αρχική σελίδα MusicHeaven κεντρική σελίδα του blog περισσότερα Blogs

Home
Ηλιαχτίδες
Όπου μαυρίλα κλώθεται και γνέθεται./Ήλιοι μικροί γενείτε κι όλο αλέθετε.
01 Φεβρουαρίου 2015, 14:59
ΑΓΡΑΜΠΕΛΗ ΣΤΑΜΙΡΗ, ΜΕΛΙΟΣ ΚΑΔΡΑΣ-Μενέλαος Λουντέμης
Book Tour  

Φεβρουάριος: ο μήνας της Αγάπης!

Τα "Πορτραίτα" αυτού του μήνα δεν θα μπορούσαν παρά να φιλοξενούν μία από τις μεγάλύτερες λογοτεχνικές αγάπες: αυτή της Αγράμπελης και του Μέλιου, από το "Ένα παιδί μετράει τ' άστρα".

Κείμενο-επιμέλεια στήλης: Γιώτα Κοτσαύτη
Εικόνα: Athina Petouli illustration / paintings for kids

...

«Κι αν ήταν να γίνει ποιητής, κι αν ήταν

να μη γίνει τίποτα… πάλι, μόνο που θα υπάρχει

τ’ όνομά της, θα υπήρχε στον κόσμο ποίηση.

Και κανένα βιβλίο να μην έγραφε,

και κανένα ποίημα, κι ούτε ένα στίχο

να μην αράδιαζε… πάλι έφτανε.

Η ζωή είχε πια το ποίημά της…»

Μ.Λ.

 

Η αγάπη του Μέλιου και της Αγράμπελης είναι μία από τις πιο γνωστές λογοτεχνικές «αγάπες» που έγραψαν ιστορία. Ένας έρωτας πλατωνικός, δυνατός, βαθύς, απεγνωσμένος, όπως μόνο οι εφηβικοί έρωτες μπορούν να είναι.

Πώς ξεκίνησε όμως αυτή η τόσο όμορφη περιπέτεια με το οδυνηρό τέλος;

Ο Μέλιος αρχικά γνώρισε την Αγράμπελη μέσα από τις διηγήσεις του φίλου και συμμαθητή του Μιμάκη Σταμίρη. Μέσα από την πρότασή του να γίνει και κείνη μέλος της παρέας τους.

Η Αγράμπελη, που πηγαίνει εκείνη την περίοδο πέμπτη δημοτικού, εντυπωσιασμένη από τις κουβέντες του αδερφού της για τον Μέλιο, αποφασίζει πως θέλει… να τον παντρευτεί!

«Η αδερφή μου μου είπε κάτι να σου πω.

-Και πού με ξέρει αυτή, ρε, εμένα;

-Της μιλάω εγώ κάθε μέρα, πώς που σε ξέρει;

-Ε, τι σου είπε;

-Μου είπε να σου πω… να παντρευτείτε!».

Σύντομα όμως η φιλία τους διακόπτεται απότομα και επώδυνα.

«Την άλλη ώρα είχαν ωδική. Ω δ ι κ ή  ήταν μια ρίγα, που κουνούσε πέρα δώθε στα χέρια της η καθηγήτρια. Ναι, αλλά σήμερα η κυρία Ραούλ, αντί να κάνει την καθηγήτρια, έκανε την ταξιθέτρια. Μόλις μπήκε, η πρώτη της δουλειά ήταν να πάει στο πρώτο θρανίο και να τους πει να κάνουν μια θέση. Κατόπι ανέβηκε στην έδρα, κοίταξε κατά τα πίσω θρανία και φώναξε τ’  όνομα του φίλου του.

-Σταμίρης! του λέει. Πάρε τη σάκα σου και πέρασε έξω.

Το παιδί δεν κατάλαβε. Πήρε τα βιβλία του και σηκώθηκε.

Η καθηγήτρια, τότε, το πήρε απ’  το χέρι και το τοποθέτησε στη θέση που άδειασε.

-Από σήμερα, του λέει… η θέση σου θα είναι αυτή.

-Γιατί, κυρία; της λέει… παραπονεμένος ο Σταμίρης. Εκεί ήταν η θέση μου.

-Σιωπή. Δεν ξέρεις εσύ, ποια είναι η θέση σου. Εις το εξής θα κάθεσαι μ’  αυτά τα παιδιά. Κι αυτά θα είναι και οι φίλοι σου.

-Όχι. Εγώ έχω φίλο τον Καδρά.

-Είπα, σιωπή! Ο Καδράς να κάνει φίλους τους ομοίους του. Απαιτώ υπακοήν! Εξάλλου, μου το ζήτησαν οι γονείς σου…

Ο Σταμίρης στάθηκε λίγο και την κοίταξε σα χαμένος. Ύστερα σταύρωσε στο θρανίο τα χέρια του, έχωσε μέσα το πρόσωπό του κι άρχισε να κλαίει σιωπηλά κι απαρηγόρητα.

Έκλαιγε σα μικρός υπήκοος, που του εκθρονίσανε το είδωλό του. Τώρα το σκολειό θα του φαινότανε σαν ένα άδειο σπίτι.

Ο Μέλιος απ’  τη θέση του έμεινε στην αρχή άφωνος. Ύστερα, άρχισε σιγά σιγά να καταλαβαίνει… Κάποιοι άνθρωποι, που δεν ήξερε ποιοι, ούτε για ποιο λόγο, σκάβανε ανάμεσα απ’  τους ανθρώπους χαντάκια, σήκωναν αξεπέραστα βουνά. Ποιοι ήταν και γιατί το κάνανε; Ένα μόνο καταλάβαινε. Ότι σ’  αυτή τη ζωή είχε ο καθένας τη θ έ σ η  του, που δεν ήταν όμοια για όλους. Τώρα, ποιος ήταν αυτός που μοίραζε τις θέσεις;… Μήπως ο θεός; Μα οι μεγάλοι, εξόν απ’  τ’  άλλα κακά που κάνανε, κάνανε και τούτο: Φκιάξανε το θεό σύμφωνα με το μπόι τους και δεν περίσσευε θεός για παιδιά.

Του ‘ρθε να ξεφωνίσει. Να ξεφωνίσει την αδικία. Ύστερα έσφιξε τα χέρια του. Και τότε, για πρώτη φορά, ανακάλυψε ότι η μόνη δύναμη, που μπορούσε να στηρίζεται, ήταν μες στα χέρια του. Ήταν ο ε α υ τ ό ς  του. Ο μικρός φτωχός εαυτός του. Κανένας άλλος.»

Έτσι, σιγά σιγά η Αγράμπελη ξεχνιέται, γίνεται μία απλή ανάμνηση, κάτι ξεθωριασμένο και ονειρικό, σαν μακρινό παραμύθι…

Τραγικά γεγονότα σημαδεύουν από δω και πέρα τη ζωή του αγοριού. Κάποια στιγμή, μην αντέχοντας άλλο τις δυσκολίες, αποφασίζει να αφήσει για λίγο το σχολείο, για να δουλέψει και να μαζέψει χρήματα, ώστε να καταφέρει να συνεχίσει.

Κυλούν δύο χρόνια μακριά από τις σχολικές αίθουσες…

Τώρα πια, πιο ώριμος, πιο έμπειρος, πιο μεγάλος, πιο σίγουρος για τον εαυτό και το μέλλον, πιο έτοιμος από ποτέ, επιστρέφει στα θρανία.

Στην σχολική αίθουσα της Τρίτης Τάξης γίνεται η πρώτη συνάντηση.

«…Τελευταία μπήκε ένα ανήσυχο πλάσμα, δαγκάνοντας τα χείλη του. Δρασκέλισε σαν κοτσύφι και προχώρησε με γρήγορα βήματα κατά τη θέση του.

Ο Μέλιος ταράχτηκε. Ήταν μια κοπελίτσα λεπτή και θαμπή σα σίκαλη. Με κάτι νυχτωμένα μάτια κι επίμονα μαύρα ματόκλαδα. Στις ρίζες των μαλλιών της γυάλιζαν κάτι ψιλές ψιλέςχαντρίτσες από ιδρώτα, που έσβηναν σαν ανάεροι ατμοί. Ήταν ένα κορίτσι λαγαρό σαν πρωινό ρυάκι. Ο Μέλιος, χωρίς να το προσέξει τσάκωσε τα μάτια του κρεμασμένα απάνω της. Και τρόμαξε. Μόνο μια φορά ακόμη, σ’ όλη τη μικρή του ζωή, είχε τρομάξει έτσι. Ήταν μια βραδιά, που, καθώς κοιμόταν σ’ ένα λιβάδι, ένα άστρο ρίχτηκε καταπάνω του να τον κάψει. Μα τώρα τι έτρεχε; Τίποτα. Κάτι μαλλιά, πέρασαν ανεμίζοντας. Μαλλιά; Μαύρα μαλλιά, ε, καλά, είχαν όλες. Γιατί λοιπόν έμειναν έτσι τα μάτια του πάνω σε κείνα τα μαλλιά; Μήπως έφταιγε η κορδέλα, που τα ‘ζωνε έτσι μ’ αγάπη; Ήταν μια θαλασσιά κορδέλα που την περιτριγύριζε σαν ποταμάκι στο δάσος. Αυτό ήταν;… Όχι. Μήπως πάλι -όχι, όχι, δεν μπορεί- μήπως, καθώς περνούσε από μπροστά του, μπέρδεψε τα βήματά της; Τέτοιο πράμα, κι αν γινόταν, θα το πρόσεχαν όλοι. Ησυχία. Στο κάτω κάτω δεν ήταν πια παιδάκι! Ένας άντρας, έπρεπε να φανεί άντρας επί τέλους, να σεβαστεί και την… ηλικία του! Πριν από λίγο τα δάχτυλά του ήταν φρόνιμα. Τι τα ‘πιασε τώρα και παίζουν ταμπούρλο; Και στα μάτια του… καλά ήταν πρώτα τα μάτια του… μαλακά και ήσυχα σαν του μουσκαριού. Δεν είχαν πολλές δουλειές. Έβλεπαν, ή έκλαιαν, ή γελούσαν. Τώρα τι πάθανε; Φέγγουν δαιμονισμένα και γυαλίζουνε… Καλό κι αυτό! Κρατήσου. Ήρθε μια μικρή θαλασσοταραχή, θα φύγει. Να, κοίτα… Το κοριτσόπουλο είναι ήσυχο, ήσυχο σα να ταξιδεύει σε λίμνη…»

Όμως ακόμα ούτε που μπορεί να φανταστεί ποιο είναι το κορίτσι που τόσο τον αιφνιδίασε.

Και έρχεται η ώρα που ο καθηγητής διαβάζει τον κατάλογο με τα ονόματα των μαθητών. Είναι η στιγμή της μεγάλης ανακάλυψης!

«-Σταμίρη Αγράμπελη…

-Π  α ρ ο ύ σ α…

Η φωνή ήταν μελωδικότερη απ’ τ’ όνομα. Ποια απ’ όλες ήταν; Ο Μέλιος τινάχτηκε απότομα, σα να τον κάψανε, και γύρισε πίσω. Ένα πρόσωπο, που το ‘σβηναν τα μεγάλα του μάτια, έστεκε εκεί πίσω, δειλό, γλυκό, υποτακτικό, και… -θεέ μου!- τ-ο-ν… κοιτούσε!... Κοτσυφάκι… Ναι, ήταν αυτή. Κι  έ π ρ ε π ε  να είναι. Μα ποιοι θεοί παίξανε έτσι, διαβολικά; Ποια αστόχαστη συντυχία τα ‘φερνε έτσι;

Α γ ρ ά μ π ε λ η Σταμίρη. Το κοριτσάκι με το παραμύθι… (Τα μάτια τους το ‘παν αμέσως στον εαυτό τους).

«Ώστε α υ τ ή ήταν;».

«Ώστε α υ τ ό ς ήταν;».

Αυτός; Αυτός τώρα ήξερε τι ήταν. Ήταν ευτυχισμένος… ευτυχισμένος… Και η κοπελούδα –κείνη η βιαστική, η ανυπόμονη κοπελούδα- τον περίμενε! Δεν είχε ακόμη… παντρεφτεί; Απορούσε κι εκείνος, πως τα κατάφερε, ύστερα από τόση βιασύνη. Και τι άγγελος που ήταν, τι αμύριστος άγγελος! Φορούσε -όπως όλες- γαλάζια ποδίτσα με σούρες. Μια λεπτή, πολύ λεπτή αλυσιδίτσα στο λαιμό, μια μαύρη ζώνη, τίποτα άλλο… Μα και τίποτα άλλο δε χρειαζότανε. Είχε όμως μαύρα, πολλά μαύρα φουντωμένα μαλλιά, και τα κύματά τους έσπαζαν στους ώμους. Δάγκωνε -όπως κείνη την ώρα που περνούσε- τα χείλη της, κι οι ατμοί διαλύονταν πάνω απ’ το μέτωπό της… Κι όλα ήταν απάνω της μικρά και κοντυλένια. Κ α λ λ ι γ ρ α φ ί α.

Τι ονόματα είχε παρακάτω ο κατάλογος; Μήπως τελείωσε; Μήπως άρχισε το μάθημα; Δεν κατάλαβε… Κάτι μιλούσαν. Κάτι έλεγαν. Μπορεί Γεωγραφία. Μπορεί Αρχαία. Ίσως και να μην τελείωσε ο κατάλογος διόλου. Ή μπορεί να τον πήρε ο καθηγητής απ’ την αρχή. Μα κείνος άλλο όνομα δε θυμόταν. Άλλο μάθημα δεν ήξερε. Άλλη εικόνα δεν αναπολούσε.

«Ώστε α υ τ ή ήταν;».

«Ώστε α υ τ ό ς ήταν;».

Α γ ρ ά μ π ε λ η  Σ τ α μ ί ρ η…»

Από δω και πέρα θα αρχίσει για τον Μέλιο και την Αγράμπελη το αληθινό παραμύθι, με πρωταγωνιστές τους ίδιους! Ένα παραμύθι με χαρές και λύπες, με καλούς και κακούς, με στιγμές έντασης, αγωνίας και λύτρωσης.

Ο Μέλιος πρώτος κάνει το παράτολμο βήμα και στέλνει στη συμμαθήτριά του μία ερωτική επιστολή.

«…Τη νύχτα η φλόγα του λυχναριού τρέμει σαν πεταλούδα. Στρώνεται ξανά να τη συλλογιστεί. Πρέπει να τα πει. Μα πώς; Φέρνει βόλτες γύρω απ’ όλη της την ύπαρξη, ώσπου να ζαλιστεί. Ύστερα παίρνει να της γράψει: «Αγράμπελη». Τι ωραία θα ήταν, να μπορούσε να σταματήσει εδώ… «Στο χωριό τώρα είναι άνοιξη… Τα χόρτα είναι πολύ ψηλά. (Γιατί το είπε τώρα αυτό; Τι σχέση έχει, που τα χόρτα είναι ψηλά;). Ν’αγαπάς και τα χόρτα να είναι ψηλά… Ήθελα να σου πω για το φεγγάρι. Από δω είναι πολύ ωραίο. Ξέρεις;… Μια μέρα στο χωριό ήρθε ένας μ’ ένα βιολί. Το βράδυ έπαιξε στο καφενείο. Οι χωριάτες πίνανε και λέγανε «αχ…». Τραγουδούσαν κιόλα με κάτι λυπημένα μάτια. Στο τέλος ο μουσικός πήρε το βιολί στην αγκαλιά, το φιλούσε κι έκλαιγε «Πολυξένη… Αχ, Πολυξένη…», έλεγε, ύστερα αποκοιμήθηκε στην καρέκλα. Μα τα χείλη του έλεγαν ακόμα μόνα τους… «Πολυξένη… Πολυξένη… Πολυξένη…».

Το πρωί τον ρώτησαν, τι του είχε κάνει αυτή η Πολυξένη; Είπε: «κάτι μου έκλεψε». Πρώτη φορά έβλεπα κάποιον να τον κλέβουν κι κείνος ν’ αγαπά τον κλέφτη.

Οι χωριάτες ησυχάσανε απ’ την απάντησή του και δεν τον ξαναρώτησαν. Εγώ όμως έσκασα. Παραφύλαξα λοιπόν να τον πετύχω μόνον. «Μπάρμπα… του λέω, τι σου ‘κλεψε;». –«Ποια; Η Πολυξένη;». –«Ναι, τι σου ‘κλεψε και κάνεις έτσι;». –«Τι μου ‘κλεψε; Μια κ λ ω σ τ ή…». –«Και τι ψυχή έχει μια κλωστή;». –«Έχει, παιδί μου, έχει… Άσε, να μεγαλώσεις και θα μάθεις. Καπνίζεις;». –«Όχι». –«Βλέπεις να κάνεις τίποτις ο καπνός;». –«Ναι, βήχα…». –«Άσε, θα μεγαλώσεις και θα καταλάβεις…». Δεν ξέρω τι πουν αυτά… Αγράμπελη, μα έχω σκοπό, άμα μεγαλώσω, να πάρω ένα βιολί. Τα καφενείς είναι γιομάτα χωριάτες, που λένε «αχ…».

Αγράμπελη… δεν ήξερα τι να κάνω. Μα δεν μπορούσα να μη σου γράψω. Θυμάμαι έναν Παραπονιάρη. Τώρα το παραμύθι κείνο είναι πολύ μακριά, αλλά είναι παντού τόσα αγόρια… Δε θέλω να σου θυμίσω το γάμο μας, αλλά εγώ δεν τον ξεχνώ ποτέ. Γράψε μου αν σου αρέσουν ακόμη τ’ άλογα… γιατί είμαι αποφασισμένος να πάρω ένα. Θα γράψω ένα βιβλίο και θα κερδίσω πολλά λεφτά, και αυτά θα γίνουν όλα. Σε παρακαλώ, όμως, να μην το μάθει κανείς. Θέλω να ‘χουμε το μυστικό μας μόνο εμείς οι δυό. Τώρα πια τα ‘μαθες όλα. Ό, τι έχω θα σ’ τα λέω όλα.

Έχω κι άλλο μεγάλο σχέδιο. Το καλοκαίρι που θα κλείσουνε τα σκολειά, θ’ ανέβω στα βουνά, να κάνω το δάσκαλο στα βλαχάκια. Είναι κανονισμένο αυτό και μόνο τη δική σου γνώμη θέλω. Όλα σ’ τα είπα, Αγράμπελη… Προχτές πήγα να κάνω σε κάποιον κάτι κακό. Τότε σε θυμήθηκα και ντράπηκα. Θέλω να με συχωρέσεις, Αγράμπελη, γι’ αυτό που έκανα, κι εγώ θα κάνω ό, τι θέλεις. Θέλω να τελειώσω το γράμμα μου και δεν μπορώ. Μοναχά να ξέρεις ότι δεν έχω κανέναν άλλον στον κόσμο… και πως ό, τι και να μου κάνουνε, εγώ δε θα θυμώνω, γιατί θα θυμάμαι εσένα. Δε θα κοιμηθώ όλη τη νύχτα. Θα περιμένω το γράμμα σου».

Το δίπλωσε και τ’ ακούμπησε στην καρδιά του. Ό, τι ήθελε, ας γινότανε. Κείνος θα της το ‘δινε, κι ας ρήμαζαν όλα. Να της το δώσει. Μα πώς, όμως; Πώς;

Να τη σταματήσεις στο δρόμο και να της πεις «πάρ’ το, αυτό είναι για σένα» και κείνη να κοκκινίσει, να γίνει παπαρούνα, να μπερδευτούνε, να μην ξέρουνε τι να κάνουνε…».

Παρ’ όλες τις ανησυχίες του, η απάντηση της αγαπημένης του έρχεται για να του δώσει φτερά!

«Το γράμμα σου μ’ έκανε να μην κοιμηθώ» έλεγε το κοτσύφι. «Το διαβάζω από χτες και δε σταματώ. Τι όμορφο! Εγώ δεν ξέρω να γράφω καλά και γι’ αυτό ντρέπομαι. Μου γράφεις για το γάμο μας. Πώς μπορώ να τον ξεχάσω…; Αλλά, εσύ, γιατί κοιτάζεις τη Γιαλαμπούκα; Τη λένε και «Αϊ-Γιώργη». Εγώ θα ντρεπόμουν να ξαναπατήσω στο σχολείο. Τι της βρίσκουν; Ησυχάζω μόνο, που εσύ δεν κάνεις το σταυρό σου σαν περνάει.

«Είναι αλήθεια πως θα πάρεις βιολί; Πώς χάρηκα… Αλλά, πες μου, μήπως θα λες κι εσύ « Πολυξένη… Πολυξένη…»; Γράψε μου, αν είν’ αλήθεια, κι εγώ δεν ξέρω τι θα γίνω. Το διάβασες το βιβλίο που σου στέλνω; Να ξέρεις πόσο έκλαψα… προπάντων εκεί που ο ήρωας πέφτει απ’ το παράθυρο. Για το γάμο μας, που είπες, τρέμω… Πάνε τρία χρόνια που είπες: «να κοιτάζει τη δουλειά της, κι εγώ δε θέλω να παντρεφτώ, γιατί, αν είναι να παντρεφτώ, θα παντρεφτώ, για να έχω αγάπη και χωρίς αγάπη τι να την κάνω την παντρειά;» Έτσι δεν είπες; Κι εγώ τώρα θέλω να ξέρω. Επιμένεις; Αχ… τι καλά θα ήταν να επιμένεις. Ας επέμενες κι ας χαλούσε ο γάμος μας. Εγώ πια δεν κάνω τίποτα άλλο. Θα γεμίσω μηδενικά: Ας ήξερα πως με λυπάσαι λιγάκι. Να, λιγάκι… Είδες, που δεν ξέρω να γράφω ωραία σαν και σένα; Μη με κάνεις να ντρέπομαι. Πες μου, πως δεν πειράζει και πως δε θα γελάς μαζί μου.

«Σε παρακαλώ. Άκουσε, δε θέλω να μάθει κανείς τα μυστικά μας. Θα πεθάνω, αν μάθει κανείς τίποτα. Πες μου πως δεν έχεις πια θέρμες, γιατί είχα μάθει πως αρρώστησες κι έτρεμες. Θεέ μου, τι θα κάνω αν ξαναρωστήσεις; Λυπήσου με… και πες μου πως θα προσέχεις. Θα περιμένω μέρα νύχτα γράμμα σου. Τώρα εγώ πια είμαι τρελή».

Αυτές είναι και οι πιο ξέγνοιαστες, οι πιο μαγικές στιγμές για τους ερωτευμένους έφηβους.

«Και τώρα ήρθε η αγάπη. Ήταν πιο βαριά. Πιο αβάσταχτη. Κάτι σαν αναμμένο μαχαίρι, και σα χάιδεμα με σπαρτίνες και γαρούφαλα. Δυνατό σα μπόρα και μαλακό σαν αφρός. Τραγούδι, σφάξιμο, και παραζάλη. Αβέβαιο σαν κύμα, και σίγουρο σαν την ανατολή. Ό, τι πεις κι ό, τι δεν πεις… Κοντινό σαν το χέρι σου και μακρινό σαν άστρο…».

Μα τα πρώτα σύννεφα δεν αργούν να εμφανιστούν.

Αρχικά, ο ερχομός ενός όμορφου και πλούσιου νεαρού στην τάξη.

«…Ήταν αληθινός μορφονιός, πιο πολύ από πέρσι. Και μ’ ένα ντύσιμο!... Είδε και τα μάτια των κοριτσιών. Όλα ήταν κολλημένα απάνω του. Φέτος πια είχαν τρελαθεί όλες. Ως και τ’ «αυτοκίνητο» είχε στρέψει τους φακούς του καταπάνω του. Η Αγράμπελη! Τι έκανε; Δεν τολμούσε να κοιτάξει. Αν έκανε και κείνη το ίδιο, θα πέθαινε. Μα έπρεπε να μάθει! Ας γκρεμούσε ο κόσμος! Έπρεπε να μάθει! Και τούτη τη στιγμή! Έκλεισε τα μάτια του κι έστρεψε το πρόσωπό του κατά το μέρος της. Και μεμιάς τ’ άνοιξε. Γκρεμός… Τα γλυκά, πολυαγαπημένα μάτια κοιτούσαν και κείνα εκεί. Πώς θα τελειώσει τώρα η ώρα; Ποιος θα την τραβήξει μαζί με τον ίδιο απ’ τα τάρταρα, που είχαν γκρεμιστεί; Κάτι πικρό χύθηκε στο στόμα του. Κι αυτή, λοιπόν; Μα τι είναι αγάπη; Μια μύγα, που την πάει όπου θέλει ο αέρας; Ένα τρελό έντομο, που κάθεται απάνου στα λουλούδια, στις πληγές, και στις λάσπες. Η Αγάπη… τώρα γι’ αυτόν ήταν ένας χαμός. Κι ένα κλάμα που δεν ήθελε να τρέξει. Και μια βρισιά που δεν ήθελε να βγει. Ποιος θα του πει τώρα αυτουνού ότι είχε κάνει λάθος; Ότι δεν κοιτούσε κατά κει η Αγράμπελη; Αυτός πια δε θα την κοιτάξει ποτέ, δε θα την ακούσει ποτέ! Ποτέ δε θα πει τίποτα!

Δε θα περάσει ποτέ απ’ το δρόμο του σπιτιού της. Ούτε και θα ξαναχαμογελάσει στο ποτάμι που περνάει απ’ την πόρτα της. Την είδε καθαρά. Την ώρα που «τον» κοιτούσε. Τα μάτια της ήταν γλυκά, όπως τότε που κοιτούσαν τον ίδιο. Τι είχε τέλος πάντων, απάνω του αυτός ο πρωτευουσιάνος και τις ξετρέλανε όλες; Γύρισε και τον κοίταξε. Ναι, ήταν πολύ καλοκομμένος. Πώς δεν τον είχε προσέξει απ’ την πρώτη φορά; Τα ρούχα του ήταν καμωμένα απ’  το πιο ακριβό κασμίρι. Είχαν δίκιο αυτές οι κατσίκες. Ναι, μα, ε κ ε ί ν η τι λόγο είχε; Κείνη ήταν πια –μπορείς να πεις- παντρεμένη! Τι λόγο είχε να κοιτάξει άλλον; Ο Μέλιος, γιατί ήταν εδώ; Για να τη βλέπει την ώρα που κοιτάζει τον άλλον. Α, όχι! Δεν είν’ από κείνους,  που παραπετάνε τόσο εύκολα! Θα την κάνει να μετανιώσει πικρά για το κακό που του έκανε. Θα την κάνει να πονέσει. Όχι! Δε βρίζουν έτσι τις καρδιές. Θα ‘βλεπε…

Ο μορφονιός γύρισε πάλι και την κοίταξε. Ο Μέλιος δάγκασε το σανίδι του θρανίου του, για να μη γυρίσει να δει. Λες κι ήταν πίσω του κανένα μαχαιράκι και θα μπηχνόταν μέσα του μόλις γύριζε. Φονιά! Βιαζόταν να βραδιάσει, να τρέξει σπίτι να σκεπαστεί πάνω απ’ το κεφάλι… Δεν ήθελε να ‘χει μάτια. Ήθελε να πάει να ξεριζώσει τα λουλούδια, που είχαν τ’ όνομά της. Να ξεριζώσει ακόμη και τη γλώσσα του, που το είπε τόσες φορές…»

Τα απεγνωσμένα γράμματα της Αγράμπελης.

«Γιατί πια δε θέλεις να με δεις; Τι σου έκανα; Εγώ είμαι πάντα στο θρανίο μου και περιμένω να με κοιτάξεις. Δεν ξέρω τι να σκεφτώ. Μήπως σε πρόσβαλα σε τίποτα και δεν το πρόσεξα; Μου κακοφαίνεται που σ’  έχασα. Εμείς ό, τι και να γίνει, θα μείνουμε δυό καλοί φίλοι. Έτσι δεν είναι; Πότε θα ξαναδώ τα ωραία σου γράμματα; Δε θα τα ξεχάσω ποτέ. Όταν παντρευτώ, θα τα βάλω στο εικονοστάσι μου.

Η καλύτερή σου φίλη Αγράμπελη».

Και, λίγο πριν η σχολική χρονιά φτάσει στο τέλος της, τα «απαγορευμένα» γράμματα βρίσκονται στα χέρια των καθηγητών. Ο παγερός διευθυντής βρίσκει την ευκαιρία να γλιτώσει μια για πάντα από τον Μέλιο.

«…ο γυμνασιάρχης, με βήματα αργά, σαν το πεπρωμένο, πλησίασε το Μέλιο, στάθηκε αντίκρυ του, σαν ανασηκωμένος νεκρός, και του λέει βαριά, ψυχρά κι αμετάκλητα.

-Η τύχη σου εκρίθη τελεσιδίκως. Αποβάλλεσαι διά παντός από όλα τα γυμνάσια της χώρας (στάθηκε λίγο για ν’ ανασάνει). Π ή γ α ι ν ε!!! ούρλιαξε κι έπεσε κι αυτός στην καρέκλα του…

Πίσω του, καθώς έφευγε ο Μέλιος, σαν υπνοβάτης, άκουσε το απαρηγόρητο κλάμα της Αγράμπελης να τον συνοδεύει, σαν το πιο πικρό, το πιο σπαραχτικό τραγούδι της ζωής του.»

Η περιπέτεια των δύο παιδιών τελειώνει εδώ με τον χειρότερο τρόπο. Στη συνέχεια της Τετραλογίας βέβαια («Αγέλαστη Άνοιξη») ο Μέλιος, πιστός στην πρώτη του αγάπη, θα επιστρέψει στην Έδεσσα και, όταν αναζητήσει την Αγράμπελη, θα πληροφορηθεί ότι παντρεύτηκε και έφυγε στην Αθήνα. Αργότερα («Κάτω απ’ τα κάστρα της ελπίδας») θα συναντήσει στη Θεσσαλονίκη, εντελώς τυχαία, την ίδια την κοπέλα και εκεί θα έρθει αντιμέτωπος με το συνταρακτικό «μυστικό» της, που θα φέρει το οριστικό τέλος στη «σχέση» τους…

Μία σχέση που χάρισε στο αναγνωστικό κοινό μερικά από τα ομορφότερα λογοτεχνικά κείμενα για την αγάπη…

«Άμα πεινάς, το ξέρεις. Φωνάζουνε τα σπλάχνα σου. Άμα κρυώνεις το ίδιο. Άμα αγαπάς, πώς να το καταλάβεις; Γιατί: τι είναι η αγάπη; Κάποιος πήγε να πει κάτι και δεν είπε τίποτα. Είπε πως είναι κάτι σα φωτιά. Μα είναι; Άλλος είπε πάλι, πως είναι δροσούλα, άλλος σα δοξαριά. Τι είναι, τέλος πάντων… Κι αν, πάλι, αγάπη είναι κ ά τ  ι που το λένε «αγάπη», είναι αυτό η αγάπη;

Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά! Μα, αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;

Ένα πουλάκι κελαηδά ολομόναχο σ’ ένα έρημο δάσος… Αν δεν τ’ ακούσει κανείς… είναι κελάηδηγμα; Κι είναι μπορετό να κελαηδήσει γλυκά ένα ολομόναχο πουλάκι, αν δεν υπάρχει πίσω από κάποιο φύλλο το αυτάκι ενός άλλου πουλιού;

Πήγαν κι οι σοφοί να πούνε κάτι πάνω σ’ αυτό, και τα κάνανε θάλασσα. Αυτοί, γι’ αγάπη!... Τα μωρά ξέρουνε περισσότερα.

Ένα λουλούδι είπε: «Αγάπη; είμαι εγώ». Τρελένεσαι με τέτοια καμώματα. Ένας «Πέρσης» θα πει αυτό είναι «τρίχα». Ένας βαρκάρης θ’ αφήσει τα κουπιά και θα σκουπίσει το κούτελό του. Δε θα ξέρει να πει τίποτα. Μπορεί α υ τ ό να είναι αγάπη. Μα είναι; Ποιος να του το πει;

Όσο έχεις κάτι μέσα σου και δε χρειάζεται να το πεις, το έχεις και ησυχάζεις. Σε καίει… Σε λιώνει… Εσύ το βλέπεις. Κι αντί να βάλεις τα κλάματα, το ρίχνεις στο τραγούδι. Είσαι μεθυσμένος, και δεν έχεις πιει ούτε στάλα!

Αυτό το «πράμα» πρέπει να σκάβεις μέσα σου μια λακκούβα να το θάβεις, κι ό, τι βρέξει. Μην το λες πουθενά. Άσ’ το να σε κάψει. Θα ξέρεις ότι χάνεσαι λίγο λίγο από μια αρρώστια που δεν ξέρεις τ’ όνομά της. Θα ξέρεις όμως ότι είναι μια αρρώστια, που σε κάνει όμορφο. Ομορφαίνεις και πεθαίνεις… Κι όταν θα νομίσεις ότι πέθανες… θα ‘χει τελειώσει η αρρώστια. Θα είσαι ζωντανός, μα θα είσαι άσκημος. Θα ‘χεις φριχτά ασκημίσει. Αλήθεια… αυτό είναι η αγάπη; Όποιος αγαπά δεν μπορεί να το πει. Κι όποιος δεν αγαπά, δεν το ξέρει.

Ο Μέλιος ένα πράμα μόνο ξέρει. Πως θέλει κ ά τ ι να πει. Κι ένα πράμα μόνο θέλει: να το πει σε κείνην.

Κείνη τη λένε Αγράμπελη, αλλά αυτό που θέλει να πει, πώς το λένε;»

Για το Book Tour, Γιώτα Κοτσαύτη.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Στο «Ένα παιδί μετράει τ΄ άστρα»(συνέχεια του «Συννεφιάζει»), ίσως το πιο γνωστό από τα μυθιστορήματα του Μενέλαου Λουντέμη, τη σκυτάλη παίρνει ο ΜέλιοςΚαδράς. Ο Κρηφ μεγάλωσε. Συγκέντρωσε τα απαραίτητα χρήματα, που με τον ιδρώτα του προσώπου του αποταμίευσε, και παίρνει τον δρόμο για την Έδεσσα. Η αγάπη του για τα γράμματα, η ανάγκη του να μορφωθεί, να σπουδάσει τον οδηγεί στο Γυμνάσιο της πόλης. Αυτή η περιπετειώδης διαδρομή στον σχολικό και μαθητικό κόσμο από έναν έφηβο βιοπαλαιστή, που με πείσμα προσπαθεί να γίνει αποδεκτός και να αλλάξει τη μοίρα του, αποτελεί το περιεχόμενο του βιβλίου. Άνθρωποι απλοί, καθημερινοί, μαθητές, καθηγητές, είναι οι ήρωες που πλαισιώνουν τον Μέλιο. Τα πρώτα εφηβικά σκιρτήματα, οι αγωνίες, η απόλυτη αγάπη, που μόνο σ’ αυτή την ηλικία μπορεί είναι τόσο έντονα, απασχολούν τον μαθητή και γλυκαίνουν την ταλαιπωρημένη του ψυχή. Καθοριστική για το βιβλίο η σχέση του ήρωα με μία συμμαθήτριά του, την Αγράμπελη. Γραμμένο με περισσή ευαισθησία κατορθώνει να προκαλέσει έντονη συγκίνηση και να διατηρήσει το ενδιαφέρον αμείωτο από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα.

ΓΙΩΤΑ ΚΟΤΣΑΥΤΗ

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ-Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα, εκδόσεις Δωρικός.

Κάθε μήνα η συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη σκιαγραφεί έναν λογοτεχνικό ήρωα και η ζωγράφος-εικονογράφος Αθηνά Πετούλη  φτιάχνει το πορτραίτο του.

Οι παρατηρήσεις και οι προτάσεις είναι ευπρόσδεκτες στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις:

yotakotsafti1@yahoo.gr

athina_pk@hotmail.com



Διαβάστε περισσότερα: http://book-tour.webnode.gr/news/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CF%81%CE%B7%2c-%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%83-%CE%BA%CE%B1%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%83-%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%82-%CE%BB%CE%BF%CF%85/


- Στείλε Σχόλιο


01 Δεκεμβρίου 2014, 14:11
ΕΜΠΕΝΕΖΕΡ ΣΚΡΟΥΤΖ-Κάρολος Ντίκενς
Book Tour  

«Ο δρόμος που χαράζει ένας άνθρωπος στη ζωή του με τις πράξεις του,

έχει πάντα ένα ορισμένο τέλος.

Κι αν δεν αλλάξει δρόμο,

τότε ίδιο κι απαράλλαχτο μένει και το τέλος του.

Αν, όμως, αλλάξει και πάρει δρόμο αλλιώτικο,

τότε θ’ αλλάξει και το τέλος του»

Κ.ΝΤ.

 

Ο Εμπενέζερ Σκρουτζ είναι ένας λογοτεχνικός ήρωας σαφώς πολυσυζητημένος. Ο Κάρολος Ντίκενς, μέσα από τη μαγική του πένα, κατάφερε να δημιουργήσει έναν χαρακτήρα τόσο δυνατό, που, όχι μόνο έγινε πασίγνωστος, αλλά το όνομά του έγινε και συνώνυμο της φιλαργυρίας.

Ας αφήσουμε όμως τον ίδιο τον συγγραφέα να περιγράψει τον ήρωά του:

«Α! Ήταν ένας άπληστος… σωστός γδάρτης αυτός ο Σκρουτζ! Και σπαγγοραμμένος και τσιγκούναρος και πλεονέκτης και φιλοχρήματος ως εκεί που δεν έπαιρνε άλλο! Σκληρός και κοφτερός σαν την πέτρα στο τσακμάκι του, που καμιά της σπίθα δεν είχε σκορπίσει γύρω φως ή ζεστασιά. Μονόχνοτος, ούτε παρέες ήθελε ούτε κουβέντες·  αμίλητος, κλειστός σαν στρείδι. Η παγωνιά της καρδιάς του έκανε το γέρικο πρόσωπό του να φαντάζει πιο γέρικο, τα μάγουλά του πιο ζαρωμένα, τη μύτη του πιο σουβλερή, την περπατησιά του πιο αλύγιστη, τα μάτια του πιο κόκκινα, τα στενά του χείλια πιο μελανά. Λες κι η σκοτεινιά κι ο πάγος του χειμώνα σκέπαζαν βαριά το κεφάλι του, τα φρύδια του, ακόμα και το μυτερό πηγούνι του. Όπου κι αν πήγαινε, το κρύο αυτό της ψυχής του το κουβαλούσε μαζί του…»

Πρόκειται, λοιπόν, για έναν όχι νέο άντρα, ούτε καν μεσήλικα, αλλά ηλικιωμένο, παθιασμένο με την ύλη. Τόσο τσιγκούνη, που τη μέρα της κηδείας του συνεταίρου και μοναδικού φίλου του Μάρλεϊ, δεν διστάζει να «παζαρέψει αμείλικτα την πληρωμή του νεκροθάφτη».

Ένας άνθρωπος που δεν νιώθει αγάπη για κανέναν, φόβος και τρόμος των υπόλοιπων συνανθρώπων του:

 «Κανείς ποτέ δεν τολμούσε να τον σταματήσει στο δρόμο και να του πει με χαμόγελο: Αγαπητέ μου Σκρουτζ, πώς είστε; Πότε θα περάσετε από το σπίτι να σας δούμε; Οι ζητιάνοι δεν του γύρευαν δεκάρες, τα παιδιά δεν τον ρωτούσαν την ώρα, και στη ζωή του όλη ούτε άντρας ούτε γυναίκα τον είχαν παρακαλέσει να τους δείξει το δρόμο. Ακόμα και τα σκυλιά των τυφλών τον ήξεραν. Κι όταν τον έβλεπαν να ‘ρχεται, τραβούσαν τ’ αφεντικά τους να παραμερίσουν στο άνοιγμα κάποιας πόρτας, στη γωνιά κανενός στενοσόκακου. Και κουνούσαν την ουρά τους, σαν να ήθελαν να πουν: Καλύτερα αόμματος, αφέντη μου, παρά ανοιχτομάτης και γρουσούζης να ματιάζεις τον κόσμο».

Πρώτη και τελευταία του έγνοια: τα χρήματα. Ακόμα κι όταν κάτι τέτοιο λειτουργεί εις βάρος των βασικών του αναγκών. Ακόμα και στο πιο τσουχτερό κρύο χωρίς δυνατή φωτιά και τίποτα παραπάνω από ένα συνηθισμένο θλιβερό γεύμα κάθε μέρα την ίδια ώρα, στην ίδια θλιβερή ταβέρνα.

Χωρίς ίχνος συναισθηματισμού και πάντα αρνητικός, δεν δέχεται καν ευχές για τα Χριστούγεννα. Τα θεωρεί περιττά και, μάλιστα, τα στέλνει «στον αγύριστο». Η σκληρότητά του φτάνει συχνά στα άκρα. «Αν περνούσε από το χέρι μου, θα ‘πιανα όλους τους σαχλούς, που τριγυρίζουν και εύχονται στον κοσμάκη Καλά Χριστούγεννα και θα τους έβραζα μέσα στην ίδια την πουτίγκα τους! Μάλιστα! Θα τους έθαβα με ένα παλούκι μπηγμένο στα στήθια τους».

Τόσο φιλάργυρος και με καρδιά σαν πέτρα, που δεν διστάζει να πει σ’ αυτούς που με αγάπη και ανιδιοτέλεια συγκεντρώνουν χρήματα για όσους τα έχουν ανάγκη: «Αν προτιμούν να πεθάνουν (σ.σ. αυτοί που αρνούνται να πάνε στα ιδρύματα) ας το κάνουν με την ευχή μου. Να λιγοστέψουμε λιγάκι οι υπόλοιποι».

Τίποτα δεν φαίνεται ικανό να τον ταρακουνήσει. Ούτε η γιορτινή ατμόσφαιρα, ούτε η χαρούμενη διάθεση του κόσμου γύρω του, ούτε καν το φάντασμα του Μάρλεϊ. Αρχικά τουλάχιστον. Οι αισθήσεις του αρνούνται να λειτουργήσουν ακόμα κι όταν συνομιλεί μαζί του. Μάλιστα, αρνούμενος να εγκαταλείψει την ψυχρή λογική του ακόμα και σε αυτήν την περίσταση, επιχειρεί να φερθεί με πονηριά και δόλο:

«-Μπορείς να καθίσεις;… ρώτησε ο Σκρουτζ κοιτάζοντας με ύφος όλο αμφιβολία το φάντασμα.

-Μπορώ.

-Τότε κάτσε!

Ο Σκρουτζ την είχε κάνει αυτή την ερώτηση, γιατί φανταζότανε πως ένα τόσο διάφανο φάντασμα δε θα είχε τη δύναμη και τον τρόπο να πιάσει μια καρέκλα και να καθίσει πάνω της. Με το πίσω μέρος του μυαλού του, μάλιστα, σκεφτόταν ότι ξεσκεπάζοντας την αδυναμία του αυτή θα το ‘φερνε σε δύσκολη θέση και θα το ανάγκαζε να εξηγηθεί».

Σταδιακά όμως, η λογική του παραλύει, η αδιαφορία και η απάθειά του γίνονται έκπληξη και φόβος, τρόμος και πανικός –απόγνωση. Τα τρία Πνεύματα, και μαζί τους κι ο αναγνώστης, βλέπουν να συντελείται μία βαθμιαία αλλαγή στον ηλικιωμένο άντρα. Να χαίρεται, να διασκεδάζει, να ενθουσιάζεται, να συγκινείται, να λυπάται, να πονάει, να υποφέρει, να φοβάται, να τρομάζει, να αγωνιά, να μετανιώνει…

Κι έτσι, στο τέλος του βιβλίου, συναντάμε τον Σκρουτζ εντελώς διαφορετικό! «Ντύθηκε με τα καλύτερά του ρούχα, στολίστηκε και βγήκε επιτέλους στο δρόμο. Περπατώντας με τα χέρια του δεμένα πίσω, στη ράχη, ο Σκρουτζ τους κοίταζε όλους χαμογελαστός. Κι έμοιαζε τόσο ευχάριστος, τόσο ακαταμάχητα συμπαθητικός, που δυο τρεις πρόσχαροι διαβάτες τον χαιρέτησαν κι ας μην το ήξεραν».

Όλες οι υποσχέσεις που έδωσε στον εαυτό του και στα Πνεύματα τηρήθηκαν και με το παραπάνω και ξεκίνησε για εκείνον μία καινούρια ζωή!

«Έγινε ο πιο καλός φίλος, το πιο καλό αφεντικό, ο πιο καλός άνθρωπος που γνώρισε ποτέ η παλιά καλή πόλη του Λονδίνου κι όποια άλλη καλή πόλη, κωμόπολη ή χωριό στον παλιό καλό κόσμο μας. Κάποιοι γελούσαν βλέποντας το πόσο είχε αλλάξει. Μα εκείνος τους άφηνε να γελούν και δε νοιαζότανε καθόλου. Γιατί ήταν πια αρκετά σοφός κι ήξερε πως τίποτα καλό δε γίνεται σ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να βρεθούνε κάποιοι να το περιγελάσουν. Ήξερε πως οι άνθρωποι αυτοί ήταν έτσι κι αλλιώς τυφλοί. Τι να τον πειράζει, λοιπόν, που γελούσαν εις βάρος του; Η καρδιά του ήταν χαρούμενη κι ευτυχισμένη. Κι αυτό του έφτανε…».

Καλές γιορτές σε όλους!

Για το BOOK TOUR, Γιώτα Κοτσαύτη.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Μια κρύα νύχτα, ξημερώνοντας Χριστούγεννα, διαλέγει ο Ντίκενς για να ξετυλίξει το κουβάρι της Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας του, και σκιαγραφεί με τρόπο ανεπανάληπτο μία από τις πιο κλασικές φιγούρες της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τον Εμπενέζερ Σκρουτζ.

Η "Χριστουγεννιάτικη Ιστορία" πρωτοκυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1843 και έγινε δεκτή με ενθουσιασμό. Από τότε και μέχρι τις μέρες μας διαβάστηκε και αγαπήθηκε όσο ελάχιστα κλασικά κείμενα. Το μήνυμά της, διαχρονικό και επίκαιρο, αναδεικνύεται πανίσχυρο μέσα από την εξαιρετική μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου και την εμπνευσμένη εικονογράφηση του Π. Τζ. Λιντς.

ΚΑΡΟΛΟΣ ΝΤΙΚΕΝΣ, Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία, εκδόσεις Αίσωπος, εικονογράφηση Π.Τζ. Λιντς, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου.

Κάθε μήνα η συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη σκιαγραφεί έναν λογοτεχνικό ήρωα και η ζωγράφος-εικονογράφος Αθηνά Πετούλη  φτιάχνει το πορτραίτο του.

Οι παρατηρήσεις και οι προτάσεις είναι ευπρόσδεκτες στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις:

yotakotsafti1@yahoo.gr

athina_pk@hotmail.com



Διαβάστε περισσότερα: http://book-tour.webnode.gr/news/%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CE%B6%CE%B5%CF%81-%CF%83%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%B6-%CE%BA%CE%AC%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%82/


2 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


01 Νοεμβρίου 2014, 13:42
ΑΛΕΞΗΣ ΖΟΡΜΠΑΣ-Νίκος Καζαντζάκης
Book Tour  

"Πορτραίτα λογοτεχνικών ηρώων".

Για τον μήνα Νοέμβριο ένας λογοτεχνικός ήρωας πολυαγαπημένος, πολλές φορές έχω αναφερθεί σ' αυτόν: ο Αλέξης Ζορμπάς. Ένας άνθρωπος που έζησε και έδρασε στην πραγματικότητα και όχι μόνο μέσα από την πένα του σπουδαίου Έλληνα συγγραφέα Νίκου Καζαντζάκη -το αληθινό του όνομα ήταν Γιώργης.

Κείμενο-επιμέλεια ανάρτησης: Γιώτα Κοτσαύτη.

Πορτραίτο: Αθηνά Πετούλη.

 

«…Ας κάμουμε ό, τι μπορούμε να ζήσει λίγο ακόμα

ο εξαίσιος αυτός φαγάς,

πιοτής, δουλευταράς, γυναικάς κι αλήτης.

Η πιο πλατιά ψυχή, το πιο σίγουρο σώμα,

η πιο λεύτερη κραυγή που γνώρισα

στη ζωή μου…»
Ν.Κ.

 

Μία λογοτεχνική προσωπικότητα, «αναλλοίωτη και ανόθευτη» μέσα στο πέρασμα των χρόνων, «το σύμβολο του αυθόρμητου ανθρώπου, που ζει την κάθε στιγμή», υπήρξε ο Αλέξης Ζορμπάς.

Ο πολυτάραχος αυτός άντρας, που έκανε τον Καζαντζάκη να τον θαυμάσει, να τον αγαπήσει και να τον υμνήσει, δεν είναι ένας φανταστικός ήρωας. Είναι ένας άνθρωπος που έζησε στην πραγματικότητα –το αληθινό του όνομα ήταν Γιώργης.

 

Τόσο πολύ επηρέασε τον συγγραφέα ώστε, ανάμεσα στις τέσσερις προσωπικότητες που άφησαν «βαθύτερα αχνάρια» στην ψυχή του, περιλαμβάνει και τον Ζορμπά (οι άλλοι τρεις είναι ο Όμηρος, ο Μπέρξον και ο Νίτσε).

 

«Αν ήταν στον κόσμον όλο σήμερα να διάλεγα ένα ψυχικό οδηγό, “γκουρού” όπως τον λένε οι Ιντοί, “Γέροντα” όπως τόνε λένε οι καλόγεροι στο Αγιονόρος, σίγουρα θα διάλεγα τοΖορμπά.

 

Γιατί αυτός είχε ό,τι χρειάζεται ένας καλαμαράς για να σωθεί: την πρωτόγονη ματιά που αδράχνει ψηλάθεσαϊτευτά τη θροφή της τη δημιουργική, κάθε πρωί ανανεούμενη, αφέλεια, να βλέπει ακατάπαυστα για πρώτη φορά τα πάντα και να δίνει παρθενιά στα αιώνια καθημερινά στοιχεία -αγέρα,θάλασσα, φωτιά, γυναίκα, ψωμί’ τη σιγουράδα του χεριού, τη δροσεράδα της καρδιάς, την παλικαριά να κοροϊδεύει την ίδια του την ψυχή, σα να ‘χε μέσα του μια δύναμη ανώτερη από την ψυχή, και τέλος το άγριο γάργαρο γέλιο από βαθιά πηγή, βαθύτερη από το σπλάχνο του ανθρώπου, που ανατινάζουνταν απολυτρωτικό στις πιο κρίσιμες ώρες από το γέρικο στήθος του Ζορμπά’ ανατινάζουνταν και μπορούσε να γκρεμίσει, και γκρέμιζε, όλους τους φράχτες -ηθική, θρησκεία, πατρίδα- που άσκωσε γύρα του ο κακομοίρης ο φοβητσιάρης άνθρωπος για να κουτσοπορέψει ασφαλισμένα τη ζωούλα».

 

Ποιος ήταν όμως ο Αλέξης Ζορμπάς;

«Ένας γέρος, εξηνταπεντάρης, πανύψηλος (κρεμανταλάς), ξερακιανός, με βουλιαγμένα μάγουλα, χοντρή μασέλα, εξογκωμένα ζυγωματικά, ψαρά κατσαρωμένα μαλλιά, μάτια που σπίθιζαν».

 

«Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο ζάρες, σκαλισμένο, σαρακοτρυπημένο, σα να το ‘χαν φάει τα λιοβόρια κι οι βροχές».

Ένας άντρας παθιασμένος με το σαντούρι και τον χορό, με τις γυναίκες και τη ζωή, που, με την αυθεντική, ακατέργαστη προσωπικότητά του, έμαθε στον συγγραφέα «τι θα πει τέχνη, έρωτας της ομορφιάς, αγνότητα, πάθος…».

 

Λάτρης του σαντουριού.

«-Όταν έχω σεκλέτια ή όταν με ζορίσει  η φτώχεια, παίζω σαντούρι κι αλαφρώνω. Όταν παίζω, μου μιλούν και δεν ακούω’ κι αν ακούσω, δεν μπορώ να μιλήσω. Θέλω, θέλω, μα δεν μπορώ.

-Μα γιατί, Ζορμπά;

-Ε, σεβντάς!»

 

Από τους μεγαλύτερους λάτρεις του χορού.

«Ένας διάολος είναι μέσα μου και φωνάζει, και κάνω ό, τι μου πει. Κάθε που πάω να πλαντάξω, μου φωνάζει: Χόρεψε! Και χορεύω. Ξεπλαντάζω.»

«-Χορεύεις; με ρώτησε με λαχτάρα’ χορεύεις;

-Όχι.

-Όχι;!

Κρέμασε τα χέρια κατάπληχτος.

-Καλά, είπε σε λίγο’ τότε να χορέψω εγώ αφεντικό. Στάσου πιο πέρα, να μη σε αναποδογυρίσω. Χάι! Χάι!

Έδωσε ένα σάλτο, πετάχτηκε όξω από την παράγκα, πέταξε τα παπούτσια του, το σακάκι, το γιλέκο, ανασήκωσε τα πανταλόνια ως τα γόνατα, άρχισε να χορεύει. Το μούτρο του, μουντζαλωμένο ακόμα από το κάρβουνο, ήταν κατασκότεινο’ τα μάτια του γυάλιζαν κάτασπρα.

Χύθηκε στο χορό, χτυπούσε τα παλαμάκια, πηδούσε, στρουφογύριζε στον αγέρα, έπεφτε κάτω με λυγισμένα γόνατα κι αντιπηδούσε ανάερα καθιστός, σα λάστιχο. Άξαφνα τινάζουνταν πάλι αψηλά στον αγέρα, σα να το ‘χε βάλει πείσμα να νικήσει τους μεγάλους νόμους, να κάνει φτερά και να φύγει. Ένιωθες μέσα στο σαρακοφαγωμένο αυτό ταγαριασμένο κορμί την ψυχή να μάχεται να συνεπάρει τη σάρκα και να χυθεί μαζί της, αστροβολίδα, μέσα στο σκοτάδι. Τίναζε η ψυχή το κορμί, μα αυτό έπεφτε, δε βαστούσε πολλή ώρα στον αγέρα, το ξανατίναζε, ανήλεη, λίγο τώρα πιο αψηλά, μα πάλι το έρμο ξανάπεφτε αγκομαχώντας.»

 

Σοφός, χωρίς να έχει διαβάσει.

«Ο  άνθρωπος αυτός συλλογίστηκα, δεν πήγε στο σκολειό και το μυαλό του δε χάλασε. Είδε κι έκαμε κι έπαθε πολλά, άνοιξε ο νους του, η καρδιά του πλάτυνε χωρίς να χάσει την αρχέγονη παλικαριά της.»

 

Έξυπνος, δυνατός, ηγετικός.

«Σε άλλες, πρωτόγονες δημιουργικές εποχές, ο Ζορμπάς θα ‘ταν αρχηγός ράτσας, θα πήγαινε μπροστά και θ’ άνοιγε με το τσεκούρι δρόμο’ ή θα ‘ταν ξακουσμένος τροβαδούρος που θα γύριζε τους αρχοντικούς πύργους, και θα κρέμουνταν όλοι, αφεντικά και φαμεγιοί και κυράδες, από τα χοντρά του χείλια…»

 

Με μια καρδιά πληγωμένη, μα απέραντη.

«Είδες κάτι χιλιομπαλωμένα πανιά καραβιού, με κόκκινα, κίτρινα, μαύρα μπαλώματα, ραμμένα με χοντρό σπάγγο, που πια δεν ξεσκίζουνται και στις πιο μεγάλες φουρτούνες; Τέτοια η καρδιά μου. Χιλοτρυπημένη, χιλιομπαλωμένη, αέττητη.»

 

Με μια ψυχή που αφουγκράζεται και παρατηρεί με αγνότητα και αλήθεια, σαν παιδί.

«Σ’ ένα κατήφορο ο Ζορμπάς σκόνταψε σε μιαν πέτρα, κι η πέτρα άρχισε να κατρακυλάει και να φεύγει. Ο Ζορμπάς στάθηκε ξαφνιασμένος σα να ‘βλεπε πρώτη φορά στη ζωή του ένα τόσο καταπληχτικό θέαμα’ στράφηκε, με κοίταξε, και στα μάτια του διέκρινα ανάλαφρο τρόμο.

-Το ‘χεις προσέξει, αφεντικό; μου είπε στ τέλος’ οι πέτρες στον κατήφορο ζωντανεύουν.

Δε μίλησα, μα η χαρά μου ήταν πολλή. Όμοια οι μεγάλοι οραματιστές, όμοια οι μεγάλοι ποιητές, βλέπουν τα πάντα για πρώτη φορά. Κάθε φορά βλέπουν μπροστά τους καινούριο κόσμο’ δε βλέπουν καινούριο κόσμο, τον δημιουργούν.

Ο κόσμος ήταν για το Ζορμπά, όπως και για τους πρώτους ανθρώπους, όραμα πηχτό, τ’ αστέρια τον άγγιζαν, η θάλασσα σπούσε στα μελίγγια του, ζούσε, χωρίς την παραμορφωτική μεσολάβηση του λογικού, τα χώματα, τα νερά, τα ζώα, το Θεό.»

 

Μία προσωπικότητα σπάνια, μεγαλειώδης.

«Δεν μπορώ πια, αφεντικό, είπε, δεν μπορώ’ ή η γης πρέπει να μεγαλώσει ή εγώ να μικράνω’ αλλιώς είμαι χαμένος.»

Σίγουρα δεν είναι τυχαία η επιτυχία του βιβλίου «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά». Επιτυχία που σαφώς οφείλεται στην πένα του Νίκου Καζαντζάκη, μα και σε αυτήν την ιδιαίτερη, την ακατέργαστη προσωπικότητα του Ζορμπά. Πάνω από 580 ξένες εκδόσεις μετέφρασαν το βιβλίο, σε πάνω από 40 (!) γλώσσες διεθνώς!...

Ο Γιώργης Ζορμπάς άφησε την τελευταία του πνοή σε ένα χωριό των Σκοπίων, η μνήμη του όμως θα παραμένει ζωντανή για πάντα και θα συμβολίζει την γνήσια παλικαριά, την αυθεντικότητα και την αλήθεια…

«Έλα εδώ, δάσκαλε, μου ‘πε, έχω τον τάδε φίλο στην Ελλάδα’ άμα πεθάνω γράψε του πως πέθανα και πως, ως την τελευταία μου στιγμή, τα ‘χα σωστά τα μυαλά μου, τετρακόσια κα τον θυμόμουν. Και πως ό, τι κι αν έκανα, δεν το μετανιώνω. Και να ‘ναι καλά, να του πεις, και πως είναι καιρός πια να βάλει γνώση… Κι αν έρθει κανένας παπάς να με ξεμολοήσει και να με μεταλάβει, πες του να ξεκουμπιστεί να φύγει, και την κατάρα του να ‘χω! Έκαμα, έκαμα, έκαμα στη ζωή μου και πάλι λίγα έκαμα’ άνθρωποι σαν εμένα πρέπει να ζούνε χίλια χρόνια. Καληνύχτα!

Αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια’ κι ευτύς ανασηκώθηκε στα μαξιλάρια, πέταξε τα σεντόνια, έκαμε να τιναχτεί απάνω. Τρέξαμε να τον κρατήσουμε, η Λιούμπα, η γυναίκα του, εγώ και μερικοί χειροδύναμοι γειτόνοι’ μα αυτός μας πέταξε πέρα, κατέβηκε από το κρεβάτι, πήγε ως το παράθυρο. Κι εκεί, πιάστηκε από το περβάζι, κοίταξε πέρα, κατά τα βουνά, γούρλωσε τα μάτια κι άρχισε να γελάει κι ύστερα να χλιμιντρίζει σαν άλογο. Έτσι ολόρθο, με τα νύχια καρφωμένα στο παράθυρο, τον βρήκε ο θάνατος»

 

Για το BookTour, Γιώτα Κοτσαύτη.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

 

 

Στο βιβλίο Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά περιγράφεται η γνωριμία και το χρονικό της φιλίας του Καζαντζάκη και του Ζορμπά, καθώς και τα περιστατικά που διαδραματίστηκαν κατά τη συνεργασία των δύο προσώπων όταν οργάνωσαν την επιχείρηση λιγνίτη στην Πραστοβά της Μάνης.

Η πλοκή του μυθιστορήματος διαδραματίζεται στην Κρήτη ενώ αντίστοιχα ο πραγματικός Γιώργης Ζορμπάς μεταμορφώνεται στο μυθοπλαστικό πρόσωπο του Αλέξη Ζορμπά. Η ιστορία ξεκινά τη στιγμή που συναντιούνται στον Πειραιά οι δύο βασικοί ήρωες του βιβλίου: ο Συγγραφέας και ο Ζορμπάς. Ο Συγγραφέας, αφού εντυπωσιάστηκε με τον αντισυμβατικό χαρακτήρα του Ζορμπά και το διαρκώς φιλοσοφούμενο πάθος του για τη ζωή, αποφασίζει να τον προσλάβει στην επιχείρηση ως επιστάτη. Στην Κρήτη, εγκαθίστανται στο ξενοδοχείο της Μαντάμ Ορτάνς, μιας ξεπεσμένης σαντέζας, που δεν αργεί να γίνει η ερωμένη του Ζορμπά, μια από τις πολλές γυναίκες της πολυτάραχης ζωής του.

Σημαντικός κορμός του μυθιστορήματος είναι οι συζητήσεις των δύο φίλων κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους στο λιγνιτωρυχείο το οποίο αποδεικνύεται ένα προσχηματικό συγγραφικό κατασκεύασμα. Ο Συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται διόλου για επιχειρήσεις και κέρδη, αλλά μοναδική του έγνοια είναι η αέναη αναζήτηση απαντήσεων στα φιλοσοφικά ερωτήματα που τον τυραννούν. Ο Ζορμπάς με την εμπειρία του βίου του και την απλή λογική του προσπαθεί να του αποδείξει ότι οι απαντήσεις που βασανίζουν τον συγγραφέα δεν βρίσκονται ούτε στην περίπλοκη λογική σκέψη ούτε στα βιβλία, αλλά μέσα στην ίδια τη ζωή· οι απαντήσεις των φιλοσοφικών ερωτημάτων αποκαλύπτονται πηγαία, αρκεί κανείς να βιώνει την κάθε στιγμή της ζωής με ειλικρινές πάθος, απαλλαγμένος από οποιεσδήποτε ελπίδες, εμμονές και προσδοκίες. 

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Εκδόσεις Έθνος

 

...

Κάθε μήνα η συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη σκιαγραφεί έναν λογοτεχνικό ήρωα και η ζωγράφος-εικονογράφος Αθηνά Πετούλη  φτιάχνει το πορτραίτο του.

Οι παρατηρήσεις και οι προτάσεις είναι ευπρόσδεκτες στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις:

yotakotsafti1@yahoo.gr

athina_pk@hotmail.com



Διαβάστε περισσότερα: http://book-tour.webnode.gr/news/%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B7%CF%82-%CE%B6%CE%BF%CF%81%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%82-%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82-/#.VFSvkmFwOnY.facebook


- Στείλε Σχόλιο


01 Οκτωβρίου 2014, 14:16
Πορτραίτα λογοτεχνικών ηρώων-Στέλλα Βιολάντη
Book Tour  

Νέα στήλη, στο περιοδικό Book-Tour!

Άλλη μία συνεργασία με τη χαρισματική ζωγράφο-εικονογράφο Athina Petouli!

"Πορτραίτα λογοτεχνικών ηρώων".

Ξεκινάμε με τη Στέλλα Βιολάντη, μία ηρωίδα του Γρηγόριου Ξενόπουλου, σύμβολο της αιώνιας αγάπης.

...

«Ω Συ! Που χωρίς να το νιώθεις, εγέμισες τη ζωή μου ολάκερη

με το βαθύτερο πόνο, δέξου από τα σπαραγμένα βάθη τα

της καρδιάς μου, πολυαγαπημένη μου, ένα φιλί αληθινό,

ένα φιλί αθάνατο,  από ‘κείνα που μόνο μια πονεμένη αγάπη,

σαν τη δική μου, μπορεί να δώσει»

 

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος υπήρξε ένας από τους πιο πολυγραφότατους Έλληνες συγγραφείς. Οι πρωταγωνιστές των βιβλίων του δημιούργησαν έντονα συναισθήματα. Παγιώθηκαν, έγιναν σύμβολα.

Ένα τέτοιο σύμβολο, της αιώνιας αγάπης, υπήρξε η Στέλλα Βιολάντη. Μια τραγική ηρωίδα, που «επροτίμησε ν΄ αρνηθεί τη ζωή της παρά της Αγάπη της».

Μία κοπέλα, μετά τα είκοσι, πανέμορφη, «άνθος μέσα στο άνθος των λαμπρών ζακυνθίων παρθένων» που «είχε την κάτασπρη, τη γαλατένια σάρκα του κρίνου’ κι αλήθεια, ήταν περισσότερο λουλούδι, παρά άνθρωπος το δροσερό και λευκό αυτό πλάσμα, με τα μαύρα μάτια τα χαριτοβλέφαρα».

Η Στέλλα Βιολάντη είναι μία περιζήτητη νέα, όμορφη, φρόνιμη, πλούσια, από «καλή» οικογένεια, που έκανε το λάθος, όχι να ερωτευτεί, αλλά να εμπιστευτεί έναν ακατάλληλο άνθρωπο, τον Χρηστάκη Ζαμάνο, που «δεν ήταν ο πιο όμορφος, ούτε ο πιο πλούσιος. Σου είχε όμως μια γλύκα ο μασκαράς! Το γέλιο του μάλιστα –ένα χαμόγελο παιδικό, γεμάτο καλοσύνη κι αθωότητα- έσταζε μέλι και κατακτούσε τον κόσμο. Τον αγαπούσαν όλοι, χωρίς να ρωτά κανείς τι ήταν από μέσα. Οι τσέπες του χαϊδεμένου ήσαν πάντα γεμάτες ραβασάκια».

Μόνο  η Στέλλα τον κοιτάζει αρχικά αδιάφορα. Σοβαρή και αξιοπρεπής ξαφνιάζει τον νεαρό καρδιοκατακτητή, που, επηρεασμένος από την περιφρόνησή της, χρησιμοποιεί κάθε μέσο για να την προσελκύσει. Μετά από καιρό, της στέλνει ένα γράμμα. Κι αυτό είναι η αρχή του τέλους της…

«Όλη εκείνη η αδιαφορία, που αισθάνετο από υπερηφάνεια, όταν άκουγε τα ερωτικά του άθλα, όταν έβλεπε ότι τον ήθελαν όλες, εχάθη, μόλις ενόησε κι επίστεψε αργά ότι ο Χρηστάκης αυτή επροτιμούσε. Κι αυτή η ίδια η υπερηφάνεια την έκανε τώρα ν’ ανταποκριθεί με προθυμία, να τον αφήσει να ενσαρκώσει τους πόθους της –να τον αγαπήσει».

Ούτε που φανταζόταν αυτά που την περίμεναν όταν του έγραψε το πρώτο και το τελευταίο λιγόλογο ερωτικό γράμμα της:

«Ναι, Χρηστάκη μου, σ’ αγαπώ κι εγώ, σ’ αγαπώ όσο δεν φαντάζεσαι, όσο δεν μπορείς να φαντασθείς, Είμαι δική σου. Αγάπα με. Η Στέλλα σου».

Ο επίδοξος γαμπρός, κολακευμένος -εκτός από την ομορφιά και την χάρη υπάρχει και μία διόλου αδιάφορη προίκα «εκατό χιλιάδες το λιγότερο», όπως τον πληροφορεί ο Άγγλος συνάδελφός του- δεν χάνει ευκαιρία. Γράφει αμέσως  στον πατέρα της και ζητά το χέρι της.

Μία κίνηση επιπόλαιη, που θα προκαλέσει την οργή του σκληρόκαρδου κι εγωιστή Παναγή Βιολάντη, που «ήξερε να φορεί την προσωπίδα του καλού, και για τέτοιον τον είχε ο κόσμος’ κατά βάθος όμως δεν υπήρχε στη χώρα πιο απότομος άνθρωπος. Σίδερο τυλιγμένο με μπαμπάκι ο χαρακτήρας του’ κι έφτανε να έλθεις σε κάπως πιο στενότερη συνάφεια μαζί του για να αισθανθείς όλη του την τραχύτητα».

Από τη στιγμή αυτή ξεκινούν τα μαρτύρια της Στέλλας, παρόλο που ο Χρηστάκης, με τον πρώτο εκφοβισμό του Βιολάντη, παραδίνει αμέσως το γράμμα της κοπέλας την ξεχνάει και την αντικαθιστά χωρίς καμία δυσκολία…Στην αρχή νιώθει λίγο φόβο, όμως μόνο για τον εαυτό του. «Δεν ήξερε ότι άλλος δεν είχε να υποφέρει από αυτή την ιστορία, παρά η Στέλλα, αχ, η δυστυχισμένη η Στέλλα!...».

Εκφοβισμός, απομόνωση, ψυχική και σωματική κακοποίηση από πατέρα και αδερφό. Ψέματα για δήθεν ασθένεια στις μικρότερες κόρες και στον κόσμο.Πλήρης υποταγή της άβουλης και αδιάφορης μητέρας στη θέληση του άντρα της. Μόνο η θεία Νιόνια τολμά να δείξει συμπόνια, συμπάθεια στο τραγικό πλάσμα, όμως μόνο για λίγο, καθώς απειλείται κι αυτή από τον άκαρδο Παναγή.

Κι όμως, η κοπέλα, όσο κι αν βασανίζεται, παραμένει περήφανη, αλύγιστη, σταθερή στον έρωτα που υποσχέθηκε.

«…τον εαυτό μου τον κάνω ό, τι θέλω…. Μπορώ να κόψω τώρα το χέρι μου και να το πετάξω από το παράθυρο; Ε, ορίζω τον εαυτό μου. Ο πατέρας μου τίποτα δεν μπορεί να με κάμει. Πως θα με δείρει; Πως θα με κλείσει; Πως θα με σκοτώσει; Τι με τούτο; Πάλι εγώ κάνω ό, τι θέλω -τον εαυτό μου- και σα δε θέλω εγώ, άλλον άνθρωπο δεν παίρνω. Όχι’ ποτέ δε θα με δώσει όποιον θέλει εκείνος. Σας το λέω για να το ξέρετε μια για πάντα, γιατί δεν θα τον ξαναπώ: Ή το Χρηστάκη ή κανένα…»

Τη κρίμα που ο Χρηστάκης είναι ανάξιος για να δεχτεί αυτή την αληθινή, χειμαρρώδη αγάπη…

Εκείνη φυλακισμένη στη σοφίτα της διαβάζει και ξαναδιαβάζει το γράμμα του –η μόνη της παρηγοριά… «το έσφιγγε σα θησαυρό, και το έβγαζε για να το φιλήσει χίλιες φορές την ημέρα…»

Ώσπου στα αυτιά του Παναγή Βιολάντη φτάνει η είδηση: «Ο Χρηστάκης ο Ζαμάνος τα έφτιασε, λέει, με τη θυγατέρα του κόντε-Μαρκότση, την έκλεψε, μάτια μου, εψές το βράδυ, και από δω παν κι οι άλλοι!...».

Ενθουσιασμένος, τρέχει ανυπόμονος στη Στέλλα, να της μεταφέρει τα μαντάτα. Δυο δυο ανεβαίνει τα σκαλιά της σοφίτας-φυλακής. «Η χαρά του ήταν άγρια, εκδικητική χαρά κι εφαντάζετο με απερίγραπτη ευφροσύνη ικανοποιήσεως όλον τον σπαραγμό, όλην την ταπείνωση, όλον τον εξευτελισμό που θα εδοκίμαζε η ερωτευμένη και υπερήφανη Στέλλα».

Ευτυχώς η κοπέλα σβήνει πριν μάθει την αλήθεια… «Ναι’ ο Θεός ελυπήθη τη Στέλλα, και την ελύτρωσε από την είδηση που της έφερε σήμερα ο πατέρας της». Ούτε η αδιαφορία και η προδοσία του «αγαπημένου» της, ούτε η σκληρότητα και η υποκρισία της οικογένειάς της είναι σε θέση πια να την αγγίξουν…

Για το Book Tour, Γιώτα Κοτσαύτη.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

 

 

«Μια καλοκαιρινή βαρκάδα και μια ερωτική επιστολή ήταν αρκετά για να αποκαλυφτούν τα καλά κρυμμένα από καιρό συναισθήματα που έτρεφαν μεταξύ τους η Στέλλα Βιολάντη και ο Χρηστάκης Ζαμάνος. Εκείνη όμορφη, περήφανη, ξεχωριστή προσωπικότητα από πλούσια οικογένεια. Εκείνος, γοητευτικός και περιζήτητος, εργαζόταν στο Αγγλικό Τυπογραφείο της περιοχής. Κανείς τους δε σκέφτηκε ότι η αγάπη τους έπρεπε να δοκιμαστεί. Έτσι όταν η Στέλλα Βιολάντη έγραφε τη φράση «Σ’ αγαπώ» πάνω σε μια κόλλα χαρτιού, με μια μαργαρίτα στην κόχη δεν μπορούσε να φανταστεί ότι χάραζε την αιώνια καταδίκη της. Μια καταδίκη που την όρισε ο ίδιος ο πατέρας της, ο Παναγής Βιολάντης.

Ένα κοινωνικό κατεστημένο των αρχών του 20ού αιώνα έδωσε στον Ξενόπουλο την αφορμή να πλάσει μια ξεχωριστή ηρωίδα που εξυψώνεται στα όρια του ιδανικού, αποτελώντας πρότυπο μιας άλλης καλύτερης ζωής, διαφορετικής απ’ αυτή που ζούνε, την άπνοη και τετριμμένη, όλοι οι γύρω.»

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ, Στέλλα Βιολάντη, Εκδόσεις Αδελφοί Βλάσση 

 

Κάθε μήνα η συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη σκιαγραφεί έναν λογοτεχνικό ήρωα και η ζωγράφος-εικονογράφος Αθηνά Πετούλη φτιάχνει το πορτραίτο του.

Οι παρατηρήσεις και οι προτάσεις είναι ευπρόσδεκτες στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις:

yotakotsafti1@yahoo.gr

athina_pk@hotmail.com

 ...

Περισσότερα εδώ:

http://book-tour.webnode.gr/news/%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B1-%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B7-%CE%B3%CF%81%CE%B7%CE%B3%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%BE%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82/

 


- Στείλε Σχόλιο


24 Σεπτεμβρίου 2014, 21:17
Book Tour
Book Tour  

Μια νέα λογοτεχνική παρέα ξεκινάει το ταξίδι της με όρεξη και αγάπη για τη λογοτεχνία και τις τέχνες γενικότερα.

Book Tour: περιήγηση στη Χώρα του Βιβλίου!

Θα είμαι και εγώ εκεί και θα τα λέμε με θέματα και κείμενά μου.

Για κοπιάστε!

https://www.facebook.com/pages/Book-Tour/263918170484181

http://book-tour.webnode.gr/news/%CE%BB%CE%AF%CE%B3%CE%B1-%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7-%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B1-/

 

 


2 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Συγγραφέας
yokor
ΓΙΩΤΑ
ΝΗΠΙΑΓΩΓΟΣ εν ανεργία, ΜΑΜΑ εν ενεργεία, φοιτήτρια μεταπτυχιακού τμήματος δημιουργικής γραφής ΕΑΠ
από ΦΛΩΡΙΝΑ



Περί Blog
blogs.musicheaven.gr/yokor

...Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε. Κι έχουμε για κατάρτι μας βιγλάτορα παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!






Ηλιαχτίδες

Προωθήστε κι εσείς τη σελίδα σας






Tags

... 25η Μαρτίου 28η Οκτωβρίου :( :) Book Tour E-book Sugar Mama Άνευ Άχρηστες γνώσεις και χρήσιμες πληροφορίες Αγαπημένες ιστοσελίδες Αγαπημένες Φράσεις Αινίγματα Αλέκος Παναγούλης Αλληλεγγύη Ανθρωπιά Αν είναι να μιλήσει κάποιος ας πει για την αγάπη Αναμνήσεις Αναστασία Ιουστίνη Ανθολογία πεζού ποιήματος Ανθρωπιά Ανθρωπιά Αλληλεγγύη Ανθρωπιά-Αλληλεγγύη Από άλλα ιστολόγια Από άλλες σελίδες Από αρχείο περιοδικών-εφημερίδων Από τα (παλιά) Ανθολόγια του δημοτικού Από τα (παλιά)Ανθολόγια του δημοτικού Από τη λαϊκή μας παράδοση Αποσπάσματα από βιβλία ΑΣΕΠ Βιβλία Βιβλία μας Βιβλίο Βιβλιοθήκη Γιάννης Ρίτσος Γιορτή της μητέρας Γιώτα Γραμματική της φαντασίας Γραφή Γρηγόριος Ξενόπουλος Διηγήματα Διηγήματα και ιστορίες Δικό μου Εαρινή Ισημερία Εικαστικά Εκδόσεις Αλάτι Έλληνες ποιητές Ελληνίδες ποιήτριες Ελληνική λογοτεχνία Ελληνική Λογοτεχνία Ένα κείμενο μία εικόνα Ένα κείμενο μία εικόνα Ενδοσχολική βία Σχολικός εκφοβισμός Επέτειος 17ης Νοεμβρίου Επέτειος Πολυτεχνείου Επικαιρότητα Εργασία και χαρά Εργαστήριο συγγραφής Εργαστήριο Συγγραφής Αλάτι Εργαστήριο συγγραφής-εκδόσεις Αλάτι Ευχάριστα :) Ευχάριστα :) Ευχές Η Σοφία των Λαών Η χρονιά των παραμυθιών Ηλιαχτίδες Ηλιαχτιδογενέθλια Ημερολόγια Θρησκευτικές γιορτές Ιστορίες Μπονζάι Ιστορίες να σκεφτείς Καλικάντζαροι Καλωσόρισμα! Κόκκινη κλωστή δεμένη... Κόκκινη κλωστή δεμένη... Κόκκινη κλωστή δεμένη… Κυρά-Σαρακοστή Λαογραφία Λεξικό εννοιών Λογοτεχνικά είδη Μαγικά! Μάρτης Μαρτίνγκες Μεγάλες προσωπικότητες Μενέλαος Λουντέμης Μια μαγική βραδιά! Μικροδιήγημα Μικρός Πρίγκιπας Μουσικές επιλογές... Μπομπιροκαταστάσεις Μυθολογία Μυθολογία και ζωγραφική Ξένες ποιήτριες Ξένη λογοτεχνία Ξένη Λογοτεχνία Ξένη πεζογραφία Ξένοι ποιητές Οδυσσέας Ελύτης Οικογενειακές υποθέσεις :P Όνειρα Παγκόσμια Ημέρα Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Αναπηρίες Παγκόσμια Ημέρα Παιδικου Βιβλίου Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης Παιδαγωγικά Παιδικά βιβλία Παιδική λογοτεχνία Παναγιώτα Χρυσοβαλάντω Πανελλήνια Ημέρα κατά της Σχολικής Βιας και του Εκφοβισμού Παραδοσιακά παιχνίδια παρελθόν παραμύθι Παράξενα και όμορφα Πασκόσμια Ημέρα Βιβλίου Πάσχα Περί παραμυθιών περιοδικό Πλανόδιον Ποίηματα Ποίηση Ποιητικές συλλογές Πορτραίτα λογοτεχνικών ηρώων Προσευχή Προσωπικά Πρωτομαγιά Πρωτομηνιά Πρωτομηνιά Αλλαγή εποχής Πρωτομηνιά-αλλαγή εποχής Πρωτοχρονιά Σκέψεις Σκέψεις... Σπουδαίοι Άνθρωποι Σπουδαίοι άνθρωποι Σχολείο Τα βιβλία μας Τα βιβλία μου Τα κακά τα στραβά και τα ανάποδα Τα παιδία παίζει Τζάνι Ροντάρι Τι να μας πουν κι οι ποιητές... Το πoίημα της εβδομάδας Το ποίημα της εβδομάδας Το ποιήμα της εβδομάδας Το ποίημα της εβδομάδας Παγκόσμια Ημέρα Τρελά κι αγαπησιάρικα Φιλόσοφοι Φλωρινιώτικα Φτιάξε ένα παραμύθι Χαϊκού Χιόνι Χριστούγεννα Χωρίς μουσική η ζωή θα ήταν ένα σφάλμα... Χωρίς μουσική η ζωή θα ήταν ένα σφάλμα…




Επίσημοι αναγνώστες (25)
Τα παρακάτω μέλη ενημερώνονται κάθε φορά που ανανεώνεται το blogΓίνε επίσημος αναγνώστης!


Πρόσφατα...


Δημοφιλέστερα...




Αρχείο...


Φιλικά Blogs


    Links







    Ανάπτυξη MusicHeaven.gr, Hosting interTEN Όροι Χρήσης