αρχική σελίδα MusicHeaven κεντρική σελίδα του blog περισσότερα Blogs

Home
Ζω σημαίνει επικοινωνώ!
29 Μαρτίου 2016, 00:44
Η συνεχής ανάγκη επιβεβαίωσης και θαυμασμού από τους άλλους...


Η συνεχής ανάγκη επιβεβαίωσης και συμπάθειας από τους άλλους είναι, στην ουσία, σαν να λέμε στον εαυτό μας πως η γνώμη των άλλων για εμάς είναι σημαντικότερη και εγκυρότερη από αυτήν  που εμείς οι ίδιοι έχουμε για τον εαυτό μας. Η κατασπατάληση χρόνου και ενέργειας, στην περίπτωση αυτή, είναι τεράστια, τα δε αποτελέσματα σχεδόν πάντα ανεπαρκή…

Το πρώτο σημαντικό βήμα, για όσους νιώθουν έτσι, είναι η συνειδητοποίηση πως η αναζήτηση της συμπάθειας των άλλων δεν είναι μία ανάγκη αλλά μια επιθυμία. Όλοι μας νιώθουμε καλά εισπράττοντας το θαυμασμό, το χειροκρότημα ή τα θετικά σχόλια των άλλων, και αυτό είναι κάτι το απόλυτα φυσιολογικό. Πρόκειται για πρόβλημα όταν ανάγεται σε αυτοσκοπό, όταν, δηλαδή, μετατρέπεται σε ανάγκη που, αν δεν ικανοποιηθεί, μπορεί να οδηγήσει κάποιον σε απόγνωση, θλίψη και αυτοαμφισβήτηση.

Οι αποχρώσεις μιας τέτοιας ανάγκης είναι πολλές και αγγίζουν τα όρια της τραγικότητας όταν κάποιος αναζητά απεγνωσμένα τη συμπάθεια και επιβράβευση ΟΛΩΝ για ότι και αν κάνει. Στην περίπτωση αυτή, μιλάμε για μια πραγματική θυσία του εαυτού στο βωμό της γνώμης και των προτιμήσεων των άλλων. Πιστεύω πως, στην ομάδα αυτή, ανήκει ένα μεγάλο μέρος των πολιτικών, γενικώς. Η ανάγκη τους για αποδοχή και συμπάθεια είναι απύθμενη και, χωρίς αυτά, θα ήσαν, στην κυριολεξία, άνεργοι. Για το λόγο αυτό, δεν μιλούν, συνηθέστατα, τη γλώσσα της αλήθειας αλλά λένε και υπόσχονται πράγματα, πέραν των πεποιθήσεών τους, με μοναδικό σκοπό την απόκτηση της συμπάθειας και εύνοιας αυτών στους οποίους απευθύνονται, δηλαδή, των μελλοντικών τους ψηφοφόρων.

Αυτού του είδους η συμπεριφορά είναι πολύ εύκολα αναγνωρίσιμη στους πολιτικούς από τους περισσότερούς μας. Πόσο εύκολο είναι, όμως, να την εντοπίσουμε στους εαυτούς μας, ιδίως εάν έχει γίνει στοιχείο του χαρακτήρα μας, δυσχεραίνοντας κατά πολύ τη δυνατότητα αυτοπαρατήρησής μας; Δεν υπάρχει άλλος τρόπος απαλλαγής από αυτήν τη μέγγενη, πέραν της αυτογνωσίας και του εντοπισμού των αιτιών της, εντός μας.

Πριν από λίγα χρόνια, περίμενα τη σειρά μου για να πληρώσω στο ταμείο ενός σούπερ-μάρκετ. Εμπρός μου, βρίσκονταν μία μητέρα με το πεντάχρονο, περίπου, και πολύ συμπαθητικό, φυσιογνωμικά, αγοράκι της. Η ταμίας του χαμογέλασε, λέγοντάς του πόσο γλυκό αγόρι ήταν και ρωτώντας το εάν θέλει να του δώσει μία καραμέλα. Το αγοράκι στράφηκε τότε προς τη μητέρα του, ρωτώντας την: «Θέλω μια καραμέλα;» Ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά, παρόλο που έχω ξανασυναντήσει πολλές φορές ανάλογες συμπεριφορές, δηλαδή, παιδιά -ακόμα και ενήλικες- που ρωτούν τους γονείς τους -ή κάποιον άλλον ενήλικα- για το τι θα φάνε, με τι να παίξουν, με ποιους θα παίξουν, αν θα κοιμηθούν κ.ά.

Υπάρχουν γονείς που βλέπουν τα παιδιά τους ως κτήμα τους, θέλοντας να τα διαμορφώσουν κατά πως οι ίδιοι επιθυμούν, ως να επρόκειτο για τους εαυτούς τους. Γίνονται αδυσώπητοι κριτές τους και μοιάζει ακόμα και να απειλούν με απόσυρση της αγάπης τους («Η μαμά δεν σ΄αγαπάει αν δεν είσαι καλό παιδάκι. Αν κάνεις έτσι, θα πάρει άλλο παιδάκι»), όταν το παιδί προσπαθεί -ως δικαιούται- να υπερασπιστεί τα θέλω του, και υμνητές του, όταν «συμμορφώνεται προς τας υποδείξεις»…

Ένα παιδί, με ανάλογες εμπειρίες, δεν πρόκειται να εμπιστευτεί τον εαυτό του, σε βαθμό που να νιώθει ασφάλεια και αυτοπεποίθηση. Η σπίθα αυτονομίας που διεκδικούσε με τόση λαχτάρα ο αναδυόμενος εαυτός του σβήστηκε βίαια με πυροσβεστήρες, μομφές και αμφισβητήσεις.

Μητέρα: «Φόρεσε ότι θέλεις»

Παιδί: «Πως σου φαίνεται αυτό, μαμά;»

Μητέρα: «Όχι, παιδί μου! Θα βγεις έτσι έξω; Δεν ταιριάζει αυτή η μπλούζα με αυτό το παντελόνι. Πήγαινε και άλλαξε γρήγορα!».

Λίγες ημέρες αργότερα…

- «Τι να φορέσω μαμά;»

- «Μα σου είπα, φόρεσε ότι θέλεις! Γιατί συνέχεια πρέπει να με ρωτάς!»…

Κάπως έτσι την αντιμετώπιζε η μητέρα της. Καθηγήτρια πανεπιστημίου, σήμερα, πολύ ευφυής και με μεγάλη επιστημονική και κοινωνική αναγνώριση. Ότι και αν κάνει, όσο πολύ και αν προσπαθεί, πάντα πιστεύει πως δεν είναι αρκετό, πως «δεν θα αρέσει», πως θα επικριθεί. Σχεδόν όλα της τα Σαββατοκύριακα τα αφιερώνει στις διάφορες εργασίες της για να μην κάνει κάποιο «λάθος», νιώθοντας τεράστιες ενοχές για το χρόνο που σχεδόν ποτέ δεν είχε για τα παιδιά της και που τα ούρλιαζε όταν την διέκοπταν από τη μελέτη της για να τη ζητήσουν κάτι.

Κάθε φορά που πρόφερε τη λέξη «μητέρα», αναφερόμενη στη μητέρα της, βούρκωνε ή έκλαιγε γοερά. Μόλις την περασμένη βδομάδα, ψέλλισε μέσα στο ασταμάτητο κλάμα της:

- «Ποτέ της δεν αναγνώρισε στο ελάχιστο ό,τι και αν έκανα, όσο σπουδαίο και αν ήταν αυτό. Ποτέ δεν ήταν αρκετό, νόμιζα πως δεν με αγαπά για αυτό που είμαι»…


25 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


17 Μαρτίου 2016, 13:20
Έρωτας, αποχωρισμός και δημιουργικότητα...


Όλη η ιστορία του ανθρώπου, από δημιουργίας του, έχει να κάνει με την προσπάθεια να αντέξει και να επεξεργασθεί επώδυνες απώλειες, από τον εκδιωγμό του από τον Παράδεισο μέχρι την απώλεια ενός άλλου μικρού Παραδείσου -του μοναδικού περιβάλλοντος της μήτρας- και της μακράς σειράς ανάλογων εμπειριών που έπονται. Η ψυχική μας ζωή ξεκινά από τη συνειδητοποίηση πως υπάρχει ένας άλλος πέρα από εμάς και, ως εκ τούτου, πως κι εμείς οι ίδιοι είμαστε ένας Άλλος. Από τη στιγμή εκείνη, ξεκινά μια επώδυνη πορεία επαναλαμβανόμενων θλίψεων, εγκαταλείψεων, αποχωρισμών, ελπίδων, επανενώσεων, ερώτων, προσδοκιών, απογοητεύσεων, χαράς και μιας συνεχούς απειλής ενός οριστικού τέλους, του θανάτου…

Στη μικρή ρωγμή ανάμεσα στην ανάγκη μας για απόλυτη σύντηξη αλλά και για την απαραίτητη διαφοροποίηση, ξεπροβάλει δειλά-δειλά το τρυφερό βλασταράκι της δημιουργικότητας, δηλαδή, της ανθρώπινης ανάγκης μορφοποίησης, έκφρασης και εύρεσης νοήματος. Σε αυτήν τη μικρή ρωγμή του αφόρητου πόνου και της θλίψης, γεννιέται, λοιπόν, η ανθρώπινη δημιουργικότητα, μέσα από απεγνωσμένες κραυγές και γοερά κλάματα που προσπαθούν να αποκαταστήσουν την επανένωση, να ματαιώσουν την εγκατάλειψη, να αποκαταστήσουν το τραύμα που αυτή πάει να προκαλέσει, να ακυρώσουν, αν είναι δυνατόν, για πάντα την ύπαρξη της ρωγμής αυτής και να ξαναγίνει εφικτή η σύντηξη με το μητρικό σώμα.

Σε αυτήν την αναγκαιότητα βασίζεται, σε μεγάλο βαθμό, και στη συνέχεια της ζωής, η ύπαρξη της δημιουργικότητας και της καλλιτεχνικής έμπνευσης, δηλαδή, στην προσπάθεια και βαθιά ανάγκη του κάθε δημιουργού να μορφοποιήσει και να γεφυρώσει σκόρπια ψήγματα αρχέγονων μνημών, και αισθήσεων βαθειά καταγραμμένων εντός του, δίνοντάς τα νόημα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως η έμπνευση των περισσότερων έργων τέχνης κάθε μορφής έχει την πηγή της στον αποχωρισμό, στον πόνο, στη ματαίωση, στη νοσταλγία, στην επανένωση…

Για πρώτη φορά, αυτό γίνεται μέσα από το γοερό κλάμα και τις κραυγές απόγνωσης του νεογέννητου βρέφους εξαιτίας του βίαιου αποχωρισμού του από αυτόν το μικρό παράδεισο. Και ω του θαύματος! Το τρυφερό βρεφικό κορμάκι ξαποσταίνει, τελικά,  πάνω στο μητρικό στήθος, τα χεράκια του γαντζώνονται σ΄αυτό, το κεφαλάκι του γέρνει να το προσκυνήσει, οσμίζεται το μοναδικό άρωμά του και αφουγκράζεται και πάλι τον τόσο οικείο, ρυθμικό και υπέροχο μουσικό χτύπο της μητρικής καρδιάς. Ο πρώτος αρχέγονος ρυθμός, η πρώτη μουσική που γνωρίζει ο Άνθρωπος και που προσπαθεί, με διάφορους τρόπους, στη συνέχεια, να αναπαράξει…

Το πρωταρχικό αντικείμενο της αγάπης κάθε ανθρώπου, ως βρέφους, βρίσκεται στην επανένωση εκείνη που αποκαθιστά το απολεσθέν μοναδικό περιβάλλον της μήτρας και που δεν είναι άλλο από τη μητρική αγκαλιά που δίνει στο νεογέννητο τη σωματική και ψυχική γαλήνη που βίαια και απρόσμενα έχασε. Ακριβώς αυτή η σκηνή του ήρεμου βρέφους μέσα στη μητρική αγκαλιά είναι η αγαπημένη και πιο δημοφιλής στην εικονογραφία της χριστιανοσύνης και όχι μόνο.

Με έναν ανάλογο τρόπο, ο έρωτας δεν είναι παρά η διακαής -συνειδητή ή υποσυνείδητη- επιθυμία μας για επανένωση και σύντηξη με έναν Άλλον, δηλαδή της συμβολικής επαναδημιουργίας του απόλυτα ασφαλούς περιβάλλοντος του μικρού παραδείσου της μήτρας και, αμέσως μετά, του ασφαλούς καταφυγίου της μητρικής αγκαλιάς και του μητρικού σώματος.

Πριν από πολλά χρόνια, επισκέφθηκα την έκθεση έργων μιας δανέζας πρωτοποριακής καλλιτέχνιδας στη Κοπεγχάγη. Ανάμεσα στα έργα της, υπήρχε και μία μήτρα με περιβάλλον (ήχοι, θερμοκρασία, φωτισμός κ.τ.λ.) που να αντιστοιχεί απόλυτα του πραγματικού και σε μέγεθος ανάλογο για έναν ενήλικα. Περιμέναμε στη σειρά για να μπούμε ένας-ένας και να βιώσουμε την εμπειρία που ήταν πραγματικά συγκλονιστική. Κάποια στιγμή, ήρθε η σειρά μιας κοπέλας, γύρω στα τριάντα, που επειδή αργούσε πολύ να βγει, κάποιος χτύπησε την πόρτα που υπήρχε για να δει μήπως της συνέβη κάτι. Δεν πρόλαβε καλά-καλά να ανοίξει όταν ακούστηκε η σπαραχτική κραυγή της κοπέλας: «Σας παρακαλώ αφήστε με για πάντα εδώ, δεν θέλω να φύγω, βρήκα, επιτέλους, τον παράδεισό μου»…


5 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


13 Μαρτίου 2016, 01:13
Πάθος και ασφάλεια, μια ανέφικτη συνύπαρξη…


«Βρήκα το άλλο μου μισό», «Χωρίς αυτήν, είναι σαν να είμαι μισός», «Ο έρωτας τον χτύπησε κατακούτελα», «Ερωτοχτυπημένος» και άλλα ανάλογα ακούμε και διαβάζουμε για τον τρόπο που οι περισσότεροι βιώνουν ή βλέπουν τον έρωτα, δηλαδή είτε σαν μια εσωτερική δύναμη που μας ωθεί να αναζητούμε το άλλο μας μισό είτε σαν μια εξωτερική και αναξιόπιστη δύναμη που μας πλήττει απρόσμενα με το δικό της μοναδικό τρόπο. Στην πρώτη περίπτωση, ο έρωτας είναι σταθερός και προϋποθέτει εγγύτητα, ενώ, στη δεύτερη, προϋποθέτει απόσταση…

Φυσικά, αυτές οι δύο ροπές του συναισθηματικού μας κόσμου -κατά καιρούς- αλληλοσυγκρούονται, δημιουργώντας τα γνωστά αδιέξοδα, τον πόνο αλλά και τις χαρές και μοναδικές στιγμές που σχεδόν όλοι μας βιώνουμε στις σημαντικές σχέσεις που δημιουργούμε στο διάβα της ζωής μας…

Αν και οι κοινωνίες έχουν εξελιχθεί απίστευτα, μετά την εποχή των μεγάλων φιλοσόφων της αρχαιότητας, ο τρόπος που οι άνθρωποι βιώνουν την αγάπη παραμένει σχεδόν ίδιος και απαράλλαχτος από τη εποχή που δημιουργήθηκαν οι δύο αυτοί μύθοι, δηλαδή από την εποχή που ο Πλάτωνας έγραψε το περίφημο Συμπόσιό του, ο δε Ρωμαίος πλατωνικός φιλόσοφος Απουλήιος το μύθο του για τον Έρωτα και την πανέμορφη Ψυχή. Από τότε, ο άνθρωπος προσπαθεί να επιλύσει το αιώνιο μυστήριο της αγάπης, χωρίς, όμως, να το έχει καταφέρει ακόμα…

Στο Συμπόσιο, αναφέρεται πως ένας αριθμός φιλοσόφων μαζεύτηκε σε μια γιορτή στο σπίτι του τραγικού ποιητή Αγάθωνα για να μιλήσουν για την υπόσταση της αγάπης. Όταν ήρθε η σειρά του Αριστοφάνη να μιλήσει, ανέφερε πως κάποτε οι άνθρωποι είχαν οκτώ άκρα -4 πόδια και 4 χέρια- αλλά και δύο πρόσωπα. Μετά από μια διαμάχη τους με τους θεούς, ο Δίας αποφάσισε να τους τιμωρήσει χωρίζοντάς τους στα δύο. Από τότε, πορεύονται με προτεταμένα χέρια, αναζητώντας μονίμως το «έτερόν τους ήμισυ». Ο Πλάτων, λοιπόν, δια στόματος Αριστοφάνη, θέλει να καταδείξει πως η πραγματική φύση της αγάπης είναι η έμφυτη ανάγκη και λαχτάρα του ανθρώπου να επανενωθεί με το άλλο του μισό και να ξαναγίνει πλήρης. Με το συμβολικό αυτό τρόπο, ο μύθος καταδεικνύει πως η αγάπη υπάρχει εντός μας σαν αστείρευτη πηγή και σημαντικό μέρος της ύπαρξής μας. Προϋποθέτει, όμως, την παρουσία του Άλλου που, αν τον βρούμε, η αναζήτηση σταματά καθώς τώρα πλέον μπορούμε να αγαπούμε το άλλο μας μισό για την υπόλοιπη ζωή μας…

Αντίθετα, στο μύθο του Έρωτα, ο μικρός θεός εκτοξεύει τα βέλη του στα τυφλά και αυτοί που τα δέχονται κατακλύζονται από ένα τεράστιο πάθος. Ερωτεύονται ακαριαία, χωρίς να είναι σε θέση να ελέγξουν τα αισθήματά τους. Σύμφωνα με αυτόν το μύθο, η αγάπη πλήττει το άτομο εκ των έξω και είναι  από τη φύση της αναξιόπιστη καθώς μπορεί να πληγούμε από νέα βέλη οποιαδήποτε στιγμή. Η σχέση πάθους, σε αντίθεση με τον προηγούμενο μύθο, απαιτεί απόσταση η οποία επιτρέπει την εξιδανίκευση του Άλλου. Ο κίνδυνος, όμως, αποκάλυψης της πραγματικότητας, δηλαδή του ποιος είναι πραγματικά ο Άλλος -που θα στερούσε την αγάπη από ενέργεια- απαιτεί την επαναδημιουργία της ξανά και ξανά, διαφορετικά παύει να υπάρχει…

 

Απουσία και απόσταση, λοιπόν, απαιτεί το πάθος για να διατηρηθεί και να συντηρηθεί. Με τον τρόπο αυτό, μπορούμε να συνεχίσουμε να φαντασιώνουμε, να ονειρευόμαστε, να λαχταρούμε, να επιζητούμε και να ποθούμε ακόμα περισσότερο τον Άλλον. Ο μύθος του πάθους σημαίνει πως οι δύο σύντροφοι προσπαθούν να ανταποκριθούν στην εξιδανικευμένη εικόνα που έχει δημιουργήσει ο ένας για τον άλλον. Δεν μπορούν να αγαπήσουν τον άλλον για αυτό που πραγματικά είναι, η πραγματικότητα λυγίζει εμπρός στη δύναμη των χρωμάτων της φαντασίας…

Οι δύο αυτοί μύθοι στοιχειώνουν τη ζωή των περισσοτέρων καθώς είναι πρακτικά αδύνατη η ταυτόχρονή τους συνύπαρξη. Πάθος και ασφάλεια δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Ένα από τα δύο θα πρέπει να θυσιαστεί στο βωμό του άλλου. Έτσι, έχουμε πολλούς που ζουν μόνοι και δυστυχισμένοι(;), περιμένοντας να βρουν το άλλο τους μισό, το «σωστό» άτομο δίπλα στο οποίο θα βρουν την ασφάλεια και τη σταθερότητα που αναζητούν, κάνοντας οικογένεια. Από την άλλη, ποτέ δεν ήταν ευκολότερη η δημιουργία σύντομων ερωτικών σχέσεων. Η απουσία συνύπαρξης δίνει τη δυνατότητα να φαντασιώνουμε, μέχρι την απομυθοποίηση των εξιδανικεύσεών μας. Το αδιέξοδο καραδοκεί πάντα κάπου εκεί και το δίλημμα μοιάζει ανεπίλυτο.

Ίσως, τελικά, θα πρέπει ο καθένας μας να βρει τη λύση που του ταιριάζει, ξεπερνώντας κοινωνικά στερεότυπα που εγκλωβίζουν και «λύσεις» που οδηγούν για μία ακόμη φορά σε αδιέξοδα ή σε επανάληψη δοκιμασμένων πλην όμως αποτυχημένων συνταγών. Ίσως θα πρέπει να εξοικειωθούμε κάποια στιγμή στην ιδέα μιας ισορροπημένης μετακίνησής μας ανάμεσα στους δύο αυτούς μύθους ώστε να μπορέσει ο καθένας να λαχταρήσει την επανένωση με τον Άλλον, να θυσιάσουμε, δηλαδή, την επίπλαστη, συχνά, ασφάλειά μας για χάρη μιας ουσιαστικής αναζωογόνησης και αναβάθμισης της σχέσης.

Η ναρκισσιστική μας ανάγκη να είμαστε αναντικατάστατοι για τον Άλλον δεν είναι παρά μια επιθυμία να είμαστε ένας μικρός θεός στη ζωή του άλλου. Η ολοκλήρωσή μας ως ανθρώπων χρειάζεται την αγάπη, τον έρωτα και μια ικανοποιητική σεξουαλική ζωή αλλά όχι μόνον αυτά. Εάν δεν έχουμε και κάτι άλλο που να αγαπούμε στη ζωή, τότε ζητούμε -συνειδητά ή υποσυνείδητα- τα πάντα από το σύντροφό μας που, όμως, επειδή δεν είναι δυνατόν να μας τα παράσχει, απομυθοποιείται, η αξία του συρρικνώνεται εντός μας και τότε αρχίζει η συμβατική συνύπαρξη που βασίζεται, συνήθως, στην ανασφάλεια και στο φόβο μιας νέας αρχής…


- Στείλε Σχόλιο


08 Μαρτίου 2016, 13:11
...συννεφιασμένη Κυριακή μοιάζεις με την καρδιά μου...


Την ιδέα την πέταξε ο Γιάννης. Ήταν Σάββατο μεσημεράκι και, όπως συνήθως, όλη η παρέα ήταν μαζεμένη στο εργαστήριό του -όπου κατασκευάζει παραδοσιακά όργανα, πραγματικά καλλιτεχνήματα- πίνοντας το τσιπουράκι μας, τσιμπολογώντας διάφορα καλούδια, παίζοντας όμορφες μουσικές και τραγουδώντας αγαπημένα μας ρεμπέτικα και παραδοσιακά τραγούδια.

«Ρε παιδιά, έμαθα πως η Σωτηρία δεν είναι καλά. Είστε να πάμε να τη δούμε, στο νοσοκομείο στην Αθήνα;».

Χωρίς δεύτερη σκέψη, λες και ήμασταν συνεννοημένοι μεταξύ μας, γνέψαμε όλοι καταφατικά. Τη επόμενη το πρωί, ένα αυτοκίνητο με πέντε φίλους κίνησε για το αποχαιρετιστήριο ταξίδι προς τη μεγάλη ρεμπέτισσα που σημάδεψε με την πανώρια φωνή της το ελληνικό τραγούδι, παλαιότερο και σύγχρονο.

Σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, ακούγαμε, για μια ακόμη φορά, τραγούδια της, μιλώντας για την ίδια, για την αντισυμβατική ζωή και τον ασυμβίβαστο χαρακτήρα της.

«Καλώς τα παλληκάρια», ψέλλισε, με ένα αχνό χαμόγελο στα όμορφα, παρά την ηλικία και την ταλαιπωρία, χείλη της.

Πλησιάσαμε και φιλήσαμε, με τη σειρά, το αδύνατο χεράκι της, λες και προσκυνούσαμε εικόνισμα. Αυτό θύμιζε η μορφή της μέσα στα κατάλευκα σεντόνια, πραγματική βυζαντινή αγιογραφία. Δεν είπαμε πολλά και δεν μπορούσε να πει πολλά. Η όλη ατμόσφαιρα, όμως, ήταν ιδιαίτερα συγκινησιακή, παρόλα τα χαμόγελα και τα διάφορα ευτράπελα που λέγονταν…

Στη διάρκεια της πρώτης ώρας της επιστροφής, σχεδόν κανένας δεν μιλούσε. Περισυλλογή; Θλίψη; Κατάνυξη; Όλα μαζί; Ο καθένας βυθισμένος στις σκέψεις του που έτρεχαν να συναντήσουν αυτό που όριζαν, τη στιγμή εκείνη, συναίσθημα, μνήμες και νοσταλγία.

Ξαφνικά, τη σιωπή διέκοψε το κλαψούρισμα ενός μπαγλαμά που το ακολούθησαν μία-μία οι φωνές μας -διστακτικά στην αρχή αλλά ολοένα και δυνατότερα στη συνέχεια- τραγουδώντας «…συννεφιασμένη Κυριακή μοιάζεις με την καρδιά μου…».


- Στείλε Σχόλιο


Συγγραφέας
sven
από ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΕΥΡΥΤΕΡΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ



Περί Blog
blogs.musicheaven.gr/sven






Όταν τη γνώρισα αυτή ήταν 18 κι εγώ 19. Ήταν Γενάρης μήνας και το κρύο τσουχτερό.Καθόμουν σ'ένα τραπεζάκι δίπλα στο τζάμι του μικρού καφέ και έβλεπα προς το δρόμο, ρουφώντας μεγάλες γουλιές ζεστής σοκολάτας πριν πάω για μάθημα στο πανεπιστήμιο. Μου έκανε εντύπωση το Κόλεϋ που βάδιζε κατά μήκος της τζαμαρίας, κοιτώντας προς τα μέσα, μέχρι που ήρθε και στάθηκε ακριβώς έξω από το σημείο που καθόμουν. Τότε ήταν που άκουσα τη φωνή της να μου λέει καθώς καθόταν στη απέναντί μου καρέκλα: "Φαντάζομαι να μην ενοχλώ",και βλέποντας πως δεν αρθρώνω λέξη από το ξάφνιασμά μου, πρόσθεσε: "Νοιώθουμε κι οι δυο καλύτερα όταν μπορούμε να βλέπουμε ο ένας τον άλλον". Ήταν απίστευτα γοητευτική και άνετη, σαν να συναντούσε έναν παλιό της φίλο. Μιλούσε μάλλον για το σκυλί και τις συνήθειές του, μα το μόνο που συγκράτησα ήταν πως, αν και περνούσε καθημερινά μπροστά από το καφέ αυτό, βγάζοντας το σκύλο της για την πρωινή του βόλτα, ήταν η πρώτη φορά που κάτι την έσπρωξε να μπει για έναν καφέ. Σηκώθηκε, το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκε, ρωτώντας με με το πιο φυσικό ύφος του κόσμου, αν θάθελα να τους κάνω παρέα στη βόλτα τους. Ακολούθησα σαν υπνωτισμένος χωρίς να πω κουβέντα, αφήνοντας στη βιασύνη μου ένα χαρτονόμισμα που αντιστοιχούσε στην τιμή πέντε καφέδων, χωρίς να πάρω ρέστα. Το παρατήρησε, λέγοντάς μου γελώντας, καθώς κατάλαβε την αμηχανία και την ταραχή μου: "Είσαι, βλέπω, πολύ γενναιόδωρος". Από τη στιγμή εκείνη, γίναμε αχώριστοι.Έκανε απίστευτα πράγματα-δείγματα αγάπης για μένα, στη διάρκεια των πέντε μηνών που ήμασταν μαζί. Το Σαββατοκύριακο εκείνο του Ιούνη ήταν σαν ένα όνειρο και η ίδια γλυκιά και τρυφερή όσο ποτέ. Ήρθε η Δευτέρα και παίρναμε το θαυμάσιο πρωινό που είχε ετοιμάσει, όταν μου είπε το ίδιο φυσικά, όπως τότε που πρωτοσυναντηθήκαμε, κοιτώντας με με εκείνο το καθάριο βλέμμα ίσια στα μάτια: "Φεύγω σε μία ώρα για άλλη πόλη και δεν θα ξαναγυρίσω". Την κοιτούσα και πάλι αποσβωλομένος, όπως την πρώτη φορά, και το μόνο που κατάφερα να ξεστομίσω ήταν, "Μα εσύ έλεγες πως μ΄αγαπάς πιο πολύ από τον καθένα". Η απάντησή της ήταν, όπως πολλές φορές, αποστομωτικά αβίαστη και άμεση: "Είναι αλήθεια, μα πάνω απ' όλους αγαπώ το σκυλί μου. Αυτό είναι το μόνο πλάσμα που δεν πρόκειται ποτέ να με προδώσει". Σηκώθηκε, έσφιξε το κεφάλι μου με δύναμη πάνω στο στήθος της και με φίλησε τρυφερά στο μέτωπο. Ανοίγοντας την πόρτα για να φύγει κοντοστάθηκε, γύρισε με κοίταξε και είπε:"Θέλω να 'μαι ελεύθερη". Τη συνάντησα εντελώς τυχαία μετά από πέντε χρόνια σε μια πόλη, όπου πήγαμε να παίξουμε με το συγκρότημά που είχαμε τότε. Ήταν πίσω από το μπαρ ενός καφέ και σέρβιρε πρωινό. Μόλις την είδα πάγωσα. Με κοίταξε στα μάτια, χαμογελώντας αχνά και δείχνοντάς μου πάνω από τον πάγκο το δάχτυλο του δεξιού της χεριού όπου φορούσε το δαχτυλίδι που κάποια στιγμή της είχα χαρίσει. Ήταν, ξέρετε, του πιο αγαπημένου μου ξαδέλφου που μου το χάρισε για να τον θυμάμαι όταν μετανάστευσε για Αμερική. Το βλέμμα της, όπως πάντα, καθάριο, μα τη φορά αυτή σαν να μου φάνηκε πως τα μάτια της ήταν βουρκωμένο.Γύρισε απότομα και χάθηκε γρήγορα πίσω από την πόρτα της κουζίνας. Και, ενώ περίμενα με λαχτάρα να ξαναφανεί, την πήρε το βλέμμα μου να τρέχει και να χάνεται στο βάθος του δρόμου κρατώντας από το λουρί το αγαπημένο της Κόλεϋ..






Tags




Επίσημοι αναγνώστες (36)
Τα παρακάτω μέλη ενημερώνονται κάθε φορά που ανανεώνεται το blogΓίνε επίσημος αναγνώστης!


Πρόσφατα...


Δημοφιλέστερα...




Αρχείο...


Φιλικά Blogs

Links







Ανάπτυξη MusicHeaven.gr, Hosting interTEN Όροι Χρήσης