αρχική σελίδα MusicHeaven κεντρική σελίδα του blog περισσότερα Blogs

Home
Ηλιαχτίδες
Όπου μαυρίλα κλώθεται και γνέθεται./Ήλιοι μικροί γενείτε κι όλο αλέθετε.
31 Δεκεμβρίου 2013, 16:37
Η Χρονιά του Μικρού Πρίγκιπα
Μικρός Πρίγκιπας  

Πάει κι αυτή η χρονιά!

Η Χρονιά του Μικρού Πρίγκιπα.

Αυτός ήταν ο στόχος και η πρόκληση που είχα βάλει για τον εαυτό μου το 2013.

Είχα υποσχεθεί ότι την τελευταία μέρα του θα κάνω τον απολογισμό.

Ε, λοιπόν, να ‘μαι.

Και, όχι, δεν είμαι ευχαριστημένη. Παρόλο που μελέτησα το βιβλίο, που βρήκα κάποιες πληροφορίες, που έκανα κάποια μικροπριγκιπένια δώρα, όχι δεν έχω σήμερα το αποτέλεσμα που θα ήθελα.

Τουλάχιστον, βέβαια, έμαθα κάποια παραπάνω πράγματα για τον συγγραφέα του βιβλίου, τον αγαπημένο Αντουάν ντε Σαιν Εξυπερύ και αυτά θα μοιραστώ σήμερα, τελευταία μέρα του χρόνου μαζί σας.

...............................

Ο Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ γεννήθηκε το 1900 στη Λυών της Γαλλίας. Είχε δύο αδερφές και έναν αδερφό. Ο μπαμπάς του, από τον οποίο κληρονόμησε τον τίτλο του κόμη, πέθανε πολύ νέος. Έτσι, ο νεαρός Αντουάν, που φώναζαν Βασιλιά Ήλιο επειδή είχε μακριά ξανθά μαλλιά, μεγάλωνε σε έναν πύργο μαζί με τη μητέρα και τα αδέρφια του. Τα χρόνια περνούσαν ξέγνοιαστα και ευτυχισμένα. Μέχρι το 1909 που πρωτοπήγε στο σχολείο. Ακατάστατος και αφηρημένος δεχόταν συνεχείς τιμωρίες από τους δασκάλους του, κάτι που του ήταν δυσβάσταχτο.

Από παιδί λάτρευε ήταν τα αεροπλάνα. Κοντά στο κάστρο τους υπήρχε ένα αεροδρόμιο και ο Αντουάν πήγαινε εκεί στα κρυφά και παρακολουθούσε τους πιλότους και τους μηχανικούς.  Στα 12 του χρόνια, και, αφού είχε αποκτήσει φιλικές σχέσεις με τους περισσότερους εργαζόμενους, κάποιος του πρότεινε να κάνουν μία βόλτα με το αεροπλάνο. Αυτή η πτήση τον σημάδεψε και τον ακολούθησε σε όλη του τη ζωή!

Οι τιμωρίες στο σχολείο συνεχίζονταν, οι συμμαθητές του τον κορόιδευαν (του είχαν δώσει το παρατσούκλι «Μισοφεγγαρομύτη», γιατί η μύτη του γύριζε προς τα πάνω), όμως η φαντασία του και η συνήθειά του να γράφει ιστορίες του έδωσαν ένα βραβείο στον σχολικό διαγωνισμό έκθεσης. Οι συμμαθητές έπαψαν να τον περιγελούν και, μάλιστα, ένας από αυτούς του έλεγε ότι θα πετύχαινε σαν συγγραφέας. Έτσι ο καιρός περνούσε κάπως καλύτερα, ως τη στιγμή που ο αδερφός του, ο Φρανσουά, αρρώστησε και πέθανε.  Κλείστηκε στον εαυτό του και η χαρά των τελευταίων ετών μετατράπηκε σε μελαγχολία.

Το 1917 τελείωσε το Γυμνάσιο και, για να μην στεναχωρήσει τη μητέρα του, παρόλο που ήθελε να γίνει πιλότος, αποφάσισε να πάει στη Ναυτική Σχολή.  Μετά από τρία χρόνια προετοιμασίας, απέτυχε εν τέλει να εισαχθεί στην Σχολή. Άσχημη ψυχρολουσία!

Στη συνέχεια έδωσε εξετάσεις και πέρασε στην Αρχιτεκτονική. Εκεί γνώρισε τη Λουίζ, που ήταν η πρώτη του αγάπη.

Το 1921 οι σπουδές του διακόπηκαν λόγω του πολέμου. Τυχαία πήγε στην Αεροπορία, όμως προς μεγάλη του απογοήτευση ως μηχανικός.  Επιδιόρθωσε πολλές μηχανές μαθαίνοντας πως λειτουργούσαν. Για να καταφέρει να πραγματοποίησει το μεγαλύτερό του όνειρο, που ήταν να πιλοτάρει, αποφάσισε να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα χειρισμού αερόσκαφους. Επειδή όμως ήταν πολύ ακριβά αναγκάστηκε να κάνει αιματηρή οικονομία, στερήθηκε ακόμα και το φαγητό (το αντικατέστησε με καφέ και φρυγανιές), κυκλοφορούσε με σκισμένα παπούτσια και παλιό πανωφόρι, όλοι πίστευαν ότι είχε τρελαθεί, κι όμως! Ο σμηναγός πρόσεξε τις προσπάθειές του και ο τίτλος του πολιτικού πιλότου του δόθηκε πολύ νωρίτερα απ’  όσο υπολόγιζε. Η πρώτη του αποστολή ήταν στην βόρεια Αφρική. Όμως τη χαρά του διαδέχτηκαν απανωτές ατυχίες: είχε ένα σοβαρό ατύχημα, χώρισε με την Λουίζ, απολύθηκε από το στρατό και δεν κατάφερε να στεριώσει σε καμία δουλειά. Η μόνη του παρηγορία: το γράψιμο. Αφού δεν μπορούσε να γίνει πιλότος αποφάσισε να γίνει συγγραφέας!

Κι όμως, κάτι αναπάντεχο του άλλαξε και πάλι τα σχέδια! Το 1926 τον προσέλαβαν σε μία από τις πιο γνωστές αερογραμμές της Γαλλίας ως πιλότο, που θα μετέφερε την αλληλογραφία Παρισιού-Ντακάρ!

18 μήνες στην βόρεια Αφρική αποφάσισε και πάλι να βυθιστεί στο γράψιμο.  Σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, περιτριγυρισμένος από αμμόλοφους, έγραψε το πρώτο του μυθιστόρημα, το Ταχυδρομείο του Νότου. Εκεί, όπου οι περισσότεροι πιλότοι γίνονταν ακοινώνητοι, ο ίδιος ήταν ανοιχτός με όλους και έτσι κατάφερε να κάνει πολλούς φίλους Ισπανούς, Γάλλους και Άραβες . Ακόμα και τα ζώα τον πλησίαζαν χωρίς φόβο. Μάλιστα κατάφερε να εξημερώσει μέχρι έναν χαμαιλέοντα και να τον ανεβάσει στο αεροπλάνο του.

Η επιτυχία του στη βόρεια Αφρική έκανε τους εργοδότες του να τον εμπιστευτούν και του έδωσαν τη θέση του διευθυντή στην Αργεντινή. Εκείνη την περίοδο ξεκίνησε το δεύτερο μυθιστόρημά του, τη Νυχτερινή Πτήση.

Το 1931, το όνομά του ήταν ήδη διάσημο τόσο για την δουλειά του, όσο και για τα μυθιστορήματά του. Ήταν τότε που ένιωσε την ανάγκη να παντρευτεί. Η σύζυγός του ονομαζόταν Κονσουέλο. Ο γάμος όμως και το πιλοτάρισμα δεν συνδυάζονταν καλά. Για να αντισταθμίσει την απουσία του, που ήταν απαραίτητη εξαιτίας της δουλειά τους, κάθε φορά που επέστρεφε από ένα ταξίδι έφερνε στη γυναίκα του και ένα ζωάκι. Λίγο μετά το γάμο του, το βιβλίο Νυχτερινή Πτήση κέρδισε ένα σημαντικό βραβείο, που τον έκανε πασίγνωστο.

Η καριέρα του απογειωνόταν όλο και περισσότερο, όταν στα 35 είχε ένα σοβαρό ατύχημα στο αεροπλάνο του και βρέθηκε, μαζί με τον μηχανικό του, χαμένος στην έρημο. Μια αλεπού αναπτέρωσε τις ελπίδες τους, όμως η έλλειψη νερού παραλίγο να τους στοιχίσει τη ζωή. Τελικά τους έσωσε ένας Άραβας. Όλα αυτά έγιναν αφορμή για το τρίτο του μυθιστόρημα, Γη των ανθρώπων.

Τα χρόνια περνούσαν, οι εξελίξεις έτρεχαν, όλη η Ευρώπη άρχισε σιγά σιγά να γονατίζει μπροστά στον Χίτλερ. Ο Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ αυτό το διάστημα βρέθηκε μόνος και θλιμμένος στις ΗΠΑ, που καλοδέχονταν όσους προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τον Χίτλερ. Μέσα σ’  αυτή την ατμόσφαιρα εξορίας άρχισε να γράφει το Μικρό Πρίγκιπα.

Το 1943 εκδόθηκε το αγαπημένο βιβλίο. Πολλοί τον ρωτούσαν αν ο πιλότος ήταν εκείνος. Άλλοι αν ήταν το παιδί. Κάποιοι νόμισαν πω το τριαντάφυλλο ήταν η Κονσουέλο. Ένα είναι σίγουρο. Πως ο Μικρός Πρίγκιπας κατέκτησε τις καρδιές μικρών και μεγάλων και έγινε ένα από τα πιο αγαπημένα βιβλία όλων των εποχών!

Λίγο πριν κλείσει τα 43 οι συνέπειες του πολέμου ήταν καταστροφικές. Παρόλο που, εξαιτίας των πολλών ατυχημάτων ήταν επικίνδυνο να πιλοτάρει, αποφάσισε να καταταγεί στην αεροπορία, δεν ήθελε με τίποτα να μείνει αδρανής μπροστά στην πορεία των γεγονότων.

Ήταν 31 Ιουλίου του 1944. Η τελευταία του αποστολή.

Ο Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ εξαφανίστηκε πετώντας πάνω από τη Μεσόγειο…

«Στο δρόμο προς για τ’ αστέρια»

…Κάποιοι πιστεύουν ότι έφυγα σαν τον μικρό πρίγκιπα, σ΄ ένα μακρινό πλανήτη, όπου με περίμενε ένα τριαντάφυλλο. Ότι χάθηκα στην άμμο ή ενώθηκα παντοτινά με τη θάλασσα. Κάποιοι πιστεύουν ότι είμαι ακόμα ζωντανός, ότι ένα θαύμα μου επέτρεψε να ζήσω σε κάποιον μακρινό τόπο αυτού του κόσμου. Και ότι τώρα είμαι ένας γέρος που καθισμένος στον ήλιο βλέπει να περνούν σύγχρονα αεροπλάνα. Ότι χαμογελάω βλέποντας αυτές τις τόσο ασφαλείς μεγάλες μηχανές και ότι νιώθω ικανοποιημένος που συνέβαλα στο να γραφτεί ένα συναρπαστικό κεφάλαιο στην ιστορία της αεροπλοΐας…

Μεριτσέλ Μαρτί-Βαλεντί Γκουμπιάνας, Με λένε... Σαιντ-Εξυπερύ, εκδόσεις Καστανιώτη.

………………

«Τίποτα δεν είναι αδύνατον για μια καρδιά που αγαπάει τη ζωή…»

Αντουάν Ντε Σαιντ Εξυπερύ

Το 2013, τη Χρονιά του Μικρού Πρίγκιπα, μπορεί να μην ήταν όλα ρόδινα (το αντίθετο μάλιστα), όμως με έφεραν ένα βήμα πιο κοντά στο δικό μου όνειρο! Το παιδικό βιβλίο!

Εύχομαι ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ σε όλους, με πολλά όνειρα που θα πραγματοποιηθούν! Βάλτε στόχους, αρχίστε να τους πραγματοποιείτε! (Πού θα είναι αφιερωμένο το 2014 θα το μάθετε αύριο!)

Επίσης,ευχαριστώ πάρα πολύ τους αγαπητούς μου διαδικτυακούς φίλους για τις 160.000+ επισκέψεις τους στις Ηλιαχτίδες μου το 2013 και εύχομαι στον καθένα ξεχωριστά ό, τι επιθυμεί να γίνει πραγματικότητα!

 

Άλλες σχετικές αναρτήσεις:

http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Blog&file=page&op=viewPost&pid=33489

http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Blog&file=page&op=viewPost&pid=33502

http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Blog&file=page&op=viewPost&pid=33540

http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Blog&file=page&op=viewPost&pid=33621

http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Blog&file=page&op=viewPost&pid=33666

http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Blog&file=page&op=viewPost&pid=34839

 

 


- Στείλε Σχόλιο


30 Δεκεμβρίου 2013, 10:57
Η χρονιά που πέρασε
Το ποίημα της εβδομάδας  

Λες και δεν πέρασε ποτέ

η χρονιά η περσινή.

Φαντάζει κιόλας μακρινή.

 

Έμεινε μόνο ένα φύλλο

στο ημερολόγιο του τοίχου,

όπως μέσα στην οθόνη μένει

η σκηνή η τελευταία,

όπου γράφεται το «τέλος»

με μικρά ή κεφαλαία.

 

Θέλω τον καινούριο χρόνο

φωτεινό κι αστραφτερό,

σαν αφόρετα παπούτσια,

σαν κολλαριστό φουρό.

 

Τα φετινά παπούτσια…

πού θα με πάνε αλήθεια;

Ουφ, φτάνουν οι ερωτήσεις:

δρόμος μεγάλος, ανοιχτός

είν’ μόνο αυτός που πάει εμπρός!

 

ΤΖΑΝΙ ΡΟΝΤΑΡΙ, Χαρούμενα μαγικά Χριστούγεννα, εκδόσεις Μεταίχμιο.

 

Καλή εβδομάδα. Άντε να δούμε και το 2014…


- Στείλε Σχόλιο


26 Δεκεμβρίου 2013, 13:39
Παράκληση στον Αϊ-Βασίλη
Χριστούγεννα  

Όπως κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, ας ξαναθυμηθούμε ένα υπέροχο παραμύθι…

……………………………

Ο πατέρας έντυσε με τα καλά του ρουχαλάκια τον Αρτέμη, τον πήρε από το χεράκι και πήγαν στο μαιευτήριο. Θα έβλεπε ύστερα από μια βδομάδα τη μαμά του΄ είχε πάει σ’  αυτό το..πώς το λένε...το Μαιευτήριο, να γεννήσει την αδελφούλα του.

Ο Αρτέμης ήτανε μουτρωμένος.

-Τη μαμά και το αδερφάκι σου πάμε να πάρουμε. Γιατί κατέβασες τα μούτρα σου;, τον μάλωσε ο πατέρας.

Δεν ήθελε να το πει, αλλά ήταν πολύ στεναχωρημένος. Ζήλευε. Φοβόταν ότι η μαμά του θα αγαπούσε περισσότερο το μωρό. Γι’ αυτό.

Όταν έσπρωξαν την πόρτα του δωματίου της μαμάς του στην κλινική, την είδαν να κρατά στην αγκαλιά της το μωρό και να το παρατηρεί σκεφτική. Άπλωσε τα χέρια του, έτρεξε προς το κρεβάτι της, ακούμπησε το κεφαλάκι του στην αγκαλιά της και έκλαψε. Αλλά και η μαμά δεν μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυά της κι ο μπαμπάς το ίδιο΄ έκανε τάχα πως κοιτάζει αμέριμνα έξω από το παράθυρο.

Ο Αρτέμης έσκυψε να δει το προσωπάκι της αδερφής του, και τότε όλη του η ζήλια εξαφανίστηκε. Μπα! Ήταν δυνατόν ν΄ αγαπούσε η μαμά του αυτό το μωρό περισσότερο από κείνον!

-Πως είναι έτσι;, απόρησε.

-Δηλαδή;, έκανε τάχα απορημένη η μαμά του.

-Δεν είναι όμορφο...

-Έτσι είναι όλα τα μωρά όταν γεννηθούν. Θέλουν καιρό να στρώσουν.

-Σαν Κινέζα είναι, επέμενε ο Αρτέμης. Να την τσιμπήσω λιγάκι;

-Τσίμπα την αλλά ελαφρά, μην την πονέσεις.

Ο Αρτέμης θα ήθελε να της δώσει μια γερή τσιμπιά, να βγάλει το άχτι του, αλλά την τσίμπησε ελαφρά, να μην την πονέσει. Τη γαργάλησε. Την ξανατσίμπησε. Αλλά η αδερφούλα του τίποτε. Ούτε χαμογέλασε, ούτε έκλαιγε.

Και γύρισαν σπίτι...

Κι όλα άλλαξαν. Σα να μπήκε ένα γκρίζο σύννεφο στο σπίτι.

Πρώτα απ΄ όλα η μαμά του δε γελούσε όπως πριν. Τι να ‘γινε εκείνος ο ήλιος που φεγγοβολούσε στο πρόσωπό της; Η γιαγιά του έπλεκε ροζ ζαπουνάκια κι αναστέναζε. Ο μπαμπάς γύριζε συλλογισμένος από τη δουλειά κι έτρεχε να δει το μωρό στην κούνια.

Και πως το πρόσεχαν το μωρό: τρεις φορές τη μέρα, πρωί, μεσημέρι, βράδυ, του έκαναν μπάνιο και του έτριβαν χέρια και πόδια.

-Αμάν πια, θα το μαδήσουν, σκεφτόταν ο Αρτέμης, που δεν το ζήλευε πια.

Αλλιώς τα φανταζόταν τα πράγματα, κι όσο περνούσε ο καιρός τίποτα απ’ όσα είχε φανταστεί δε γινόταν. Αντίθετα, πρόσεχε ότι ο κόσμος κοίταζε παράξενα την αδερφούλα του όταν την έκαναν βόλτα με το καροτσάκι. Αλλιώς χαμογελούσαν σε κείνον κι αλλιώς στο μωρό τους. Πολλοί έλεγαν "αχ, το καημένο", κι η μαμά στεναχωριόταν πολύ. Κι ο πατέρας έφερνε συνέχεια γιατρούς στο σπίτι.

Μια μέρα η μητέρα μιλούσε ψιθυριστά στο τηλέφωνο.

-Μα φυσικά έλεγε, αυτά τα παιδιά καθυστερούν σε όλα.

Δηλαδή που καθυστερούσε το μωρό τους; Ο Αρτέμης δεν μπορούσε να καταλάβει. Έπρεπε να του εξηγήσουν.

-Μαμά, που καθυστερεί το μωρό μας;, τη ρώτησε όταν τελείωσε το τηλεφώνημα.

Ήταν μια δύσκολη στιγμή για τη μητέρα του. Ο Αρτέμης το κατάλαβε γιατί έπιασε το κεφάλι της σα να ήθελε να στρώσει τα μαλλιά της κι αναστέναξε:

-Έλα, του είπε, να σου καθαρίσω ένα μανταρίνι και τα λέμε.

Πήγαν στην κουζίνα. Σοβαρή η μαμά, σοβαρός κι ο Αρτέμης.

-Η αδελφούλα σου, όπως έχεις ήδη καταλάβει, Αρτέμη μου, δεν είναι σαν και σένα. Είναι διαφορετική. Συμβαίνουν αυτά στη ζωή. Πρέπει να το παραδεχτούμε.

-Να το παραδεχτούμε, συμφώνησε ο Αρτέμης.

-Είναι όμως δύσκολο. Πρέπει να το ξέρεις. Γιατί η αδερφούλα σου μπορεί να καθυστερήσει και στο περπάτημα και στην ομιλία. Μπορεί να μην καταλαβαίνει εύκολα όσα καταλαβαίνει εσύ. Μπορεί να μην καταφέρει να διαβάσει ποτέ.

-Θα της διαβάζω εγώ, προθυμοποιήθηκε ο Αρτέμης.

-Αυτό θέλουμε κι εγώ κι ο μπαμπάς σου. Να την αγαπάς και να την βοηθάς. Όταν νιώθει την αγάπη γύρω της θα μεγαλώσει πιο εύκολα. Είναι όμως δύσκολο, επέμενε η μαμά. Πρέπει να έχεις υπομονή.

-Θα έχω, μη σκας.

Κι αποφάσισε να γίνει Ρομπέν των Δασών για την αδελφή του. Ο γενναίος κι ατρόμητος ιππότης που προστάτευε τους αδύνατους.

Καθόταν η αδελφή του στο παρκάκι της ήσυχη και αμίλητη, κι ο Αρτέμης την τρέλαινε στην κουβέντα. Τα τραγούδια που μάθαινε στο νηπιαγωγείο πρώτα σε κείνην τα τραγουδούσε. Με τα τουβλάκια μόνο δεν τα πήγαιναν καλά. Γιατί η αδερφή του δεν καταλάβαινε και τα έριχνε όλα κάτω. Τότε ο Αρτέμης την έδινε μια τσιμπιά, ελαφρά, να μην την πονέσει.

Όσο περνούσε ο καιρός και πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, μια αγωνία είχε φωλιάσει στην καρδιά του. Τεσσάρων χρονών ήταν κι αυτός. Τι να σου κάνει; "Άραγε, σκεφτόταν, ο Αϊ-Βασίλη φέρνει δώρα στα παιδιά που καθυστερούν;";

Το είπε στη γιαγιά του.

-Να προσευχηθείς, τον συμβούλεψε εκείνη.

Κι ο Αρτέμης προσευχήθηκε το ίδιο βράδυ.

-Άγιε μου Βασίλη, μην ξεχάσεις να φέρεις δώρο στην αδελφή μου. Δεν φταίει αυτή αν καθυστέρησε λιγάκι. Αυτά συμβαίνουν στην φύση. Πρέπει να το παραδεχτούμε, είπε η μαμά μου. Μην την ξεχάσεις, γιατί τώρα τελευταία άρχισε να μας χαμογελά. Μην πικραθεί. Άσε που είναι ένα πεντακάθαρο κοριτσάκι. Τρεις φορές τη μέρα της κάνουν μπάνιο΄ κι αν έχεις καμιά μαγική ένεση, δεν την φέρνεις, μήπως και γίνει καλά; Θέλω να παίζουμε τουβλάκια, αλλά μου τα ρίχνει όλα κάτω.

Αμήν...



Αγγελική Βαρελλά


- Στείλε Σχόλιο


25 Δεκεμβρίου 2013, 18:22
Χριστουγεννιάτικες ευχές!
Χριστούγεννα  

Αν μπορούσες να ακουστείς

θα σου έδινα την ψυχή μου

να την πας ως την άκρη του κόσμου.

Να την κάνεις περιπατητικό αστέρι ή ξύλα

αναμμένα για τα Χριστούγεννα –στο τζάκι του νέγρου

ή του Έλληνα χωρικού. Να την κάνεις ανθισμένη μηλιά

στα παράθυρα των φυλακισμένων. Εγώ

μπορεί να μην υπάρχω ως αύριο.

Αν μπορούσες να ακουστείς

θα σου έδινα την ψυχή μου

να την κάνεις τις νύχτες

ορατές νότες, έγχρωμες,

στον αέρα του κόσμου.

 

Να την κάνεις αγάπη.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ- Το παιδί με τη σάλπιγγα

 

Χρόνια πολλά και καλά. Με αλήθεια στη ζωή μας, χωρίς ζήλεια, με δυναμισμό, με τα μάτια μας ανοιχτά και, επιτέλους, με δράση και αντίδραση, όχι άλλη παθητικότητα και αδιαμαρτύρητη ανοχή σε όλα :)


- Στείλε Σχόλιο


24 Δεκεμβρίου 2013, 15:49
Η φάτνη
Χριστούγεννα  

Καμιά χρονιά η μικρή φάτνη, που είχαν ετοιμάσει, με τα ίδια τους τα χεράκια, τα παιδιά, για να πουν μπροστά της την παραμονή των Χριστουγέννων, το ωραίο τραγουδάκι, που τους είχε μάθει η δασκάλα τους, δεν είχαν πετύχει σαν τούτη τη χρονιά. Σωστή φάτνη! Τα παιδάκια είχαν μαζευτεί τριγύρω της και την καμάρωναν.

Τίποτε δεν της έλειπε. Τα χοντρά ζωγραφισμένα χαρτόνια την έκλειναν ολόγυρα, σαν αληθινοί τοίχοι από πλίθες. Η σκεπή της, με το ανάριο βαμπάκι, που είχαν σκορπίσει απάνω της, φάνταζε σα χιονισμένη. Και μέσα της έβλεπε κανείς στο βάθος το παχνί των αγελάδων.  Και δεν έλειπαν ούτε οι αγελάδες. Από τα παιχνίδια τους είχανε βγάλει τα παιδιά τρεις μικρές ωραίες αγελάδες, σκαλισμένες απάνω σε άσπρο ξύλο, και τις είχαν στήσει μπροστά στο παχνί. Και καθώς είχαν σκυμμένα τα κεφάλια τους, τα ωραία ζώα, απάνω στις τούφες του σανού, έλεγες πως βοσκούσαν, σα να ήταν ζωντανά. Το πάτωμα ήτανε στρωμένο παντού με σκόρπια άχυρα, που φάνταζαν, από μακριά, σα χρυσό, χνουδωτό χαλί. Κι απάνω στο παχύ αυτό χαλί είχαν ξαπλώσει τα παιδιά δυό ασπρόμαλλα προβατάκια, από πορσελάνα, που τα είχαν βρει κι αυτά στα παιχνίδια τους και, σε κάποια κόχη, κοντά στην πόρτα, ένα κουλουριασμένο μαντρόσκυλο, που έλεγες, πως ήταν αληθινό και λαγοκοιμόταν στη γωνιά του, για να φυλάει τους βοσκούς και τα ζωντανά.

Καταμεσής της φάτνης είχανε στήσει την κούνια του μικρού Χριστού. Αυτή την είχε φτιάσει η μεγαλύτερη αδερφούλα τους, με μεταξωτά και με νταντέλλες και ήτανε αληθινή κούνια για βασιλόπουλο. Δεν της έλειπαν ούτε η κουνουπιέρα, από κάτασπρο, χιονάτο τούλι. Μέσα στην κούνια κοιμότανε ο μικρός Χριστούλης, ένα ωραίο, ξανθό κουκλάκι, από πορσελάνα, ολόγυμνο. Κι απάνω του έσκυβε ένα προβατάκι, που είχαν στήσει δίπλα στην κούνια, σα να παράστεκε στον ύπνο του μικρού.

-Παιδιά, ώρα να κοιμηθείτε –τα φώναξε η μητέρα τους-  για νάχετε αύριο όρεξη να πείτε το τραγουδάκι σας του μικρού Χριστού. Ελάτε.

Μα τα παιδιά είχαν ξεχάσει κάτι.

-Καλέ, παιδιά –φώναξε η μικρότερη αδερφή- ξεχάσαμε να βάλουμε τους αγγέλους απάνω στη στέγη της φάτνης. Και πώς θα γεννηθεί ο Χριστούλης, χωρίς τους αγγέλους;

-Μονάχα τους αγγέλους; της είπε ένα αδερφάκι της. Και το άστρο των μάγων; Πώς θα βρουν οι μάγοι, χωρίς το άστρο, τη φάτνη, για να φέρουν τα δώρα τους στο Χριστούλη; Θα χαθούνε μέσα στη σκοτεινή νύχτα.

Έτρεξαν αμέσως τα παιδιά, έψαξαν στα παιχνίδια τους και, σε λίγο, έφεραν δυό ωραίους άγγελους με κάτασπρες φτερούγες, από χαρτόνι κι ένα μεγάλο άστρο από χρυσόχαρτο. Έστησαν τους αγγέλους απάνω στα χιόνια της στέγης, κάρφωσαν το χρυσό άστρο στην πόρτα της φάτνης –όλα πια ήσαν έτοιμα-  και πήγανε να πλαγιάσουν.

Όλοι είχαν κοιμηθεί στο ευτυχισμένο σπίτι.

Η μικρούλα, όμως, που είχε στήσει τους αγγέλους, με τις κάτασπρες φτερούγες, απάνω στη στέγη της φάτνης, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Δεν της κολλούσε ύπνος. Σηκώθηκε κρυφά από το κρεβατάκι της και πήγε, αλαφροπατώντας στις μύτες των ποδιών της, να ξανακαμαρώσει μια φορά ακόμα, την ωραία φάτνη. Τι ήταν αυτό που είδε; Θεέ μου! Έτρεξε και ξύπνησε τα αδερφάκια της.

-Ελάτε να ιδήτε…

Έτρεξαν όλα μαζί.

Μέσα στη σκοτεινή κάμαρη, η μικρή φάτνη ήτανε φωτισμένη μ’  ένα γαλάζιο φως και μέσα στην κούνια, ο μικρός Χριστούλης –το κουκλάκι-  κουνούσε τα δυό του χειλάκια, σα να είχε ξυπνήσει εκείνη τη στιγμή από τον ύπνο, και χαμογελούσε στα παιδάκια.

Τα παιδιά, που είχαν δει το θαύμα, άφηκαν μια φωνή τρομαγμένης χαράς, που σήκωσε όλο το σπίτι στο πόδι.

-Τι είναι, καλέ! Τι τρέχει;

Πρώτη έφτασε, αλαλιασμένη, με τα νυχτικά της, η μητέρα, ύστερα ο πατέρας, ύστερα τα μεγαλύτερα αδέρφια, ύστερα οι υπηρέτριες. Όλο το σπίτι βρέθηκε γύρω από τα σαστισμένα παιδιά.

-Τι είναι, καλέ; Τι πάθατε;

Τα παιδάκια έδειχναν, με το δάχτυλο, τρομαγμένα, τη φωτισμένη φάτνη και το μικρό Χριστό, που κουνούσε τα χεράκια του και χαμογελούσε. Μα οι μεγάλοι δεν έβλεπαν τίποτε. Κανείς δεν έβλεπε τίποτε.

-Πηγαίνετε γρήγορα στα κρεβάτια σας, παλιόπαιδα… τους είπε η μητέρα τους. Στο όνειρό σας θα τα είδατε αυτά που λέτε.

Μα τα παιδιά δεν τα είχαν ιδεί στο όνειρό τους αυτά, που έλεγαν. Έβλεπαν ακόμα τη φάτνη λουσμένη μέσα σ’  ένα γαλάζιο φως και το μικρό Χριστούλη, που κουνούσε τα χεράκια του και τους χαμογελούσε.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ-Μικρές ιστορίες

……………………………………………………..

Χρόνια πολλά, καλές γιορτές!


- Στείλε Σχόλιο


23 Δεκεμβρίου 2013, 21:15
Η διαστημική Μπεφάνα
Το ποίημα της εβδομάδας  

Η Μπεφάνα από έναν μακρινό πλανήτη

ταξιδεύει μ’ έναν πύραυλο καβάλα,

πετάει από αστέρι σε κομήτη,

δώρα κουβαλάει, μικρά και μεγάλα.

Τις διευθύνσεις των καλών παιδιών

έχει στον υπολογιστή της.

 

Ή μάλλον όλων των παιδιών της γης

τις έχει πάντοτε μαζί της,

γιατί το ξέρουμε πια καλά

πως δεν υπάρχουν κακά παιδιά!

 

ΤΖΑΝΙ ΡΟΝΤΑΡΙ

 


- Στείλε Σχόλιο


22 Δεκεμβρίου 2013, 23:34
Μία εναλλακτική χριστουγεννιάτικη ευχή με ένα παραμύθι!
Χριστούγεννα  

Φέτος ας μην αρκεστούμε σε μία απλή χριστουγεννιάτικη κάρτα. Ο Θεοφάνης Θεοφάνους και η Αντιγόνη Καψάλη σας προτείνουν να ευχηθείτε στους φίλους σας με ένα εναλλακτικό παραμύθι. Καλές γιορτές!

Ο ΠΙΕΡΟΤΟΣ

Σύντομη περίληψη

Τα Χριστούγεννα δεν είναι μόνο λαμπιόνια. Δεν είναι μόνο ακριβά δώρα. Δεν είναι μόνο χρυσόσκονη. Είναι και κάτι άλλο. Βαθύτερο. Το μήνυμα της γέννησης του Θεανθρώπου μάς θυμίζει, πιο έντονα από κάθε άλλη περίοδο του έτους, πως κουβαλάμε στους ώμους μας μια μεγάλη ευθύνη. Το αύριο των παιδιών. Η αγκαλιά ενός γονιού απαλύνει πληγές, σταλάζει παρηγοριά. Μερικά παιδιά δεν την έχουν. Κάποιοι εν δυνάμει γονείς δεν έχουν πού να τη δώσουν. Το παραμύθι του Πιερότου ελπίζει ν΄ αποτελέσει έναν κρίκο σε αυτή την αλυσίδα αγάπης.

Μπορείτε να κατεβάσετε ΔΩΡΕΑΝ το ψηφιακό βιβλίο «ο Πιερότος» (σε μορφή .pdf) ή να το διαβάσετε, επίσης δωρεάν, σε μορφή εικονικού βιβλίου, μέσω της διεύθυνσης:

http://issuu.com/theofanistheofanous


1 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


19 Δεκεμβρίου 2013, 14:23
Χριστόψωμο
Χριστούγεννα  

Από τα πολύ παλιά τα χρόνια, οι γυναίκες, την ημέρα των Χριστουγέννων έβγαζαν στο τραπέζι της γιορτής το Χριστόψωμο. Είναι ένα ψωμί ζυμωμένο όπως όλα τ’  άλλα, όμως είναι σε σχήμα κουλούρας.

Με πολλή τέχνη όλες οι νοικοκυρές, τις παραμονές της μεγάλης γιορτής, με ζυμάρι απ’  αυτό του ψωμιού, έφτιαχναν κάθε λογής μικρούτσικα στολίδια.

Ανάλογα με τη δουλειά που έκανε ο πατέρας της οικογένειας, η νοικοκυρά στόλιζε το Χριστόψωμο: αν ήταν δηλαδή αγρότης το στόλιζε δέντρα φορτωμένα καρπούς, κοτούλες, πουλιά, αγελάδες, το κάρο με το άχυρο, και το μποστάνι με τα λαχανικά. Αν πάλι ο πατέρας ήταν ψαράς, έφτιαχνε ψάρια κάθε λογής, τη βάρκα με τα δίχτυα της, αλλά και την αμμουδιά και τα κύματα της θάλασσας.

Έτσι, οι παραδοσιακές γυναίκες χάριζαν στην οικογένειά τους για την ημέρα των Χριστουγέννων όμορφα έργα μεγάλης τέχνης κι έκαναν μ’  αυτό τον τρόπο μιαν ευχή, ο μικρός Χριστός που μόλις είχε γεννηθεί να ευλογεί το σπίτι και τ’ αγαθά του, να χαρίζει υγεία και καλή σοδειά για το νέο χρόνο που θα ξεκινούσε.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ, Κείμενα-Εικόνες Εύα Καραντίνου, εκδόσεις Άγκυρα


- Στείλε Σχόλιο


18 Δεκεμβρίου 2013, 21:50
Ο μάγος των Χριστουγέννων
Τζάνι Ροντάρι  

Αν ήμουν εγώ ο Αϊ-Βασίλης,

θα ‘φερνα ένα δέντρο γιορτινό

σε κάθε διαμέρισμα, σε κάθε σπίτι,

ψηλό απ’  το πάτωμα ως τον φεγγίτη.

Όχι όμως ψεύτικο ή πλαστικό,

μα ένα δέντρο αληθινό,

του δάσους έλατο ή πεύκο

με φρέσκο αέρα στα κλαδιά,

που να σκορπίζει ευωδιά

από ρετσίνι σε κάθε σπίτι,

φωλιά για το μικρό σπουργίτι.

Και στα κλαδιά να λάμπουν οι καρποί:

γλυκά και δώρα για κάθε παιδί!

 

Και με το μαγικό ραβδί μετά

στους δρόμους θα ‘κανα μαγικά!

 

Δέντρα θα φύτευα στις λεωφόρους,

με μπάλες, τρένα και δορυφόρους,

κούκλες μοντέρνες που λένε «μαμά»

και αυτοκίνητα τρομερά.

 

Και όλα τζάμπα για τα παιδιά!

 

Στην πλατεία Σαν Κοζιμάτο

θα φυτέψω δέντρο μαντολάτο,

μα και στην οδό Τριτόνε

το δέντρο με τα πανετόνε.

Στη λεωφόρο Μπουότσι πάλι

θα βάλω τάρτες πορτοκάλι,

και στην Αγία Σουζάνα για όποιον θέλει

δίπλες τραγανές με μέλι!

 

Ε, τι λέτε, προχωράμε;

Η μαγεία τώρα αρχίζει:

πάρτε θέση, ξεκινάμε,

για να στήσουμ’  ένα δέντρο

μέσα στην πλατεία Μαντσίνι,

να ευωδιάσει το ρετσίνι.

 

Στην οδό Κομπάνι πάλι

τ’  αεροπλάνο θα μας βγάλει.

 

Κάθε δρόμος κι ένα δέντρο,

στολισμένο, φωτισμένο,

με καλούδια φορτωμένο,

προσμένει απόψε τα παιδιά,

να κόψουν δώρα απ’  τα κλαδιά.

 

Δώρα πολλά, παιχνίδια ωραία,

άλλα παλιά και άλλα νέα,

φεύγει το ένα, φυτρώνει άλλο

πιο ωραίο ακόμα και πιο μεγάλο!

 

Μα και στη οδό Κοντότι λέω

να φτιάξω δέντρο ψηλό κι ωραίο,

για τους μεγάλους αυτή τη φορά,

με ρούχα, παπούτσια και παλτά!

 

Αν ήμουν μάγος, θα τα έκανα όλ’  αυτά.

Μα δεν είμαι, τι να κάνω;

 

Μόνο ευχές έχω να δώσω.

Ευχές πολλές, ευχές για όλους.

Διαλέχτε όποια σας αρέσει,

πάρτε απ’  την άκρη –ή απ’ τη μέση.

 

ΤΖΑΝΙ ΡΟΝΤΑΡΙ-Χαρούμενα μαγικά Χριστούγεννα, εκδόσεις Μεταίχμιο

 

 

 


- Στείλε Σχόλιο


17 Δεκεμβρίου 2013, 15:13
Ένα Μ ά ι κ ω β ο για όλα τα παιδιά...
Μενέλαος Λουντέμης  

Μιλούσε ο Άι-Βασίλης, γερο-πλανευτής. Χρόνια τον ακολουθούσα –κι ήταν με άδεια σακούλια. Του ‘δινα το χέρι στα τυφλά, χωρίς να μου δείχνει τίποτα. Τώρα το χέρι του έδειχνε Μάικωβο.

..........

Πήρα τον κατηφορικό δρόμο ολομόναχος. Το βράδυ ζύγωνε με κρύα πόδια. Θα μ’ έλιωνε σαν ένα έντομο που το πέτυχε στο δρόμο νυχτιάτικα. Προχώρησα τρία βήματα και σταμάτησα. Οι δυο γέροι φίλοι μου κούτσαιναν ακόμη πάνω στο δρόμο τσάκα τσάκα κι έφευγαν κατά το χωριό τους. Θα ήταν κανένα απόμακρο χωριό με λασπένια καλυβάκια… που τα βράδια θα ‘καιε η φωτιά και θα ‘ψηνε το μαγείρεμα και τα κάστανα. Ο γεράκος έφευγε χωρίς να γυρίζει πίσω. Αν γύριζε ακόμη μια φορά πίσω, αν μου ‘λεγε ακόμη μια φορά «έλα να το πάιμε το σπίτι με το Τραγιάν…» μπορεί και να πήγαινα. Μπορεί…

Μα δεν πήγα. Έστριψα και πήρα την άλλη ψαλιδιά. Κάπου εκεί γύρω, ανάμεσα σε κάποιο δάσος θα βρισκόταν το Μάικωβο. Μπορεί να ‘χαν καιρό να πάνε παιδάκια και να ‘ταν οι δρόμοι του κλεισμένοι από βάτα. Κάπου θα έλαμπε σ’ ένα ρουμάνι από κουμαριές για να ‘χουν και το χειμώνα τα παιδάκια το φρούτο τους.

Μ ά ι κ ω β ο.

Τώρα μου φάνηκε πως πρέπει να το ‘χω δει. Α, χωρίς άλλο. Μα κι αν πάλι δεν το ‘χω δει το ίδιο, έχω δει χωρίς άλλο τα παιδιά του. Σε κάτι βιβλία της Πρωτοχρονιάς. Κάτι παιδιά κοκκινομάγουλα κάτου από καμπάνες με κορδέλες. Σπίτια χωμένα μες στα τριαντάφυλλα. Κάτι αβγά μεγάλα που κάθεται ολάκερη η φαμίλια μέσα και τραγουδάει. Και το τζάκι να μη σβήνει ποτές… Μέσα βράζουνε ζεστές σούπες και κάτι φαγιά που τα τρως και κοκκινίζουνε τα μάγουλά σου σαν μήλα. Ύστερα γλυκά… ολάκερες καραβιές γλυκά. Ναι, αυτό θα ‘ταν! Κρίμα να μην το ξέρω από τότες για να σημαδέψω το δρόμο… Τώρα…

Κάθισα σε μια πέτρα και περίμενα να περάσει κανείς να τον ρωτήσω. Μα οι περαστικοί ήταν λίγοι. Κάτι βιαστικοί βρακάδες. Άπλωναν τα χέρια τους και «ααα…» κάνανε. «Νιέ ζναμ». Ρώτησα μια γερόντισσα Βλαδοβίτισσα, κουφή. Δεν πήρε χαμπάρι τι έλεγα. Αν περίμενα έτσι θα μ’ έβρισκε το βράδυ. Ξεκίνησα λοιπόν για τον κατήφορο κι όποιον αντάμωνα. Και δε στάθηκα άτυχος. Λίγο πιο κάτου,  σ’ ένα κατηφορικό περιβόλι, ένας βρακάς παππούς τρυγούσε τα κυδώνια του. Είδα τα γένια του και παρηγορήθηκα. Το ‘ξερα πια. Όλοι οι αξούριστοι μπαρμπάδες ήταν καλοί με τα παιδιά. Όπως οι εκκλησιές έχουν το σταυρό τους, έτσι κι οι γέροι έχουν το γένι τους για σημάδι της καλής τους καρδιάς.

-Καλημέρα, μπάιτσε…

Δε μ΄ άκουσε. Μουρμουρίζοντας μέσα στα γένια του ένα παλαιικό ντόπιο τραγούδι μάζευε τα κυδώνια του. Οι γέροι τραγουδάνε σαν τα μωρά. Κάνουν «α-ααα» και δεν ξεχωρίζεις τι λένε. Είναι και οι χαβάδες τους κλαψάρικοι…

-Μπάιτσε (πήδηξα το χαντάκι του). Καλησπέρα!

Ο τραγουδιστής έκοψε το τρύγημα και το τραγούδι. Με κοίταξε με το χωριάτικό του ξάφνιασμα, σαν παλιός γνώριμος του σπιτιού μας. Σβάρνισε με το δάχτυλό του τον ιδρώτα απ’ το κούτελό του και τον πέταξε στο χώμα.

-Τι χέλει, μαλέτσκο; Ντούνκι; Φάε…

Καθάρισε ένα κυδώνι απ’ το χνούδι του απάνου στο βρακί του και μου το ‘δωκε…

-Φάε…

-Όχι, μπάιτσε. Φχαριστώ.

-Γκιατί μπρε;

-Να, έτσι… Δε θέλω.

-Και τι χέλει;

Καθόμουνα και τον κοιτούσα… Αν με πιάσει στο ψιλό; Αν ο Ζλατάν ήτανε κάνας γερο-ψεύτης και μα κορόιδεψε; Μα η μέρα έφευγε. Θα με πρόφταινε η νύχτα στο δρόμο. Και τότες τι κάνουνε; Να φτάσεις νύχτα σε ξένο χωριό… Δεν κάνει… Θα μου πεις, ένα Μάικωβο δεν τα ξεσυνερίζεται κάτι τέτοια… Δε λέω… Μα πάλι… Ε, κι έπειτα; Εγώ θα τον ρωτήσω κι ό, τι γίνει έγινε!

-Μπάιτσε!

-Α…

-Μην και ξέρεις… μην άκουσες… μη

-Τι;

-Μην και ξέρεις κατά που πέφτει…

-Πχοιο;

-Μην έτυχε ν’ ακούσεις κατά πού πέφτει το… Μάικωβο;

Ο γέρος δεν πραξενεύτηκε καθόλου. Το γένι του γιόμισε γλύκα.

-Μάικωβο; Πώς, το κσέρει;

-(Αχ…) Και… πού είναι, μπάιτσε; Πού;

-Α; Κοίτακσε (ο γέρος άπλωσε τα χέρια του και τα ‘κανε δρόμους): Κοίτακσε… τα πάει… τα πάει… τα πάει… Έκει ένα χωριό. Ντεν είναι τη Μάικωβο, είναι την Όσλοβο. Τα πάει… τα πάει… τα πάει… Έχει άλλο χωριό. Ντεν είναι τη Μάικωβο, είναι τη Λέσκοβο. Τα πάει… τα πάει… τα πάει… Έκει άλλο χωριό. Είναι τη Μ ά ι κ ω β ο! (Ζεστάθηκα σαν να μου φορέσανε γούνα)!

-Φχαριστώ μπάιτσε. Και είναι μακριά, μπάιτσε; Ε; Είναι πολύ μακριά;

-Όκι. Ντυο τσιγκάρε.

-Φχαριστώ (μέσα μου θύμωσα λίγο με το γερο-Ζλατάν, τον ψεύτη). Φχαριστώ, μπάιτσε.

-Γκειάσο μαλέτσκο. Καλό στράτα. Τώρα χέλει ένα ντούνκι; Πάρ’ το ένα, το τρώει στο δρόμο.

-Φχαριστώ.

Το πήρα και ξαναπήδηξα το χαντάκι. Μα κάτι ακόμα έπρεπε να ξεκαθαρίσω , μια και τόνε βρήκα έτσι βολικό.

-Και… δε μου λες, μπάιτσε…

-Α…

-Είναι μεγάλο, ε;

-Πχοιο;

-Είναι μεγάλη πολιτεία, ε       

-Πχοιο;

-Μα το Μάικωβο, ποιο άλλο;

-Πολιτεία; Αααα φα!... φα!... φα!... Πολιτεία! Ααα φα, φα, φα!... (τι άσκημος που ήταν! Είχε και κάτι σάπια δόντια…) Αα… φα, φα, φα!

-Ώστε δεν είναι έτσι… Δεν είναι μεγάλο το Μάικωβο;

-Ααα… φα, φα, φα! Μιγκάλο; Ουφτώ κούκια! (οχτώ σπίτια). Ου, ου… φα, φα, φα…

Έσφιξα τις γροθιές μου.

-Γελάς; Γελάς και δεν ντρέπεσαι;… Κρίμα στα γένια σου! Αυτό μονάχα σου λέω… Κρίμα στα γένια σου.

-Αμπρέ!

Ο γέρος έκοψε ξαφνικά το χάχανο. Απόμεινε σαστισμένος, λυπημένος’ κι άπλωνε τα χέρια του. Ήθελε να με καλοπιάσει, και δεν έβρισκε τίποτα. Μοναχά αφουγκραζότανε σαν να βούιζαν γύρω στ’ αφτιά του μέλισσες. Έκρυψε και τα σάπια του δόντια.

-Αμπρέ… αμπρέ… Ολοένα αυτό έλεγε.

-Να και το παλιοκύδωνό σου!

Το γένι του ήταν σαν μαραμένος θάμνος. Άπλωσε το χέρι του. Έβλεπα κει ένα χωριάτικο χέρι να ρωτάει.

-Αμπρέ!... Αμπρέ, μαλέτσκο… Κλαίει; Γκιάτι…

-Δε θέλω να ξέρω κανένα σας! Είσαστε όλοι… -ήμαρτον Γιοβάν- όχι δεν είναι κανείς σας γαιδούρι! Είσαστε όλοι «μπίσκες»!

Έφευγα χτυπώντας δυνατά τα πόδια μου στο χώμα. Και τα πετραδάκια τρυπούσαν τις σόλες μου σαν μερμήγκια.

Δεν ήρθε πολύ ξοπίσω μου. Έμεινε κει πάνω απ’ το χαντάκι με το χέρι του απλωμένο. Η μιλιά του κρύωσε μες στα δόντια του. Έμενε’ κι ο αέρας του ανέμιζε τα μαλλιά. Το βλέμμα του κυνηγούσε τα βήματά μου. Όχι, δεν ήθελα να ξέρω κανένα τους.

Έφευγα. Είχα κιόλας χαθεί μες στα μεγάλα δέντρα του δρόμου. Έφευγα πατώντας άτσαλα τα φύλλα. Ήμουν σαν ολομόναχο χελιδόνι που δεν πρόφτασε ν’ ακολουθήσει τ’ αδέρφια του και το πήρε ο χειμώνας. Σε λίγο θα ήταν νύχτα΄ κι έτρεμα, μες στ’ απόβραχο… Έτρεμα μα έφευγα.

Κάτου στα ριζά, η βουβάλα έχυνε το γάλα της αφριστό… Ας το ‘χυνε. Εγώ δεν ήθελα τίποτα πια τώρα. Βιαζόμουνα να προσπεράσω το σύρραχο, να πάω σ’ ένα απάγκιο, να στρώσω στα πόδια μου κείνο το Μάικωβο και να χαϊδέψω σαν ακριβό γυαλί που μου το τσάκισαν. Κι ύστερα να πασκίσω να συνταιριάξω τα κομμάτια του, να τα κολλούσα –αν κολλούσε τα σπασμένα κομμάτια με δάκρυα.

Μα σαν προσπέρασα το βουναλάκι και βγήκα στο ξέφωτο, εκεί, στο τέλος του σύθαμνου, ένας άλλος κόσμος με περίμενε. Ένας κόσμος φωτερός, κάτασπρος! Ένα μαγικό χαλί που το ξεδίπλωσαν μπρος στα πόδια μου και μ’ άφησαν βουβό. Ένας κάμπος ανοιχτός, καταγάλανος, που κολυμπούσε στην καταχνιά του απόβραδου. Καταμεσής του ένας άσπρος δρόμος τον ρίγωνε στα δυο. Είχε τα μπράτσα του τεντωμένα απ’ ανατολή σε δύση. Το ‘να ακουμπούσε στα πόδια μου. Τ’ άλλο κυλούσε ως κάτου στα πέρατα κυνηγώντας τους καπνούς. Με τύλιξε μεμιάς η μυρουδιά του, γιομάτη άχερο κι αλογίσιο ιδρώ. Σ ι γ ο υ ρ ι ά.  Γιόμισ’ ο κόρφος μου. Τώρα θ’ αρπαχνόμουν απ’ αυτό το τεντωμένο σκοινί και σίγουρα –ποιος ξέρει;- μπορεί και εκεί κάτου στην άκρη του, μπορεί να ήταν σκαλωμένο το Μάικωβο.

-«Πάμε;»… Ήταν μια φωνή παλιά, συρμένη στην άπλα της δημοσιάς. Γνώριμη φωνή. Ρώτησα (τα σκονισμένα γένια του δρόμου σάλεψαν).

-Ποιος είσαι; ρώτησα. Ο μπάιτσε Γιοβάν; Ο μπάιτσε Ζλατάν;

-«Όχι»μου κάνει. «Είμαι ο μπάιτσε-Δ ρ ό μ ο ς…»

-Εσύ;… Εσύ; Ήρτες; Αλήθεια; Στάσου… άφησέ με να ψάξω τη σκόνη σου.

-«Πάμε;»

-«Ναι. Μα εγώ είμαι για το Μάικωβο. Αν συμφωνείς για το Μάικωβο…»

-«Πάμε, Κριφ… Εσένα ήρθα να πάρω».

Ένα αυλάκι καλοναρχούσε δίπλα του. Φαίνεται πως θα το ‘χε ο μπάιτσε-Δρόμος για να πλένει τα πόδια του απ’ τη σκόνη.

-«Θα ‘ρτεις;» ξαναρωτάει.

Συλλογιζόμουνα. Ένα κατσικάκι βέλαξε πίσω. Γύρισα. Ήταν βατραχάκι. Σε μεγάλο λούσο βρισκότανε. Φορούσε πλουμιστό γιλέκο και πέτσινα γάντια σταχτιά. Είχε βρει το Μάικωβό του!

-«Πάμε;», μου ξαναλέει ο δρόμος;

Μιλούσε ο Άι-Βασίλης, γερο-πλανευτής. Χρόνια τον ακολουθούσα –κι ήταν με άδεια σακούλια. Του ‘δινα το χέρι στα τυφλά, χωρίς να μου δείχνει τίποτα. Τώρα το χέρι του έδειχνε Μάικωβο.

Μ ά ι κ ω β ο ! Κάτι ασπρολόγαε στην άκρη του χεριού του. Μα η καταχνιά δε μ’ άφηνε να καλοδώ. Αχ! αν μπορούσε ο ουρανός να μου φέξει λίγο να δω πού πάω. Κι ο ουρανός μ’ ἀκουσε! Τράβηξε την κουρτινίτσα του σύννεφου και… «Ορίστε, Κριφ… μου λέει –δες…»

Είδα. Αααα!... Ναι, ναι… Αυτό ήταν. Ναι, αυτό ήταν! Να τα όλα. Τα σπίτια από φίλντισι. Θεόρατα σπίτια συννεφένια, χρυσά στο λούσιμο του ήλιου. Τζάμια που φεγγοβολούν και μου κάνουν το μάτι. Οι τρούλοι του γυαλίζουν σαν γλόμποι. Όλα είναι όπως τα ‘δειχναν τα βιβλία. Γιομάτα γιρλάντες, γιομάτα τριαντάφυλλα. Μάικωβο!... που είχε ζωή για τα παιδιά. Μάικωβο με τα μεταξωτά του. Να και μια τράνη λυγιστή γέφυρα που πέρναει σαν φέστονι πάνου απ’ το κεφάλι μας.

-«Ε, πάμε, λοιπόν, μαλέτσκο;» με ρωτάει ξανά.

Σηκώθηκα. Ήμουν τόσο ψηλός, που τα μαλλιά μου άγγιξαν την κορδέλα.

-«Πάμε;…..» με ξαναρωτάει για τελευταία φορά, και μου γαργαλάει το δάχτυλο με μια πετρίτσα. Έσφιξα το λουρί μου:

-Εντάξει!... Πάμε, μπάιτσε… Π ά μ ε!

............

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ-Συννεφιάζει

 




 

 

 

 


- Στείλε Σχόλιο


16 Δεκεμβρίου 2013, 13:21
ΑΚΟΜΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΑ
Το ποίημα της εβδομάδας  

Ακόμα δεν μπόρεσα να χύσω ένα δάκρυ

πάνω στην καταστροφή,

δεν κοίταξα ακόμα καλά τους πεθαμένους,

δεν πρόφτασα να δω πως λείπουνε

από τη συντροφιά μου,

πως έχασαν τον αέρα που εγώ αναπνέω

και πως η μουσική των λουλουδιών,

ο βόμβος των ονομάτων που έχουνε τα πράματα

δεν έρχεται στ’  αυτιά τους’

ακόμα δεν χλιμίντρισαν τ’ άλογα

που θα με φέρουν πλάι τους.

Να τους μιλήσω,

να κλάψω μαζί τους

και ύστερα να τους σηκώσω όρθιους’

όλοι να σηκωθούμε σαν ένας άνθρωπος,

σαν τίποτα να μην είχε γίνει,

σαν η μάχη να μην είχε περάσει πάνω από τα κεφάλια μας.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

Καλή εβδομάδα


- Στείλε Σχόλιο


12 Δεκεμβρίου 2013, 20:46
Ο Άγιος Βασίλης στέλνει βίντεο στο παιδί σας!
Χριστούγεννα  

Το είδα χθες στις Ελληνίδες μαμάδες (http://www.eimaimama.gr/2013/12/magic-santa.html).

Το δοκίμασα σήμερα και είναι τέλειο!

Μπαίνετε εδώ http://www.magicsanta.ca/homepage.html

Καταχωρείτε τα στοιχεία και την φωτογραφία του παιδιού σας.

Συμπληρώνετε κάποιες πληροφορίες και…

μετά…

ο Άγιος Βασίλης τα λέει όλα στο παιδί σας μέσα σε ένα υπέροχο, μαγικό βίντεο!!!

Βέβαια μιλάει μόνο την… αγγλική και την γαλλική…, αλλά είναι τόσο φοβερό, που αξίζει να το κάνετε και θα με θυμηθείτε!!

Μπορείτε επίσης να ετοιμάσετε ανάλογο βίντεο και για ενηλίκους!!!!

Καλές γιορτές :)

(Στην φωτογραφία το...μοντέλο Παναγιώτα, πέρυσι!)


- Στείλε Σχόλιο


11 Δεκεμβρίου 2013, 10:57
Ένα παραμύθι και ένα ποίημα για τα Παιδιά
Παγκόσμια Ημέρα  

Το πιάτο του Αλέξανδρου

Στο πιάτο του Αλέξανδρου είναι ζωγραφισμένα παιδιά. Όταν τρώει το φαί του, τα βλέπει εκεί μέσα γελαστά και χαρούμενα. Όλα αυτά τα ζωγραφιστά παιδιά είναι φίλοι του. Φορούν διαφορετικές φορεσιές, από διάφορες χώρες. Μαζί με τη μαμά του τους έχουν δώσει ονόματα. Τους μιλάνε, τους ρωτάνε αν τους αρέσει το φαγητό και περνάνε πολύ όμορφα.

Του Αλέξανδρου του αρέσει η σπανακόπιτα. Η μαμά του την κάνει πεντανόστιμη. Μα το μεγάλο γλέντι γίνεται με τη φασολάδα. Ο Αλέξανδρος καταπίνει τη ζεστή σούπα και ταΐζει τους φίλους του.

-Ένα φασόλι για τον Τζώνη.

-Ένα καρότο για τη Νατάσα.

-Μην κρύβεσαι, Αντουανέτα, τρώγε τη φασολάδα σου!

Και την τρώει όλη εκείνος… 

Ένα βράδυ, την ώρα που η μάνα έστρωνε το τραπέζι, ο πατέρας άνοιξε την τηλεόραση. Ο Αλέξανδρος στρώθηκε στο φαί, μπροστά στο πιάτο του, όπου μοσχοβολούσε ένα κομμάτι σπανακόπιτα.

Ξαφνικά η τηλεόραση έδειξε μια έρημο.

Ο ήλιος έκαιγε τις πέτρες.

Πάνω στην άμμο περπατούσαν ξυπόλητα παιδιά, αγέλαστα. Με μεγάλα μάτια. Με ποδάρια λιγνά σαν καλάμια. Με χέρια σαν κλωστές.

Ο Αλέξανδρος πρώτη φορά στη ζωή του έβλεπε τέτοιο πράγμα.

Ένα απ’ αυτά τα παιδιά άπλωσε το χέρι κρατώντας ένα πιάτο, σαν να ήθελε να το δείξει στον Αλέξανδρο. Δεν ήταν ζωγραφισμένο. Ήταν τσίγκινο.

Δεν ήταν γεμάτο. Ήταν άδειο.

Η σπανακόπιτα περίμενε μοσκοβολώντας. Μα ο Αλέξανδρος δεν είχε πια όρεξη. Του φάνηκε πως όλη εκείνη η άμμος είχε φράξει το λαιμό του, κι ότι το σπίτι τους γέμισε άδεια τσίγκινα πιάτα.

-Φάε, Αλέξανδρε, έλεγε η μάνα.

-Δεν πεινάω, μουρμούρισε το παιδί.

Ο εκφωνητής έλεγε τα δικά του λόγια στην τηλεόραση. Κάτι, όπως: «Η βοήθεια… και η πείνα… τα παιδιά… στην Τράπεζα… όποιος θέλει να βοηθήσει να πάει στην Τράπεζα…».

Και κάτι άλλο που δεν τα καταλάβαινε. Την Τράπεζα όμως την ήξερε. Στη γωνιά του δρόμου ήταν μία. Πήγαινε με τον πατέρα του καμιά φορά.

Ώστε έτσι λοιπόν; Δεν ήταν όλα τα παιδιά γελαστά και χορτάτα, όπως έδειχνε το πιάτο του; Υπήρχαν Τζώνηδες και Νατάσες που πεινούσαν;

Η μάνα δεν επέμενε άλλο για φαγητό και πήρε το ζωγραφιστό του πιάτο και το έβαλε στο φούρνο της κουζίνας.

Την άλλη μέρα ο Αλέξανδρος ζήτησε από τη μητέρα του το πιάτο του. Την παρακάλεσε να τον πάει ως την Τράπεζα. Στην Τράπεζα δεν είχε πει ο εκφωνητής; Ε, στην Τράπεζα θα πήγαινε κι εκείνος.

Η μητέρα του του έκανε το χατίρι.

Στάθηκαν στην ουρά. Οι άλλοι γύρω έβλεπαν τον Αλέξανδρο με το πιάτο στο χέρι και χαμογελούσαν. Μα εκείνος ήταν πολύ σοβαρός.

Έφτασε στο ταμείο. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του. Απόθεσε το πιάτο με τη σπανακόπιτα στο γκισέ κι έκανε να φύγει…

-Τι είναι αυτό; ρώτησε ξαφνιασμένος ο ταμίας.

-Είναι… (κόμπιασε το παιδί), πες μαμά… είναι για τους φίλους μου στην έρημο… Η τηλεόραση το είπε να έρθουμε στην Τράπεζα… Κι έφερα την πίτα μου.

Έκανε πάλι να φύγει.

-Στάσου, ξαναφώναξε ο ταμίας. Κι εσύ;

-Μα εγώ έχω πίτα στο σπίτι… απόρησε ο Αλέξανδρος.

Τα μάτια του ταμία γυάλισαν. Κι όλων των άλλων που περίμεναν στη σειρά. Κι έτσι, πολλά λαμπερά και συγκινημένα μάτια συνόδεψαν το παιδί, που προχωρούσε προς την έξοδο. Η μάνα του του κούμπωνε με στοργή το παλτό και του έλεγε:

-Πάμε τώρα στο σπίτι. Αλέξανδρε. Πάμε.

Αγγελική Βαρελλά

…………………………

Σεμίλα

Το ξέρω, Σεμίλα,

Ο πόλεμος τρόμαξε τη μικρή σου καρδούλα.

Το ξέρω, Σεμίλα,

ο πόλεμος μεγάλωσε τα μάτια σου.

Το ξέρω, Σεμίλα,

μέρες τώρα πεινάς.

Μην κλαις, Σεμίλα,

θα σου φέρω τον ήλιο μου.

Μην κλαις, Σεμίλα,

θα σου φέρω την αγάπη μου.

Μην κλαις, Σεμίλα,

θα σου φέρω την καρδιά μου.

Χέρι με χέρι θα διώξουμε τον πόλεμο,

χέρι με χέρι θα μοιράσουμε το ψωμί.

 

Μην κλαις, Σεμίλα.

 

Γιώτα Παρθενίου

Από το Ανθολόγιο λογοτεχνικών κειμένων για το νηπιαγωγείο, ΟΕΔΒ.

…………………………

Αφιερωμένη στα Παιδιά είναι η σημερινή μέρα. Ας διδαχτούμε από εκείνα για να δημιουργήσουμε έναν πιο δίκαιο, πιο ανθρώπινο, πιο πολύχρωμο κόσμο.

……………………….

«Η Γιούνισεφ (UNICEF) είναι μία οργάνωση του ΟΗΕ για τα παιδιά, τιμημένη το 1965 με βραβείο Νόμπελ για την προσφορά της. Ιδρύθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1946 από τη γενική συνέλευση του νεοσύστατου τότε διεθνούς οργανισμού για να βοηθήσει τα παιδιά της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και της Κίνας μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η ονομασία της προέρχεται από τα αρχικά των αγγλικών λέξεων United Nations International Children's Emergency Fund (Διεθνές Έκτακτο Ταμείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Παιδιά).

Το 1953 η UNICEF έγινε μόνιμο τμήμα του συστήματος των Ηνωμένων Εθνών, με κεντρικά γραφεία στη Νέα Υόρκη και αποστολή την κάλυψη των μακροπρόθεσμων αναγκών των φτωχών παιδιών και των μητέρων τους στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Το 1954, ο ηθοποιός Ντάνι Κέι ανακηρύσσεται πρώτος πρεσβευτής της UNICEF, με αρμοδιότητα την ευρεία δημοσιοποίηση των αναγκών των παιδιών όλου του κόσμου. Από τότε και μέχρι σήμερα, παγκοσμίου φήμης καλλιτέχνες, αθλητές και συγγραφείς τάσσονται στην υπηρεσία της UNICEF ως «Πρεσβευτές Καλής Θέλησης» ή «Ειδικοί Εκπρόσωποι» της. Στην Ελλάδα, πρώτος πρεσβευτής καλής θέλησης υπήρξε ο συγγραφέας Αντώνης Σαμαράκης. Πρέσβειρα καλής θέλησης της UNICEF στην Ελλάδα είναι, επίσης, η ακαδημαϊκός Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ.»



Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/articles/194#ixzz2n9dhpKVK

 


- Στείλε Σχόλιο


10 Δεκεμβρίου 2013, 19:14
Ανθρώπινα Δικαιώματα-Μενέλαος Λουντέμης
Παγκόσμια Ημέρα  

Η Παγκόσμια Ημέρα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 10 Δεκεμβρίου, σε ανάμνηση της υπογραφής της Παγκόσμιας Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από τη γενική συνέλευση του ΟΗΕ στις 10 Δεκεμβρίου 1948. Όραμα των εμπνευστών της, ένας κόσμος με δικαιώματα και ελευθερίες χωρίς διακρίσεις.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/worldays/81#ixzz2n5nQlVlZ

………………………..

Ο Μέλιος απ’  τη θέση του έμεινε στην αρχή άφωνος. Ύστερα, άρχισε σιγά σιγά να καταλαβαίνει… Κάποιοι άνθρωποι, που δεν ήξερε ποιοι, ούτε για ποιο λόγο, σκάβανε ανάμεσα απ’  τους ανθρώπους χαντάκια, σήκωναν αξεπέραστα βουνά. Ποιοι ήταν και γιατί το κάνανε; Ένα μόνο καταλάβαινε. Ότι σ’  αυτή τη ζωή είχε ο καθένας τη θ έ σ η  του, που δεν ήταν όμοια για όλους. Τώρα, ποιος ήταν αυτός που μοίραζε τις θέσεις;… Μήπως ο θεός; Μα οι μεγάλοι, εξόν απ’  τ’  άλλα κακά που κάνανε, κάνανε και τούτο: Φκιάξανε το θεό σύμφωνα με το μπόι τους και δεν περίσσευε θεός για παιδιά.

Του ‘ρθε να ξεφωνίσει. Να ξεφωνίσει την αδικία. Ύστερα έσφιξε τα χέρια του. Και τότε, για πρώτη φορά, ανακάλυψε ότι η μόνη δύναμη, που μπορούσε να στηρίζεται, ήταν μες στα χέρια του. Ήταν ο ε α υ τ ό ς  του. Ο μικρός φτωχός εαυτός του. Κανένας άλλος.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ-Ένα παιδί μετράει τ'  άστρα



Ας μην καθίσουμε να μετρήσουμε

ποιανού δάκρυα ήταν πιο ζεστά.

Μπορεί πιο ζεστά να ‘ναι κείνα

που δε χύθηκαν ακόμη.

 

Ας μην καθίσουμε να ρωτήσουμε

ποιο αίμα ήταν πιο κόκκινο.

Μπορεί πιο κόκκινο να ‘ναι

κείνο που πρόκειται να χυθεί.

 

Ας μη ρωτήσουμε να μάθουμε

ποιανού ιδρώτας ήταν πιο καφτός.

Όλοι οι ιδρώτες έχουνε τη γέψη-

που ‘χουν τα δάκρυα.

 

Λοιπόν…

Ας μην πνιγόμαστε στους ορισμούς.

Στις χρονικές και κτητικές αντωνυμίες.

(«Σήμερα»… «Χτες»… «Αύριο»…)

Κλάψαμε χτες στην Αφρική

με τα βασανισμένα μάτια των Νέγρων.

Κι αύριο θα κλάψουμε στη Σαϊγκόν

με τα οργισμένα μάτια των Βιετναμέζων.

Αύριο μπορεί να πέσουμε στο Κογκό

ή να ιδρώσουμε στην Κούβα.

 

Γιατί είμαστε από κείνους

που ιδρώνουνε, πεθαίνουνε και κλαίνε

σε κάθε κορμί που ιδρώνει και κλαίει.

Κρυώνουμε σήμερα στη ζούγκλα.

Ιδρώνουμε αύριο στον Αρκτικό .

 

Το κορμί μας είναι ένας πλανήτης.

Με όλα μαζί τα κλίματα.

Πόνεσε, κλάψε, πείνα.

Μόνο μην κάνεις τον άλλον

να πονέσει και να πεινά.

Κι εσύ φημισμένε, εσύ δοξασμένε

εσύ, δυνατέ… Ένα μόνο ξέρε:

Πως όσο ψηλά κι αν ανεβείς

ποτέ δε θα φτάσεις το μπόι των χαμηλών

που θυσιάστηκαν για ψηλά πράγματα!

 

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ


Το πιο πολύτιμο ρούχο μας.

Το πιο επίσημο ρούχο μας.

Το πιο εμφανίσιμο ρούχο μας.

Η χλαμύδα μας.

Το φράκο μας.

Το νυχτικό μας.

 

Το μόνο σωστό μας.

Το μόνο πιστό μας.

Το μόνο αιώνιο ρούχο μας

είναι το πετσί μας.

 

Και δεν ντρέπομαι αν είναι μαύρο,

άσπρο

ή μελαμψό.

 

Ντρέπομαι για κείνους που το χωρίζουν

σε μαύρο,

άσπρο

και μελαμψό.

 

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

 


- Στείλε Σχόλιο


09 Δεκεμβρίου 2013, 12:24
ΧΩΡΙΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗ
Το ποίημα της εβδομάδας  

Σ’ ένα κομμάτι

κλεμμένο χαρτί

διπλωμένο στα τέσσερα

θα σου γράψω

ένα ποίημα

με στίχους που στάζουν βροχή

και δυο στροφές

σ’ απόχρωση βαθιά μπλε

 

Οι λέξεις διάφανες κι απλές

-με λιγοστά εφόδια

κινούνται πια οι ποιητές-

Ριπή μες στη σιωπή

η γραφή

χωρίς ρίμα η μουσική.

Με μόνο αφιέρωση

«Στο λαθραναγνώστη της ψυχής».

 

Αλεξάνδρα Γαλανού

………………………………..

Καλή εβδομάδα :)


- Στείλε Σχόλιο


06 Δεκεμβρίου 2013, 12:11
Kατερίνα Μπλέτσα, Δασκάλα ειδικής αγωγής: Η αναπηρία σίγουρα δεν είναι η συνήθης συνθήκη ζωής!
Σπουδαίοι άνθρωποι  

Διαβάστε και το άρθρο κάνοντας κλικ στο σύνδεσμο : To μήνυμα της δασκάλας που συγκλόνισε με τη φωτογραφία της στο greekteachers.gr

Η αναπηρία σίγουρα δεν είναι η συνήθης συνθήκη ζωής. Όμως καλύτερα να το βλέπεις έτσι ως συνθήκη, παρά ως εμπόδιο ανυπέρβλητο.Έχεις ακούσει τη φράση “Πνίγεται σε μια κουταλιά νερό” Υπάρχουν άνθρωποι που είναι ικανοί την κουταλιά το νερό να την κάνουν θάλασσα κι άλλοι που προτιμούν να μάθουν να κολυμπούν. Το πρώτο άστο. Είναι μίζερο, αγωνιώδες και δεν περνάει και η ώρα. Πιστεύω ότι πιο εύκολο είναι το δεύτερο. Άσε που το διασκεδάζεις κιόλας.

 

 

 

 

Εδώ μπορείτε να ψηφίσετε την Κατερίνα

Ψηφίστε για την Κατερίνα

 

Ήμουν γύρω στα 19 μου όταν άκουσα για πρώτη φορά τη λέξη αναπηρία. Μια αστάθεια που προϋπήρχε απ’την εφηβική μου ηλικία σε πολύ μικρότερο βαθμό ,είχε εξελιχτεί σε κάτι σοβαρότερο. Σε μια σπάνια προοδευτική νευροπάθεια. Δεν είχα καν φανταστεί ούτε την εξέλιξη της, ούτε τι ακριβώς είχα, οι γονείς μου ,η οικογένεια μου, οι φίλοι μου ,το περιβάλλον μου γενικότερα ποτέ δε με αντιμετώπισαν ως κάτι διαφορετικό .Σπούδασα, δουλεύω, αθλούμαι, διασκεδάζω, κάνω τις βόλτες μου και ταξίδια με τους φίλους μου, ζω την καθημερινότητα μου όπως οι περισσότεροι. Το ότι κινούμαι με αναπηρικό καροτσάκι, δε με κάνει να νιώθω κατώτερη των αλλων. Απλα κάνω πράγματα με άλλον τροπο.ολοι είμαστε ισοι,εγω τουλάχιστον έτσι το βλέπω….

ξεκόλλα ρε η ζωή είναι ωραία! Είναι δύσκολο δε λέω: είσαι ενήλικος και πρέπει να μάθεις από την αρχή τα πάντα!Δεν έχεις όμως εναλλακτική, μάθε. Είμαστε και τυχεροί: ζούμε δύο ζωές σε μία. Άσε στην τράπεζα: όλοι περιμένουν με τις ώρες, σε ένα τέταρτο έχεις τελειώσει.
Η μεγαλύτερη και σοβαρότερη αναπηρία είναι της πολιτείας και της κοινωνίας. Είναι κρίμα που δεν υπάρχει η ανάλογη μεριμνά ούτε στα βασικά τουλαχιστον.πχ στις δημόσιες υπηρεσίες,στα αθλητικά κέντρα,στις τράπεζες,στους δρόμους κτλ. Είναι κρίμα να ζουμε σε μια τόσο όμορφη πολη,αν και είναι flat το μεγαλύτερο κομματι της,το οποίο είναι ευνοϊκό ούτως ή αλλως για κάποιον που κινείται με αναπηρικό καροτσάκι, δυστυχώς υπάρχουν πολλές ελλείψεις στο θέμα της πρόσβασης,λες και εδώ δεν υπάρχουν ανάπηροι.

Η αναπηρία και το διαφορετικό γενικότερα ξενίζει. Και οι περισσότεροι ανθρωποι,θεωρουν ότι η αναπηρία είναι κάτι το μακρινο…και όμως είμαστε όλοι οι άνθρωποι εν δυνάμει άτομα με αναπηρία. Ο οίκτος και τα περίεργα βλέμματα είναι καθαρά θέμα παιδείας. Δυστυχώς, μεγαλώνουμε με τα πρότυπα του υγιούς και του αρτιμελούς και η εικόνα της αναπηρίας μας ξενίζει- φοβίζει, γι’ αυτό και οι περίεργες αντιδράσειςαπέναντι στο μη συνηθισμένο. Είμαι δασκάλα ειδικής αγωγής, στο 2ο δημοτικό σχολείο και είμαι πολύ περήφανη που οι μαθητές μου, είναι εξοικειωμένοι μέσω εμού …και στη μετέπειτα ζωή τους δε θα είναι απ ’αυτούς με τα περίεργα βλέμματα στη θέα ενός αναπήρου.
Εντελώς τυχαία είδα στο Facebook τον Ευρωπαϊκό διαγωνισμό του οργανισμού των Σπανίων παθήσεων ,το πρότεινα στη φίλη μου τη φωτογράφο Λένα Μαγκούτα και ιδού το αποτέλεσμα.
Η πρώτη θέση δεν είναι αυτοσκοπός, προωθούμε τη φωτογραφία μπας και βοηθήσω έστω και μ’ αυτόν τον τρόπο , στο να εξοικειωθούν οι άνθρωποι με την εικόνα της αναπηρίας. Δεν αξίζει να το βάζουμε κάτω για τίποτα γιατί όσο κοινότυπο και να ακούγεται, το να έχεις την υγεία σου και να είσαι καλά είναι το σημαντικότερο πράγμα.

Για όλα υπάρχει λύση με τη θέληση και με την αγάπη των γύρω σου.

Kατερίνα Μπλέτσα, Δασκάλα ειδικής αγωγής

http://www.ideesmag.gr

.................................

http://www.greekteachers.gr/%CE%BD%CE%B1-%CF%88%CE%B7%CF%86%CE%AF%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B5-%CE%BA%CE%B9-%CE%B5%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CF%82-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B1-%CE%B1%CE%BE%CE%AF/


- Στείλε Σχόλιο


05 Δεκεμβρίου 2013, 13:15
Ένα λιοντάρι με πυρετό μαθαίνει να μην είναι κακό : το πρώτο μου παιδικό βιβλίο!
Δικό μου  

Τι γίνεται όταν ένα μικροσκοπικό περιπλανώμενο κουνούπι μεταφέρει το συνάχι του στον –μέχρι εκείνη τη στιγμή- ακλόνητο βασιλιά των ζώων; Ένας απλός πυρετός θα οδηγήσει το αγέρωχο λιοντάρι σε μία από τις βασικές αρχές της ζωής: η αγάπη και ο σεβασμός είναι αδύνατο να συνυπάρξουν με το φόβο…

 

Με οδηγίες για 6+1 παραμυθοπαίχνιδα (βασισμένα στη Γραμματική της Φαντασίας του Τζάνι Ροντάρι)

......................

Το βιβλίο μπορείτε να κατεβάσετε δωρέαν από εδώ:

http://www.saitapublications.gr/2013/12/ebook.68.html


8 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


03 Δεκεμβρίου 2013, 11:21
Ματή, το μαγικό ψιθύρισμα: Ένα παραμύθι για την Παγκόσμια Ημέρα των Ατόμων με Αναπηρίες
Παγκόσμια Ημέρα  

Ο Φάνης το έγραψε με πολύ μεγάλη αγάπη και είμαστε συγκινημένοι και χαρούμενοι που βρήκε τον δρόμο του…

……………………………………

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

 

Αφιερωμένο στα παιδιά όλης της γης,

στις κόρες μου,

στη Ματή και στον τρόπο που βλέπει τον κόσμο.

Τι κι αν είναι ένα κορίτσι με ειδικές ανάγκες. Είναι ίδιο με τ' άλλα.

Έχει μέσα της τους ίδιους φόβους, τις ίδιες απορίες, τις ίδιες

ανασφάλειες, την ίδια περιέργεια να ψηλαφίσει το αύριο και το

δικαίωμα για ζωή το οποίο κουβαλούν όλα τα παιδιά από

γεννησιμιού τους, ανεξαρτήτως χρώματος, φύλου, καταγωγής.

Όσο εύκολο λοιπόν είναι να βρίσκουμε διαφορές μεταξύ μας, τόσο

εύκολο είναι να ανακαλύπτουμε και ομοιότητες.

………………

Βολέψου σε μια αγκαλιά,

θα ‘ναι σαν όνειρο,

μικρή προσευχή

πριν το ταξίδι της νύχτας,

ένας άγγελος θα έρθει

να σου ψιθυρίσει το μυστικό

σσσς. εσύ μόνο ν’ ακούς

την καρδιά σου!

Άνοιξε την παλάμη σου,

φύσηξε λίγη αστερόσκονη καιξεκινάμε!

……………………

1… «Δεν μπορεί να δεχτεί πως μερικές στιγμές της μέρας είναι δύσκολες,

φορτωμένες με αναποδιές, με αρρώστιες, με θλίψη. Ήρθε όμως η ώρα

να αρχίσει να λαχταρά, να πεισμώνει και να μάθει πως κάθε πρόβλημα

έχει τη λύση του.»

2. «Δεν υπάρχει μέρα που να ξημερώνει χωρίς μια

απάτητη κορυφή, ένα απόρθητο κάστρο, μια ξεχασμένη μελωδία, μια

άγνωστη λέξη, μια μυρωδιά που προσδοκά να την ανακαλύψεις, για να

υψώσεις τη δική σου σημαία. Κερδίζοντας φορά τη φορά τα λάφυρά

σου».

3. «Το ουράνιο τόξο είναι η ένωση του ήλιου με τη βροχή. Η επιβεβαίωση

πως αν προσπαθήσεις αρκετά, αψηφώντας την τεμπελιά και τη ζήλια,

θα τα καταφέρεις. Το ουράνιο τόξο περικλείει μέσα του τις

χαρούμενες φωνές των παιδιών, αγκαλιές, χάδια και τις επιθυμίες των

ονείρων μας. Το ουράνιο τόξο είναι η σφραγίδα της υπόσχεσης του

Θεού προς τον άνθρωπο. Πως μέσα από τις δυσκολίες έρχεται η

λύτρωση.»

4. «Το γλυκό κοριτσάκι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Σάστισε αντικρίζοντας

το θαύμα! Ένιωσε για κάποια δευτερόλεπτα πως πετούσε. Έχασε τη

λαλιά της. Μόνο ένιωθε. Πρωτόγνωρα συναισθήματα, ανακούφισης και

ανυπομονησίας για το αύριο. Όχι δεν ήταν η πιο όμορφη μέρα της ζωής

της αν το αναρωτιέστε. Ακολούθησαν κι άλλες, κι άλλες που είδε,

άγγιξε, αισθάνθηκε ακόμα πιο σημαντικά πράγματα. Καμία ημέρα δεν

υπερτερεί. Σας το υπόσχομαι πως όλες ξεχειλίζουν μοναδικά μαγικές

στιγμές αρκεί να μην τις βεβηλώνουμε με ανούσιες σκέψεις. Έζησαν

αυτοί καλά και δώσε κλώτσο να γυρίσει, η ιστορία της Ματή να

ξαναρχίσει!»

………………………

Ο Θεοφάνης Θεοφάνους γεννήθηκε το 1982.

Μεγάλωσε στο Δάσος Χαϊδαρίου από Κύπριους

γονείς.

Φοίτησε στους εκπαιδευτικούς οργανισμούς

Ακμή, Δομή, ΑΤΕΙ Φλώρινας, Athenian College.

Παρακολούθησε σεμινάρια συγγραφικής τέχνης

στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.

Είναι παντρεμένος, έχει δυο κόρες: την

“Πριγκίπισσα Καπριτσιόζα”, την “Μια Σταλίτσα”,

άπειρα παραμύθια, και ζουν όλοι μαζί –έτσι, από

πείσμα- στην πόλη της Φλώρινας.

Το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο «12 Εκδοχές για

Εκείνη», τυπώθηκε από τις εκδόσεις «Περί

Τεχνών» το 2009.

Μία από τις πιο σημαντικές λογοτεχνικές

διακρίσεις του ήταν το «Βραβείο Ομήρου» από

τον «Σύλλογο Λόγου, Τέχνης και Ελληνικού

Πολιτισμού Βαυαρίας».

E-mail επικοινωνίας:

theofanis_theofanous@yahoo.gr

..........................

Η Ραφαέλα Φαντασία

γεννήθηκε στην Ιταλία και

μεγάλωσε στην Κύπρο. Είναι

φοιτήτρια στο Τμήμα

Ιατρικής του Πανεπιστημίου

Θεσσαλίας. Στον ελεύθερο

της χρόνο ασχολείται κυρίως

με τη ζωγραφική, τη μουσική

και τη λογοτεχνία.

......................

Αξίζει να σημειωθεί ότι το βιβλίο προλογίζει η υπέροχη μαμά Χριστίνα

http://www.eimaimama.gr/2012/12/oloi-eimaste-en-dynamei-amea.html

 

Mπορείτε να το κατεβάσετε δωρεάν από εδώ:

http://www.saitapublications.gr/2013/12/ebook.67.html

Σύντομη περίληψη

Η αληθινή ιστορία ενός κοριτσιού που δε δάμασε τα κύματα, δεν κατατρόπωσε μυθικά τέρατα σε μια νύχτα, δε χρίστηκε ηρωίδα κανενός παραμυθιού! Απλά κατάφερε να ξεπεράσει τους φόβους και τους δισταγμούς της, βλέποντας τη ζωή όπως ακριβώς είναι… υπέροχη!


1 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


02 Δεκεμβρίου 2013, 10:41
ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ
Το ποίημα της εβδομάδας  

Δεκέμβρης μήνας

ο γιός του Χειμώνα

φέρνει μαζί του

τρανή γιορτή.

 

Δέντρα, στολίδια

φώτα κι αστέρια

μοιράζουνε λάμψεις αστραφτερές.

 

Η πόλη φοράει

τα γιορτινά της

βιτρίνες, παιχνίδια

γλυκές μυρωδιές.

 

Κι εκείνη τη νύχτα στις 25

βγαίνει έν’ αστέρι και χαμογελά.

Γεννιέται ο Χριστός μας

την αγάπη Του αφήστε

να σας χαϊδέψει την καρδιά.

 

Ήχοι γλυκοί

στους δρόμους χορεύουν

καμπάνες, τρίγωνα

ακορντεόν.

 

Φωνές παιδικές

τις πόρτες χτυπάνε.

Ελάτε, ανοίξτε

γιορτάστε λοιπόν!

 

Βούλα Ηλιάσκου –Καίτη Δαλμάτσου-Ζερβουδάκη, 12 μήνες τραγούδια, εκδόσεις Πατάκη.

...................

Καλή εβδομάδα να 'χουμε :)


- Στείλε Σχόλιο


01 Δεκεμβρίου 2013, 15:55
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ
Πρωτομηνιά Αλλαγή εποχής  

Όταν έρθει εκείνη η ώρα

ο Άι-Βασίλης με τα δώρα.

 

Τώρα η πλάση όλη ησυχάζει,

κάποιο θάμα μας ‘τοιμάζει.

 

Στο άγιο σπήλαιο της νυκτός,

φως, γεννήθηκε ο Χριστός.

 

Άρχοντες, καλήν ημέρα!

Έρχομαι απ’ το δάσος πέρα.

 

Από χιόνι έχω παιχνίδια

κι από κρύσταλλα στολίδια.

Μπορεί ο Δεκέμβριος να μην έχει πολλά «καλλιτεχνικά ψευδώνυμα» όπως ο προηγούμενος μήνας, όμως ο λαός δεν τον έχει αφήσει παραπονεμένο μιας και τον αποζημίωσε με ένα πλήθος παροιμιών που αναφέρονται σε αυτόν.

Ας δούμε μερικές ονομασίες και στη συνέχεια ας πάρουμε βαθιά ανάσα για να διαβάσουμε ένα ολόκληρο κατεβατό από παροιμίες για τη χάρη του!

Άσπρος μήνας ή Ασπρομηνάς (για το κρύο και τα χιόνια που φέρνει),

Νικολοβάρβαρα (για τις γιορτές των Αγίων Νικολάου και Βαρβάρας),

Χριστουγεννάς (για τα Χριστούγεννα, τη μεγάλη γιορτή της Χριστανοσύνης).

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ

(αντιγράφω κάποιες ενδεικτικά)

«Να ‘ναι Χριστούγεννα στεγνά, τα Φώτα χιονισμένα, και τα Λαμπρά βρεχούμενα, τα αμπάρια γιομισμένα».

«Δεκέμβρη μου, με πάγωσες και πώς να ξεπαγιάσω».

«Δεκέμβριος, Χριστού γέννηση και καλός μας Χρόνος».

«Το τραγούδι με τον τρύγο, το Δεκέμβρη παραμύθι».

«Χιόνι του Δεκεμβρίου, χρυσάφι του καλοκαιριού».

«Αν πρωιμίσει η μυγδαλιά κι ανθίσει το Δεκέμβρη, βαρύς χειμώνας κι όψιμος θε να ‘ρθει να μας εύρει».

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΟΥΡΙΚΗ, Περιοδικό Παράθυρο στην Εκπαίδευση του Παιδιού, τεύχος 84, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2013.

……………………………………..

Καλό μήνα και καλό χειμώνα σε όλους!

Με χιόνια, βροχές, τσουχτερό κρύο, απανωτούς σεισμούς και στολισμό σπιτιού υποδεχτήκαμε τον Δεκέμβριο και τον χειμώνα στη Φλώρινα και στο σπίτι μας…

 

 

 


- Στείλε Σχόλιο


28 Φεβρουαρίου 2013, 17:01
Η γύρη της Ποίησης
Κόκκινη κλωστή δεμένη...  

Μιας και σήμερα είναι (έστω και τυπικά) η τελευταία μέρα του Χειμώνα, ας (ξανά)θυμηθούμε κι ας (ξανά)απολαύσουμε αυτή την όμορφη ιστορία… Νομίζω η καλύτερη υποδοχή της Νέας Εποχής που έρχεται...

 

Κάποτε ο Χρόνος είχε 13 μήνες. Θα μου πείτε, πώς γίνεται αυτό. Κι όμως γίνεται. Αντί για 12, οι μήνες ήταν 13. Τον 13ο μήνα τον ‘λέγαν Ιάκωβο. Και ήταν ο πιο χαϊδεμένος και ονειροπόλος γιός του Χρόνου. Μόνο που ήταν πολύ αφηρημένος και αδέξιος. Με τα χίλια ζόρια και τα χίλια παρακάλια του πατέρα τους, τον έπαιρναν πότε η μία και πότε η άλλη εποχή και άρον άρον τον έστελναν πίσω. Κι ο Ιάκωβος κάθε φορά έβαζε τα κλάματα. Τον λυπόταν ο Χρόνος και παρακαλούσε πάλι τις εποχές να τον πάρουν μαζί τους να τις βοηθάει.

Μια φορά αρρώστησε ο Γενάρης.

-Άντε, Ιάκωβε, του είπε ο Χειμώνας. Πήγαινε εσύ στη θέση του. Μόνο πρόσεχε, να χεις το μυαλό σου στη δουλειά, κι όχι στα όνειρα και στις φαντασίες. Πρέπει να φυλάξεις τον ήλιο μέσα στις καταχνιές, για να μη βγει και ζεστάνει τον καιρό και λιώσουν οι πάγοι.

Ο Ιάκωβος, όμως, όπως συνήθως, είχε αλλού το νου του και ξέχασε τι του είπε ο Χειμώνας. Έτσι αντί να φυλάει τον ήλιο, πήγε και φύλαγε την παγωνιά στη σπηλιά της.

-Χριστιανέ μου, άφησέ με να βγω, του φώναξε εκείνη. Έχω να γυαλίσω τα κρύσταλλα των πάγων στις στέγες των σπιτιών και στα κλαδιά. Έχω τα χιονοσέντονά μου απλωμένα στα λαγκάδια και στις ρεματιές, έχω τα ζώα μου σε χειμερία νάρκη. Θα ξυπνήσουν και θα ψοφήσουν από την πείνα. Μπα, σε καλό σου!

-Όχι, δεν μπορώ να σ΄ αφήσω, απάντησε ο Ιάκωβος. Μου είπε να σε φυλάω ο Χειμώνας.

Και κλείδωσε την παγωνιά στη σπηλιά της.

Έτσι αντί να βγει η παγωνιά, βγήκε ο ήλιος και τρύπησε τα χιονοσέντονα, ξέσκισε τα άσπρα βελούδα στις πλαγιές των βουνών, ράγισε τα κρύσταλλα στις λίμνες. Ο κόσμος σάστισε, πέταξε τα παλτά, έβγαλε τις ζακέτες, έσβησε τις σόμπες, το ‘ριξε στις εκδρομές. Φύτρωσαν καρποί στα δέντρα, βγήκαν τα κεράσια, βγήκαν τα καρπούζια, βγήκανε τα παγωτά. Που μυαλό για μαθήματα!

-Πατέρα, είπε ο Χειμώνας στον Χρόνο. Πάρε πίσω τον Ιάκωβο. Δεν τον θέλω. Είναι εντελώς ανίκανος!

-Γιατί παιδί μου δε μαζεύεις τα μυαλά σου στη δουλειά; Τι θα σε κάνω τώρα; Δε σε θέλει πια κανείς!

Ο Ιάκωβος έβαλε τότε τα κλάματα. Ο Χρόνος τον λυπήθηκε γιατί του είχε αδυναμία.

-Καλά, μην κλαις. Θα παρακαλέσω το Καλοκαίρι να σε πάρει μαζί του, τον παρηγόρησε και του σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια.

-Τι να τον κάνω, πατέρα, φώναξε το Καλοκαίρι, όταν το άκουσε. Αυτός είναι μόνο για ζημιές. Είναι πολύ αφηρημένος και ανίκανος.

Όμως ο Χρόνος επέμενε τόσο πολύ που στο τέλος το Καλοκαίρι υποχώρησε.

-Καλά, του είπε. Για χάρη σου θα τον πάρω. Αν όμως κάνει πάλι καμιά ζημιά, θα στον στείλω πίσω αμέσως!

Μετά φώναξε τον Ιούλη:

-Ιούλη, πάρε μαζί σου τον Ιάκωβο. Βάλτον στις αποθήκες του ουρανού, να φυλάει τις συννεφιές.

Πραγματικά ο Ιούλης πήρε μαζί του τον Ιάκωβο και τον έβαλε να φυλάει τα σύννεφα, για να μη βγουν και χαλάσουν τις καλοκαιριάτικες λιακάδες.

Στην αρχή ο Ιάκωβος ήταν πολύ προσεκτικός. Μετά από λίγες μέρες όμως άρχισε πάλι να ξεχνιέται. Άφησε τις αποθήκες ξεκλείδωτες και τα σύννεφα γλίστρησαν αθόρυβα στον ουρανό. Μέσα σε λίγα λεπτά, ο ουρανός σκοτείνιασε. Ξέσπασε μπόρα, έπιασε βροχή, σηκώθηκε τρικυμία στη θάλασσα. Βούλιαξαν οι βάρκες, τρόμαξαν οι κολυμβητές, μάζεψαν τα πράγματά τους, φόρεσαν αδιάβροχα, φόρεσαν κασκόλ, άνοιξαν τις ομπρέλες τους. Η ομίχλη τύλιξε τα καλοκαιρινά τοπία.

-Βρήκα τον μπελά μου με σένα, φώναξε θυμωμένο το Καλοκαίρι κι έδιωξε τον Ιάκωβο. Άντε να πας πίσω στον πατέρα μας, γιατί είσαι ανίκανος κι ονειροπαρμένος.

Για να μη σας τα πολυλογώ, ο Ιάκωβος έκανε τα ίδια με όλες τις εποχές. Με την αφηρημάδα του χάλασε την ισορροπία της φύσης. Την Άνοιξη ξεχνούσε τις παγωνιές και το Φθινόπωρο ξεχνούσε τις λιακάδες. Ο κόσμος άρχισε πια να χάνει τη σειρά του. Είδε κι απόειδε ο Χρόνος και δεν ξανάστειλε τον μικρό του γιο στον κόσμο.

-Κάτσε, παιδί μου, εδώ στο σπίτι, τον συμβούλεψε. Εσύ δεν κάνεις για τούτες τις δουλειές. Καλύτερα να μείνεις κοντά μου, να φροντίζεις τον κήπο και να μου κρατάς συντροφιά.

Ο Ιάκωβος έσκυψε το κεφάλι του και δεν μίλησε. Βγήκε στον κήπο και κάθισε σε μια πέτρα λυπημένος. Τον πήρε το παράπονο κι άρχισε να κλαίει. Τον είδε το φεγγάρι που έβγαινε εκείνη τη στιγμή και τον λυπήθηκε.

-Γιατί κλαις, Ιάκωβε;, τον ρώτησε.

-Γιατί είμαι άχρηστος και ανίκανος, είπε εκείνος με παράπονο.

-Μην το ξαναπείς αυτό, του φώναξε τότε το φεγγάρι με μια παράξενη κραυγή.

-Άκου, θα σου κάνω ένα δώρο. Εδώ που κύλησαν τα δάκρυά σου θα φυτρώσει το πιο θαυμαστό λουλούδι του κόσμου. Από τη γύρη αυτού του λουλουδιού θα γεννιέται η ποίηση. Κοιμήσου απόψε και αύριο το πρωί, όταν ξυπνήσεις, θα το δεις!

Πραγματικά, εκείνη τη νύχτα ο Ιάκωβος κοιμήθηκε ανάλαφρα και το πρωί ξυπνώντας είδε ένα καινούριο λουλούδι στην αυλή του. Είχε τεράστια ασημένια πέταλα που έλαμπαν στον ήλιο και ήταν φορτωμένο με μια μαύρη γύρη. Ο αέρας φυσούσε και έπαιρνε από τη γύρη και τη σκόρπιζε πάνω απ΄ τον κόσμο. Κι όσοι ανέπνεαν τη μαγική γύρη, έγραφαν στίχους και ποιήματα και γίνονταν ποιητές.

Το λουλούδι αυτό το ονόμασαν λουλούδι της ποίησης. Ο Ιάκωβος το πότιζε και το φρόντιζε κάθε μέρα. Και εκείνο δεν μαραινόταν ποτέ, αλλά ήταν πάντα γεμάτο από τη μαγική του γύρη.

Έτσι ο Ιάκωβος έγινε φύλακας του θαυμαστού λουλουδιού της ποίησης κι έζησε έξω από τον κύκλο του χρόνου.

Κατερίνα Καριζώνη-Χεμίκογλου

18 ιστορίες που ξεχωρίζουν-Εκδόσεις Γνώση




 


- Στείλε Σχόλιο


27 Φεβρουαρίου 2013, 16:21
Υποσχέσεις
Μενέλαος Λουντέμης  

Οι «λαγοί με τα πετραχήλια»

είναι πολύ γνωστά ζώα

της λαϊκής μας θυμοσοφίας

πολύ αθώα και πολύ αμέτοχα

για τα πετραχήλια που τους φόρεσαν.

 

Οι λαγοί οι καημένοι

είναι πάντα βιαστικοί…

Περπατούν με χτυποκάρδι

και δεν έχουν καιρό

να ντυθούν με πετραχήλια.

 

Η παροιμία αλλού τον πάει το χορό.

Θέλει να πει: «Μη φοβάσαι-

αυτούς που δεν έχουν πετραχήλια

και στα τάζουνε.

Φοβήσου κείνους

που έχουν πετραχήλια

μα δε στα τάζουνε…

Γιατί τα φοράνε!

 

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

 

Αφιερωμένο στους απλήρωτους εργαζόμενους της κοινωφελούς εργασίας στη Φλώρινα


- Στείλε Σχόλιο


26 Φεβρουαρίου 2013, 17:08
Τα παιδιά ήταν μόνα
Ιστορίες να σκεφτείς  

Η μητέρα τους είχε φύγει από νωρίς το πρωί και τα είχε αφήσει στη Μαρίνα, μια νέα δεκαοχτώ χρονών, την οποία έπαιρνε κάποιες φορές για λίγες ώρες προκειμένου να τα προσέχει με αντάλλαγμα μερικά νομίσματα.

Από τότε που είχε πεθάνει ο πατέρας, οι καιροί είχαν δυσκολέψει πολύ για να το ρισκάρει να λείψει από τη δουλειά όταν η γιαγιά αρρώσταινε ή έλειπε από την πόλη.

Όταν ο φίλος της κοπέλας τηλεφώνησε για να της προτείνει μια βόλτα με το καινούριο του αυτοκίνητο, η Μαρίνα δεν δίστασε και πολύ. Άλλωστε, τα παιδιά κοιμούνταν όπως κάθε απόγευμα, και δεν θα ξυπνούσαν πριν τις πέντε.

Μόλις άκουσε την κόρνα, άρπαξε την τσάντα της κι άφησε ανοιχτό το ακουστικό του τηλεφώνου. Προνόησε να κλειδώσει την πόρτα του δωματίου και φύλαξε το κλειδί στην τσέπη της. Δεν ήθελε να διακινδυνέψει να ξυπνούσε ο Πάντσο και να κατέβαινε τη σκάλα για να την ψάξει, γιατί, όπως και να ‘χει, ήταν μόνο έξι χρονών, και με την παραμικρή απροσεξία μπορούσε να σκοντάψει και να χτυπήσει. Επίσης, σκέφτηκε ότι αν συνέβαινε αυτό, δεν θα ήξερε πώς να εξηγήσει στην μητέρα το λόγο για τον οποίο το παιδί δεν την είχε βρει.

Ίσως να ήταν ένα βραχυκύκλωμα στην τηλεόραση ή σε κάποιο από τα φώτα του σαλονιού, ή μπορεί μια φλόγα στα καυσόξυλα –το θέμα είναι ότι όταν οι κουρτίνες άρχισαν να καίγονται, η φωτιά έφτασε γρήγορα στην ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια.

Τον ξύπνησε ο βήχας του μωρού, εξαιτίας του καπνού που περνούσε κάτω απ’  την πόρτα. Χωρίς να σκεφτεί, ο Πάντσο πήδηξε απ’  το κρεβάτι και πίεσε με δύναμη το πόμολο για ν’  ανοίξει την πόρτα, αλλά δεν τα κατάφερε.

Όπως και να ‘χει, ακόμα κι αν το είχε καταφέρει, οι φλόγες θα είχαν καταβροχθίσει τον ίδιο και των λίγων μηνών αδερφό του σε ελάχιστα λεπτά.

Ο Πάντσο φώναξε τη Μαρίνα, αλλά κανείς δεν απάντησε στην έκκλησή του. Έτσι, έτρεξε στο τηλέφωνο του δωματίου (αυτός ήξερε πώς να παίρνει τηλέφωνο τη μαμά του) αλλά δεν υπήρχε γραμμή.

Ο Πάντσο συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να βγάλει τον αδερφό του από κει μέσα. Προσπάθησε να ανοίξει το παράθυρο που έβγαζε στο περβάζι, αλλά ήταν αδύνατο για τα μικρά του χέρια να λύσει την ασφάλεια και –ακόμα κι αν τα κατάφερνε-, θα έπρεπε να ξεμπλέξει το συρμάτινο πλέγμα που οι γονείς του είχαν βάλει για προστασία.

Όταν οι πυροσβέστες τελείωσαν με το σβήσιμο της φωτιάς, το θέμα συζήτησης όλων ήταν το ίδιο:

-Πώς μπόρεσε αυτό το τόσο μικρό παιδί να σπάσει με την κρεμάστρα το τζάμι και μετά τη σήτα;

-Πώς μπόρεσε να φορτώσει το μωρό στο σακίδιο;

-Πώς μπόρεσε να περπατήσει στο περβάζι κουβαλώντας σημαντικό βάρος και να κατέβει από το δέντρο;

-Πώς μπόρεσε να σώσει τη ζωή του αδελφού του και τη δική του;

Ο ηλικιωμένος πυροσβέστης, άνθρωπος σοφός και που όλοι σέβονταν, τους έδωσε την απάντηση:

 

«Ο μικρός Πάντσο ήταν μόνος… Δεν είχε κανέναν να του πει ότι δεν θα μπορούσε…»

 

ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΙ-Ιστορίες να σκεφτείς, εκδόσεις Opera


- Στείλε Σχόλιο


25 Φεβρουαρίου 2013, 16:15
ΣΥΝΗΘΕΙΑ
Το ποίημα της εβδομάδας  

-Ξαγρύπνησα

με τους εφιάλτες,

είπες.

-Ξημέρωσε.

Ας πάμε στους εφιάλτες

της μέρας,

είπα.

 

Ηρώ Δημοπούλου

 

Καλή εβδομάδα


- Στείλε Σχόλιο


24 Φεβρουαρίου 2013, 15:46
"Χωρίς μουσική η ζωή θα ήταν ένα σφάλμα..."
Χωρίς μουσική η ζωή θα ήταν ένα σφάλμα...  

"Χωρίς μουσική η ζωή θα ήταν ένα σφάλμα..."

video 


- Στείλε Σχόλιο


23 Φεβρουαρίου 2013, 22:15
Ένα παραμύθι για τις λίμνες των Πρεσπών
Φλωρινιώτικα  

Στην απόμακρη θεϊκή και μοναδικά πανέμορφη Πρέσπα, που την έκανε ο καλός μας Θεός για να αναπαύεται όταν κουράζεται φυσικά, μια φορά κι έναν καιρό, στα πολύ παλιά τα χρόνια, ζούσε ένας καλός βασιλιάς που την κυβερνούσε όμορφα και πολύ δίκαια. Είχε έναν μονάκριβο γιό που τον μεγάλωνε με μέλι και γάλα –μια μέρα των ημερών πίστευε θα τον κληρονομούσε στο βασίλειό του και θα γινόταν ένας καλός βασιλιάς.

Το παιδί, όταν πια μεγάλωσε, έκανε βόλτες με το φαρί του στα ατέλειωτα δασά λιβάδια του βασιλείου του, για να το γνωρίσει. Κάποια μέρα όμως, όπως γυρνούσε, το φαρί του δίψασε και έσκυψε να πιεί νερό σε μια πηγή. Εκεί έμενε μια νεράιδα όμορφη σαν τα κρύα νερά του τόπου του. Η καρδιά του πήγε να πετάξει και να σπάσει γιατί αμέσως την αγάπησε τόσο πολύ που έχασε τα λογικά του.

Ξαφνικά, δυνατή μπόρα υποχρέωσε το διάδοχο του θρόνου να κρυφτεί σε μια μεγάλη σπηλιά. Ύστερα από λίγο αποκοιμήθηκε. Στον ύπνο του ξαναφάνηκε η όμορφη νεράιδα και της πρότεινε να γίνει γυναίκα του. Η νεράιδα του απάντησε πως άμα γίνει βασιλοπούλα του θα έρθει μεγάλη συμφορά και θα γίνει μεγάλο κακό στο βασίλειό του, γιατί οι αδερφές της που ήτανε ξωτικά την αγαπούσαν τόσο πολύ που δεν την άφηναν και δεν την έδιναν σε άνθρωπο.

Μα το πριγκιπόπουλο, θαμπωμένο από την ομορφιά της, επέμεινε πολύ και στο τέλος έπεισε όλους να δεχτούν να γίνει γυναίκα του.

Τι να κάνει κι ο γέρο-βασιλιάς; Ήθελε δεν ήθελε έδωσε κι αυτός την ευχή του στο μονάκριβό του γιό, γιατί αν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός ο γάμος θα γίνει.

Έτσι, λοιπόν, στολίστηκε η Πολιτεία κι οι γάμοι ξεκίνησαν μια μέρα, μια Κυριακή πρωί, με κάθε μεγαλοπρέπεια, όπως πρέπει σε βασιλικό γάμο.

Όταν όμως το γλέντι είχε ανάψει, τα ξωτικά, που είχαν έρθει στη χαρά της αδερφής τους, άρχισαν να τραγουδούν τα ξωτικοτράγουδά τους. Και, ξαφνικά, ο ουρανός σκοτείνιασε και ξέσπασε μια τρομερή μπόρα, και έβρεχε, έβρεχε, έβρεχε, για μέρες ολόκληρες, χωρίς σταματημό. Πλημμύρισαν τα πάντα, δεν έμεινε στεριά. Σκεπάστηκε όλο το βασίλειο και τους κατάπιε όλους.

Ο καλός Θεός, ύστερα απ΄ αυτό, κατάλαβε πως δεν έπρεπε να πνιγούν τα μωρά. Κι έτσι τα επανέφερε στη γη. Τους έδωσε μορφή νούφαρου και τα άσπρα νούφαρα συμβολίζουν την ψυχή των παιδιών, όπως λέμε τα αγόρια στη Φλώρινα. Και το κίτρινο τα κορίτσια.

Βέβαια με καλέσανε και μένα, σας καλώ και σας να πάμε, να τα δούμε όλα αυτά, να τα ονειρευτούμε, να τα ζήσουμε, να φάμε και να σκεφτούμε καλή στέψη σε όλα, χαρούμενοι όλοι για όλα τα όμορφα που έχει ο τόπος μας που λέγεται Φλώρινα, περιοχή της Πρέσπας…

 

Από το cd-rom έξι λίμνες… τρία παραμύθια

(Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φλώρινας, Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού)


- Στείλε Σχόλιο


21 Φεβρουαρίου 2013, 16:01
Η Θλίψη και η Οργή
Ιστορίες να σκεφτείς  

 Σ’  ένα μαγεμένο βασίλειο, όπου οι άνθρωποι δεν μπορούν ποτέ να φτάσουν, ή ίσως μεταφέρονται αδιάκοπα χωρίς να το καταλαβαίνουν…

 Σ’  ένα βασίλειο μαγεμένο όπου τα αφηρημένα πράγματα γίνονται χειροπιαστά…

 Ήταν μια φορά κι έναν καιρό…

 μια πανέμορφη λίμνη.

 

Ήταν μια λίμνη με νερά κρυστάλλινα και καθαρά όπου κολυμπούσαν ψάρια όλων των χρωμάτων, κι όπου όλες οι αποχρώσεις του πράσινου λαμπύριζαν διαρκώς…

Ως εκείνη τη μαγική και διάφανη λίμνη έφτασαν η θλίψη κι η οργή για να κάνουν μπάνιο παρέα.

Και οι δύο έβγαλαν τα ρούχα τους και, γυμνές, μπήκαν στη λίμνη.

Η οργή, που βιαζόταν (όπως συμβαίνει πάντα στην οργή χωρίς να ξέρει γιατί), έκανε μπάνιο στα γρήγορα, κι ακόμα πιο γρήγορα βγήκε απ’  το νερό…

Αλλά η οργή είναι τυφλή –ή, τέλος πάντων, δεν βλέπει ξεκάθαρα την πραγματικότητα. Έτσι, γυμνή και καθαρή, φόρεσε βγαίνοντας απ’  το νερό το πρώτο ρούχο που βρήκε…

Και  συνέβη εκείνο το ρούχο να μην είναι το δικό της αλλά της θλίψης…

Κι έτσι, ντυμένη, θλίψη, η οργή έφυγε.

 

Πολύ ήρεμη, πολύ γαλήνια, διατεθειμένη όπως πάντα να παραμείνει σε όποιο μέρος βρίσκεται, η θλίψη τελείωσε το μπάνιο της και –χωρίς καμία βιασύνη- ή, καλύτερα, χωρίς συναίσθηση του χρόνου που περνάει, τεμπέλικα και αργά, βγήκε από τη λίμνη.

Στην όχθη συνειδητοποίησε ότι τα ρούχα της δεν ήταν πια εκεί.

Όπως όλοι ξέρουμε, αν υπάρχει κάτι που δεν αρέσει καθόλου στη θλίψη, είναι να μένει γυμνή. Έτσι, φόρεσε το μοναδικό ρούχο που υπήρχε δίπλα στη λίμνη: το φόρεμα της οργής.

 

Λένε ότι από τότε, πολλές φορές συναντάμε την οργή τυφλή, σκληρή, τρομερή και θυμωμένη. Αλλά αν σταματήσουμε για λίγο και κοιτάξουμε καλύτερα, καταλαβαίνουμε ότι αυτή η οργή που βλέπουμε είναι μόνο μεταμφίεση, κι ότι πίσω από την όψη της οργής, στην πραγματικότητα, κρύβεται η θλίψη.

 

ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΙ-Ιστορίες να σκεφτείς, εκδόσεις Opera

 


- Στείλε Σχόλιο


20 Φεβρουαρίου 2013, 14:07
STABAT MATER
Μενέλαος Λουντέμης  

«Μια νύχτα ήρθαν βράδυ και ζώσαν το σπίτι μου. Μου πρότειναν τα πιστόλια. «Σιγά, σας παρακαλώ», τους είπα, «το παιδί μου είναι άρρωστο. «Θα μας ακολουθήσει και η γυναίκα σου», μου είπαν. Είδα κάτω στο πάτωμα ένα καλτσάκι του παιδιού μου. Ένα κόκκινο καλτσάκι. «Σιγά, σιγά, σας παρακαλώ, να βάλω το καλτσάκι στο κρεβάτι, να το βρει όταν θα ξυπνήσουν». Με έσπρωξαν.

Όλη νύχτα με δέρνανε πέντε άνθρωποι και τρεις φορές απείλησαν να με πετάξουν απ’  την μπαλκονόπορτα και με καλούσαν να κάνω δήλωση, να απαρνηθώ… Την άλλη μέρα μαθεύτηκε έξω γιατί κάποιος συγκρατούμενος έγραφε πίσω από ένα πιάτο: «Σώστε τον Λουντέμη». Επενέβησαν πολιτικά πρόσωπα και γλίτωσα –δηλαδή έφυγα για την εξορία…»

 Με τον αριθμό 111 ο Μενέλαος Λουντέμης εκεί στο ορεινό Μαυράτο, με τα δέκα σπίτια και τους λιγοστούς καλοσυνάτους κατοίκους, γράφει για την Έμμυ, γράφει για τη Μυρτώ, αντικρίζοντας το πάντα ανήσυχο πέλαγος.

 ΦΩΤΗΣ ΣΙΟΥΜΠΟΥΡΑΣ-Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης, εκδόσεις Δωρικός

 

STABAT MATER

(Η Μυρτώ ανεβαίνει 3 χρονών στο Γολγοθά)

 Αντίο μητερούλα, μητερούλα της Μυρτώς,
και των χεριών μου.
Με το γήινο βρέφος στην αγκαλιά,
που μπήκε στο μαρτύριο.
τριάντα χρόνια μικρότερο απ’ τον Χριστό,
Αντίο ...

 Έτσι όπως σας πήρε το πλοίο σκοτεινό,

με τα ξάρτια σου γεμάτα μοιρολόι…

Ένα πλοίο λυπημένο, και βραχνό,

που ‘γραφε στην πρύμη του «Αγγέλικα»

και στην πλώρη του «εξορία».

Τώρα μας χωρίζουν οι ουρανοί.
Αγρύπνιες ιδρωμένες και ατελείωτες.
Κι ένας κόσμος τρομαγμένος που κρυώνει-
κρυώνει κάτω απ’ τον βοριά και τα σίδερα.

Τώρα μας χωρίζουν οι θολές νεροποντές.
Βουνά θυμωμένα κι απερπάτητα.
Τώρα μας χωρίζουν,
οι σαστισμένοι μες στον άνεμο καπνοί.
Και τ’ αρμυρό κλάμα του Αιγαίου.

Να προσέχεις, μητερούλα, εκεί που πάτε.
Σκορπώ στα μονοπάτια του παραμυθιού,
μικρά ψίχουλα απ’ την καρδιά μου-
για να μη χάσει το δρόμο η Μυρτώ.

Να προσέχεις, μητερούλα, εκεί που πάτε.
Να σκεπάζεστε τις νύχτες δυνατά.
Να σκεπάζεστε πολύ με τη στοργή μου...
Γιατί κάνει κρύο εφέτος μάνα...
Κάνει μίσους φέτος μάνα...
Κάνει θάνατο.

Τώρα αντίο. Θέλω να σκουπίσω τα μάτια μου.
Κι ανεβάζω τα χέρια μου ως εκεί.
Μα μου τα τραβούν πίσω τα σίδερα.
Γι’ αυτό: μόνο, αντίο.

 ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ


2 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


19 Φεβρουαρίου 2013, 17:56
Οδυσσέας Ελύτης: ο σύγχρονος Οδυσσέας του πνεύματος
Έλληνες ποιητές  

Γιατί οι Σουηδοί έδωσαν το Νόμπελ στον Ελύτη

 Ελλάδα, ελπίδα, ελευθερία, Ελένη

 

Εφημερίδα Τα Νέα, 15/9/1979

 

Βρίσκομαι στην αίθουσα όπου οι Σουηδοί ακαδημαϊκοί σε μυστική ψηφοφορία αποφάσισαν για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Κρατάω στα χέρια μου το θαυμάσιο κύπελλο –αντίκα του 18ουαιώνα- που μέσα του ρίξαν τα λευκά χαρτάκια που αποκάλυψαν σ’   όλο τον κόσμο το θαυμάσιο μυστικό της βράβευσής του Έλληνα Οδυσσέα Ελύτη. Ακούω τη φωνή του Λαρς Γίλενστεν, μόνιμου γραμματέα της σουηδικής Ακαδημίας, του «πανίσχυρου νάνου», όπως τον αποκαλεί η σουηδική ιντελιγκέντσια: «Θεωρούμε το Άξιον Εστί σαν το πιο συμπυκνωμένο και πιο πολύεδρο κείμενο της λογοτεχνίας του 20ουαιώνα»!

Με αληθινή χαρά πέρασα τη χαμηλή ξύλινη πόρτα της σουηδικής Ακαδημίας, πέρασα από τις τεράστιες αίθουσες που φιλοξενούν τη σοφία των αιώνων, σε μια από τις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες του κόσμου, κι έφτασα εδώ αναζητώντας τους ανθρώπους που τιμήσανε τη γλώσσα μας και τη μικρή πατρίδα κι έναν αληθινά μεγάλο ποιητή, με την πιο φημισμένη πνευματική διάκριση, που θεωρείται το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Αφήνοντας πίσω την Αθήνα του Οκτώβρη, με ανοιξιάτικους 18 βαθμούς πάνω από το μηδέν και το μαύρο νέφος που σαν σουδάριο την τυλίγει, έφτασα στη χιονισμένη Στοκχόλμη με 2 βαθμούς κάτω από το μηδέν, κυνηγώντας τους 18 που πήραν μέρος στο μυστικό δείπνο που βράβευσε τον Ελύτη. Γιατί είναι παράδοση λίγο πριν αναγγελθεί το Νόμπελ Λογοτεχνίας οι ακαδημαϊκοί να τρώνε όλου του κόσμου τα καλά σ’  ένα τεράστιο στρογγυλό τραπέζι, πίνοντας στην υγειά του Άλφρεντ Νόμπελ, του «μπαρουτά», όπως χαρακτηριστικά μου τον αποκάλεσε ο σημαντικός Έλληνας συγγραφέας Θοδωρής Καλλιφατίδης, «του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του», όπως τον χαρακτήρισε ο Γιώργος Σεφέρης σε μια ακριβή, πέρα από τα συνήθη του, κρίση.

Γιατί βράβευσαν οι 18 της σουηδικής Ακαδημίας τον Οδυσσέα Ελύτη θεωρώντας τον έναν από τους σημαντικότερους ποιητές στον κόσμο σήμερα; Μιλώντας μαζί τους, κορφολόγησα τον ανθό από τις σκέψεις και τις κρίσεις τους για το μεγάλο μας ποιητή:

 1.Η θάλασσα και τα νησιά, ο φυτικός και ο ζωικός τους κόσμος, τα λεία βότσαλα των γιαλών, το φλοίσβισμα των κυμάτων στην ακρογιαλιά, η αγκαθωτή μαυράδα των αχινών, η αρμύρα και το φως πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας είναι τα μόνιμα στοιχεία της ποίησής του. Αλλά και το λαμπρό φως του ήλιου, που ξεχύνεται άφθονο και περιλούζει αυτό τον κόσμο με όλο του το διεισδυτικό και ταυτόχρονα γόνιμο και καθαρτικό θάμβος. Αισθητοποίηση και φως καταυγάζουν την ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, υψώνεται σε μια συμβολική πραγματικότητα. Γίνεται ένα ιδεώδες για τον κόσμο, που δεν είναι πάντα τόσο φωτεινός και αληθινός και θαυμάσιος αλλά που θα ‘πρεπε να είναι και θα μπορούσε να είναι τέτοιος.

 2.Η εξύμνηση από τον Ελύτη της ύπαρξης του ανθρώπου, των δυνατοτήτων του και της ζωής του σε κοινότητα με την υπόλοιπη δημιουργία δεν είναι κάποια ειδυλλιακή φυγή από την πραγματικότητα, αλλά είναι μια ηθική πράξη, ένας εξορκισμός σαν κι αυτούς που μπορεί να συναντήσει κανένας συχνά στην ελληνική ιστορία, σε όλη της τη διάρκεια, από τους αγώνες για την ελευθερία ενάντια στη φασιστική ή άλλη καταπίεση ως τις ηρωικές φάσεις της κλασικής εποχής.

 3.Η ποίηση του Ελύτη είναι ένα είδος επιστρατευμένης ποίησης, που σκοπό της έχει την υπεράσπιση της ηθικής ακεραιότητας ή της περηφάνιας, που είναι προϋπόθεση του να μπορέσει κανένας να σταθεί και να αντέξει σε κακουχίες και σε κινδύνους κάτω από τη βία και τις στερήσεις. Αυτά τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Ελύτη δικαιώθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1940, τότε που ο ποιητής πήρε μέρος στον πόλεμο της Αλβανίας ενάντια στη φασιστική εισβολή.

 4.Το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας είναι ένα είδος δελτίου της νέας γενιάς και διατήρησε τη θέση του σαν έκφραση του ελληνικού ακαταδάμαστου πνεύματος.

 5.Ο ποιητικός κύκλος του Άξιον Εστί είναι ένα είδος λυρικού δράματος ή μύθου με ήχους από τον Ησίοδο, την Αγία Γραφή και τη βυζαντινή υμνογραφία. Στην αυστηρή και πολύφωνη δομή του εντάσσεται επίσης και η πρωτοποριακή ποίηση της Δύσης. Στο τελευταίο μέρος υπάρχει η εξύμνηση του ώριμου ανθρώπου, που, σκληρυμένος και δυναμωμένος με εμπειρίες, είναι έτοιμος να υπερασπιστεί τη ζωή και τον πλούτο της.

Οι Σουηδοί βλέπουν τον Ελύτη σαν ένα σύγχρονο Οδυσσέα του πνεύματος, με γνωρίσματα τη δίψα για την ελευθερία και την ακόρεστη περιέργεια για κάθε είδους περιπέτεια που μπορεί να προσφέρει ο βαθύπλουτος κόσμος των ελληνικών νησιών και της θάλασσας.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΑΝΗΣ, Ανταποκρίσεις από τη Λογοτεχνία, εκδοτικός οίκος Α.Α. Λιβάνη  

 

 


- Στείλε Σχόλιο


18 Φεβρουαρίου 2013, 16:36
Σηματολόγιον
Το ποίημα της εβδομάδας  

-Το «κενό» υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του.

-Θάλασσα λανθασμένη δε γίνεται.

-Δεν έχει φτέρνες η τελειότητα.

-Όταν ακούς αέρα είναι η Γαλήνη που βρικολάκιασε.

-Στην κακή μοιρασιά πάντοτε ο Θεός ζημιώνεται.

-Κείνο που σου προσάπτουνε τα χελιδόνια είναι η Άνοιξη που δεν έφερες.

-Η Λύπη ομορφαίνει επειδή της μοιάζουμε.

-Όταν ακούς «τάξη» ανθρώπινο κρέας μυρίζει.

-Όποιος μπορεί και φορτίζει την ερημιά έχει ακόμη ανθρώπους μέσα του.

-Από το Θεό τραβιέται ο άνθρωπος όπως ο καρχαρίας από το αίμα.

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ-Ρήσεις από το ποιητικό έργο «Μαρία Νεφέλη», εκδόσεις Ύψιλον

Καλή εβδομάδα :)


- Στείλε Σχόλιο


17 Φεβρουαρίου 2013, 19:31
4 σε 1
Φλωρινιώτικα  

4 δυνατοί σεισμοί μέσα σε μία μόνο μέρα (και ο χιλιοστός περίπου μέσα σε ένα χρόνο). Ο φόβος επανήλθε.

 Ευχαριστώ, δε θα πάρω άλλο…


- Στείλε Σχόλιο


16 Φεβρουαρίου 2013, 09:21
ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ
Ιστορίες να σκεφτείς  

«Με τις ιστορίες κοιμούνται τα παιδιά και ξυπνάνε οι μεγάλοι»

 

Ήταν μια φορά ένας αγρότης χοντρός και άσχημος

που είχε ερωτευτεί (φυσικά!)

μια πριγκίπισσα ξανθιά και πανέμορφη…

Μια μέρα η πριγκίπισσα –κανείς δεν ξέρει γιατί-

έδωσε ένα φιλί στον χοντρό και άσχημο αγρότη…

και, ως δια μαγείας, αυτός μεταμορφώθηκε

σ’   έναν κομψό και λυγερόκορμο πρίγκιπα.

(Τουλάχιστον, έτσι τον έβλεπε αυτή…)

(Τουλάχιστον, έτσι αισθανόταν αυτός…)

 

ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΙ –Ιστορίες να σκεφτείς, εκδόσεις  Opera (μετάφραση Μαρία Μπεζαντάκου)

 

 


2 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


15 Φεβρουαρίου 2013, 12:51
Έ Κ Σ Τ Α Σ Η
Μενέλαος Λουντέμης  

ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ

 Ψες κοιμήθηκα κάτω από μια ελιά. Τη νύχτα φύσηξε αλαφρά και θρόισαν τα κλαδιά της. Κάτι φύλλα κατέβηκαν κροταλώντας και πέσανε στο πρόσωπό μου. «Μας γνωρίζεις… μας γνωρίζεις…»  λέγανε. «Κάποτε στεφανώσαμε έναν πρόγονό σου». –Αφήστε με να κοιμηθώ… τα παρακαλούσα. Μη με στεφανώνετε. Προτιμώ να κοιμηθώ άδοξος παρά να πεθάνω δοξασμένος. Αφήστε με… αφήστε, δεν κατεβαίνω στη γη. Έχει πολλά σκουλήκια».

Ύστερα ο αέρας φύσηξε χαμηλότερα και πήρε όλα τα φύλλα. Ήθελα να κοιμηθώ χωρίς όνειρα μα δε μπορούσα. Ήμουν πολύ κουρασμένος.

Μα πάλι φύσηξε ο αέρας κι άλλα φύλλα πέσανε.

«Κάνε κάτι! μου φωνάζανε, κάνε κάτι που ν’  αξίζει το στεφάνωμα!»

«Αφήστε με… αφήστε, τα ξαναπαρακαλούσα, δεν έχω πινέλα»

«Έχεις χαρτί; Γράψε ό, τι έχεις μέσα σου!».

«Δεν έχω τίποτα».

«Γιατί;»

«Είναι η αγάπη μέσα!»

«Γράψε γι’  αυτήν. Θα πάρεις ένα στεφάνι».

«Δε θέλω στεφάνι».

«Ένα στεφάνι ερωτικό».

«Τότε καλά».

 Δέχτηκα:

 «Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος που είχε ένα πολύ ωραίο σπίτι. Ήταν ευτυχισμένος γι’  αυτό του το σπίτι, μα πιο πολύ ήταν για την αγάπη του.

Μια μέρα πήγαν και τον βρήκαν κάτι λαχανιασμένοι άνθρωποι. «Καίγεται το σπίτι σου!» του είπαν. «Δεν πειράζει, τους αποκρίνεται. Τι πειράζει; Έχω αγάπη;».

Κι έχτισε ένα καινούργιο σπίτι.

Μα τώρα πια δεν είχε αγάπη… «Καίγεται το σπίτι σου! του φώναξαν μια άλλη φορά. Καίγεται το καινούριο σου σπίτι!» του ξαναφώναξαν πάλι. «Το πειράζει; -τους ξαναποκρίνεται- τι πειράζει, αφού δεν έχω πια αγάπη;».

 Σας άρεσε;

-Όχι, όχι! φωνάζουν τα φύλλα. Μας γέλασες! Να μας πεις για τη δική σου αγάπη. Αλλιώς δεν έχει στεφάνι.

-Σε ποιόν να την πω;

-Στην καρδιά σου!

-Την ξέρει.

-Τότε πες την στα λουλούδια.

-Αυτά μου την είπαν.

-Α, να, τότε πες την στο χαρτί.

-Δεν ξέρω να γράφω.

-Κάνε μια προσευχή στην αγάπη και θα σου μάθει να γράφεις. Κάνε.

 Γονάτισα:

 «Αγάπη, που δεν ξέρω που κατοικείς, γιατί δεν ξέρω κανένα μέρος που να μην κατοικείς… Σ’  ευχαριστώ.

Αγάπη, που δεν ξέρω τι να σε πω, γιατί ό, τι και να σε πω είσαι…

Σ’  ευχαριστώ για την καρδιά που μου ‘δωσες και για το μυαλό που δε μου ‘δωσες.

Σ’  ευχαριστούν τα μάτια μου, τα χείλη μου, τα δάχτυλά μου…

Σ’  ευχαριστούν μια-μια οι ανάσες μου.

Σ’  ευχαριστούν οι ουρανοί που τους έκανες γαλάζιους και η γη που την άγγιξες άνθισε.

Σ’  ευχαριστούν οι ταπεινοί, οι βασιλιάδες και τα μερμήγκια…

Σ’  ευχαριστεί κι αυτός ο τρελός με το μολύβι στο χέρι».

-Α μ ή ν.

 Το κεφάλι μου γέμισε στέφανα…

 

 I

 Α γ ά π η! Εσύ, εσύ είσαι

που τα ‘γραψες όλα αυτά, εσύ με το χέρι μου-

κρατώντας το, σαν του μαθητή,

απ’  τον καρπό.

 […]

 …Εκεί ήρθε και ,μας βρήκε η Αγάπη. Ήρθε ολομόναχη. Βρήκε το δρόμο ολάνοιχτο κι ανυπεράσπιστο.

Η ζωή μας άρχιζε απ’  το βράδυ κείνο. Μια πρωτογέννητη μέθη μας συνεπήρε και μας περιδίνιζε. Ήταν ένας γλυκός αφανισμός η αγάπη μας… Ένα θελκτικό ανακάτωμα από θλίψη, ποίηση, και τρέλα! Ένα έπος φλογερό και υπερκόσμιο. Μια ζωή καλοκαιριού γεμάτη από αυταπάτη, μέθη και έξαρση.

Είχα μείνει κοντά σε κείνη τη δωρική κόρη ως τα μεσάνυχτα.

Η νύχτα ήταν πηχτή κι άναστρη… μα εμείς φέγγαμε, φέγγαμε ολόκληροι, και βλεπόμασταν… βλεπόμασταν, ολοκάθαρα, σαν να ‘μασταν από φώσφορο!...

 

 Α γ ά π η! πως είπα τ’ όνομά σου

 και δεν κάηκα; !

 Σέρνω την πένα μου μαλακά για να μην ξυπνήσω. Πρέπει να ονειρεύομαι. Δεν μπορεί άνθρωπος να ‘ναι τόσο ευτυχισμένος με ανοιχτά μάτια.

Είμαι κοιμισμένος μέρες τώρα μες στην αγκαλιά της αγάπης. Γράφω κι οι ροδοδάφνες γύρω μου κοκκινίζουν. Είναι πολλά αυτά τα λουλούδια εδώ. Όλος ο κόσμος είναι ροδοδάφνινος.

Το κύμα δίπλα μου λευκαίνει τα χαλίκια τραγουδώντας. Γράφω κι η καρδιά μου λέει ακατάπαυστα «α γ α π ώ, α γ α π ώ, α γ α π ώ…» Είναι ξαπλωμένη τώρα στο πλάι μου, με μάτια κλειστά. Θροΐζει γλυκά η αναπνοή της σαν άνθος που το φιλούν οι πνοές. Αγαπημένη…

Οι βλεφαρίδες της σχεδιάζουν στο πρόσωπό της βελονωτές σκιές. Κοιμάται  και γλυκαίνουν όλα. Ο αέρας φυσά ντροπαλά σαν ένας μικρός έρωτας. Όλα θα τα πω εδώ, όλα θα τα φωνάξω με τρελό πάθος. Θα δώσω στη ζωή τ’ όνομά της, θα τη λέω «Ζωή» και θα την ανασαίνω. Θα τη βαφτίσω φωτιά… Θα τη φωνάζω φωτιά και θα καίω τα χείλη μου.

............................................................................................................................


1 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


14 Φεβρουαρίου 2013, 08:44
Ο ερωτευμένος
Κόκκινη κλωστή δεμένη…  

Ήταν μια φορά ο Ερνέστος, το μικρό ήσυχο αγόρι που του άρεσε πολύ να είναι ο φίλος (και το πειραχτήρι) των κοριτσιών…

…και ιδίως της Σαλώμης.

 

Και ήταν κι η Σαλώμη, το μικρό κορίτσι που μαρτύρησε στη μαμά του όλα όσα της είχε κάνει ο Ερνέστος. Όλα: που της τραβούσε τα μαλλιά, της άρπαζε την κουκούλα, της έβγαζε τα γυαλιά επίτηδες… Τότε η μαμά είπε ότι ο Ερνέστος το δίχως άλλο ήθελε να παίξει με τη Σαλώμη, αλλά δεν ήξερε πώς να της το ζητήσει.

Και η μαμά είπε επίσης ότι, χωρίς αμφιβολία, ο Ερνέστος ήταν ερωτευμένος με τη Σαλώμη.

 

Στο σχολείο, η Παυλίνα ρώτησε: «Ερωτευμένος με τη Σαλώμη! Τι είναι ερωτευμένος

Ούτε η Σαλώμη ήξερε τι είναι αυτός ο ρωτευμένος…

 

Ο Άβελ, πάλι, ήξερε ότι πέφτεις. Πέφτεις ξερός από έρωτα.

Η Σαλώμη έπεφτε συχνά από το ποδήλατο και ξεραινόταν από τον πόνο, από έρωτα, όμως, ποτέ!

 

«Οι ερωτευμένοι υπάρχουν μόνο στα παραμύθια!» είπε ο Στέφανος.

«Α, ναι!»

«Για πρίγκιπες και πριγκιποπούλες;»

«Με ωραία φορέματα;»

«Σπαθιά;»

«Βασιλιάδες; Βασιλοπούλες;»

«Και δράκους;»

«Τότε οι ερωτευμένοι υπάρχουν μόνο στα ψέματα;» ρώτησε η Σαλώμη.

 

Η Ιουστίνη πίστευε ότι είμαστε ερωτευμένοι επειδή είμαστε λυπημένοι…

ή όταν είμαστε ντροπαλοί…

ή μάλλον αν είμαστε κόκκινοι σαν παντζάρια.

«Όταν είμαστε υπνωτισμένοι

Τελικά η Σαλώμη κατάλαβε ότι, όταν είμαστε ερωτευμένοι, είμαστε τρελούτσικοι!

 

Η μικρή Νίνα είχε ακούσει να μιλούν για έρωτα κεραυνοβόλο

«Ερωτευμένος είναι φωτιά!»

«Καίει;»

«Σαν αστραπή!»

«Είναι καταιγίδα;»

«Βρέχει, λοιπόν;»

Και η Σαλώμη σκέφτηκε ότι είναι καλύτερα να έχεις ομπρέλα για να είσαι ερωτευμένος!

 

Αλλά ο Αριστείδης είπε ότι ερωτευμένος είναι κάτι στην καρδιά.

«Θέλεις να πεις ότι έχεις ταχυπαλμίες;»

«Και πυρετό επίσης;»

«Είσαι χάλια;»

«Είμαστε άρρωστοι;»

«Αχ, πόσο κουραστικό είναι να είσαι ερωτευμένος!» αναστέναξε η Σαλώμη.

 

«Πρέπει να είμαστε δύο για να είμαστε ερωτευμένοι!» είπε με σιγουριά ο Άγγελος.

«Μόνοι μας γίνεται;»

«Ή τρεις;»

«Ή τέσσερις;»

«Χα χα! Όλοι ερωτευμένοι»

«Λοιπόν, θα ήταν καλύτερα να είμαστε πόσοι, τελικά;» αναρωτήθηκε η Σαλώμη.

 

 

Η Ζέλια η ψηλή ήξερε ότι ερωτευμένος είναι για να παντρευτείς, υποχρεωτικά.

«Είναι για τους κυρίους».

«Και για τις κυρίες!»

«Για τους γονείς!»

«Όχι για τους μικρούς!»

«Τότε πρέπει να είσαι μεγάλος για να είσαι ερωτευμένος!» πρόσθεσε η Σαλώμη.

 

«Πφφφ! Ερωτευμένος, δε σου συμβαίνει ποτέ» αναστέναξε ο Μάριος.

«Φυσικά και συμβαίνει. Πάντα!»

«Και για πάντα!»

«Ή για πέντε λεπτά;»

«Για μια ζωή!»

«Ωωωωω… σαν πολύ δεν είναι;» ξεφύσηξε η Σαλώμη.

 

«Ερωτευμένος, είναι πολύ σημαντικό!» ανακοίνωσε ο Θωμάς (ο μεγάλος).

«Είναι για τη δασκάλα».

«Για την καλύτερή σου φίλη!»

«Μόνο για τα κορίτσια, λοιπόν;»

«Όχι βέβαια!»

«Όχι! Είναι μόνο για τα αγόρια!» φώναξε η Σαλώμη.

 

Η Αιμιλία γέλασε γιατί πρέπει να φιλιόμαστε όταν είμαστε ερωτευμένοι!

«Να πιανόμαστε χέρι-χέρι!»

«Ερωτευμένοι είναι για να κάνεις μωρά!»

«Χι χι χι!»

«Δε θα έπρεπε να είσαι τσιτσίδι, μήπως, για να κάνεις τον ερωτευμένο;» αναρωτήθηκε η Σαλώμη.

 

«Ερωτευμένος είναι σαν όνειρο!» είπε ο Θωμάς (ο μικρός).

«Πετάμε στον ουρανό!»

«Με λουλούδια…»

«Αιωρούμαστε! Βζινννννν!»

Και η Σαλώμη συμπέρανε ότι είσαι άγγελος όταν είσαι ερωτευμένος.

 

Αλλά όταν ο Ερνέστος (ο ερωτευμένος) γύρισε για να σπρώξει τη Σαλώμη πολύ δυνατά ακόμα μια φορά, όταν κλότσησε την τσάντα της και ποδοπάτησε το παλτό της, επίτηδες….

κανείς δεν είπε πια τίποτα!

 

Και η Σαλώμη σκέφτηκε ότι δεν ήξεραν τίποτα για τους ερωτευμένους όλοι αυτοί!

 

(Ένα ακόμη υπέροχο βιβλίο από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και την Ρεμπέκα Ντότρεμερ)

 

ΡΕΜΠΕΚΑ ΝΤΟΤΡΕΜΕΡ, Ο ερωτευμένος, εκδόσεις Μεταίχμιο (μετάφραση Κλαιρ Νεβέ)

 

http://www.politeianet.gr/index.php?page=shop.product_details&product_id=206101&option=com_virtuemart&Itemid=89

 

 

 

 

 

 


1 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


13 Φεβρουαρίου 2013, 15:16
Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη...
Αν είναι να μιλήσει κάποιος ας πει για την αγάπη  

«Στην ερώτηση τι είναι έρωτας και αγάπη έχουν δοθεί οι πιο διαφορετικές απαντήσεις. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι είναι ο έρωτας. Ο καθένας τον βλέπει από την προσωπική του ματιά και δίνει τη δική του ερμηνεία. Παραθέτω κάποιες ενδεικτικές αναφορές:

 ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ

Έρωτας δεν είναι «αυτό ή εκείνο». Είναι αυτό εκείνου και εκείνο αυτού, ο πόλεμος και η ειρήνη, το οιονεί άφατον, η άγρια ηρεμία, η ήρεμη αγριότητα.

 ΒΙΚΤΟΡ ΟΥΓΚΩ

Η ζωή είναι ένα λουλούδι και ο έρωτας το μέλι του.

 ΟΝΟΡΕ ΝΤΕ ΜΠΑΛΖΑΚ

Ο έρωτας μοιάζει με τον αέρα. Δεν ξέρουμε ποτέ από πού μπορεί  να μας έρθει.

 ΤΖΑΚΟΜΟ ΚΑΖΑΝΟΒΑ

Έρως, ο μη ορισμός! Της φύσεως ο Θεός. Η γλυκύτερη πικρία, η πικρότερη γλυκύτης.

 ΣΤΑΝΤΑΛ

Ο έρωτας είναι ένα εξαίσιο λουλούδι, που όμως πρέπει να έχεις το θάρρος να πας να το κόψεις στην άκρη ενός φοβερού γκρεμού.

 ΟΜΑΡ ΚΑΓΙΑΜ

Η αγάπη είναι μία ευτυχία που τρέμει.

 ΣΕΛΕΪ

Η αγάπη φωτίζει με τη λάμψη του παραμυθιού την καθημερινότητα.

 Ν.ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ

Αγαπώ θα πει χάνομαι.

 Μπορεί ο καθένας να δίνει τη δική του ερμηνεία για το τι είναι ο έρωτας, αλλά όλοι συμφωνούν ότι ο έρωτας είναι το πιο σημαντικό γεγονός στη ζωή των ανθρώπων.

 […]

 Ο έρωτας είναι η προσπάθεια των ανθρώπων να υπερβούν τον χρόνο, τη φθορά που συνεπάγεται το πέρασμα του χρόνου. Όταν ερωτεύονται δυο άνθρωποι, αυτό που στην ουσία προσπαθούν, έστω κι αν μερικές φορές δεν το αντιλαμβάνονται, είναι η υπέρβαση της φθοράς, του θανάτου. Ο έρωτας κινητοποιεί τη διάθεση για ζωή, ενεργοποιεί δυνάμεις που μένουν κρυμμένες, ανανεώνει τους ανθρώπους και αποτελεί, πολλές φορές, τη θετική διέξοδο από τη μίζερη και καταθλιπτική καθημερινότητα. Με τη δύναμή του παρασύρει τους ανθρώπους, τους απογειώνει, τους ενώνει τόσο, ώστε ο Έρνεστ Χεμινγουέι είχε εμφατικά πει:

 Σ’  αγαπώ τόσο πολύ που θα ‘θελα να ‘μουν ο εαυτός σου.

…………………………………………………………………………………………

 Ο έρωτας είναι τυφλός. Δε γνωρίζει τάξεις, οικονομική κατάσταση, φύλο, ηλικία, γεωγραφικούς περιορισμούς. Οι άνθρωποι ερωτεύονται, λατρεύουν τον ενθουσιασμό της αναζήτησης του άλλου, το πάθος και τη μαγεία, και μισούν την ανασφάλεια, την αβεβαιότητα και την απομυθοποίηση. Ερωτεύονται για να ζήσουν την αμοιβαιότητα, για να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους, για να βιώσουν την αγωνία και απρόβλεπτο, για να κάνουν τη ζωή τους όμορφα πολύπλοκη. Ξέρει κανείς πως είναι ερωτευμένος όταν δύο πράγματα τον συντρίβουν. Η παρουσία του (της) και η απουσία του (της).

 Ο έρωτας διώχνει την ανθρώπινη μοναξιά, ο έρωτας συνυφαίνεται με τον συνάνθρωπο, με τον Άλλο, ο οποίος, πολλές φορές, υπάρχει τόσο μέσα μας όσο και δίπλα μας. Γι’  αυτό και στον έρωτα ο άνθρωπος πρέπει να «δίνεται» με όλο του το είναι.

 […]

 Όποιος δεν έχει νιώσει στη ζωή του μια φορά τη δύναμη του ερωτικού συναισθήματος δεν μπορεί να νιώσει τη δύναμη της ζωής. Γι’  αυτό οι πιο «επικίνδυνοι» άνθρωποι είναι οι ανέραστοι, αυτοί που δεν αγάπησαν ποτέ τους, αλλά ούτε και αξιώθηκαν να αγαπηθούν.

 Και η ποίηση τι σχέση έχει με όλα αυτά; Μα η ποίηση είναι μια κατεξοχήν ερωτική πράξη. Ο έρωτας υμνήθηκε από τους ποιητές από την αρχαιότητα και συνεχίζει να υμνείται και σήμερα…»

 Από την ανθολογία ερωτικών ποιημάτων «Επειδή σ’  αγάπησα και σ’  αγαπώ ακόμη» (επιμέλεια Γιάννης Η. Παππάς, εκδόσεις Μεταίχμιο). «Αρχαιότητα, ηρωικά ποιήματα, ιπποτικά μυθιστορήματα, κρητικό θέατρο, δημοτική παράδοση, νεότερη ποίηση: μια πανδαισία στίχων από την ελληνική γραμματεία ταξιδεύουν τον αναγνώστη από τη γλύκα της πρώτης αγάπης ως το στερνό φιλί, από το παράφορο σαρκικό πάθος ως την αγάπη που αντιστέκεται στο πέρασμα του χρόνου και βαθαίνει, από την περιγραφή των θέλγητρων μιας κόρης ή ενός παλικαριού ως την αγάπη την ασώματη...»

 http://www.politeianet.gr/index.php?page=shop.product_details&product_id=197222&option=com_virtuemart&Itemid=89

 

 ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

 

1.ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

 

Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας

 III

 Ναι, αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω

εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα.

 

Σαν ήμουνα παιδί και μ’  έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου

έσκυβε και με ρωτούσε. Τι έχεις, αγόρι μου;

Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’  τον ώμο της

έναν κόσμο άδειο από σένα.

Και καθώς πηγαινοέφερνα το παιδικό κοντύλι

ήτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.

Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής ήταν που αργούσες ακόμα

όταν τη νύχτα κοίταζα τ’ αστέρια ήταν γιατί μου λείπανε τα μάτια σου

κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα

δεν ήτανε κανείς. Κάπου όμως μες στον κόσμο ήταν η καρδιά σου που

χτυπούσε.

 

Έτσι έζησα. Πάντοτε.

Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά –θυμάσαι;- μου άπλωσες τα χέρια

σου τόσο τρυφερά

σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια

με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου

είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου,

αγαπημένη μου.

 

Θυμάσαι, αγάπη μου, «την πρώτη μεγάλη μέρα μας»;

Σου πήγαινε αυτό το κίτρινο φόρεμα

έν’  απλό φτηνό φόρεμα, μα ήταν τόσο όμορφα κίτρινο.

Οι τσέπες του κεντημένες με μεγάλα καφετιά λουλούδια.

Σου πήγαινε στο πρόσωπό σου ο ήλιος

σου πήγαινε στην άκρη του δρόμου αυτό το τριανταφυλλένιο σύννεφο

κι αυτή η φωνή μακριά ενός πλανόδιου ακονιστή –σου πήγαινε.

 […]

 Τα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μια νύχτα, στο στόμα σου ανασαίνει

ολάκερη η άνοιξη

Στα χέρια σου για πάντοτε ακούμπησα την καρδιά μου.

Τα μάτια σου

α, τι να πω, αγάπη μου, για τα μάτια σου

όταν τα μάτια σου είναι όμορφα σαν όλα μαζί του κόσμου

τα τραγούδια

όταν είναι μεγάλα τα μάτια σου σαν την πιο μεγάλη ελπίδα.

Τα μάτια σου.

 

Όταν χαμογελούσες ένα περιστέρι διάβαινε στη βραδιασμένη κάμαρα

ένα σύννεφο χρυσό ταξίδευε στον ουρανό όταν χαμογελούσες.

Όταν χαμογελούσες ξεχνούσα τη στέγη που έσταζε, ξεχνούσα

το τρύπιο πάτωμα

έλεγα κιόλας, να, μεσ’  από τις τρύπες του

όπου να ‘ναι θα φυτρώσουνε μεγάλα κόκκινα τριαντάφυλλα.

 

Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου τότε

που μου χαμογελούσες.

 

Θυμάσαι κείνη τη νύχτα που κοιτάζαμε ώρες τον ουρανό

σ’   ένιωθα μέσα στα χέρια μου να τρέμεις.

«Αστέρια μου, είπα, κάντε την αγάπη μας λαμπερή

κάντε την αγαπημένη μου χαρούμενη.

Αστέρια μου, καλά μου αστέρια, κάντε εγώ κι εκείνη να πεθάνουμε

μαζί».

Κι έτσι αυτήν τη νύχτα

είχαμε στη μέση των άστρων για πάντοτε παντρευτεί.

 

Α, θα ‘θελα να φιλήσω τα χέρια του πατέρα σου, της μητέρας σου

τα γόνατα που σε γεννήσανε για μένα

να φιλήσω όλες τις καρέκλες που ακούμπησες περνώντας με

το φόρεμά σου

να κρύψω σα φυλαχτό στον κόρφο μου ένα μικρό κομμάτι

απ’  το σεντόνι που κοιμήθηκες.

Θα μπορούσα ακόμα και να χαμογελάσω

στον άντρα που σ’  έχει δει γυμνή πριν από μένα

να του χαμογελάσω, που του δόθηκε μια τόσο ατέλειωτη ευτυχία.

Γιατί εγώ, αγαπημένη, σου χρωστάω κάτι πιο πολύ απ’  τον έρωτα

εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα, τα δάκρυα και πάλι

την ελπίδα.

 

Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.

 

Ήξερες να δίνεσαι, αγάπη μου. Δινόσουνα ολάκερη

και δεν κράταγες για τον εαυτό σου

παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί.

 

Καθώς γδυνόσουν θρόιζαν τα φύλλα ενός δάσους μακρινού

ο ουρανός ξαστέρωνε μονομιάς καθώς γδυνόσουνα.

 

 IV

 […]

 Ναι, αγαπημένη μου,

εμείς γι’  αυτά τα λίγα κι απλά πράματα πολεμάμε

για να μπορούμε να ‘χουμε μια πόρτα, έν’  άστρο, ένα σκαμνί

ένα χαρούμενο δρόμο το πρωί

ένα ήρεμο ήσυχο όνειρο το βράδυ.

Για να ‘χουμε έναν έρωτα να μη μας τον λερώνουν

ένα τραγούδι που να μπορούμε να το τραγουδάμε.

 

Όμως αυτοί σπάνε τις πόρτες μας

πατάνε πάνω στον έρωτά μας.

Πριν πούμε το τραγούδι μας

μας σκοτώνουν.

 

Μας φοβούνται και μας σκοτώνουν.

Φοβούνται τον ουρανό που κοιτάζουμε

φοβούνται το πεζούλι που ακουμπάμε

φοβούνται το αδράχτι της μητέρας μας και το αλφαβητάρι

του παιδιού μας.

φοβούνται τα χέρια σου που ξέρουν να αγκαλιάζουν τόσο τρυφερά

και να μοχτούνε τόσο αντρίκεια

φοβούνται τα λόγια που λέμε οι δυο μας με φωνή χαμηλωμένη

φοβούνται τα λόγια που θα λέμε αύριο όλοι μαζί

μας φοβούνται, αγάπη μου, και όταν  μας σκοτώνουν

νεκρούς μας φοβούνται πιο πολύ.

 

 V

 Θα ‘θελα να φωνάξω τ’  όνομά σου, αγάπη μου, μ’  όλη μου τη δύναμη.

Να τ’  ακούσουν οι χτίστες απ’  τις σκαλωσιές και να φιλιούνται

με τον ήλιο

να το μάθουν στα καράβια οι θερμαστές και ν’  ανασαίνουν όλα

τα τριαντάφυλλα

να τ’ ακούσει η άνοιξη και να ‘ρχεται πιο γρήγορα

να το μάθουν τα παιδιά για να μην φοβούνται το σκοτάδι,

να τ’ ακούσουν οι πρωτεύουσες του κόσμου και να το ξαναπούνε

μ’  όλες τις καμπάνες τους

να το κουβεντιάζουνε τα βράδια οι πλύστρες χαϊδεύοντας τα πρησμένα

χέρια τους.

Να το φωνάξω τόσο δυνατά

που να μην ξανακοιμηθεί κανέναν όνειρο στον κόσμο

καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.

 

Να τ’ ακούσει ο χρόνος και να μη σ’  αγγίξει, αγάπη μου, ποτέ.

 […]

Και ξαφνικά, αγαπημένη μου,

είναι σάμπως να μη χωρίσουμε ποτέ.

Ποιος θα μπορούσε εμάς τους δυο να μας χωρίσει!

Εμείς και μ’  όλη τούτη τη μεγάλη θάλασσα ανάμεσά μας είμαστε κοντά

έτσι λίγο να κάνω, και πάνω απ’  όλη αυτήν τη θάλασσα

θ’  αγγίξω τα μαλλιά σου. Θα βρω το στόμα σου.

Εμείς είναι σα να ‘μαστε μπροστά σ’  έν’  ανοιχτό παράθυρο

στο σπιτικό μας, ένα φεγγερό πρωινό του Μάη.

 

  Σε περιμένω παντού

 

Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,

μη χάσεις το θάρρος σου.

Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου είναι να ‘χει καρδιά.

Μα η πιο μεγάλη ακόμα είναι όταν χρειάζεται

να παραμερίζει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο θα τη διαβάζουν τα παιδιά στα σχολικά βιβλία

πλάι στα ονόματα των άστρων και τα καθήκοντα των συντρόφων.

Θα θυμάμαι πάντα τα φιλιά σου που κελαηδούσαν σαν πουλιά

θα θυμάμαι τα μάτια σου, τα φλογερά και μεγάλα

σα δυο νύχτες έρωτα μες στον εμφύλιο πόλεμο.

 

Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα

εγώ θα προτιμούσα μια στιγμή πλάι σου.

Θα θυμάμαι πάντα που μ’  αγκάλιαζες και μ’  έριχνες πάνω

απ’  το τρυφερό σου στόμα

κι ο έρωτάς μας βούιζε σαν τα πανιά ενός μεγάλου καραβιού.

Α! ναι, ξέχασα να σου πω πως τα στάχυα είναι χρυσά κι απέραντα

γιατί σ’  αγαπώ.

 […]

 Κλείσε το σπίτι

δώσε σε μια γειτόνισσα το κλειδί

και προχώρα.

Εκεί που οι φαμίλιες μοιράζονται ένα ψωμί στα οχτώ

εκεί όπου κατρακυλάει ο μεγάλος ίσκιος των ντουφεκισμένων

σ’  όποιο μέρος της γης

σ’  όποια ώρα

εκεί που πολεμάνε και πεθαίνουν οι άνθρωποι για έναν καινούριο

κόσμο.

Εκεί –

θα σε περιμένω.

 

 Έρωτας

 

 Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά κοντά

για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε.

 

 

2.ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

 

Μεγάλο γράμμα

 XVII

 

Αγάπη αγάπη

μόνο η πάχνη του πρώτου άστρου –

άσε να σου μιλήσω.

Αγάπη δε σε φοβάμαι πια.

Σ’  αγαπώ.

Άσε ν’  ακουστεί η φωνή μου

πάνω απ’  τις κορφές των δέντρων

πέρα απ’  τους οριζόντιους καπνούς των πλοίων.

 

 Causa

 

Κάθε μέρα που ξημερώνει

μισώ τη μέρα

που μ’  εμποδίζει

να σε σκέφτομαι.

 

 

Όπως οι γάτες

 

Όπως οι γάτες όταν αρρωσταίνουν

κουρνιάζουν στις πιο απόμερες γωνιές

όσο μονάχες τους να γιάνουν

έτσι κι εγώ σ’  αυτή την κόχη θ’  απομείνω

όσο να πάψει το αίμα μου σε κάθε χτύπο

υπόγεια να σχηματίζει τ’  όνομά σου.

 

 

3.ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

 

Ο λύκος και ο έρωτας

 

Με τον φίλο μου το λύκο

τον δειλό τον κουτοπόνηρο

περπατούσαμε μαζί

μες στο σκοτεινό μου όνειρο.

 

Και του λέω λύκε πες μου

τι να κάνω με τον έρωτα

όλα είναι κει θολά

μυστήρια κι αφανέρωτα.

 

Και μου λέει άκου Γιώργη

δε θα λύσω τ’  ανεξήγητα

γλέντησε μ’  όσες μπορείς

τ’  αμπέλια είναι ατρύγητα.

 

Άι στο διάβολο του λέω

αχρείε κι αλιτήριε.

Και το χτήνος μ’ απαντά

να σε φάει ο λύκος κύριε.

 

 

4.ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

 

Ερωτικό

 

Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή

Μιαν άλλη που δε θα υπάρχω

Μη φοβηθείς

Και θα με βρεις είτε σαν άστρο

Όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα

Είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει

Είτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς

Διαβαίνοντας  το σκοτεινό το δάσος.

 

Γιατί ψηλά στον ουρανό που κατοικούνε τ’  άστρα

Μαζεύοντ’  όλοι οι ποιητές

Και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα

Μασάν χρυσόσκονη πηδάνε τα ποτάμια

Και περιμένουν

Να λιγωθούν οι αστερισμοί και να λιγοθυμήσουν

Να πέσουν μες στον ύπνο σου

Να γίνουν αναστεναγμός στην άκρη των χειλιών σου

Να ξυπνήσουν και να δεις απ’  το παράθυρό σου

Το πρόσωπό σου φωτεινό

Να σχηματίζει αστερισμό

Να σου χαμογελάει

Και να σου ψιθυρίζει

Καλή νύχτα

 

 

5.ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

 

Ανταλλαγή (Με κατάνυξη)

 

Έλα να ανταλλάξουμε
κορμί και μοναξιά.

Να σου δώσω απόγνωση,
να μην είσαι ζώο,
να μου δώσεις δύναμη,
να μην είμαι ράκος.

Να σου δώσω συντριβή,
να μην είσαι μούτρο,
να μου δώσεις χόβολη,
να μην ξεπαγιάσω.

Κι ύστερα να πέσω
με κατάνυξη στα πόδια σου,
για να μάθεις πια να μην κλωτσάς.

 

 


- Στείλε Σχόλιο


12 Φεβρουαρίου 2013, 08:36
Ερωτικά Ποιήματα (Love Poems)
Ιστορίες Μπονζάι  

Της έγραψε ένα ερωτικό ποίημα για τη μέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Είναι πολύ όμορφο, εκφράζει και ενσωματώνει ένα παθιασμένο, αυθεντικό συναίσθημα. Ένα συναίσθημα για το οποίο δεν θεωρούσε τον εαυτό του ικανό, μια τρυφερότητα που ανήκει σε κάποιον καλύτερο άνθρωπο. Ταυτόχρονα, τα καλολογικά στοιχεία είναι έντονα και ευδιάκριτα, η μορφή περίπλοκη μα διακριτική. Απαγγέλει το ποίημα ξανά και ξανά. Δεν μπορεί να το πιστέψει ότι είναι τόσο καλό. Είναι το καλύτερο ποίημα που της έγραψε ποτέ.

Θα της το στείλει με e-mail απόψε. Εκείνη θα το ανοίξει μόλις το λάβει, έπειτα από έξυπνο προγραμματισμό, τη μέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Η ομορφιά και το πάθος του θα τη θαμπώσουν, θα τη συνεπάρουν. Θα το βάλει μαζί με τα υπόλοιπα γράμματά του και θα τον αγαπάει για αυτό, όπως τον αγαπάει και για τα υπόλοιπα γράμματά του. Δεν θα το δείξει σε κανέναν, αφού είναι κλειστός άνθρωπος, και αυτό είναι κάτι που του αρέσει στο χαρακτήρα της.

Αφού της στέλνει το γράμμα ηλεκτρονικά, καθαρογραμμένο με την ενδιαφέρουσα γραφή του, δακτυλογραφεί ένα αντίγραφο για το δικό του αρχείο. Αποφασίζει να στείλει ένα αντίγραφο σε ένα από τα πιο φημισμένα λογοτεχνικά περιοδικά, στο οποίο δεν έχει γίνει ακόμα δεκτός. Διστάζει όσον αφορά την αφιέρωση, γιατί αυτό, μεταξύ άλλων, θα μπορούσε να δημιουργήσει μια αμήχανη κατάσταση με τη γυναίκα του. Στο τέλος παραλείπει την αφιέρωση. Τελικά, αποφασίζει να δώσει ένα αντίγραφο και στη γυναίκα του. Στη συνέχεια, στέλνει και ένα αντίγραφο σε μια γυναίκα που ξέρει στην Αγγλία, μια ποιήτρια που καταλαβαίνει πραγματικά το έργο του. Καθαρογράφει ένα αντίγραφο για αυτή, με αφιέρωση στα αρχικά του ονόματός της. Θα το λάβει λίγες μέρες αργότερα, θα πιστέψει ότι αυτός τη σκεφτόταν λίγες μέρες πριν την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου.

 

Λον Όττο (Lon Otto)

 

Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 50, Αθήνα Ιούνιος 2011

 

 


- Στείλε Σχόλιο


11 Φεβρουαρίου 2013, 08:59
Τα ρω του έρωτα
Το ποίημα της εβδομάδας  

1.Αρχή του κόσμου πράσινη

κι αγάπη μου θαλασσινή

Την κλωστή σου λίγο λίγο

τραγουδώ και ξετυλίγω

 

3.Σ’  έκανα πουκάμισό μου

σε φορώ και περπατάω

Με το σώμα το μισό μου

στο δικό σου που κρατάω

 

4.Σου ‘χτισα μια Σαντορίνη

με καμάρες και πορτιά

Να γυρνάς σαν το λιθρίνι

μες στη δροσερή φωτιά

 

15.Την αγάπη μια τη λες

την ντύνεσαι τη γδύνεσαι

Όσο που γίνονται πολλές

και πάλι σ’  όλες δίνεσαι

 

21.Αυτό που λέμε «σ’  αγαπώ»

στα δέντρα θα το τρίξω

Με τον αέρα να σ’ το πω

και να σου το φυσήξω

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

 Καλή εβδομάδα :)

 


- Στείλε Σχόλιο


10 Φεβρουαρίου 2013, 21:29
Ένα παραμύθι για τη λίμνη Βεγορίτιδα
Φλωρινιώτικα  

Τα πολύ παλιά τα χρόνια, κάπου στην περιοχή της Εορδαίας, ζούσε φτωχικά ένα ζευγάρι γεωργών, ο Φιλώτας και η Αρσινόη. Δουλεύανε σκληρά για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, τη Βεγόρα, τον Κρατερό, Αντίγονο, Σέλευκο, Περδίκα και Αντίοχο.

Η Βεγόρα, σαν μεγαλύτερη, βοηθούσε τους γονιούς της, βόσκοντας το μικρό κοπάδι που είχαν. Χρόνο με το χρόνο, μεγαλώνοντας, γινόταν όλο και πιο όμορφη. Το πρόσωπό της είχε τέτοια λάμψη που όποιος νέος την πρωτοαντίκριζε, την ερωτευόταν. Τα προξενιά ήταν πολλά, όμως η Βεγόρα, αδιάφορη για όλα αυτά, δούλευε σκληρά για να βοηθήσει την οικογένεια.

Ο καιρός περνούσε και η πανέμορφη Βεγόρα ζούσε ξέγνοιαστα τα χρόνια της εφηβείας της, βόσκοντας το κοπάδι της στις πλαγιές του Βερμίου.

Κάποια μέρα, όπως καθόταν ψηλά σε μια ραχούλα προσέχοντας τα πρόβατά της, παρουσιάστηκε μπροστά της ένας ψηλός, όμορφος νέος. Αφού έβγαλε την πανοπλία του, και της είπε ότι ήταν ο θεός Άρης, της ζήτησε ευγενικά να καθίσει κοντά της για να ξαποστάσει.

Η Βεγόρα, για πρώτη φορά στη ζωή της ερωτεύτηκε. Έζησε τις πιο όμορφες στιγμές της μαζί του, πιστεύοντας ότι η αγάπη τους θα είναι παντοτινή. Κάποια μέρα όμως της ανακοίνωσε ότι έπρεπε να φύγει μακριά, γιατί το βασιλικό καθήκον τον καλούσε. Μάταια η όμορφη Βεγόρα κλαίγοντας τον παρακαλούσε να μείνει κοντά της. Ο Άρης, ανένδοτος, έφυγε.

Πέρασε καιρός και η Βεγόρα έφερε στον κόσμο ένα όμορφο αγοράκι, καρπό του έρωτά τους. Όμως όλη η αγάπη που ένιωθε για τον Άρη μεταβλήθηκε σε μίσος στο πρόσωπο του νεογέννητου. Ένιωθε προδοσία και, για εκδίκηση, έπιασε το αγοράκι από το πόδι και το πέταξε μακριά, στις μπόρες, τις καταιγίδες, τις θύελλες. Μετά από χρόνια, το κορμάκι του μικρού αγοριού, μεταμορφώθηκε σε ένα μεγάλο βουνό, το Βόρρα.

Η Βεγόρα, που έχανε πλέον τη λάμψη της, συνέχιζε να βόσκει το κοπάδι της ανάμεσα στην Άρνισσα, τη Λεβαία και την πόλη Βοκέρια. Τώρα δεν ήταν όπως πριν, έκλαιγε μέρα-νύχτα και τα δάκρυά της σχημάτισαν σιγά σιγά μια λίμνη. Κάποτε όμως, από το πολύ κλάμα και τα πολλά δάκρυα που έχυσε, έχασε το φως της, γλίστρησε, έπεσε και πνίγηκε στα βαθιά νερά της λίμνης που η ίδια δημιούργησε…

 

Από το cd-rom έξι λίμνες… τρία παραμύθια

(Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φλώρινας, Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού)


- Στείλε Σχόλιο


08 Φεβρουαρίου 2013, 08:46
ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Περί παραμυθιών  

Α΄. Στα παραμύθια ο λαός ονειρεύεται καρβέλια. Σε κάθε παραμύθι ξετυλίγεται ένα δράμα, το δράμα της ζωής. Υπάρχουν τρεις κύκλοι στο παραμύθι. Όταν αυτό αρχίζει ο ήρωας βρίσκεται στον πρώτο, που είναι η Κόλαση: φτώχεια, ατεκνία, κακία συνανθρώπων κ. α. Καθώς προχωρεί η αφήγηση, εισέρχεται στον δεύτερο, το Καθαρτήριο: περιπέτειες, δυσκολίες, στερήσεις, αγώνες. Στο τέλος του παραμυθιού φτάνει, μετά την κάθαρση που υπέστη, στον τρίτο, τον Παράδεισο. Η κάθαρση αυτή που άπτεται όχι μόνο του ήρωα αλλά και του παραμυθά και του ακροατηρίου του, μοιάζει, θα ‘λεγε κανείς, με την κάθαρση που συντελείται στην αρχαία ελληνική τραγωδία. Η αφήγηση ενός παραμυθιού θα είχε, πιστεύω, πολλά κοινά σημεία με μια θεατρική παράσταση, όπου ο παραμυθάς, που θα πρέπει να είχε ιδιαίτερες και εξαίρετες ικανότητες υποκριτικής, ζωντάνευε όλα τα πρόσωπα του παραμυθιού, και ιδίως με μια αρχαία θεατρική παράσταση, όπου, ας θυμηθούμε, ένας ήταν, στην αρχή τουλάχιστον, ο υποκριτής για όλους τους ρόλους. Η σχέση παραμυθιού και αρχαίας ελληνικής τραγωδίας είναι μεγαλύτερη και πολύπλευρη και πρέπει να γίνει ειδική και λεπτομερής έρευνα αυτού του θέματος. Εξάλλου, πλήθος είναι τα μυθολογικά στοιχεία που επιβιώνουν στα παραμύθια.

 

Β΄. Το παραμύθι ζωγραφίζει τον τόπο του, τον χαρακτηρίζει. Από τα γλωσσικά στοιχεία ενός παραμυθιού μπορούμε, χωρίς ιστορικές πληροφορίες, να ανιχνεύσουμε επιδράσεις από άλλους λαούς, κατακτητές ή φίλους. Μπορούμε να συγγράψουμε μια ιστορία έχοντας ως στοιχεία και επιχειρήματα τις λέξεις, που κάθε μια τους κουβαλάει ένα ολόκληρο παρελθόν, την προσωπική της περιπέτεια μέσα στην ιστορία.

Το πώς βρέθηκε σ’  έναν τόπο καθώς και οι επιδράσεις της θα είναι το ιστορικό στοιχείο.

Από το ύφος, το λεκτικό, τη σύνταξη, τη μορφολογία, κυρίως όμως από τους ήχους των λέξεων μπορούμε να σκιαγραφήσουμε την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων του τόπου, απ’  όπου προέρχεται το παραμύθι. Αν οι ήχοι δυνατοί, τραχείς, κοφτοί και συγκόπτονται γράμματα, τότε οι κάτοικοι του τόπου θα είναι δυναμικοί, αρρενωποί, σκληραγωγημένοι, βασανισμένοι, θα έχουν περάσει μέσα από πολύ άγριες ιστορικές καταιγίδες. Σε αυτήν την περίπτωση ανήκουν τα Ποντιακά και τα Κυπριακά, που είναι αρρενωπά, κοφτά και βασανιστικά, σκοτεινά αντίστοιχα. Αν οι ήχοι είναι απαλοί, μαλακοί και προφέρονται οι λέξεις ολόκληρες, τότε οι κάτοικοι θα είναι ήπιοι, αγαθοί, αισιόδοξοι. Εδώ υπάγονται τα Θηραϊκά, που τα χαρακτηρίζει μια ησυχία, μια φιλοσοφημένη ηρεμία, μια μαγικότητα χαριτωμένη, και τα Σμυρναιικά, που είναι τα πιο καλλιεργημένα.

Ο άνθρωπος στα δημιουργήματά του εμφυσά πνοή από την πνοή του και καθώς αυτά είναι γέννημα-θρέμμα της ψυχοσύνθεσης του, των ιδιοτροπιών του και των προτερημάτων του, το μήλο κάτω απ’  τη μηλιά πέφτει πάντα. Με άλλα λόγια το παραμύθι περιέχει την πραγματικότητα, ολοζώντανη με όλες τις πτυχές της αλλά προσπαθεί να την κρύβει και να την παρουσιάζει «τεπτίλι», όλα όμως είναι πολύ ευδιάκριτα. Το μίσος της πενθεράς για τη νύφη και αντιστρόφως, των αδερφών εναντίον της αδερφής, οι δυο γειτόνισσες (η μια η κακιά που μισεί την άλλη, την καλοσυνάτη), η διαμάχη ανάμεσα στ’  αδέρφια, όλα αυτά δεν είναι σκηνές, ιστορίες της καθημερινής μας ζωής και μας δηλώνουν ότι το παραμύθι έχει άμεση σχέση με τα πάθη, τους καημούς των ανθρώπων, την πραγματικότητα, της οποίας αυτό είναι ένα ελαφρά παραμορφωμένο είδωλο μέσα στον μαγικό καθρέφτη του παραμυθά;

 

Γ΄. Στα παραμύθια όλα είναι αυθαίρετα- όλα έχουν συμβεί΄ όλα είναι παρελθόν που το αναβιώνει ο παραμυθάς. Η μνήμη αυτή που τίθεται σε λειτουργία είναι η μνήμη όλου του ανθρώπινου γένους και στην, περίπτωσή μας, πιο συγκεκριμένο, της ελληνικής φυλής.

 

Δ΄. Ο κόσμος των παραμυθιών είναι ένας κόσμος ηθικότατος, απ’  τον οποίον όμως δεν απουσιάζουν νύξεις για «πονηρά» πράγματα. Κρίμα που δεν έχει καταγραφεί και διασωθεί κανένα από τα «ανήθικα» παραμύθια, που, όπως μαρτυρεί ο Αδαμάντιος Ι. Αδαμαντίου, έλεγαν οι ναυτικοί, οι οποίοι μάλιστα έκαμναν «και αγώνας ποιος θα είπη το αχρειότερον παραμύθι». Αν και δεν υπάρχουν μαρτυρίες, είμαι βέβαιος ότι και οι γυναίκες έλεγαν μεταξύ του «ανήθικα» παραμύθια, τα οποία σίγουρα ήταν περισσότερο τολμηρά από τα αντίστοιχα των ανδρών.

 

Ε΄. Αν με τις παραδόσεις του ο ελληνικός λαός θέλει και προσπαθεί να εξηγήσει τα πράγματα, γιατί έγιναν, πως έγιναν κι αν θα εξακολουθήσουν να γίνονται, με τα παραμύθια του δείχνει πώς επιθυμεί ή πώς θα επιθυμούσε να είναι η ζωή του, υποτονθορίζει τους πιο μύχιους πόθους του. Οι παραδόσεις είναι το δοκίμιο του λαού μας, ενώ τα παραμύθια –ο πεζός του προφορικός λόγος- αποτελούν την προσπάθεια του να αυτοπεριγραφεί και να αυτοψυχαναλυθεί. Ο παραμυθάς «φαντάζεται» ιστορίες που γοητεύουν και θέλγουν –να τολμήσω να πω και ναρκώνουν;- πρώτα πρώτα τον ίδιο και κατόπιν το ακροατήριο του. Ο λαός όμως είναι πεπεισμένος ότι δεν είναι δυνατό ν’  αλλάξει ο κόσμος του και να μεταμορφωθεί σ’  έναν κόσμο, όπου θα βασιλεύσει η καλοσύνη, η αγάπη, το δίκαιο. Ή μήπως τελικά με το παραμύθι εκφράζει την  πίστη του ότι η ανθρωπότητα διέρχεται τους τρεις κύκλους του παραμυθιού –τώρα βρίσκεται στην Κόλαση; στο Καθαρτήριο;- και κάποτε, δεν γνωρίζει πότε, όμως στα σίγουρα, θα φτάσει στον Παράδεισο και θα τον κατακτήσει;

 

ΣΤ΄. Το παραμύθι σήμερα έχει πάψει να ζει γιατί εξέλιπε η ατμόσφαιρα μέσα στην οποία γεννιότανε και ζούσε. Όπως το δημοτικό τραγούδι αποκομμένο από τη μουσική του χάνει σημαντικό μέρος της αξίας του έτσι και το παραμύθι, χωρίς την απαραίτητη σύναξη και τον παραστατικό παραμυθά, χάνει πάρα πολύ από τη μαγεία του. Τώρα βρίσκεται ακίνητο στα κείμενα. Δυστυχώς τα παιδιά, μα και οι μεγάλοι, δεν διαβάζουν παραμύθια, εννοώ γνήσια λαϊκά παραμύθια. Αν διαβάζουν προτιμούν τα «σύγχρονα», που είναι εικονογραφημένα ή τα οπτικά παρόμοιά τους: κόμικς, κινούμενα σχέδια, φανταστικός κινηματογράφος. Να υποθέσω ότι «βαριούνται(!)» να διαβάζουν και προτιμούν –κάτι που άλλωστε είναι πιο ξεκούραστο κι ευχάριστο- να βλέπουν παραμύθια; Όπως και να ‘χει το πράγμα, το παραμύθι, ακόμη και στα κείμενα, είναι  ένας κόσμος που δεν έχει πεθάνει κι ούτε θα πεθάνει ποτέ, παρ’  όλο που έχει αποκοπεί από τον γεννήτορα και το ζωικό του περιβάλλον΄ ένας κόσμος που θα παραμείνει ζωντανός όσο θα ζουν οι άνθρωποι, ένας κόσμος στέρεος, όμορφος, που χαρίζει εξαίσιες απολαύσεις.

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ, Ελληνικά λαϊκά παραμύθια, εκδόσεις ποταμός

(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Διαβάζω», αριθμ.130-6.11.85, Το ελληνικό παραμύθι)

 


1 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


06 Φεβρουαρίου 2013, 19:17
Υπάρχουν λόγια;...
Επικαιρότητα  

Χωρίς σχόλια...


- Στείλε Σχόλιο


06 Φεβρουαρίου 2013, 13:18
ΑΠΟΨΕ
Μενέλαος Λουντέμης  

Απόψε που έχασα τον ίσκιο μου,

και βουλιάζω στην άπατη νύχτα μου.

 

Απόψε, που βγήκα στα τρίστρατα του μεσονυχτίου,

και ζητιανεύω λίγον ύπνο.

 

Απόψε που αποδήμησαν κοπάδι οι χίμαιρες

και γω ξεσέλωσα το άτι της ελπίδας…

 

Απόψε, που σου σήκωσα το γιασμάκι

και σ’  αντίκρισα, ολόγυμνη –εφτάσκημη ντροπή-

 

Μετρήθηκα ξανά μαζί σου-

Κι ήμουν ένα μπόι πιο ψηλός!

 

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ


- Στείλε Σχόλιο


05 Φεβρουαρίου 2013, 19:04
Ο Μικρός Πρίγκιπας και Ο Μικρός Πρίγκιπας επιστρέφει 3
Μικρός Πρίγκιπας  

«…Την πέμπτη μέρα, πάλι χάρη στο αρνί, μου φανερώθηκε ένα ακόμα μυστικό της ζωής του μικρού πρίγκιπα. Με ρώτησε απότομα, χωρίς άλλες κουβέντες, σαν συνέχεια κάποιας σκέψης που είχε για ώρα απασχολήσει το μυαλό του:

-Αφού το αρνί τρώει τα δεντράκια, άρα τρώει και τα λουλούδια.

-Το αρνί τρώει ό, τι βρει μπροστά του.

-Ακόμα και τα λουλούδια που έχουν αγκάθια;

-Ναι. Ακόμα και τα λουλούδια που έχουν αγκάθια.

-Τότε τα αγκάθια σε τι χρησιμεύουν;

Δεν το ήξερα. Εκείνη τη στιγμή ήμουν πολύ απασχολημένος. Πάλευα να ξεβιδώσω ένα σφιχτό μπουλόνι στον κινητήρα μου. ήμουν πολύ ανήσυχος, γιατί η ζημιά έδειχνε να ‘ναι τελικά μεγάλη, και το πόσιμο νερό που λιγόστευε με γέμιζε φόβο.

-Τα αγκάθια σε τι χρησιμεύουν;

Ο μικρός πρίγκιπας, όταν έβαζε μια ερώτηση, δεν την ξεχνούσε με τίποτα. Είχα νευριάσει με το μπουλόνι κι απάντησα ό, τι μου κατέβηκε:

-Τ’  αγκάθια δε χρησιμεύουν σε τίποτα, είναι σκέτη κακία εκ μέρους των λουλουδιών.

-Ω!

Σώπασε για λίγο κι ύστερα μου πέταξε σαν να ήθελε να με εκδικηθεί:

-Δε σε πιστεύω. Τα λουλούδια είναι αδύναμα. Είναι αθώα. Προσπαθούν με τα δικά τους μέσα να αισθανθούν ασφαλή. Θεωρούν πως, επειδή έχουν αγκάθια, είναι τρομερά δυνατά…

Δεν απάντησα. Εκείνη τη στιγμή σκεφτόμουν: «Αν αυτό το μπουλόνι συνεχίσει ν’  αντιστέκεται, θα το σπάσω με μια σφυριά».

Ο μικρός πρίγκιπας διέκοψε πάλι τις σκέψεις μου.

-Εσύ δηλαδή πιστεύεις πως τα λουλούδια…

-Όχι! Όχι! Δεν πιστεύω τίποτα. Απάντησα ό, τι μου κατέβηκε. Εγώ ασχολούμαι με σοβαρά πράματα.

Με κοίταξε άναυδος.

-Με σοβαρά πράματα!

Με έβλεπε, με το σφυρί στο χέρι και τα δάχτυλα μαύρα απ’  το γράσο, σκυμμένο πάνω από ένα αντικείμενο που του φαινόταν πολύ άσχημο.

-Μιλάς όπως οι μεγάλοι.

Ντράπηκα λίγο. Όμως εκείνος πρόσθεσε αμείλικτος:

-Τα συγχέεις όλα… τα μπερδεύεις.

Ήταν πραγματικά έξαλλος. Χρυσά μαλλιά τινάζονταν στον αέρα.

-Ξέρω έναν πλανήτη όπου ζει ένας κύριος κόκκινος σαν τομάτα. Δεν έχει ποτέ μυρίσει ένα λουλούδι. Δεν έχει ποτέ κοιτάξει ένα αστέρι. Δεν έχει ποτέ αγαπήσει κανέναν. Δεν έχει κάνει ποτέ τίποτα άλλο εκτός από προσθέσεις. Κι όλη τη μέρα επαναλαμβάνει όπως εσύ: «Είμαι σοβαρός άνθρωπος! Είμαι σοβαρός άνθρωπος!». Και φουσκώνει από περηφάνια. Όμως δεν είναι άνθρωπος, είναι μανιτάρι!

-Τι είναι;

-Μανιτάρι!

Ο μικρός πρίγκιπας ήταν τώρα χλωμός από θυμό.

-Εκατομμύρια χρόνια τώρα, τα λουλούδια φτιάχνουν αγκάθια. Παρ’  όλα αυτά, εκατομμύρια χρόνια τώρα τ’ αρνιά τρώνε τα λουλούδια. Και δεν είναι σοβαρό πρόβλημα αυτό, ώστε να προσπαθήσεις να καταλάβεις γιατί τα λουλούδια πασχίζουν να φτιάχνουν αγκάθια που δε χρησιμεύουν σε τίποτα; Δεν είναι σημαντικός ο πόλεμος των αρνιών με τα λουλούδια; Δεν είναι πιο σοβαρός και πιο σημαντικός από τις προσθέσεις ενός χοντρού κοκκινομούρη κυρίου; Κι αν εγώ γνωρίζω ένα λουλούδι, μοναδικό στον κόσμο, που δεν υπάρχει πουθενά αλλού παρά μόνο στο δικό μου πλανήτη και που ένα μικρό αρνί μπορεί να το εξουδετερώσει με τη μία, έτσι, χωρίς να συνειδητοποιεί τι κάνει, ούτε αυτό είναι σημαντικό;

Κοκκίνισε κι ύστερα συνέχισε:

-Αν κάποιος αγαπάει ένα λουλούδι μοναδικό στα εκατομμύρια, δισεκατομμύρια αστέρια, αυτό φτάνει για να είναι ευτυχισμένος όταν τα κοιτάζει. Σκέφτεται: «Το λουλούδι μου είναι κάπου εκεί…». Αν όμως το αρνί φάει το λουλούδι, γι’  αυτόν θα είναι σαν να σβήνουν ξαφνικά όλα τ’ αστέρια. Κι ούτε αυτό λοιπόν είναι σημαντικό;

Δεν μπόρεσε να συνεχίσει. Ξέσπασε σε λυγμούς. Είχε νυχτώσει. Είχα παρατήσει τα εργαλεία μου. Δε μου καιγόταν καρφί για το σφυρί μου, για το μπουλόνι μου, για τη δίψα και για το θάνατο. Σ’  ένα αστέρι, σ’  έναν πλανήτη, το δικό μου, τη Γη, υπήρχε ένας μικρός πρίγκιπας που χρειαζόταν παρηγοριά. Τον πήρα στην αγκαλιά μου. Τον νανούρισα. Του έλεγα: «Το λουλούδι που αγαπάς δεν κινδυνεύει… Θα ζωγραφίσω ένα φίμωτρο στο αρνί σου… Θα ζωγραφίσω μια πανοπλία για το λουλούδι σου. Θα…». Δεν ήξερα ακριβώς τι έπρεπε να πω. Αισθανόμουν πολύ αδέξιος. Δεν ήξερα πώς να τον πλησιάσω, πού να τον συναντήσω… Είναι τόσο μυστήρια η χώρα των δακρύων!»

 

Ο Μικρός Πρίγκιπας –Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, εκδόσεις Πατάκη

 

 

«…Μόλις το πρόβατο τακτοποιήθηκε στο κιβώτιό του, ο μικρός πρίγκιπας άρχισε να φροντίζει το λουλούδι του.

«Επιτέλους, καιρός ήταν» παραπονέθηκε το τριαντάφυλλο.

Έτσι τον είχε κατηγορήσει και πάλι μετά το τελευταίο του ταξίδι. Δεν του είπε: Χαίρομαι που ξαναγύρισες, ούτε: Είχα αρχίσει ν’  ανησυχώ για σένα, αλλά απλώς: Επιτέλους, καιρός ήταν. Το τριαντάφυλλο αυτό με τα τέσσερα αγκάθια του ήταν ένα λουλούδι πολύ περήφανο. Δε θα παραδεχόταν ποτέ ότι ανησύχησε, έστω και στο ελάχιστο.

«Ποιον έφερες εκεί μαζί σου;» ρώτησε στο πότισμα.

«Μια τίγρη μόνο» αποκρίθηκε ο μικρός πρίγκιπας.

Τα φύλλα του τριαντάφυλλου τρεμούλιασαν, παρόλο που δε φυσούσε καθόλου.

«Μια τίγρη! Τρελός είσαι;» ξεφώνισε. «Ξέρεις πόσο επικίνδυνο είναι αυτό; Γρήγορα, κρύψου πίσω μου! Θα σε προστατέψω με τ’ αγκάθια μου»

Ο μικρός πρίγκιπας συγκινήθηκε. Φαίνεται πως τον νοιαζόταν, και πως η συνηθισμένη αδιαφορία του ήταν προσποιητή.

Η τίγρη άκουσε τα πάντα. Ξέσπασε σε φοβερά γέλια, που αντήχησαν σαν βρυχηθμός. Τα δόντια της που φάνηκαν από κάτω, έκαναν την αγριάδα της ακόμα πιο έντονη.

«Χαχαχά! Ένα λουλούδι που θέλει να τα βάλει με μια τίγρη. Δεν έχω ακούσει πιο αστείο πράγμα».

Η οργή και η ντροπή έκαναν το τριαντάφυλλο να κοκκινίσει ακόμα περισσότερο.

«Θα ‘πρεπε να ξέρετε, κύριέ μου, ότι δεν είμαι ανυπεράσπιστο» απάντησε κι όρθωσε περήφανα το μίσχο του, για να δείξει τ’  αγκάθια του. Η τίγρη γέλασε ακόμα πιο δυνατά.

«Μη γελάτε! Τα αγκάθια μου είναι πιο μυτερά κι από βελόνα. Μπορούν να τρυπήσουν και το πιο θωρακισμένο δέρμα, ακόμα και του κροκόδειλου!»

«Αυτά τ’  αγκάθια ενάντια στα νύχια μου;» χαχάνισε η τίγρη επιδεικνύοντας τα γαμψά της νύχια που έμοιαζαν με γιαταγάνια.

Το θάρρος του τριαντάφυλλου ήταν ισάξιο με την περηφάνια του. Αν και καταλάβαινε πόσο αστεία εξοπλισμένο ήταν ενάντια σ’  αυτά τα όπλα, είπε με γενναιότητα:

«Δε φοβάμαι».

Το χαμόγελο της τίγρης χάθηκε από το πρόσωπό της.

«Κρίμα» γρύλισε. «Θα ‘πρεπε».

Και με μια καλοζυγιασμένη νυχιά του ξερίζωσε ένα αγκάθι. Μια σταγόνα χυμός έτρεξε από την πληγή, ωστόσο το τριαντάφυλλο ούτε φώναξε, ούτε στέναξε.

Αμέσως ο μικρός πρίγκιπας μάλωσε την τίγρη.

«Γιατί το ‘κανες αυτό; Αφού είδες πως με τ’  αγκάθια του δεν μπορεί να σε βλάψει!»

«Έπαθε ό, τι του άξιζε. Το τριαντάφυλλο σου είναι πολύ ξιπασμένο» είπε η τίγρη περιφρονητικά κι έγλειψε την πατούσα της. «Στη ζωή πρέπει να ξέρεις ποια είναι η θέση σου. Αυτό σε γλιτώνει από πολλούς μπελάδες. Και, πίστεψέ με, ήταν πολύ τυχερό, ξέρω πολύ καλά τι λέω. Αν είχε πέσει σε κάποιον λιγότερο μεγαλόψυχο, δε θα την είχε γλιτώσει τόσο φτηνά».

«Αυτό δεν το θεωρώ δικαιολογία γι΄ αυτό που έκανες!» είπε ο μικρός πρίγκιπας. «Φύγε! Δε θέλω να σε ξαναδώ εδώ!»

«Στα σοβαρά πιστεύεις πως μπορείς να με τρομάξεις;» ρώτησε η τίγρη. «Οι τίγρεις δε φοβούνται τίποτα, ή σχεδόν τίποτα. Απλώς πρόσεχε να μη με εκνευρίσεις. Γιατί κι εσύ δεν μπορείς να προστατευτείς καλύτερα απ’  το λουλούδι σου. Ειλικρινά, ο πλανήτης αυτός μ’  αρέσει!» συνέχισε.

[…]

(Το τριαντάφυλλο προτείνει στον Μικρό Πρίγκιπα να φύγει από τον πλανήτη γιατί κινδυνεύει)

«Τι θα απογίνεις όμως εσύ, αν εγώ φύγω;» ρώτησε ανήσυχος ο μικρός πρίγκιπας.

«Δε θα πάθω τίποτα, μη φοβάσαι» απάντησε το τριαντάφυλλο. «Σίγουρα θα με βασανίσει κάτι λίγο. Έτσι κάνουν οι ισχυροί. Αντλούν τη δύναμή τους από την αδυναμία των άλλων. Αλλά μην ανησυχείς. Δεν πρόκειται να με φάει. Όσο αστεία κι αν φαίνονται τα αγκάθια μου θα της χωθούν στο λαιμό. Και όταν τα μπαομπάπ κατακλύσουν τον πλανήτη, εγώ θα βρω μια θεσούλα ανάμεσα σε δυο ρίζες. Φύγε λοιπόν!».»

 

Ο Μικρός Πρίγκιπας επιστρέφει –Ζαν-Πιέρ Νταβίντς, εκδόσεις γνώση

 


- Στείλε Σχόλιο


04 Φεβρουαρίου 2013, 15:40
Μαθήματα ιστορίας
Το ποίημα της εβδομάδας  

Για το προχθές έχω πολλά να σου διηγηθώ

Για τον Ηρακλή, τον Οδυσσέα και τον Αλέξανδρο

Και για το χθες μπορώ να σου μιλήσω

Για τον Κολοκοτρώνη και το Μακρυγιάννη

Για τον Τσε και τον Αυξεντίου

Μη με ρωτάς, όμως, για το σήμερα, παιδί μου

Αδυνατώ να σου απαντήσω…

 

Φώφη Κορίδη

 

Καλή εβδομάδα, χωρίς άλλες θλιβερές ειδήσεις…


- Στείλε Σχόλιο


02 Φεβρουαρίου 2013, 08:46
Γιάννης Ρίτσος: ο μεγάλος αδικημένος του Νόμπελ
Έλληνες ποιητές  

Ο Γιάννης Ρίτσος, ο Έλληνας Άμλετ, ο μεγαλύτερος ποιητής στον κόσμο κατά τον Αραγκόν, δεν πήρε το βραβείο Νόμπελ για τέταρτη συνεχή φορά.

Τον συνάντησα βυθισμένο στην εκτυφλωτική σιωπή του και τον βρήκα γαλήνιο, αστραφτερά σαφή, «σαν έτοιμο από καιρό», μ’  ένα στέφανο καρτερίας για τα πάντα, αλλά και σαν λίγο ευδιάθετο μέσα στην αδυσώπητη δόξα του, που φτάνει στο δωμάτιό του απ’  τα βάθη της καρδιάς των ανθρώπων. Αυτός που λαμπρύνει όσο κανένας τη χώρα μας, σκυμμένος στη μεγάλη Βίβλο της Πλάσης, συνεχίζει την παράδοση του Προμηθέα και του Οιδίποδα κλέβοντας τα μυστικά των θεών και της Σφίγγας για να τα παραδώσει στους ανθρώπους. Η κραυγή του έρχεται από έρχεται από την έρημο της Σκυθίας και τις πεδιάδες της Θήβας και, ανάερη καθώς είναι, αντηχεί απ’  άκρη σ’  άκρη στη σημερινή Ελλάδα. Κραυγή ελευθερίας, βγαλμένη από τον άνδρα με το «ηλιακό προφίλ», που βρίσκεται λησμονημένος απ’ το κράτος και την εξουσία στην άγνωστη γειτονιά του Αϊ-Νικόλα…

Ποτές στην Ελλάδα δεν έγιναν τόσες προσπάθειες να σκιαστεί ένας μεγάλος ποιητής…

[…]

 

«Ζήτω ο Γιάννης!» Έτσι αναφώνησε ο Πάμπλο Νερούντα στους Έλληνες δημοσιογράφους αμέσως μετά τη βράβευσή του με το Νόμπελ το 1970. Είναι απίστευτο. Ενώ οι ξένοι σηκώνουν τον ποιητή μέρα τη μέρα ψηλότερα, οι δικοί μας προσπαθούν να τον ταπεινώσουν με φοβέρα και λησμονιά!

Το έργο του Γιάννη Ρίτσου γνωρίζει αλλεπάλληλες εκδόσεις στη Δύση και στην Ανατολή. Τα μεγαλύτερα περιοδικά ποίησης στον κόσμο του αφιερώνουν δέκα και είκοσι σελίδες. Θεατρικά του έργα παίζονται στις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και τα Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας είναι η ελληνική μετάληψη και το αντίδωρο που μοιράζει ο Μίκης Θεοδωράκης στην οικουμένη.

Στην πατρίδα μας, η ντροπιαστική σιγή των Αθανάτων και το φραγγέλιο της εξουσίας περασμένο στο μέτωπο του ποιητή, που γνώρισε εξορίες και διωγμούς από το 1950 μέχρι το 1970! Αυτοεξόριστος στην κάμαρα ενός ρετιρέ, ο Γιάννης Ρίτσος, «ο παρηγορητής του κόσμου, ο πάντα απαρηγόρητος», κλωσάει τα «αυγά του κεραυνού» για τη φυλή με λόγια που φέρνουν ρίγος:

 

Δω πέρα η κάθε πόρτα έχει πελεκημένο ένα όνομα

κάπου από  τρεις χιλιάδες τόσα χρόνια,

κάθε λιθάρι έχει ζωγραφισμένον έναν άγιο μ’  άγρια

μάτια και μαλλιά σκοινένια,

κάθε άντρας έχει στο ζερβί του χέρι χαραγμένη

βελονιά τη βελονιά μια κόκκινη γοργόνα,

κάθε κοπέλα έχει μια φούχτα αλατισμένο φως κάτου

απ’ τη φούστα της

και τα παιδιά έχουν πέντε-έξι σταυρουλάκια πίκρα

πάνου στην καρδιά τους

σαν χνάρια απ’  το βήμα των γλάρων στην

αμμουδιά το απόγευμα.

 

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. Το ξέρουμε.

 

Τον κατηγόρησαν οι σύγχρονοι «μανδαρίνοι του πνεύματος» πως είναι «πολιτικός ποιητής και στρατευμένος», αλλά, όπως παρατηρεί ο Βάρναλης, «πολιτική έξω απ’  τα δόντια κάνανε και ο Αριστοφάνης, ο Ντάντε, ο Θερβάντες, ο Ζολά και ο Τολστόι και στην πατρίδα μας ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Παλαμάς και ο Σικελιανός στα τελευταία του». Τα λόγια του σοφού γέροντα, που πάτησε τα ενενήντα ένα και βρίσκεται κι αυτός ξεχασμένος στο Παγκράτι, ενώ πριν από λίγο καιρό κινδύνευσε να πεθάνει μόνος, λησμονημένος σε μια κλινική, έχουν σημασία: «Είναι πιστοποιημένο σ’ όλο το δυτικό πολιτισμό πως για τη χαλασμένη κυρίαρχη τάξη το μόνο πράγμα που δεν έχει ενδιαφέρον είναι η τέχνη. Κι όταν βραβεύει (βλέπε και το ρεζιλίκι του Νόμπελ), διαλέγει τα πιο αντιδραστικά, τα πιο αντιλαϊκά, τα πιο εξωπραγματικά έργα».

Τέταρτη και τελευταία χρονιά φέτος που ο Ρίτσος ήταν υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Τον είχε προτείνει το «PEN Club» της Σουηδίας και κάθε χρόνο μεγάλες ομάδες από επιφανείς Ευρωπαίους διανοούμενους έκαναν αγώνα για να ενισχύσουν την υποψηφιότητά του στη σουηδική Ακαδημία. Ο Ρίτσος, μια τιμητική πρόσκληση να συμμετάσχει σε συνάντηση στρογγυλής τραπέζης με άλλες εφτά κορυφαίες προσωπικότητες που διοργάνωσε το «PEN Club» στη Σουηδία. Σε παλαιότερή μας συνάντηση είχε εκφράσει τις απόψεις του για το Νόμπελ και μου είχε αναφέρει ότι διόλου δεν ενδιαφερόταν από το γεγονός πως δύο χρόνια δεν τον βράβευσαν. «Θυμηθείτε», μου είπε, «πόσοι δεν πήραν το Νόμπελ: ο Μποντλέρ, ο Ρεμπό, ο Μαγιακόφσκι, ο Τολστόι, ο Ντοστογιέφσκι».

Ο μεγαλύτερος τίτλος τιμής για φέτος ήταν το γεγονός πως ο βασικός διεκδικητής του Νόμπελ, ο Τούρκος Γιασάρ Κεμάλ, είχε δηλώσει πως, αν επρόκειτο να δοθεί το βραβείο σε κάποιον που να το αξίζει πέρα για πέρα, αυτός ήταν ο Ρίτσος! Αλλά στη Στοκχόλμη η «μυστική διπλωματία» κρατάει πάντα το τελευταίο χαρτί στο χέρι της, κι έτσι οι περισσότερες βραβεύσεις νοθεύονται από την πολιτική σκοπιμότητα. Για το δικό μας μεγάλο ποιητή, που χρόνια τώρα κρατάει μια τυραννοκτόνο πένα, μια πένα ενάντια στην εξουσία, οι ανταύγειες του μεγαλείου του έρχονται απ’  όλη τη γη με το αρχιπέλαγος των τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη. 

(Περιοδικό Ταχυδρόμος 2/11/1973-Γιώργος Λιάνης)

 

Από το βιβλίο ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ του Γιώργου Λιάνη, που κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο Α.Α.Λιβάνη


- Στείλε Σχόλιο


ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Συγγραφέας
yokor
ΓΙΩΤΑ
ΝΗΠΙΑΓΩΓΟΣ εν ανεργία, ΜΑΜΑ εν ενεργεία, φοιτήτρια μεταπτυχιακού τμήματος δημιουργικής γραφής ΕΑΠ
από ΦΛΩΡΙΝΑ



Περί Blog
blogs.musicheaven.gr/yokor

...Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε. Κι έχουμε για κατάρτι μας βιγλάτορα παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!






Ηλιαχτίδες

Προωθήστε κι εσείς τη σελίδα σας






Tags

... 25η Μαρτίου 28η Οκτωβρίου :( :) Book Tour E-book Sugar Mama Άνευ Άχρηστες γνώσεις και χρήσιμες πληροφορίες Αγαπημένες ιστοσελίδες Αγαπημένες Φράσεις Αινίγματα Αλέκος Παναγούλης Αλληλεγγύη Ανθρωπιά Αν είναι να μιλήσει κάποιος ας πει για την αγάπη Αναμνήσεις Αναστασία Ιουστίνη Ανθολογία πεζού ποιήματος Ανθρωπιά Ανθρωπιά Αλληλεγγύη Ανθρωπιά-Αλληλεγγύη Από άλλα ιστολόγια Από άλλες σελίδες Από αρχείο περιοδικών-εφημερίδων Από τα (παλιά) Ανθολόγια του δημοτικού Από τα (παλιά)Ανθολόγια του δημοτικού Από τη λαϊκή μας παράδοση Αποσπάσματα από βιβλία ΑΣΕΠ Βιβλία Βιβλία μας Βιβλίο Βιβλιοθήκη Γιάννης Ρίτσος Γιορτή της μητέρας Γιώτα Γραμματική της φαντασίας Γραφή Γρηγόριος Ξενόπουλος Διηγήματα Διηγήματα και ιστορίες Δικό μου Εαρινή Ισημερία Εικαστικά Εκδόσεις Αλάτι Έλληνες ποιητές Ελληνίδες ποιήτριες Ελληνική λογοτεχνία Ελληνική Λογοτεχνία Ένα κείμενο μία εικόνα Ένα κείμενο μία εικόνα Ενδοσχολική βία Σχολικός εκφοβισμός Επέτειος 17ης Νοεμβρίου Επέτειος Πολυτεχνείου Επικαιρότητα Εργασία και χαρά Εργαστήριο συγγραφής Εργαστήριο Συγγραφής Αλάτι Εργαστήριο συγγραφής-εκδόσεις Αλάτι Ευχάριστα :) Ευχάριστα :) Ευχές Η Σοφία των Λαών Η χρονιά των παραμυθιών Ηλιαχτίδες Ηλιαχτιδογενέθλια Ημερολόγια Θρησκευτικές γιορτές Ιστορίες Μπονζάι Ιστορίες να σκεφτείς Καλικάντζαροι Καλωσόρισμα! Κόκκινη κλωστή δεμένη... Κόκκινη κλωστή δεμένη... Κόκκινη κλωστή δεμένη… Κυρά-Σαρακοστή Λαογραφία Λεξικό εννοιών Λογοτεχνικά είδη Μαγικά! Μάρτης Μαρτίνγκες Μεγάλες προσωπικότητες Μενέλαος Λουντέμης Μια μαγική βραδιά! Μικροδιήγημα Μικρός Πρίγκιπας Μουσικές επιλογές... Μπομπιροκαταστάσεις Μυθολογία Μυθολογία και ζωγραφική Ξένες ποιήτριες Ξένη λογοτεχνία Ξένη Λογοτεχνία Ξένη πεζογραφία Ξένοι ποιητές Οδυσσέας Ελύτης Οικογενειακές υποθέσεις :P Όνειρα Παγκόσμια Ημέρα Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Αναπηρίες Παγκόσμια Ημέρα Παιδικου Βιβλίου Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης Παιδαγωγικά Παιδικά βιβλία Παιδική λογοτεχνία Παναγιώτα Χρυσοβαλάντω Πανελλήνια Ημέρα κατά της Σχολικής Βιας και του Εκφοβισμού Παραδοσιακά παιχνίδια παρελθόν παραμύθι Παράξενα και όμορφα Πασκόσμια Ημέρα Βιβλίου Πάσχα Περί παραμυθιών περιοδικό Πλανόδιον Ποίηματα Ποίηση Ποιητικές συλλογές Πορτραίτα λογοτεχνικών ηρώων Προσευχή Προσωπικά Πρωτομαγιά Πρωτομηνιά Πρωτομηνιά Αλλαγή εποχής Πρωτομηνιά-αλλαγή εποχής Πρωτοχρονιά Σκέψεις Σκέψεις... Σπουδαίοι Άνθρωποι Σπουδαίοι άνθρωποι Σχολείο Τα βιβλία μας Τα βιβλία μου Τα κακά τα στραβά και τα ανάποδα Τα παιδία παίζει Τζάνι Ροντάρι Τι να μας πουν κι οι ποιητές... Το πoίημα της εβδομάδας Το ποίημα της εβδομάδας Το ποιήμα της εβδομάδας Το ποίημα της εβδομάδας Παγκόσμια Ημέρα Τρελά κι αγαπησιάρικα Φιλόσοφοι Φλωρινιώτικα Φτιάξε ένα παραμύθι Χαϊκού Χιόνι Χριστούγεννα Χωρίς μουσική η ζωή θα ήταν ένα σφάλμα... Χωρίς μουσική η ζωή θα ήταν ένα σφάλμα…




Επίσημοι αναγνώστες (25)
Τα παρακάτω μέλη ενημερώνονται κάθε φορά που ανανεώνεται το blogΓίνε επίσημος αναγνώστης!


Πρόσφατα...


Δημοφιλέστερα...




Αρχείο...


Φιλικά Blogs


    Links







    Ανάπτυξη MusicHeaven.gr, Hosting interTEN Όροι Χρήσης