέσεις για τον καθένα, είναι -θέλω να πιστεύω- εφικτό. Αυτό θα αποτελούσε πρόδρομο μιας  πολύ μεγαλύτερης  αίσθησης πραγματικής Ελευθερίας, δηλαδή, στο να μπορεί κάποιος να πιστεύει, να σκέφτεται και να κάνει αυτό που θέλει, χωρίς όμως αυτό να γίνεται σε βάρος άλλων…


7 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


07 Νοεμβρίου 2019, 12:04
Η πρώτη αγάπη δε λησμονιέται...


…όπως ακριβώς και κάθε άλλου είδους -μικρότερη ή μεγαλύτερη- σωματική και ψυχική εμπειρία, άσχετα από το πόσο οδυνηρή μπορεί να ήταν…

Όλη μας η υπόσταση αποτελείται από διάφορα αφηγήματα που καθορίζουν την αίσθησή μας για το ποιοι είμαστε, που θέλουμε να πορευθούμε στη ζωή, τι είδους σχέσεις θα θέλαμε ή μπορούμε να δημιουργήσουμε με τους άλλους κ.ά. Ένα τέτοιο αφήγημα -από τα πλέον δυνατά και ανεξίτηλα-  είναι και η αγάπη που έχουμε βιώσει για ή/και από άλλους στο διάβα της ζωής…

Όσο και αν, για κάποιους λόγους, θα το επιθυμούσαμε ή το προσπαθήσαμε κάποτε, είναι αδύνατον να λησμονήσουμε και να λειάνουμε το αποτύπωμα μιας εμπειρίας αγάπης ή ενός έρωτα μεγάλου, ακόμα και εφήμερου ή καλοκαιρινού. Ακόμα και αν πιστεύουμε πως έχουμε λησμονήσει, θα ΄ρθει η στιγμή, που με αφορμή ένα τραγούδι, κάποιους στίχους, κάποιο άρωμα, γεύση κ.τ.λ., θα ξυπνήσουν από το πουθενά μνήμες και εικόνες που δεν πιστεύαμε πως υπάρχουν ακόμα εντός μας…

Όλα όσα έχουμε βιώσει -όσο οδυνηρά και αν ήταν και παρόλο που μπορεί να τα έχουμε διαγράψει από τη σφαίρα του συνειδητού- συνεχίζουν να  υπάρχουν ως καταγεγραμμένες εμπειρίες στο υποσυνείδητό μας και να επηρεάζουν καθοριστικά τις επιλογές και τη στάση μας χωρίς, όμως, να το γνωρίζουμε. Κάτι που μας έχει καθορίσει και μας έχει διαπλάσει δεν είναι δυνατόν να έχει διαγραφεί και εντός μας, όσο και αν νομίζουμε πως το έχουμε «λησμονήσει». Ευτυχώς, διαθέτουμε και συναισθηματική μνήμη…

Εμείς οι άνθρωποι είμαστε, κατά βάση, συναισθηματικά όντα. Κάποια στιγμή μάθαμε να χρησιμοποιούμε το λόγο και τη λογική ώστε να βάλουμε τα κομμάτια του συναισθηματικού μας κόσμου στη σωστή τους θέση. Με τον τρόπο αυτόν, μάθαμε να δημιουργούμε ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς, να νοιαζόμαστε για τους άλλους, να προστατεύουμε τον εαυτό μας, να αναζητούμε την όποια ευτυχία…

Είναι αποδεδειγμένο πλέον πως ο εγκέφαλός μας λειτουργεί πολύ διαφορετικά και πιο προβλέψιμα όταν νιώθουμε πως είμαστε αποδέκτες αγάπης και, ταυτόχρονα, νιώθουμε αγάπη για άλλους. Αυτή η αίσθηση δημιουργεί εντός μας ένα αίσθημα ασφάλειας, ηρεμίας, προβλεψιμότητας, γενναιοδωρίας και αισιοδοξίας…

Κάθε προσπάθεια διαγραφής βιωμάτων που δεν αντέχουμε σημαίνει και διαγραφή του μέρους εκείνου του εαυτού μας που συνδέεται με αυτά τα βιώματα. Στη θέση κάθε τέτοιου είδους διαγραφής, λοιπόν, δημιουργείται ένα εσωτερικό κενό που γίνεται ολοένα και μεγαλύτερο όσο περισσότερα είναι τα επώδυνα βιώματα που δεν αντέχουμε και, αντί να τα ενσωματώνουμε στον ψυχισμό μας και να γίνουμε σοφότεροι από αυτά,  τα διαγράφουμε, νομίζοντας πως απαλλαγήκαμε από την επιρροή τους. Το κενό αυτό μπορεί κάποια στιγμή να μετατραπεί σε ενός είδους εσωτερική «μαύρη τρύπα» που να αφανίζει κάθε προσπάθεια κάλυψής της με υποκατάστατα και προσωπικές μυθοπλασίες…

Όσο πόνο και αν έχουμε βιώσει, αυτό που δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε είναι πως τίποτα δεν έχει τελειώσει, πως υπάρχει και μέλλον, όχι μόνο παρόν και παρελθόν, πως έχουμε τη δυνατότητα να γράψουμε καλύτερες ιστορίες και αφηγήματα ζωής, πως η αγάπη και η χαρά που μπορεί να μας δώσει αξίζει κάθε προσπάθειά μας…


7 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


04 Νοεμβρίου 2019, 14:57
Συναισθηματικοί τουρίστες...


…είναι τα άτομα που  πηγαίνουν, με τρόπο καταναγκαστικό, από τη μια γνωριμία στην άλλη, από το ένα μέρος στο άλλο, από τη μια εμπειρία στην άλλη κ.τ.λ., δίχως διάθεση και ενδιαφέρον να νιώσουν την όποια επίγευση των εμπειριών αυτών. Απλά, περιφέρονται στη ζωή χωρίς κάποιο συγκεκριμένο στόχο, επιδιδόμενοι σε μια αέναη αναζήτηση νέων ερεθισμάτων και εμπειριών, θεωρώντας τους εαυτούς τους κυνηγούς και λάτρεις της περιπέτειας…

Αναζητούν την ευχαρίστηση, την ηδονή, την πρόσκαιρη χαρά και την ευφορία, τσιμπολογώντας, όρθιοι πάντα, μπρος στο τραπέζι με όλα αυτά τα υπέροχα εδέσματα πάνω του, έτοιμοι προς άμεση αποχώρηση, επιφυλακτικοί, τρέμοντας το ενδεχόμενο να προσβληθούν από κάποια «ύπουλη συναισθηματική δηλητηρίαση» και, ταυτόχρονα, μη νιώθοντας την παραμικρή ευθύνη απέναντι στα άτομα που εμπλέκουν πρόσκαιρα στη ζωή τους…

Ο συναισθηματικός τουρισμός εκπορεύεται από τους υποσυνείδητους δαίμονες του ατόμου οι οποίοι και καθορίζουν τις όποιες επιθυμίες και επιλογές του. Ακόμα, δηλαδή, και στην περίπτωση που το συγκεκριμένο άτομο θελήσει να ξεκινήσει μια σταθερή σχέση, ποτέ δεν θα μπορέσει να τα καταφέρει, από τη στιγμή που δεν έχει αποδεχθεί και ενσωματώσει στον ψυχισμό του προηγούμενες ματαιώσεις, οδυνηρές εμπειρίες και το βαρύ πένθος και τη θλίψη που αυτές συνεπάγονται. Γι΄αυτό ένα τέτοιο άτομο ποτέ δεν κοντοστέκεται, δεν ξαποσταίνει, δεν τολμά να αφουγκρασθεί τον απόηχο της ψυχής του. Γι΄αυτό, ακόμα και αν κάποτε συναντήσει κάποιο άτομο που του αγγίξει την ψυχή, το βάζει, την επόμενη κιόλας στιγμή, στα πόδια, έχοντας πάντα έτοιμες όλες τις λογικοφανείς «δικαιολογίες» και τα ανάλογα «ακλόνητα» επιχειρήματα για την άτακτη φυγή του. Δεν είναι πως λέει συνειδητά ψέματα, απλά έτσι θέλει να πιστεύει. Το αντίθετο θα ξυπνούσε εντός του απίστευτη θλίψη, μοναξιά, θυμό και άλλου είδους πολύ επώδυνα συναισθήματα…

Τα όποια ερωτικά αισθήματα τυχόν νιώσουν τα άτομα αυτά έχουν τη μορφή πυροτεχνήματος. Σήμερα υπάρχουν, αύριο έχουν γίνει καπνός. Όσο δεν κάνουν κάτι για αυτό, τίποτα απολύτως δεν πρόκειται να αλλάξει στη ζωή τους. Το αντίθετο. Μια τέτοιου είδους στάση ζωής είναι άκρως επικίνδυνη από ψυχολογική άποψη, μετατρεπόμενη σε εξάρτηση, όπως ακριβώς συμβαίνει και με μια ναρκωτική ουσία. Την αναζητάς απεγνωσμένα για την πολύ σύντομη λυτρωτική της επίδραση κι ας γνωρίζεις πολύ καλά πως είναι πολύ πιθανό να σε σκοτώσει…

Ο συναισθηματικός τουρισμός δεν αποτελεί επιλογή για αυτούς που νιώθουν έτσι, αλλά μονόδρομο. Είναι ο μόνος τρόπος που βλέπουν για να βουβάνουν, έστω και στιγμιαία, τον δυσβάστακτο ψυχικό τους πόνο. Δεν είναι πως δεν θέλουν να αλλάξουν ρότα. Απλά, δεν γνωρίζουν το πώς  αυτό μπορεί να γίνει, με τρόπο που να μπορούν να αντέξουν δίχως να διαλυθούν…

Κι όμως, τρόπος υπάρχει…


- Στείλε Σχόλιο


30 Οκτωβρίου 2019, 14:37
Οι άνδρες δεν κλαίνε...


Είναι σχεδόν βέβαιο πως αν ρωτήσουμε έναν άνδρα φίλο ή συνάδελφό μας πότε έκλαψε τελευταία φορά, οι πιθανότερες απαντήσεις που θα πάρουμε θα είναι: «Ούτε που θυμάμαι», «Πριν από πολλά χρόνια», «Στη γέννηση του παιδιού μου» και άλλα παρόμοια κι ανώδυνα. Δάκρυα λύπης, πίκρας ή ψυχικού πόνου μοιάζει να είναι κάτι πολύ βαρύ, ανεπίτρεπτο και μη ανδρικό. Το φύσημα της μύτης και το σκούπισμα των δακρύων είναι γυναικεία ή «αδελφίστικη» υπόθεση. Ένας πραγματικός άνδρας θα σφίξει τα δόντια  και τον κόμπο της γραβάτας του, αν φορά, θα χτενιστεί και θα συνεχίσει κανονικά τη ζωή του όσο βαριά και δύσκολη μπορεί να ήταν η κατάσταση που βίωσε…

Πόσα, αλήθεια, εμφράγματα στη συναισθηματική μας ζωή και πόση μοναξιά και δυστυχία έχουν προκαλέσει οι διάφοροι μύθοι και τα διάφορα στερεότυπα γύρω από το ρόλο και τη συμπεριφορά των δύο φύλων; Πόσοι άνδρες δεν έχουν κλάψει κρυφά, λες και έπρεπε να κρύψουν από τους άλλους κάποιο σοβαρό τους κουσούρι, αλλά και εξαιτίας της ντροπής στο ενδεχόμενο να χαρακτηρισθούν ως αδύναμοι και όχι αληθινοί άνδρες…

Αληθινός είναι, λοιπόν, αυτός που κρύβεται και αυτός που δείχνει κάτι άλλο από την πραγματική του φύση; Η ευαισθησία, όμως, αποτελεί ιδιοσυστασιακό στοιχείο χαρακτήρα κάθε έμψυχου όντος σε αυτόν τον πλανήτη και χωρίς αυτήν ο κόσμος θα ήταν, με βεβαιότητα, απίστευτα πιο σκληρός και αφόρητος, έχοντας τη βία και την αβεβαιότητα της ζούγκλας των άγριων θηρίων, αλλά ίσως και να μην επιβιώναμε καν ως είδος…

Ευαισθησία σημαίνει δυνατότητα κατανόησης των συναισθημάτων των άλλων. Κι όμως, σε έναν επί αιώνες ανδροκρατούμενο κόσμο η ευαισθησία ταυτίστηκε, όλως «παραδόξως», με την ευαλωτότητα και την αδυναμία,  στοιχεία παντελώς ασύμβατα με τη θεώρηση του άνδρα ως συμβόλου δύναμης, εξουσίας και σεξουαλικής επάρκειας…

Υπήρξαν, και εξακολουθούν να υπάρχουν, αρκετά στερεότυπα που έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ταυτότητας των δύο φύλων στο διάβα των αιώνων, βασιζόμενα σε μύθους, μισές αλήθειες και σκανδαλώδη ψεύδη.

«Οι άνδρες δεν κλαίνε», «Μην κλαις σαν γυναικούλα», «Οι γυναίκες προτιμούν τα κακά αγόρια» κ.τ.λ. Αυτό το τελευταίο, όπως και άλλα ανάλογα, δεν είναι και τόσο αναληθές, λαμβάνοντας υπόψη πως και οι γυναίκες μεγάλωσαν αφομοιώνοντας τους ίδιους μύθους και δεν είναι τόσο εύκολο να τους αποβάλουν μόνο και μόνο επειδή λογικά μπορεί να τους απορρίπτουν. Μία νέα γυναίκα μου είπε πριν από μερικά χρόνια: «Πιστεύω ακράδαντα στην ισοτιμία των δύο φύλων και στη μη ύπαρξη απόλυτων διαχωριστικών γραμμών μεταξύ τους. Όμως, όταν βλέπω το σύζυγό μου να κάνει, για παράδειγμα, ηλεκτρική σκούπα, που εγώ του το ζητώ, ξενερώνω ερωτικά…

Πολλοί άνδρες έχουν ενστερνιστεί σε τέτοιο βαθμό αυτά τα στερεότυπα που γίνονται, στην κυριολεξία, εχθροί του ίδιου τους του εαυτού. Ποτέ δεν θα ξεχάσω τη φράση που είπε στον αείμνηστο φίλο-αδελφό  Νικόλα Παπάζογλου ένας άλλος πολύ καλός του φίλος και γνήσιος εκπρόσωπος άνδρα παλιάς κοπής, όταν η κατάσταση διαφαίνονταν πλέον μη αναστρέψιμη. «Μη χάσεις την αξιοπρέπειά σου», του είπε, υπονοώντας να μη δείξει φόβο, να μην κλάψει και να μη λιποψυχήσει μπρος στο θάνατο!  Το είπε εντελώς αυθόρμητα, εκφράζοντας προφανώς το υποσυνείδητό του και τη δική του θλίψη για το φίλο που έβλεπε πως χάνει και χωρίς ο Νικόλας να έχει δείξει το παραμικρό δείγμα φόβου μέχρι τη στιγμή εκείνη, αλλά και μέχρι το τέλος. Αντίθετα, μέσα στους φριχτούς του πόνους κι όταν αυτοί δεν αντέχονταν πια, έλεγε μέσα από τα δόντια: «Που είσαι, ρε π..στη, έλα πάρε με, να τελειώνουμε»…

Ψυχούλα γλυκιά και τρυφερή, πόσο γενναίος, δυνατός, αλλά συνάμα και ευαίσθητος ήσουν πάντα. Ένας πραγματικός Άνδρας με όλη τη σημασία της λέξης. Πόσο μας λείπεις…

Η αποδοχή από εμάς τους άνδρες της ευαίσθητης πτυχής του εαυτού και του ανδρισμού μας και του ότι δεν είναι καθόλου απαραίτητο και ανθρώπινο να δείχνουμε πάση θυσία δυνατοί και άτρωτοι, θα μας απελευθερώσει από τα αόρατα δεσμά των στερεοτύπων, που στραγγαλίζουν τον συναισθηματικό μας κόσμο και οδηγούν στο συναισθηματικό μας ευνουχισμό, θα λειάνει τις αιχμηρές μας πλευρές, θα ενισχύσει κατά πολύ τη συντροφική μας ικανότητα και θα μας επιτρέψει να συναισθανθούμε τους Άλλους καθώς και τη Γυναίκα πολύ περισσότερο και από μια πιο ισότιμη ανθρώπινη βάση…


1 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Συγγραφέας
sven
από ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΕΥΡΥΤΕΡΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ



Περί Blog
blogs.musicheaven.gr/sven






Tags




Επίσημοι αναγνώστες (37)
Τα παρακάτω μέλη ενημερώνονται κάθε φορά που ανανεώνεται το blogΓίνε επίσημος αναγνώστης!


Πρόσφατα...


Δημοφιλέστερα...




Αρχείο...


Φιλικά Blogs

Links







Ανάπτυξη MusicHeaven.gr, Hosting interTEN Όροι Χρήσης