αρχική σελίδα MusicHeaven κεντρική σελίδα του blog περισσότερα Blogs

Home
Ηλιαχτίδες
Όπου μαυρίλα κλώθεται και γνέθεται./Ήλιοι μικροί γενείτε κι όλο αλέθετε.
30 Δεκεμβρίου 2015, 17:44
ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ
Χριστούγεννα  

Ελάτε, στο τραπέζι μας απόψε!

Για τη χαρά θα κάνομε μια θέση.

Την πίτα μας, πατέρα, τώρα κόψε,

να δούμε το φλουρί σε ποιον θα πέσει.

 

Κι ας μένει έτσι στρωμένο απόψε, ας μένει·

κι σόμπα μας ας καίει εκεί στο πλάι.

Απόψε με την κάπα χιονισμένη

θα ‘ρθει κι ο Άγιος Βασίλης για να φάει.

 

ΣΤ.ΣΠΕΡΑΝΤΣΑ


- Στείλε Σχόλιο


24 Δεκεμβρίου 2015, 22:11
Μια μαγική βραδιά!
Μια μαγική βραδιά!  

Όλα στο σπίτι είναι στολισμένα. Τα λαμπιόνια αναβοσβήνουν χαρούμενα. Τα φαγητά και τα γλυκά για το αυριανό τραπέζι είναι σχεδόν έτοιμα. Τα κορίτσια μου κοιμούνται. Απόλυτη ησυχία επικρατεί. Και εκεί που κάθομαι στον υπολογιστή και γράφω, κάτι μικρές φατσούλες με μυτερά αυτιά και πράσινα καπελάκια με κρυφοβλέπουν από την πόρτα… «Γκλιν γκλιν γκλιν…»: ήχος από κουδουνάκια δεν είναι αυτός; Σβήνω το φως και αφουγκράζομαι… «Χο! Χο! Χο!», ακούω! Ήρθε! Δεν το πιστεύω! Και φέτος δεν μας ξέχασε...! Ανυπομονώ να ξυπνήσουν αύριο και να δω τις αντιδράσεις τους! Τα λαμπερά ματάκια να χαμογελάνε από ευχαρίστηση! Τώρα πια το ξέρω: είναι η γέννηση του Χριστού που σκορπάει παντού αυτή τη μαγική αστερόσκονη και φέρνει μόνο χαρά -ακριβώς όπως πρέπει να γίνεται στη γέννηση κάθε παιδιού…! Χρόνια πολλά και Καλά Χριστούγεννα. Και αγάπη! Αγάπη πολύ!

1 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


24 Δεκεμβρίου 2015, 08:30
Να τα πούμε...;
Χριστούγεννα  

Καλημέρα!


Να τα πούμε...;


(Τη ζωγραφιά έκανε η Παναγιώτα Χρυσοβαλάντου!)


- Στείλε Σχόλιο


22 Δεκεμβρίου 2015, 15:30
Προσφορά και αγάπη
Ανθρωπιά  

Σήμερα το μεσημέρι τα κορίτσια μου, ερχόμενα από το σχολείο, εκτός από τις ευχές και την όμορφη χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα, έφεραν μαζί τους και δύο σακούλες. Γνώριμη κατάσταση για τους ανθρώπους της περιοχής μας, καθώς επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο. Εμείς όμως μετακομίσαμε φέτος εδώ και γι’ αυτό το επισημαίνω τώρα.

Οι σακουλίτσες μέσα είχαν διάφορα πράγματα, αλλά και ένα χρηματικό ποσό. Και δόθηκαν σε όλα τα παιδιά όλων των σχολικών βαθμίδων του χωριού (παιδικό σταθμό, νηπιαγωγείο, δημοτικό σχολείο).

Ομολογώ ότι συγκινήθηκα πάρα πολύ όταν η μεγάλη μου κόρη μου είπε «Μαμά, μας τα έστειλε ένας κύριος από την Αμερική, που ήταν από το χωριό και έχει κάνει μεγάλη περιουσία. Και, τώρα, ξέρω και γω τι θα κάνω όταν μεγαλώσω και βγάλω πολλά χρήματα…».

Ο άνθρωπος αυτός, πράγματι, γεννήθηκε στο χωριό και μεγάλωσε σε μία πολύτεκνη οικογένεια, μόνο με τη μητέρα, καθώς ο πατέρας έφυγε νωρίς από τη ζωή –αν δεν κάνω λάθος σκοτώθηκε. Με πολλές δυσκολίες ορθοπόδησε, έφυγε στο εξωτερικό, έκανε επιχειρήσεις -λεπτομέρειες δεν γνωρίζω και, νομίζω, είναι και περιττό να τις αναφέρω. Εγώ θα σταθώ σε κάτι άλλο: εδώ και χρόνια, αυτός ο άνθρωπος, συστηματικά, προσφέρει στην τοπική κοινωνία ό, τι περισσότερο μπορεί. Στην εκκλησία, στο σχολείο, σε οικογένειες που έχουν ανάγκη. Έφτιαξε για τα παιδιά μία ολοκαίνουργια παιδική χαρά. Επιβραβεύει τους καλούς μαθητές. Προσφέρει ανιδιοτελώς και με αγάπη ασταμάτητα… Αθόρυβα και διακριτικά.

Κάποιος μπορεί να πει «Ε, και τι έγινε; Έχει χρήματα και το κάνει». Μα δεν είναι έτσι. Γιατί πολλοί έχουν χρήματα. Και δεν δίνουν ούτε ένα ποτήρι νερό στον διπλανό τους…

Πιο πολύ απ’ όλα όμως με έχουν συγκινήσει τα λόγια που επέλεξε να γραφτούν στην παιδική χαρά μας και, με την ευκαιρία, θα τα μοιραστώ μαζί σας:

«Αυτή η παιδική χαρά είναι αφιερωμένη στην αγαπημένη μου μητέρα Κυριακή Βουλγαρίδου, που με έμαθε να πολεμώ το μίσος και την κακία με αγάπη».

Υπάρχει καλύτερο μήνυμα απ’ αυτό για τα παιδιά μας…;

Ελπίζω η τοπική κοινωνία, ο σύλλογος γονέων και κηδεμόνων, οι εκπαιδευτικοί μας, κάποια στιγμή, να τιμήσουν τον κύριο Βουλγαρίδη Θεόδωρο, αν και ό, τι και να κάνουμε θα είναι λίγο μπροστά στα όσα έχει κάνει…

 


- Στείλε Σχόλιο


22 Δεκεμβρίου 2015, 08:12
Χριστούγεννα με τους φυτοφάγους
Χριστούγεννα  

Είχα γίνει εκείνη τη χρονιά μέλος σ’ ένα σύλλογο φυτοφάγων. Φυτοφάγος δεν είχα καταφέρει ποτέ να γίνω ο ίδιος, ήμουν όμως πάντα θεωρητικώς ακρεοφάγος. Η ιδέα της σκληρής θυσίας τόσων αθώων πλασμάτων στο βωμό της ανθρώπινης βουλιμίας με αναστάτωνε. Το χασάπικο, τα αίματα, η πτωμοφαγία, η κουζίνα των κρεάτων, μου προξενούσε φρίκη. Όλα αυτά όμως μ’ έναν τρόπο θεωρητικό. Στην πράξη κατόρθωνα να συμβιβάζω την αποστροφή μου στην κρεοφαγία με τις κακές συνήθειες του στομαχιού μου, τρώγοντας όσο μπορούσα, το κρέας, ελευθερωμένο από κάθε ανατομική λεπτομέρεια, που να θυμίζει το ζώο. Θεωρητικά όμως δεν είχα κανέναν λόγο να μη συμπαθώ κάθε κίνηση ακρεοφαγική και να μην εκτιμώ τους ανθρώπους, που είχαν τη δύναμη να βάζουν και σε πράξη τις ιδέες τους. Έγινα λοιπόν μέλος του συλλόγου, με την απόφαση να συντρέξω ειλικρινώς στον ευγενικό τους αγώνα και με την ελπίδα, κοντά σ΄  αυτούς και το παράδειγμά τους, ν’ αξιωθώ να γίνω και ‘γω κάποτε φυτοφάγος.

 Τις παραμονές λοιπόν των Χριστουγέννων της χρονιάς εκείνης έλαβα μια πρόσκληση από το σύλλογο: «Παρακαλείσθε, εάν ευαρεστηθήτε να μετάσχετε, την ημέραν των Χριστουγέννων, εις το ετήσιον γεύμα του συλλόγου, διδόμενον εις το φυτοφαγικόν εστιατόριον της οδού…».

 Προθυμοποιήθηκα να δεχθώ την πρόσκληση και να ειδοποιήσω τα γραφεία του συλλόγου για την αποδοχή μου. Έτσι κι έτσι την ημέρα των Χριστουγέννων όλοι οι δικοί μου θα ‘λειπαν σε κάποια εκδρομή, σύμφωνα με τη χριστιανική συνήθεια που καθιερώθηκε τα τελευταία χρόνια. Αντί να φάω λοιπόν μοναχός μου σ’ ένα άλλο εστιατόριο μου ήταν πολύ πιο ευχάριστο να φάω συντροφιά με τους φυτοφάγους και να κάνω το χρέος μου στον καλό σύλλογο, τιμώντας το γεύμα των.

 Πήγα λοιπόν από τους πρώτους. Στο δρόμο που πήγαινα είχα διασταυρωθεί με διάφορες υπηρέτριες, που κουβαλούσαν από το φούρνο ταψιά με γαλοπούλες, αρνάκια του γάλακτος και μικρά γουρουνόπουλα, που η κνίσσα τους με συνόδεψε, σαν να με κυνηγούσε, ως την πόρτα του φυτοφαγικού εστιατορίου. Έδιωχνα όμως μακριά μου τον πειρασμό, με τα ξόρκια της νέας μου ιδεολογίας. «Τι βαρβαρότητα -έλεγα μέσα μου- τι φρίκη, τι καννιβαλισμός!». Και ελεεινολογούσα τους ανθρώπους, που θέλανε να περνούν για πολιτισμένοι και εξακολουθούσαν να είναι απαίσιοι πτωματοφάγοι. Το στόμα μου όμως γέμισε νερά, χωρίς να το καταλαβαίνω.

 Το μεσημέρι, με την καμπάνα της Μητροπόλεως, καθίσαμε στο τραπέζι. Το γεύμα ήτανε πλουσιότατο. Στην αρχή μας επρόσφεραν τα ορεκτικά, με ραπανάκια. Έπειτα ήρθε μια ζεστή χορτόσουπα, μαγειρεμένη με όλα τα χορταρικά της εποχής. Ύστερα μας σέρβιραν κοτολέττες καμωμένες, αντίς για κρέας, με σπανάκι. Κατόπιν φέτες από κόκκινη κολοκύθα, τηγανιτή. Και τέλος, πατατοκεφτέδες, με σαλάτα από αντίδια, ρόκα και κάρδαμο. Μια κομπόστα από μήλα έκλεισε το γεύμα. Ξέχασα να προσθέσω, ότι, αντίς για κρασί, σε όλο το γεύμα, πίναμε ραδικόζουμο, και μ΄ αυτό έγιναν, στα επιδόρπια, και οι προπόσεις. Τελευταίος, ενόμισα χρέος μου, να κάνω κι εγώ μια πρόποση. Ύψωσα συγκινημένος το κύπελλον με το ραδικόζουμο και ευχήθηκα για την επικράτηση των ανθρωπιστικών ιδεωδών του σωματείου. Τα χέρια μου όμως έτρεμαν όλη την ώρα. Δεν ξέρω, αν από κάποιο τρακ, που με είχε πιάσει, ή από την αδυναμία, που με είχε κυριέψει, ύστερ’ από το πλουσιότατο αυτό γεύμα και τις άφθονες σπονδές του καμπανίτου των ραδικιών.

 Όταν αποσυρθήκαμε για τον καφέ, ο πρόεδρος του σωματείου μου είπε:

-Ποια είναι η εντύπωσή σας από το γεύμα, κύριε συνάδελφε;

 -Αρίστη!, του είπα.

 -Και να συλλογίζεται κανείς –επρόσθεσε- ότι άνθρωποι, που έχουν την αξίωση να λέγονται πολιτισμένοι, γιορτάζουν, τη στιγμή αυτή, τη Γέννηση του Χριστού, γύρω από τραπέζια καννιβάλων, στρωμένα με γαλοπούλες και αρνάκια και γουρουνόπουλα…

 -Μην εξακολουθείτε, κύριε πρόεδρε… τον διέκοψα. Για όνομα του Θεού, μην εξακολουθείτε, παρακαλώ.

 -Καταλαβαίνω τη δικαιολογημένη ταραχή σας…, μου είπε. Αυτό τιμά την ευσυνειδησία σας και τον ανθρωπισμό σας.

 Πράγματι δεν αισθανόμουν καθόλου καλά. Το στόμα μου είχε αρχίσει πάλι να γεμίζει με νερά, όπως τη στιγμή, που είχα διασταυρωθεί στο δρόμο με τα ταψιά, που έφευγαν από τον φούρνο και σκόρπιζαν ολόγυρα την κνίσσα, την αρεστή στους βαρβάρους θεούς.

 Ετοιμασθήκαμε να φύγουμε.

 -Θα είχατε τίποτα να μας προτείνετε, κύριε συνάδελφε;, με ρώτησε, αποχαιρετώντας με ο αγαπητός πρόεδρος.

 -Μια μικρή λεπτομέρεια, κύριε πρόεδρε. Γιατί το ετήσιον γεύμα του συλλόγου μας να γίνεται τα Χριστούγεννα; Δεν θα ήταν καλύτερα να γίνεται τη Μεγάλη Παρασκευή;

Ο πρόεδρος επεφυλάχθη να φέρει την πρότασή μου στην ολομέλεια. Από τότε όμως δεν έλαβα άλλη πρόσκληση του Συλλόγου. Τα χριστουγεννιάτικο εκείνο γεύμα μου στο Σύλλογο των Φυτοφάγων ήτανε το τελευταίο.

Παύλος Νιρβάνας, Μικρές Ιστορίες

 

 

 

 


4 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


21 Δεκεμβρίου 2015, 08:10
Καλές γιορτές!
Χριστούγεννα  

Έφτασε, λοιπόν, και η εβδομάδα των Χριστουγέννων.


Καλές γιορτές με υγεία και αγάπη! Είθε ο καθένας από μας να βρει το τυχερό αστέρι που θα τον οδηγήσει στη Βηθλεέμ που ποθεί η ψυχή του...


Χρόνια πολλά!


(Την εικόνα της κάρτας ζωγράφισε η Αθηνά Μιχοπούλου)


- Στείλε Σχόλιο


20 Δεκεμβρίου 2015, 20:49
Τα δώρα των μάγων
Χριστούγεννα  

Ξέρετε ποια ήταν τα δώρα που έφεραν οι σοφοί μάγοι στον νεογέννητο Χριστούλη;

Θα σας πω, λοιπόν: του έφεραν χρυσάφι, λιβάνι και σμύρνα.

Χρυσάφι, γιατί ήξεραν πως είναι βασιλιάς των όλων και στους βασιλιάδες ταιριάζουν τα πιο πολύτιμα και σπάνια αγαθά του κόσμου.

Λιβάνι, γιατί ήξεραν πως ήταν ο Θεός και ήθελαν να θυμιατίσουν, όπως κάνει ο παππούλης στην εκκλησία.

Και σμύρνα, που είναι σπάνιο μυρωδικό και το χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να δείξουν την παντοτινή ζωή και την ανάσταση του Χριστού.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ-ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ (ήθη, έθιμα, ιστορίες, δραστηριότητες), εκδόσεις Άγκυρα.


- Στείλε Σχόλιο


19 Δεκεμβρίου 2015, 07:33
Απόσπασμα από τις Μικρές Κυρίες
Χριστούγεννα  

-Χριστούγεννα χωρίς δώρα δεν είναι Χριστούγεννα, γκρίνιαξε η Τζο, καθισμένη σταυροπόδι στο χαλί.

-Φοβερό να μην είμαστε πια πλούσιοι, στέναξε η Μεγκ, κοιτώντας το φθαρμένο φουστάνι της.

-Μου φαίνεται, μάλιστα, πως δεν είναι καθόλου δίκαιο μερικοί να δέχονται πολλά και όμορφα δώρα κι άλλοι να μη δέχονται τίποτα, πρόσθεσε η Έμι, φυσώντας τη μύτη της με ύφος αγανακτισμένο.

Μονάχα η Μπετ, η τέταρτη αδελφή, δε συμφώνησε μαζί τους.

-Αν και δεν είμαστε πια πλούσιες, είπε από τη γωνία όπου ήταν καθισμένη, έχουμε σπουδαία αγαθά: έναν καλό πατέρα, την αγαπημένη μας μανούλα και είμαστε τέσσερις αδελφές αχώριστες.

Τα πρόσωπα των τριών αδελφών της φωτίστηκαν με τα λόγια αυτά.

Λουίζα Μέι Άλκοτ, Μικρές Κυρίες, εκδόσεις Μίνωας, διασκευή Δημήτρης Καραδήμας (από τη σειρά Γαλάζια Βιβλιοθήκη)


- Στείλε Σχόλιο


18 Δεκεμβρίου 2015, 13:52
Διαδικτυακοί φίλοι!


Πολλοί λένε πως το διαδίκτυο είναι απρόσωπο ή και επικίνδυνο.

Έχοντας μεγαλώσει στην επαρχία, σε χωριό, και επιστρέφοντας ξανά εδώ απ' όπου ξεκίνησα, είχα και έχω την ανάγκη να συναναστρέφομαι και με ανθρώπους που έχουμε κοινά ενδιαφέροντα. Όχι και τόσο εύκολο να τους εντοπίσω στην περιοχή μου. (Τουλάχιστον παλιότερα, γιατί τώρα με μεγάλη χαρά βλέπω πως υπάρχει μεγάλη εξέλιξη.) Έτσι, το διαδίκτυο, εκτός από εργαλείο δουλειάς, γίνεται και ένα ισχυρό και πολυτιμο μέσο αλληλεπίδρασης με ανθρώπους που δεν θα είχα με άλλο τρόπο τη δυνατότητα να γνωρίσω.

Δεν έχουν φτάσει καν τα Χριστούγεννα και το σπίτι μας έχει κατακλυστεί από κάρτες και δέματα διαδικτυακών φίλων από όλη την Ελλάδα, αλλά και από πολλές περιοχές του εξωτερικού. Σε κάποιες περιπτώσεις από ανθρώπους που ποτέ δεν έχουμε βρεθεί από κοντά... Η συγκίνηση μου είναι πολύ μεγάλη κάθε φορά που ανοίγω, μαζί με τα κορίτσια μου (γιατί αυτά είναι συνήθως οι αποδέκτες των... δώρων!), ένα πακέτο, που διαβάζω τις τόσο γλυκές και εγκάρδιες ευχές στις υπέροχες χριστουγεννιάτικες κάρτες σας...

Είναι μεγάλη παρηγοριά να νιώθεις ότι σε αγαπούν. Είναι μεγάλη παρηγοριά να αντιλαμβάνεσαι ότι ο κόσμος είναι μια μεγάλη γειτονιά και αρκεί να ανοίξεις απλά την αγκαλιά σου για να τον κλείσεις μέσα. Είναι μεγάλη παρηγοριά να αποκτάς φίλους που τους καταλαβαίνεις και σε καταλαβαίνουν, ακόμα κι αν σε χωρίζουν χιλιόμετρα και χιλιόμετρα.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους εσάς που, τόσα χρόνια, από το 2006 που ξεκίνησα να έχω ενεργή δράση στο διαδίκτυο, έχετε γεμίσει την ψυχή μου με χαρά, με αγάπη, με ανακούφιση.

Καλές γιορτές σε όλους με υγεία και αγάπη και, ναι, ακόμα και ένα μέσο που πολλοί το "φοβούνται" και το αντιμετωπίζουν με καχυποψία, μπορεί να γίνει ένα πολύτιμο εργαλείο, ικανό να μας φέρει πιο κοντά...


3 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


06 Δεκεμβρίου 2015, 20:22
Δεκέμβρης
Χριστούγεννα  

Έναν Θεό που δεν θα κάνει διακρίσεις, που θα προστατεύει και θα αγαπάει όλα τα παιδιά του Κόσμου: αυτό θα ονειρευτώ σήμερα…


Καλό βράδυ....


ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ


Η μητερούλα στον κόρφο της κοιμίζει

το ακριβό της, το μόνο της παιδί.

Έξω με χιόνι Δεκέμβρης τριγυρίζει

κι αυτή το σφίγγει και σαν να τραγουδεί,

σιγομιλάει με γέλιο και τρεμούλα

η μητερούλα.


«Άγιε Νικόλα, που ξέγνοιαστα χτενίζεις

τ’ άσπρα σου γένια ψηλά στον ουρανό

και πέφτουν κάτω σωρός και μας χιονίζεις,

μην το κρυώσεις, λυπήσου τ’ ορφανό.

Λαμπάδα τρέχω σ’εσέ ν ανάψω κι όλα,

Άγιε Νικόλα…


Να, ο Χριστός σου γεννιέται σε λιγάκι,

που αγαπάει, μικρό μου τα παιδιά.

Ζεστό σου φέρνει καινούργιο φουστανάκι

και την ευχή μου πιστή σου συνοδειά.

Κοιμήσου τώρα και θα ‘ρθει στ’ όνειρό σου,

να, ο Χριστός σου.


Κι αφού μας φύγει, δεν μας ξεχνά,

θ’ αφήσει στον Αϊ-Βασίλη για σε παραγγελιά,

χίλια παιγνίδια λαμπρά να σου χαρίσει

και ζαχαρωτά και χάδια και φιλιά.

Με τη χαρά σου η χάρη του θα σμίγει,

κι αφού μας φύγει…


ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ


- Στείλε Σχόλιο


05 Δεκεμβρίου 2015, 07:33
Ο Άγιος Σάββας
Θρησκευτικές γιορτές  

Του Αγίου Σάββα σήμερα!

Καλημέρα, χρόνια πολλά σε όσους γιορτάζουν!

Τον Άγιο Σάββα, από τις κορυφαίες μορφές του μοναχισμού, τον τιμούν σε κάποιες περιοχές με εθιμική αργία και είναι αξιοπρόσεχτα συχνό το όνομά του ως βαφτιστικό. Παλαιότερα στην πατρίδα του, την Καππαδοκία, τον τιμούσαν με θυσίες ζώων (κουρμπάνια) κι όσοι πήγαιναν στο μοναστήρι του στα Ιεροσόλυμα για προσκύνημα (χατζήδες), έφερναν χουρμάδες από τα γύρω δέντρα, που πρόσφεραν σε άτεκνους ως μέσο θεραπευτικό της στειρότητας.

(Γιολάντα Τσορώνη, Περιοδικό Παράθυρο στην Εκπαίδευση του Παιδιού, τεύχος 42, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2006)


- Στείλε Σχόλιο


03 Δεκεμβρίου 2015, 20:03
«Τι κι αν είμαι διαφορετικός…»
Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Αναπηρίες  

Μη σε πιάνει πανικός που είσαι διαφορετικός!
Κράτα αυτό για συμβουλή και τραγούδα απ’ την αρχή:
«Τι κι αν είμαι διαφορετικός, είμαι ένας και μοναδικός!».
Αλλιώτικοι είναι όλοι, κάποιο στο χρώμα και άλλοι στο μπόι!
Αυτό δε μας τρομάζει ούτε και μας νευριάζει
αφού όλοι μας πονάμε, ένα φίλο λαχταράμε!
«Φαγητό, σπίτι, νερό, τα χρειάζομαι και γω!».
Μη φοβάσαι λέω εγώ, θα ‘μαι πάντα κάπου εδώ
και μαζί θα περπατάμε, θα μιλάμε, θα γελάμε,
πάντοτε θα τραγουδάμε και ποτέ δε θα ξεχνάμε:
«Τι κι αν είμαι διαφορετικός, είμαι εγώ ξεχωριστός!»
Δεν μπορείς να περπατήσεις ή και λέξεις να μιλήσεις;
Κάποιοι άλλοι δεν μπορούν ούτε απλά να αγαπούν!
Πάντα έχεις κάποια αξία αν δική σου έχεις ουσία.
Να θυμάσαι πάντα κάτι, σε ένα παζλ είσαι κομμάτι
που σε κάνει ενδιαφέροντα και για μας τον πιο σπουδαίο!
«Τι κι αν είμαι διαφορετικός, είμαι εγώ μοναδικός!»

(Ιουστίνα Γούλα, Περιοδικό Παράθυρο στην Εκπαίδευση του Παιδιού, τεύχος 84, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2013)
...
Στην εικόνα τα πορτραίτα των ηρώων από το μυθιστόρημά μου που πήρε τον δρόμο του και θα κυκλοφορήσει μαζί με τα άλλα δύο μου βιβλία -επιτέλους!- μέσα στο 2016!

Εικονογράφος: (αγαπημένη) Όλγα Μάντζου Design Studio 33 / Olga Mantzou

Καλό βράδυ και, αν θεωρείς ότι σε κάτι «υστερείς», να θυμάσαι πάντοτε αυτό:

«Κάποιοι άλλοι δεν μπορούν ούτε απλά να αγαπούν…»



- Στείλε Σχόλιο


26 Φεβρουαρίου 2015, 13:50
Η Ελληνίδα αναγνώστρια
Μενέλαος Λουντέμης  

Η Ελληνίδα είναι (ήταν, δεν ξέρω, μπορεί να μην είναι και τώρα) η πιο αληθινή και παθητική αναγνώστρια. Δε διαβάζει «κατόπιν σχεδίου», ούτε μηρυκάζει τις σελίδες σαν αποξεχασμένη αγελάδα. Τις ζει. Ποτέ δε λέει «μ’ αρέσει κείνο το βιβλίο». Λέει «αγάπησα κείνο το βιβλίο» και μαζί με το βιβλίο συλλογιέται κι εκείνον που το έγραψε.

Εξαίσια συνήθεια και γλυκιά παραμυθία για μας, που πάνε να μας σκεπάσουν τα χρόνια, κι έχουν λιγοστέψει τόσο πολύ, τόσο πολύ οι απλές ανθρώπινες χαρές…

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ, Ο Εξάγγελος, εκδόσεις Δωρικός.


- Στείλε Σχόλιο


25 Φεβρουαρίου 2015, 15:35
ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΑ ΕΙΧΕ ΟΛΑ
Δικό μου  

Αυτό το Κορίτσι τα είχε όλα.  Γονείς που το λάτρευαν και σπάνια του χαλούσαν χατίρι. Ένα ευρύχωρο σπίτι πλάι στη θάλασσα. Ολοκαίνουργια παιχνίδια. Ακριβά ρούχα. Εκλεκτές λιχουδιές. Εκθαμβωτική ομορφιά. Ασυνήθιστη εξυπνάδα. Μια ανεκτίμητη καρδιά. Κι όμως κάτι του έλειπε…

 Το Κορίτσι της ιστορίας μας είχε γεννηθεί χωρίς να ακούει. Και χωρίς να μιλάει. Όλη του η ζωή ήταν μια παρατεταμένη σιωπή. Μια σιωπή που δεν διέκοψε ποτέ κανένας απολύτως ήχος…

 Δεν ήταν όμως αυτό που του έλειπε. Όχι, όχι, καθόλου δεν το πείραζε που είχε γεννηθεί διαφορετικό. Είχε μάθει να συνυπάρχει με το «πρόβλημά» του. Τόσο που το ίδιο δεν το θεωρούσε καν πρόβλημα. Αρκεί οι άλλοι άνθρωποι να του έδιναν μια ευκαιρία.

 Γιατί το εξαίσιο αυτό πλάσμα, που έμοιαζε με σπάνιο ανοιξιάτικο τριαντάφυλλο, όσο  κι αν προσπαθούσε, δεν είχε αποκτήσει ποτέ κανέναν φίλο.  Από τη φύση του ήταν χαρούμενο και αισιόδοξο παιδί, πολλές φορές όμως ένιωθε τη ζωή του να κυλάει κενή, χωρίς προορισμό.

 Όταν ήταν μικρή, τα άλλα παιδιά την κορόιδευαν. Όσο μεγάλωνε, έπαψαν πια να την κοροϊδεύουν και, απλά, την απέφευγαν. Οι μεγάλοι έδειχναν να τη φοβούνται και, ναι μεν, τη χαιρετούσαν ευγενικά -πολλές φορές της χάιδευαν τα μεταξένια της μαλλιά- ,αλλά γρήγορα απομακρύνονταν από κοντά της χωρίς να κάνουν καμία προσπάθεια να την προσεγγίσουν.

 Έτσι, τα χρόνια περνούσαν, οι εποχές εναλλάσσονταν, το ξέγνοιαστο παιχνιδιάρικο καλοκαίρι έδινε τη σκυτάλη στο μελαγχολικό φθινόπωρο. Αυτό με τη σειρά του προσκαλούσε τον σκυθρωπό χειμώνα, ώσπου -επιτέλους-  γελαστή γελαστή και σκανδαλιάρα, κατέφθανε η άνοιξη. Που έκανε τους σπόρους στο χώμα να ξαναγεννιούνται. Τα μάγουλα των παιδιών να κοκκινίζουν. Και την ελπίδα να επιστρέφει στις ψυχές των ανθρώπων.

 Το Κορίτσι μας είχε πια γίνει μια γοητευτική έφηβη κοπέλα. Ήταν αρχές Μαρτίου και ο καιρός ήταν ασυνήθιστα καλός. Έτσι, αποφάσισε να κάνει την καθιερωμένη βόλτα της, που κατέληγε πάντα στην ακροθαλασσιά. Εκεί, καθισμένη στην άμμο, άλλοτε ονειροπολούσε κι άλλοτε απλά χάζευε τα γαλανά νερά χωρίς να σκέφτεται τίποτα. Αυτή τη φορά ήταν κάτι διαφορετικό: μέρες τώρα ένας απροσδιόριστος φόβος είχε φωλιάσει μέσα της. Έπρεπε πάση θυσία να ξορκίσει και να ξεφορτωθεί αυτή την αρνητική ανεξήγητη αύρα που την τύλιγε και δεν έλεγε να την αφήσει σε ησυχία.

 Αυτά και άλλα πολλά σκεφτόταν όταν τους αφουγκράστηκε. Γύρισε πίσω της και τους είδε. Μια παρέα συνομήλικων της ερχόταν σαν χείμαρρος έτοιμος να παρασύρει τα πάντα. Η ταραχή της μεγάλωνε όσο πλησίαζαν. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως δεν θα τολμούσαν να της κάνουν κακό.  Μάταια. Ήταν ξεκάθαρο πως οι διαθέσεις τους δεν ήταν καλές. Κοίταξε από μακριά το σπίτι της. Οι γονείς της απουσίαζαν. Ήταν μόνη.

Όταν την πλησίασαν αγριεμένοι, αντί να το βάλει στα πόδια,  λες και ένα μαγικό ραβδάκι την άγγιξε: η γαλήνη επανήλθε σαν βάλσαμο μέσα της. Χωρίς να μετακινηθεί σήκωσε τα καλοσυνάτα τα της μάτια και τους παρατήρησε έναν έναν. Η αναστάτωση που ένιωθε όλες αυτές τις μέρες εξαφανίστηκε. Τους χαμογέλασε και αυθόρμητα άνοιξε την αγκαλιά της. Έμοιαζαν να τα έχουν χαμένα. Στα βλέμματά τους, που πριν από λίγα λεπτά έβλεπε το μίσος, και τη χαιρεκακία, την αίσθηση της υπεροχής και την επιθυμία για το Κακό, διέκρινε κανείς ξεκάθαρα την ντροπή και την ταπείνωση. Κοιτάχτηκαν προς στιγμήν μεταξύ τους. Δίχως να πουν λέξη άλλαξαν πορεία.

 Όταν απομακρύνθηκαν αρκετά, όχι τόσο ώστε να εξαφανιστούν από το οπτικό της πεδίο, το αγόρι που έμοιαζε αρχηγός τους άρπαξε ένα μεγάλο βότσαλο. Το εκσφενδόνισε λυσσασμένα στον αέρα, την ώρα ακριβώς που, κουρασμένο από το κοπιαστικό του ταξίδι, έφτανε το πρώτο χελιδόνι. Σίγουρα θα είχε εξασκηθεί στο σημάδι, γιατί το πέτυχε αμέσως. Τα χαιρέκακα γέλια επέστρεψαν στα πρόσωπά τους. Επιτέλους η ύπαρξή τους είχε σημασία. Ένα μικρόσωμο κορίτσι έριξε πάνω στο τρομαγμένο πουλί το μπουκάλι που κρατούσε στα χέρια του. Η μανία τους ήταν τόσο μεγάλη που συνέχισαν να το κυνηγάνε ακόμα κι όταν εκείνο ανήμπορο έτρεμε από φόβο. Κάποιος κατάφερε να το πιάσει και, χωρίς οίκτο, το έριξε με δύναμη κάτω. Η αποστολή τους είχε εκπληρωθεί. Μπορούσαν να φύγουν ικανοποιημένοι.

 Το Κορίτσι δεν ήταν σε θέση να ακούσει τις σπαραχτικές κραυγές που έβγαζε το πληγωμένο χελιδόνι. Όμως, αδιαμφισβήτητα, αισθανόταν όσο κανείς την αγωνία του. Έτρεξε βιαστικά στο σπίτι κρατώντας το όσο πιο προσεκτικά ήταν δυνατόν στα χέρια της. Οι γονείς δεν είχαν γυρίσει ακόμα.

 Επόμενη στάση της ήταν το αγροτικό ιατρείο. Με δάκρυα στα μάτια, μετέφερε το μικρό της φίλο μέσα σε ένα χάρτινο κουτί. Ποτέ άλλοτε δεν είχε επιχειρήσει να συναναστραφεί με άλλους ανθρώπους δίχως την παρουσία των δικών της.

 Δεν υπήρχε χρόνος για πολυτέλειες.

 Ο νεαρός γιατρός της χαμογέλασε.

 Κοίταξε το ρολόι της. Η ώρα είχε περάσει. Το δίχως άλλο θα την έψαχναν. Ήταν πια σίγουρη… Η ζωή της από δω και πέρα δε θα ήταν ποτέ πια «κενή»… Ξαφνικά διαπίστωσε πως ο πολυπόθητος προορισμός υπήρχε πάντα μέσα της…

………………………………………………………………………….

 Πώς να χωρέσουν τόσα γεγονότα σε λίγες σελίδες…;

 Ο απαλός αέρας φυσούσε σαν χάδι τα πρόσωπά τους. Τα δυο τους χέρια πλεγμένα σε ένα. Οι δυο καρδιές χτυπούσαν με τον ίδιο ρυθμό. Το μυαλό τους σε απόλυτη ταύτιση. Ένα μακρύ και δύσκολο ταξίδι τους περίμενε… Ήταν η πρώτη τους αποστολή με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα.

 …………………………………………………………………………….

 Ναι, αυτό το κορίτσι τα είχε όλα!_

ΓΙΩΤΑ ΚΟΤΣΑΥΤΗ

...

http://book-tour.webnode.gr/news/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF-%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%B9-%CF%84%CE%B1-%CE%B5%CE%B9%CF%87%CE%B5-%CE%BF%CE%BB%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B1-%CE%BA%CE%BF%CF%84%CF%83%CE%B1%CF%8D%CF%84%CE%B7/

 

 


- Στείλε Σχόλιο


24 Φεβρουαρίου 2015, 11:58
Η Κυρά-Σαρακοστή
Ένα κείμενο μία εικόνα  

Όλα τα παιδιά το πρωί στο σχολείο μιλούσαν για τις περιπέτειές τους με τους χαρταετούς, που πέταξαν την Καθαρή Δευτέρα. Στην κουβέντα μπλέχτηκε και ο Βαγγέλης και άρχισε να λέει για την κυρα-Σαρακοστή που του έκανε κάθε χρόνο η γιαγιά του.

-Τι είναι η κυρα-Σαρακοστή; ρώτησε ο Στάθης.

Η γιαγιά του Βαγγέλη ήταν από τη Χίο, και τακτικά ο Βαγγέλης μοιραζόταν με τους φίλους του τα νόστιμα χιώτικα γλυκά που του έφτιαχνε εκείνη. Έτσι όλοι απογοητεύτηκαν ακούγοντας ότι η κυρα-Σαρακοστή ήταν μια χάρτινη κούκλα!

-Κι εσύ θα παίζεις με την κούκλα; ρώτησε ο Στάθης γελώντας.

-Όχι, είναι έθιμο! Πώς το λένε! Η γιαγιά παίρνει χαρτί και με το ψαλίδι κόβει την κούκλα, της βάζει στο κεφάλι ένα σταυρό και της διπλώνει τα χέρια σταυρωτά για να περνάει, λέει, όλη την ώρα με προσευχές. Μετά της ζωγραφίζει μάτια και αφτιά για να βλέπει και να ακούει.

-Ε καλά, και στόμα, συμπλήρωσε ο Στάθης γελαστός.

-Στόμα ποτέ! Γιατί νηστεύει και δεν τρώει τίποτε.

Ο Στάθης έσκασε στα γέλια.

-Ούτε μύτη της κάνει για να μη μυρίζει τις μυρωδιές;

-Ούτε μύτη!

-Και την αφήνει και χωρίς πόδια;

-Όχι! Πόδια της βάζει και μάλιστα εφτά!

-Και γιατί δεν της βάζει σαράντα;

-Την κόβει εφτά, γιατί τόσες είναι οι βδομάδες της Μεγάλης Σαρακοστής. Μόλις την τελειώσει, της περνάει μια κλωστή απ’ το σταυρό του κεφαλιού και κρεμάει την κυρα-Σαρακοστή κάτω απ’ το εικονοστάσι. Κάθε Σάββατο με βάζει και της κόβω το ένα πόδι’ έτσι βλέπουμε πόσες ακόμη βδομάδες έμειναν για το Πάσχα. Το τελευταίο πόδι το κόβω το Μεγάλο Σάββατο. Η γιαγιά χώνει το πόδι σ’ ένα ξερό σύκο, απ’ αυτά που βάζουμε στο πασχαλιάτικο τραπέζι. Όποιος το βρει παίρνει ένα κόκκινο αβγό παραπάνω και γλυκά.

-Πολύ ωραίο το έθιμο της κυρα-Σαρακοστής! Θα το πω και στη δική μου τη γιαγιά να το κάνει και ας μην είναι από τη Χίο! είπε ο Στάθης, που πάντα έψαχνε ευκαιρία να φάει περισσότερα γλυκά.

ΜΑΡΤΙΟΣ (12 μήνες για όλο το χρόνο), εκδόσεις Μαλλιάρη-Παιδεία, επιμέλεια-ανθολόγηση: Μαρία Ηλιοπούλου.

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr

Τη σημερινή εικόνα έκανε η Παναγιώτα Χρυσοβαλάντου.

Η Παναγιώτα Χρυσοβαλάντου είναι μαθήτρια νηπιαγωγείου. Της αρέσει πολύ να ζωγραφίζει και να κάνει γυμναστική. Όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει εικονογράφος και αθλητρια.

Με αγάπη από τη Φλώρινα,

Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:

https://www.facebook.com/pages/%CE%88%CE%BD%CE%B1-%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF-%CE%BC%CE%AF%CE%B1-%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B1/253798364810713?ref=bookmarks

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


- Στείλε Σχόλιο


23 Φεβρουαρίου 2015, 17:23
Πετάξτε τους χαρταετούς
Το ποίημα της εβδομάδας  

Δίνει σειρά η Αποκριά

στην Καθαρή Δευτέρα,

που λέει: «Τους χαρταετούς

πετάξτε στον αέρα».

 

Από χεράκια τρυφερά

κι όλο χαρές και γέλια

φεύγουν τα χάρτινα πουλιά,

μ’ ουρές, στολίδια, τέλια.

 

Βάφει μεμιάς ο ουρανός,

χρώματα χίλια αλλάζει,

λες ότι ζήλεψε η γη

και με λιβάδι μοιάζει.

 

Ο ήλιος λάμπει όλο χαρά

και τραγουδάει τ’ αγέρι:

«Μπήκε η κυρα-Σαρακοστή,

που Πασχαλιά θα φέρει».

 

ΕΛΕΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΛΑ-ΠΑΝΤΕΛΟΔΗΜΟΥ, Ποιήματα για το φθινόπωρο και το χειμώνα, εκδόσεις Πατάκη.

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr

Τη σημερινή εικόνα έκανε η Σοφία Φιλέα.

Γεννήθηκε το 1983, μεγάλωσε στην Κρήτη και ήθελε να ζωγραφίσει τον κόσμο. Έτσι, μετά από ένα διάλειμμα 13 χρόνων στη φασαρία της αθηναϊκής μεγαλούπολης και έχοντας χάσει το δρόμο της, το 2013 επέλεξε να ξαναγεννηθεί ζωγραφίζοντας και ζήσει μέσα στα χρώματα, στο μικρό χωριό του πατέρα της, στη Μάνη. Ασχολείται με την εικονογράφηση παραμυθιών και τη ζωγραφική για παιδιά.

Η σελίδα της Σοφίας στο facebook:

https://www.facebook.com/SofiaFileasArt?fref=ts

Με αγάπη από τη Φλώρινα,

Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:

https://www.facebook.com/pages/%CE%88%CE%BD%CE%B1-%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF-%CE%BC%CE%AF%CE%B1-%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B1/253798364810713?ref=bookmarks

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


- Στείλε Σχόλιο


18 Φεβρουαρίου 2015, 14:30
Η Καρδιά της Βασιλοπούλας (προτελευταίο μέρος)
Κόκκινη κλωστή δεμένη...  

…Με επιμονή έτριψε στον κορμό του δέντρου το σκοινί που έδενε τα χέρια της και σαν κατάλαβε πως φαγώθηκε λίγο, τράβηξε με όλη της τη δύναμη και το έσπασε. Τότε, σιγά-σιγά, έλυσε τα μαλλιά της και, προσέχοντας να μην πατήσει κανένα κλαδί, που το τρίξιμό του θα την πρόδινε, έκαμνε ένα βήμα, ύστερα άλλο ένα, κι έτσι, χωρίς κρότο, αψηφώντας τα αγκάθια που τρυπούσαν τα γυμνά της πόδια, βρέθηκε μακριά από τη φωτιά κι από τους κλέφτες.

Ο άνεμος φυσομανούσε και η βροχή περνούσε μέσ’ από τα κουρέλια της, μα η βασιλοπούλα δεν τα συλλογίζουνταν αυτά, παρά πήρε τον κατήφορο τρέχοντας κατά τη χώρα.

Έτρεχε, έτρεχε, και μόνο μια συλλογή είχε, να φθάσει στη χώρα πριν φέξει, να πάγει στα καράβια πριν αποβιβαστούν οι στρατιώτες, και να παραδοθεί στον ξένο βασιλιά πριν προφθάσουν ν’ αληθέψουν οι φοβέρες του.

Σε λίγο τα γυμνά της πόδια σχίστηκαν στα χαμόκλαδα και στ’ αγκάθια, και τα μουσκεμένα της κουρέλια, που τυλίγουνταν στα πόδια της, την εμπόδιζαν να προχωρεί. Πολλές φορές η άμοιρη, πάλι όμως ξανασηκώνουνταν κι έπαιρνε το δρόμο της. Και πάλι έπεφτε και πάλι σηκώνουνταν, ώσπου στο τέλος απέκαμε, σκόνταψε σ’ ένα δέντρο, έπεσε στα βρεγμένα χώματα και δεν μπόρεσε πια να σηκωθεί.

Η κούραση την πλάκωσε, αισθάνθηκε πως όσο κι αν ήθελε, δεν μπορούσε πια, πως η θέλησή της νικήθηκε.

Και έκλεισε τα μάτια της.

Έξαφνα, άκουσε σαν ένα λαφρύ περπάτημα, που την ξύπνησε. Μπροστά της στέκουνταν μια νεράιδα με αγέλαστο πρόσωπο, τυλιγμένη σ’ ένα μαύρο πέπλο που την σκέπαζε όλη. Έσκυψε πάνω στη βασιλοπούλα:

-Είμαι η Μοίρα, της είπε. Η Ζωή θέλησε να μάθεις τα βάσανα, που τα γνωρίζουν όλοι όσοι έχουν καρδιά, και σου έδειξε το δρόμο για να βρεις την καρδιά σου που σου την είχα πάρει εγώ’ μα σε λυπήθηκα και ήλθα πάλι να σε βοηθήσω. Δώσε μου πίσω την καρδιά σου, και αμέσως θα βρεθείς στο παλάτι σου, στο χρυσό σου κρεβατάκι, με όλα τα καλά του κόσμου, και, μια για πάντα, θα ξεφορτωθείς το βάσανο που σε τρώγει τώρα, γιατί ο πόνος σου θα σβήσει, και πάλι δε θα σε μέλλει για τους άλλους. Θέλεις;

Μάζεψε όλη της τη δύναμη η βασιλοπούλα, και σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος.

-Την καρδιά μου την πήρα και θέλω να την κρατήσω, είπε. Ο πόνος μου είναι μεγάλος, γιατί απόστασα πριν ξεκάμω το κακό που έκαμα, και θα χαθεί ο τόπος μου με όσους αγαπώ. Μα την καρδιά μου δε σου τη δίνω πίσω. Προτιμώ τον άδοξο τούτο θάνατο στην άκρη του δρόμου, παρά να ξαναγυρίσω στην πεθαμένη ζωή που ζούσα ως τώρα.

-Δε σου έγιναν μάθημα αυτά που τράβηξες; ρώτησε η Μοίρα.

Η βασιλοπούλα χαμογέλασε.

-Ναι! αποκρίθηκε. Έμαθα τι θα πει πόνος, δηλαδή γνώρισα τη ζωή… και μ’ αρέσει.

Έγειρε το κεφάλι της κι έκλεισε τα μάτια, και όλα σβήστηκαν στο μυαλό της.

Μια στιγμή στάθηκε η Μοίρα αναποφάσιστη’ ύστερα έσκυψε και φίλησε τη βασιλοπούλα στο μέτωπο.

-Με νίκησες, μεγαλόψυχο παιδί, είπε.

Και βιαστικά έφυγε.

Και πέταξε η Μοίρα, κι έφθασε στο χωριό όπου είχε περάσει η βασιλοπούλα, και χτύπησε την πόρτα του γιατρού. Αυτός ξύπνησε τρομαγμένος και άνοιξε. Μια μαυροφόρα στέκουνταν μπροστά του.

-Σαμάρωσε το μουλάρι σου, του είπε, πάρε μαζί σου και τα γιατρικά σου, πάρε κι ένα ζεστό επανωφόρι και ακολούθα με.

Ζαλισμένος ακόμη από τον ύπνο, ο γιατρός έκαμε ό, τι του είπε η γυναίκα. Μα όταν θέλησε να την πάρει στα καπούλια του ζώου, είδε πως είχε φύγει, κι έτρεχε μπροστά του. Κέντησε το μουλάρι του για να την προφθάσει, μα όσο πιλαλούσε το ζώο, τόσο έτρεχε εμπρός η μαυροφόρα’ τα πόδια της δεν έμοιαζαν ν’ αγγίζουν τη γη, του φαίνουνταν σα να πετούσε.

Εμπρός, εμπρός τον έσερνε με φοβερή γρηγοράδα, κι έξαφνα σταμάτησε στο πλάγι ενός δρόμου.

-Εδώ, του είπε.

Κι αμέσως ξεκαβαλίκεψε ο γιατρός. Μα όταν γύρισε να δει τη μαυροφόρα, δεν τη βρήκε πια.

Κοίταξε γύρω του με απορία, και τότε είδε ένα κορίτσι ντυμένο στα κουρέλια, πεσμένο στα χώματα, στην άκρη του δρόμου. Έσκυψε απάνω της και γνώρισε το χρυσοντυμένο αρχοντοκόριτσο που είχε συνοδεύσει στη φτωχική καλύβα.

Χωρίς να χάσει καιρό σε στοχασμούς πήρε ένα μποτιλάκι και έχυσε λίγες στάλες μεταξύ στα χείλη της…

(συνεχίζεται…)


- Στείλε Σχόλιο


17 Φεβρουαρίου 2015, 20:32
Η μεγάλη τσάντα
Ένα κείμενο μία εικόνα  

Σπίθες πετούν τα μάτια της. Και καθώς στρέφει και κοιτά τον «κύριο», αναταράζεται ολόκληρη. Κρατά μια τσάντα που την κουνά με τρόπο τόσο απειλητικό, ώστε νομίζεις πως θα του την φέρει στο κεφάλι.

-Τι συνέβη;

Πεισματώνει:

-Ούτε και γνωρίζω!

-Σου ‘δωσε ο κύριος χαστούκι;

Φρενιάζει.

-Εντελώς ξαφνικά.

-Γιατί;

Τρέμει ολόκληρη:

-Ούτε και γνωρίζω.

-Είχατε προηγούμενα;

Παίρνει φόρα:

-Προηγούμενα; Εγώ μ’ αυτόν; Αστείο πράγμα. Ούτε τον ξέρω, ούτε με ξέρει. Ούτε του μίλησα, ούτε μου μίλησε. Ούτε τον κοίταξα, ούτε με κοίταξε. Αντιλαμβάνεσθε πως συνέβησαν τα πράγματα. Επήγαινα στην κουνιάδα μου στου Βεΐκου, κ. Πρόεδρε. Εγώ κατοικώ Κολιάτσου. Καθόμουν, λοιπόν, στο τραμ, κι απέναντι μου φάτσα με φάτσα καθόταν αυτός ο παλαβός.

Τρίζει τα δόντια του «αυτός»:

-Εγώ παλαβός! Με λέει παλαβό!

-Σιωπή εσύ.

-Βρίζει, κ. Δικαστά, ακούτε;

-Είπα σιωπή!

Τρέμει ολόκληρος:

-Με συγχωρείτε. Είμαι λιγάκι νευρικός.

Γυρίζει ο πταισματοδίκης στην κυρία:

-Ορίστε λέγε εσύ.

Φυσά και ξεφυσά:

-Λοιπόν ήλθε ο εισπράκτωρ, μου ζήτησε το εισιτήριο μου, έβγαλα τα λεπτά, του τα έδωκα. Eκοψε απ’ το μπλόκ το εισιτήριο, μου το έδωκε. Αντιλαμβάνεσθε, κ. Πρόεδρε. Ύστερα ήλθε ο επιθεωρητής, μου ζήτησε το εισιτήριο μου, του το έδωκα. Το κοίταξε, το έκοψε λιγουλάκι, μου το έδωκε.

-Λοιπόν;

-Ο κύριος μ’ αγριοκοίταξε

-Γιατί;

-Ούτε και γνωρίζω

Λυσσά ο «κύριος»:

-Να σας πω εγώ, κ. Πταισματοδίκα.

-Εσύ να πάψεις!

-Λέει, δε γνωρίζει γιατί την αγριοκοίταζα. Και μ’ εκνευρίζει.

-Πάψε, σου είπα!

-Με συγχωρείτε, κ. Δικαστά. Είμαι λιγάκι νευρικός...

Ανάβει και κορώνει, ο πταισματοδίκης:

-Αν είσαι λιγάκι νευρικός, σε στέλνω μέσα και σου περνούν τα νεύρα σου. Σου το λέω για τελευταία φορά, να μην παρεμβαίνεις. Ακούς;

-Μάλιστα, κ. Πρόεδρε.

-Θέλεις να πας μέσα;

-Όχι, κ. Πρόεδρε.

Αγαθός φαίνεται. Στρογγυλοπρόσωπος. Και υποφέρει. Στέκεται εκεί, λίγο παραπέρα, δαγκώνει τα χείλη, τρώει τα μουστάκια, βγάζει μαντίλι, σκουπίζει τον ιδρώτα, στρίβει το μαντίλι, το ανοίγει, το τραβά, το ξαναστρίβει. Μάλλον κοντός. Μεσόκοπος. «Λιγάκι» νευρικός. Παίζουν τα μάτια του, παίζουν τα χέρια του, παίζουν οι ώμοι του, παίζουν τα πόδια του. Μόλις σηκώνει την κουδούνα ο πταισματοδίκης, μαζεύεται. Ύστερα γυρίζει, βλέπει την κυρία, καρφώνει τα μάτια στο τσαντάκι της και φρίττει. Κάτι συμβαίνει εκεί! Εκεί, στο τσαντάκι, προφανώς, είναι η αιτία του κακού.

-Εξακολούθει, εσύ

Αναστενάζει η κυρία:

-Και ξαφνικά που λέτε, χωρίς κανένα λόγο, χωρίς καμιά, καμιά, καμιά αιτία, μου αστράφτει ο κύριος ένα χαστούκι. Αντιλαμβάνεσθε! Χαστούκι εμένα, που ο ίδιος ο σύζυγος μου, κ. Πρόεδρε, δεν τόλμησε ποτέ να μου απλώσει χέρι. Χέρι; Τι λέω! Μια φορά που τόλμησε να μου πει μισή κουβέντα, έτρεξα στους δικηγόρους να ζητήσω διαζύγιο. Κι ο Γιάννης έπεσε στα πόδια μου. «Φανίτσα και Φανίτσα!» Αντιλαμβάνεσθε. Χαστούκι εμένα! Που μ’ έχει ο σύζυγος μου μη στάξει και μη βρέξει. Ρωτείστε, παρακαλώ, πλατεία Κολιάτσου, Φανή Γελαδινού, του μηχανικού. Απαιτώ να κρεμαστεί εις την Πλατείαν του Συντάγματος! Ούτε πολύ ούτε ολίγον!

-Καλά, καλά.

-Να μάθει τρόπους!

-Πήγαινε!

-Χαστούκι στην Φανή Γελαδινού!

-Στάσου παραπέρα.

-Παρακαλώ, μες στην Πλατεία του Συντάγματος!

Χάνει την υπομονή του ο πταισματοδίκης και χτυπά με μανία την ανάποδη του μολυβιού στην έδρα του. Σωπαίνει, επιτέλους, η κυρία και καλείται ο κύριος, που δαγκώνει τα μουστάκια και στρίβει το μαντίλι, για να κρατήσει την ψυχραιμία και τα νεύρα του.

-Έδωσες, πράγματι, χαστούκι;

-Μάλιστα, κ. Πρόεδρε.

-Την ξέρεις;

-Όχι κ. Πρόεδρε.

-Ώστε ομολογείς;

-Μάλιστα, κ. Πρόεδρε.

-Την έχεις δει άλλη φορά;

-Όχι, κ. Πρόεδρε.

-Τότε λοιπόν;

-Είμαι λιγάκι νευρικός!...

-Ωραία δικαιολογία! Σπουδαία δικαιολογία! Επειδή είναι νευρικός ο κύριος, χαστουκίζει τους ανθρώπους μες στο τραμ! Και μάλιστα κυρίες! Ομολογώ πως είμαι κατάπληκτος!

-Κι εγώ, κ. Πρόεδρε.

-Σιωπή!

-Είμαι συντετριμμένος, κ. Πρόεδρε. Το ομολογώ. Ήταν μια στιγμή παραφοράς. Να σας εξηγήσω, κ. Πρόεδρε. Επιτρέπετε να σας εξηγήσω;

-Λέγε.

Αναπνέει βαθιά:

-Ήμαστε μες στο τραμ. Εδώ εγώ, αυτή εκεί. Καθόταν απέναντι μου, καθόμουν απέναντί της. Ακούστε τώρα! Έρχεται ο εισπράκτωρ, της ζητά το εισιτήριο. Ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσαντάκι, τα λεφτά, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα, δίνει τα λεφτά της στον εισπράκτορα.

-Λοιπόν;

-Της δίνει ο εισπράκτωρ το εισιτήριο. Ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, βάζει μέσα το εισιτήριο, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα.

-Λοιπόν, λοιπόν;

Αναπνέει βαθιά:

-Της δίνει ο εισπράκτορας τα ρέστα. Τα παίρνει. Ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, βάζει μέσα τα ρέστα, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα.

Στριφογυρίζει στην καρέκλα του ο πρόεδρος.

-Ουφ!

-Είσθε νευρικός, κ. Πρόεδρε;

-Προχώρει.

-Όχι παρακαλώ, είσθε;

-Χωρίς ερωτήσεις.

-Θερμώς παρακαλώ, κ. Πρόεδρε...

-Όχι! Κι αν ήμουν, δε θα έφθανα ποτέ στο σημείο να χαστουκίσω μια κυρία μες στο τραμ.

Λέει με συντριβή:

-Τότε καταδικάστε με κ. Πρόεδρε. Δεν θα με καταλάβετε ποτέ.

-Αυτό είναι δική μου δουλειά. Λέγε τελείωσες;

Σκουπίζει τον ιδρώτα, στραγγίζει το μαντίλι. Παίζουν τα μάτια του, παίζουν τα χέρια του, αναστενάζει:

-Όχι, δεν ετελείωσα. Ησύχασα που λέτε για μια στιγμή και έλεγα ότι τελείωσε αυτό το βάσανο. Μαύρη ησυχία. Έξαφνα η κυρία ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, βγάζει ένα καθρεφτάκι, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα. Κοιτάζεται λίγο στο καθρεφτάκι. Κι ύστερα ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, βάζει μέσα το καθρεφτάκι, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα.

Θολώνει το μάτι του πταισματοδίκου. Ιδρώτας τρέχει απ’ το μέτωπο του. Αρπάζει την κουδούνα, την αφήνει, στριφογυρίζει, βουτάει τα χαρτιά, θα σκάσει:

-Ούφ!

-Να σταματήσω, κ. Πρόεδρε;

-Φτάσε στο χαστούκι.

-Είναι παρακάτω.

-Λέγε. Μ’ έσκασες!

-Έτσι μ’ έσκασε κι εμένα.

-Τελείωνε.

Παίρνει βαθιάν ανάσα:

-Ησύχασε πάλι για δυο δευτερόλεπτα. Ησυχάζω κι εγώ. Αλλά πάλι, μαύρη ησυχία. Έρχεται ο επιθεωρητής, της ζητά το εισιτήριο, ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, δίνει το εισιτήριο, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα. Της επιστρέφει ο επιθεωρητής το εισιτήριο. Ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσαντάκι...

-Αναπηδά ο πρόεδρος:

-Φτάνει!

-Βάζει μέσα το εισιτήριο...

-Σώνει!

-Κλείνει το μικρό τσαντάκι...

-Αρκετά!

-Ανοίγει τη μεγάλη τσάντα...

Γουρλώνει τα μάτια του:

-Πάψε, σου είπα!

-Βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι...

Έξαλλος τινάζεται επάνω:

-Αθώος! Αθώος! Καλά της έκανες!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΘΑΣ, Η Θέμις έχει νεύρα, εκδ. Μαρής, Αθήναι.

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr

Τη σημερινή εικόνα έκανε ο Orestix (Ερμείδης Ορέστης).

Ο Orestix (γνωστός και ως Ερμείδης Ορέστης) γεννήθηκε προ 29 ετών στην Θεσσαλονίκη. Έπεσε πολύ μικρός μέσα στην μαρμίτα του δρυίδη Γκοσσινίξ, με αποτέλεσμα να μάθει απ’ έξω όλες τις περιπέτειες του Αστερίξ του Γαλάτη, του Λούκυ Λουκ και του μικρού Νικόλα. Αυτό είχε ως συνέπεια να θέλει, ως άλλος Ιζνογκούντ, να γίνει δρυίδης στην θέση του δρυίδη, φτιάχνοντας ευφάνταστες και αστείες ιστορίες κόμικς, να σπουδάσει Γαλλική Φιλολογία και Ιστορία – Αρχαιολογία στο ΑΠΘ και να ζήσει για 9 μήνες στην Γαλλία ως φοιτητής. Από το 2009 συμμετέχει αδιαλείπτως στις εκθέσεις κόμικς της ομάδας ανεξάρτητων δημιουργών “Inkorrekt” στην γενέτειρα του και έχει σχεδιάσει το comic strip «Κουπέ» (2013).

Η σελίδα του Ορέστη στο διαδίκτυο:

http://orestix.deviantart.com/gallery/

Με αγάπη από τη Φλώρινα,

Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:

https://www.facebook.com/pages/%CE%88%CE%BD%CE%B1-%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF-%CE%BC%CE%AF%CE%B1-%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B1/253798364810713?ref=bookmarks

 

 

 


4 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


16 Φεβρουαρίου 2015, 21:03
Τιμή-Φωτιά-Νερό
Το ποίημα της εβδομάδας  

 

Συμφώνησαν παλιόν καιρό

Τιμή, Φωτιά και το Νερό

μαζί να συντροφέψουν

και τύχη να γυρέψουν.

 

Στο δρόμο τους, που περπατάν

ένας τον άλλον ερωτάν:

αν λάχει να χαθούμε,

πώς πάλι θα βρεθούμε;

 

«Με χάσατε, λέει η Φωτιά,

ρίξτε τριγύρω μια ματιά

κι όπου καπνό ιδείτε,

ελάτε να με βρείτε».

 

«Κι εγώ, αποκρίθη το Νερό,

έχω τον τόπο φανερό,

όπου χλωρό λιβάδι

δικό μου είναι σημάδι».

 

Λέει η Τιμή: «εγώ σ’ αυτά

σας συμβουλεύω από κοντά,

ποτέ μη γελαστείτε,

να μου ξεχωριστείτε.

 

Γιατί αν γλιστρήσω μια φορά

κι αν δε με πιάσετε γερά,

όσο να με γυρέψετε,

τον κόπο θα ξοδέψετε».

 

Ι.ΒΗΛΑΡΑΣ

(Θεοδ.Γιαννόπουλου, Νεότερη σχολική ανθολογία, Βιβλιοπωλείο Αθαν.Θ. Πούντζα)

Καλή εβδομάδα.


- Στείλε Σχόλιο


14 Φεβρουαρίου 2015, 18:17
Το γαϊτανάκι της αγάπης
Ένα κείμενο μία εικόνα  

Ελάτε όλοι σας κοντά μας

χέρι με χέρι στο χορό μας,

σαν γαϊτανάκι η καρδιά μας

πλέκει με χρώμα τ’ όνειρό μας.

 

Κι όπως γυρνάνε οι κορδέλες

έτσι να γύρναγε κι η Γη,

να ‘ταν οι μέρες καραμέλες

και η ζωή ζαχαρωτή!

 Μόνο με ειρήνη να κυλούσε

 για όλα-όλα τα παιδιά της,

αχ, η ζωή μας να γυρνούσε

σαν γαϊτανάκι της αγάπης!

 

Κι όπως γυρνάνε οι κορδέλες

έτσι να γύρναγε κι η Γη,

 να ‘ταν οι μέρες καραμέλες

και η ζωή ζαχαρωτή!

 

Ο κόσμος θα 'ταν τότε αλλιώς

πιο λαμπερός και πιο αγνός,

σαν το δικό μας γαϊτανάκι

και σαν αυτό το τραγουδάκι!

 

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ, εκδόσεις Ωρίων (τόμος 2002)

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr

Τη σημερινή εικόνα έκανε η Αθηνά Πετούλη.

 Γεννήθηκα στην Κόρινθο, μεγάλωσα και σπούδασα στην Αθήνα, όπου παρακολούθησα μαθήματα σχεδίου (γραμμικό-ελεύθερο) και ζωγραφικής. Διαμένω μόνιμα στο νησί της Σάμου με τον σύζυγο και τα τρία παιδιά μας. Σε εικαστικό εργαστήρι στο νησί συνέχισα τη σπουδή στο χρώμα, σε υλικά και μικτές τεχνικές . Ασχολούμαι με τη ζωγραφική (ελαιογραφίες, ακουαρέλες, ακρυλικά, έργα για παιδικά δωμάτια, τοιχογραφίες), τη φωτογραφία, την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων και την εκμάθηση ζωγραφικής σε παιδιά. Έχω λάβει μέρος σε πολλές εκθέσεις ζωγραφικής και φωτογραφίας κι έχω εικονογραφήσει παραμύθια για παιδιά προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας, με πιο πρόσφατα το «Καλημέρα ήλιε» της νηπιαγωγού Ευφροσύνης Σπυροπούλου, «Ο Κόα και το μεγάλο του δώρο» της Αθηνάς Βουδούρη, καθώς επίσης και μια συλλογή ποιημάτων για παιδιά Δημοτικού της νηπιαγωγού Γιώτας Κοτσαύτη, η οποία τιμήθηκε τον Δεκέμβριο του 2014 με τον μοναδικό έπαινο της κατηγορίας στον 59ο διαγωνισμό της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς. Η εικαστική προσέγγιση ενός παραμυθιού, κειμένου ή ποιήματος με γοητεύει. Η ζωγραφική είναι για μένα ένα παιχνίδι με τα χρώματα και το φως κι έχω φυλάξει μέσα μου ένα κομμάτι παιδικότητας που με οδηγεί δημιουργικά.

Η σελίδα της Αθηνάς στο facebook:

https://www.facebook.com/pages/Athina-Petouli-illustration-paintings-for-kids/629966553779944?pnref=story

Με αγάπη από τη Φλώρινα,

Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:

https://www.facebook.com/pages/%CE%88%CE%BD%CE%B1-%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF-%CE%BC%CE%AF%CE%B1-%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B1/253798364810713?ref=bookmarks

 

 

 

 

 

 


- Στείλε Σχόλιο


11 Φεβρουαρίου 2015, 14:55
Μικρή μου Λουλουδένια
Ένα κείμενο μία εικόνα  

Μικρή μου Λουλουδένια,

μοναδική μου  έγνοια

στην Παναγιά μας τάζω

κάθε που σε κοιτάζω.

 

Γερή κι ευτυχισμένη

 αστρανθοστολισμένη,

τις νύχτες οι νεράιδες

να ‘ρχονται σε αράδες…

 

...δώρα να κουβαλάνε

στ’ αυτί να σου μιλάνε

τα μυστικά του κόσμου

μ’ αρώματα του δυόσμου.

 

Όνειρα να σου φέρνουν

με ζάχαρη και μέλι

και στην ψυχή να σπέρνουν

του πνεύματος  οφέλη.

 

Μικρή μου Λουλουδένια,

μέρη μενεξεδένια

μονάχα να διαβαίνεις

χαρά όπου πηγαίνεις.

 

Αγάπη να σε  ραίνει

και μέσα σου να μένει,

γεμάτοι  κουμπαράδες

 με ψυχικούς παράδες.

 

Μικρή μου Λουλουδένια…

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΝΑΝΤΙΝΑ (ανέκδοτο κείμενο)

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr

Τη σημερινή εικόνα «δανειστήκαμε» από το διαδίκτυο.

Πηγή:

http://abstract.desktopnexus.com/wallpaper/1468052/

Το κείμενο έγραψε η Κωνσταντίνα Ναντινά (ψευδώνυμο).

 

Η Κωνσταντίνα γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια μικρή πόλη,

που βρίσκεται κοντά στη Μεγάλη Πόλη.

Ήταν ένας απλός , συνηθισμένος άνθρωπος, ώσπου μια νύχτα

ήρθε  στη ζωή της η ποίηση!

Όλα άλλαξαν από τότε! 

Χάθηκε μέσα στις  λέξεις , τις ρούφηξε σαν το  νερό  της λησμονιάς

 κι  έτσι  έχασε τη Μνήμη της και ξέχασε ακόμα και το όνομά της!

Μα ήρθε   η σελήνη με  μια βροχή από αστέρια

 και  την ξαναβάπτισε :

΄΄ Ναντινά΄΄!

Από τότε ζει   σ’  έναν  δικό της   ΄΄Αληθονειρικό΄΄  κόσμο!

Εκεί  δεν υπάρχουν  ψέματα,  κυβερνά η  ΄΄Αλήθεια της Ψυχής΄΄.

Όλες οι  πικρές  αλήθειες του κόσμου  ντύνονται  με   ρίμα

και  μοιάζουν  με παραμύθια  !

Μονάχα τις μέρες επιστρέφει στα Πραγματικά 

και   ζει  μια απλή ζωή σαν συνηθισμένος άνθρωπος

 για χάρη  της αγάπης των  μικρών  της   Β. Α.  Β.

Αυτή είναι  η Κωνσταντίνα  Ναντινά 

και αυτό δεν είναι παραμύθι!

Γιατί η πραγματικότητα ξεπερνά κάθε φαντασία...

Με αγάπη από τη Φλώρινα,

Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:

https://www.facebook.com/pages/%CE%88%CE%BD%CE%B1-%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF-%CE%BC%CE%AF%CE%B1-%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B1/253798364810713?ref=bookmarks

 

 


- Στείλε Σχόλιο


10 Φεβρουαρίου 2015, 13:57
Το κρυφτό
Ένα κείμενο μία εικόνα  

Το φεγγάρι βγήκε βόλτα

στη δική μας γειτονιά,

του καλοκαιριού ένα βράδυ

και μας είδε στη γωνιά.

 

Ξεκινάμε να μετράμε,

πέντε, δέκα, ως το εκατό,

ένα δέντρο κι ένας δρόμος

για να παίξουμε κρυφτό.

 

Κι  από πάνω το φεγγάρι,

στάθηκε και  μας κοιτά…

Ποιος μια σκάλα θ ‘ανεβάσει

για να φτάσουμε ψηλά;

 

Μα, νομίζω έχει την όψη,

φρούτου καλοκαιρινού.

Ποιος μια φέτα θα μας κόψει

στο περβόλι  τ’ ουρανού;

 

Το παιχνίδι όμως αρχίζει

κι όλοι τρέχουμε μεμιάς,

μια κρυψώνα για να βρούμε,

στα στενά της γειτονιάς.

 

Στην ελιά θα σκαρφαλώσω.

Αχ! Να μη με βρει κανείς.

Φεγγαράκι ,έλα μαζί μου,

στα κλαδιά της  να κρυφτείς!

 

ΜΑΡΙΑΝΘΗ ΠΛΕΙΩΝΗ (ανέκδοτο κείμενο)

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr

Τη σημερινή εικόνα έκανε η Έφη Κοκκινάκη.

Γεννήθηκα στην Αθήνα και σπούδασα ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, στο εργαστήριο του Νίκου Κεσσανλή.

Από το 1995 ζω και εργάζομαι στη Ρόδο, στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Το 2014 είχα τη χαρά να εικονογραφήσω ένα παιδικό βιβλίο «The sweets of God» της Ισραηλινής συγγραφέως Daria Aharoni Bedlinger, το οποίο εκδόθηκε στο Ισραήλ (εκδόσεις Steimatzky).

Την ίδια χρονιά έλαβα μέρος στην έκθεση εικονογράφων από όλο τον κόσμο (Il posto del favor) στη Ρόκα της Ιταλίας.

Έχω λάβει μέρος σε πολλές συλλογικές εκθέσεις. Έργα μου βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές σε όλο τον κόσμο.

Η σελίδα της Έφης στο facebook:

https://www.facebook.com/pages/Efi-Kokkinaki/142483405921300?fref=ts

Το κείμενο έγραψε η Μαριάνθη Πλειώνη.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα. Εργάζομαι ως εκπαιδευτικός στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση 28 χρόνια -τα τελευταία 6 στην Ειδική αγωγή. Μου αρέσει να γράφω ιστορίες για μικρούς και μεγάλους και να βλέπω γύρω μου τους ανθρώπους να χαμογελούν.

Με αγάπη από τη Φλώρινα,

Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:

https://www.facebook.com/pages/%CE%88%CE%BD%CE%B1-%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF-%CE%BC%CE%AF%CE%B1-%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B1/253798364810713?ref=bookmarks

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


- Στείλε Σχόλιο


09 Φεβρουαρίου 2015, 14:26
Παγωμένο πουλάκι
Το ποίημα της εβδομάδας  

Έξω πέφτει χιόνι κι είναι παγωνιά

όλοι μαζευτήκαν στη ζεστή γωνιά.

Στο παράθυρό μας στέκει ένα πουλί

και χτυπά το τζάμι και παρακαλεί.

 

«Πάρτε με κοντά σας για να ζεσταθώ

τρέμω το καημένο κι έξω θα χαθώ».

 

«Έλα εδώ πουλάκι για να ζεσταθείς

όλοι σ’ αγαπούμε, μη μας φοβηθείς!

 

Από το ψωμί μας ψίχουλα θα φας

 κι όταν θα ‘ρθει ο ήλιος λεύτερο πετάς».

 

Χ.ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ (Από το βιβλίο της Αγγελικής Καψάσκη Τα πρώτα μου τραγούδια, εκδόσεις Καψάσκη, Αθήνα 1996).

Καλή εβδομάδα.


- Στείλε Σχόλιο


06 Φεβρουαρίου 2015, 08:20
Η Καρδιά της Βασιλοπούλας (συνέχεια)
Κόκκινη κλωστή δεμένη...  

-Τι σου έκαμα και γυρεύεις το κακό μου; ρώτησε η βασιλοπούλα.

Μα την ίδια στιγμή, δέκα χέρια την άρπαξαν και αμέσως βρέθηκε δεμένη πισθάγκωνα.

Είχε πέσει σε συμμορία ληστών.

Μερικά βήματα παρακάτω, γελούσε το αγόρι, πηδώντας από το ένα πόδι στο άλλο.

-Λιγάκι αργά το κατάλαβες, κυρά μου, πως το πόδι μου ήταν γερό, της φώναξε.

Ο αρχιληστής, με μακριά μαύρα γένια, αχτένιστα και βρώμικα, θέλησε να της δέσει ένα σκοινί στο λαιμό. Μα η βασιλοπούλα αντιστάθηκε.

-Βγάλε τα χέρια σου από πάνω μου, είπε με υπερηφάνεια. Με σκοινιά εμένα δε με δένουν. Είμαι κόρη του βασιλιά.

-Α! Είσαι κόρη του βασιλιά, τσίριξε η γριά. Καλά σε κατάλαβα, κυρά μου, πως είσαι από τζάκι! Να μάθεις άλλη φορά να μη μοιράζεις στο δρόμο διαμαντένια βραχιόλια. Όποιος έχει βραχιόλια θα ‘χει και άλλα καλά, και τα θέμε αυτά, κοπέλα μου. Έλα, δώσ’ τα!

-Όχι εδώ, είπε ο αρχιληστής με τα βρώμικα γένια. Μπορεί να περάσει κανένας στο δρόμο και να μας δει. Να, και η βροχή άρχισε! Πάμε την στο λημέρι μας.

Και όλοι μαζί ξεκίνησαν, έχοντας τη βασιλοπούλα στη μέση.

Πήγαινε μες στη βροχή, τα χέρια δεμένα, με το κεφάλι ψηλά. Δε φοβούνταν για τη ζωή της η υπερήφανη βασιλοπούλα’ άλλη σκέψη τη βασάνιζε: η ιδέα του εχθρικού στόλου και του αποβιβασμού, η ιδέα της καταστροφής που θα έπεφτε στην πατρίδα της.

-Άκουσε, είπε του αρχιληστή που περπατούσε κοντά της’ χατίρια δε σου γυρεύω, ούτε τη ζωή μου ζητώ να μου χαρίσεις’ αλλά ένα παζάρι σου προτείνω.

Σαν άκουσε τη λέξη «παζάρι», ο κλέφτης πρόσεξε.

-Τι παζάρι; ρώτησε.

-Φλουριά δε θέλεις; είπε η βασιλοπούλα. Φλουριά θα σου δώσω όσα θέλεις, φθάνει να μ’ αφήσεις να φύγω, τώρα αμέσως, για να προφθάσω να κατέβω στη χώρα προτού φέξει. Έλα στο παλάτι όποτε θέλεις, και θα σου χαρίσω φλουριά, όσα μπορεί ένα μουλάρι να σηκώσει.

Τα μάτια του κλέφτη γυάλισαν’ γύρισε στους συντρόφους του.

-Τι λέτε σεις; ρώτησε. Και συ, μάνα, τι λες;   

-Γνώση έχεις, που θα την αφήσεις να φύγει; τσίριξε η γριά, και να πας και συ στο παλάτι να σε πιάσουν να σε ρίξουν στη φυλακή; Σαν πολύ ξυπνή μου δείχνεσαι κόρη μου! Μα δεν ακούμε από τέτοια. Σ’ έχουμε και σε κρατούμε.

Δε μίλησε πια η βασιλοπούλα’ δεν καταδέχουνταν να πέσει σε παρακάλια.

Περπατούσαν γρήγορα για να γλιτώσουν από τη βροχή, κι έφθασαν σ’ ένα δάσος όπου όλοι σταμάτησαν, και ο καθένας γύρεψε ένα στεγνό μέρος κάτω από τα δέντρα.

-Δώσε μου τα χρυσά σου ρούχα, είπε η γριά της βασιλοπούλας’ για σένα είναι αρκετά καλά τούτα που φορώ.

Και της πήρε το χρυσοκέντητο φόρεμά της και τη μαλαματένια ζώνη με το σμαραγδένιο θηλυκωτήρι και τα χρυσά της παπουτσάκια και ό, τι στολίδια είχε, και την έντυσε πάλι με τα βρώμικα κουρέλια της. Ύστερα ξεκάρφωσε τις δυο σειρές μαργαριτάρια που στερέωναν τα μαλλιά της, και χύθηκαν αυτά ολόχρυσα περιτυλίγοντάς την σαν ατίμητος μανδύας.

Η βασιλοπούλα δε μίλησε. Ό, τι κι αν της έκαναν, τους απαντούσε εκείνη με την ατάραχη ματιά της.

Οι κλέφτες άναψαν φωτιά και κάθησαν γύρω να φάνε, αφού πρώτα έδεσαν τη βασιλοπούλα από τα μαλλιά σ’ ένα δέντρο για να μην τους ξεφύγει.

-Τι να την κάνουμε τώρα αυτήν; ρώτησε ένας  δείχνοντας τη βασιλοπούλα με το δάχτυλο.

-Να την πάμε στο παλάτι και να πούμε πως τη βρήκαμε στο δάσος, πρότεινε ο αρχιληστής. Θα μας δώσουν φλουριά για αμοιβή.

-Τι κουτός! τσίριξε η γριά’ θα πει αυτή πως δεν είναι αλήθεια και θα σε χώσουν μέσα.

-Καλύτερα να τη σκοτώσουμε, πρότεινε άλλος.

-Αμέ τότε τι την κλέψαμε; ρώτησε ο αρχιληστής. Ο λόγος είναι για να βγάλομε κι ένα κέρδος για τον κόπο μας.

-Να σας πω, είπε το αγόρι. Φορτώστε την στο καράβι του θείου μου που φεύγει αυτές τις μέρες, και πουλήστε την στους Φράγκους.

-Καλά λες, γιόκα μου, είπε η γριά’ με την ομορφιά της θα πιάσει κάμποσα φλουριά.

Όλοι συμφωνήσανε πως αυτό ήταν το καλύτερο, και αφού έφαγαν και ήπιαν τόσο που μέθυσαν, πλάγιασαν γύρω από τη φωτιά να κοιμηθούν.

-Έχε έννοια την κοπέλα, μάνα, είπε ο αρχιληστής.

-Κοιμήσου ξέγνοιαστος, γιόκα μου, αποκρίθηκε η γριά’ δε μου ξεφεύγει εμένα, την έχω καλά δεμένη.

Σε λίγο όλοι κοιμούνταν, εκτός της γριάς που φύλαγε, και της βασιλοπούλας που την έτρωγε η έννοια του στόλου και του ξένου βασιλιά.

Έβρεχε και φυσούσε δυνατά, και, η γριά, μολονότι φορούσε τα πλούσια φορέματα της βασιλοπούλας, εκρύωνε όμως, και κάθε τόσο ρουφούσε από μια γουλιά για να ζεστάθει, ώσπου λίγο-λίγο μέθυσε κι αυτή και έπεσε να κοιμηθεί, αφού πρώτα βεβαιώθηκε πως τα μαλλιά της βασιλοπούλας ήταν σφιχτά δεμένα στο δέντρο και πως το σκοινί που βαστούσε τα χέρια της ήταν γερό.

‘Όταν ένιωσε η βασιλοπούλα πως όλοι κοιμούνταν βαριά, κοίταξε να δει πως μπορούσε να ξεφύγει.

Κανείς δεν φαίνουνταν’ μόνο οι κλέφτες και η γριά ρουχάλιζαν γύρω της. Βοήθεια από κανένα δεν μπορούσε να περιμένει, αλλά το θάρρος της δεν το έχασε…

(συνεχιζεται…)


- Στείλε Σχόλιο


05 Φεβρουαρίου 2015, 13:23
Μενέλαος Λουντέμης: Η Τετραλογία του Μέλιου
Μενέλαος Λουντέμης  

1.Μενέλαος Λουντέμης: σκίτσο της ζωγράφου-εικονογράφου Αθηνάς Πετούλη

Α.Η ζωή του συγγραφέα


2. Μενέλαος Λουντέμης (φωτογραφία από το διαδίκτυο)

Ο Μενέλαος Λουντέμης γεννήθηκε το 1912 στην Αγία Κυριακή της Μικράς Ασίας. Τέταρτο παιδί και μοναδικό αγόρι μιας εύπορης οικογένειας, του Γρηγόρη και της Δόμνας Βαλασιάδη (το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτρης Βαλασιάδης).

Με τη μικρασιατική καταστροφή, η οικογένεια εγκαταστάθηκε αρχικά, μαζί με άλλους πρόσφυγες, στη Ραιδεστό της Ανατολικής Θράκης. Ένα δυσάρεστο γεγονός -η κλοπή όλων των χρημάτων και των πολύτιμων αντικειμένων τους- έγινε αφορμή για να εγκαταλείψουν τον τόπο. Έζησαν κατόπιν, για δύο χρόνια, στην Αίγινα, για να καταλήξουν εν τέλει στο χωριό Εξαπλάτανος, του νομού Πέλλας.

Από μικρός εργάστηκε σκληρά για την επιβίωση: εσώκλειστος υπηρέτης σε σπίτι, βοηθός σε φαρμακείο, πωλητής φρούτων στο σταθμό της Σκύδρας, σε τουβλάδικο κ.α. Ένα χτύπημα στο πόδι και μία σοβαρή ασθένεια τον κράτησαν πολλούς μήνες στο νοσοκομείο. Όταν η υγεία του αποκαταστάθηκε, το παιδί διαπίστωσε πως κούτσαινε ελαφρά από το ένα πόδι, αναπηρία που του έμεινε για όλη του τη ζωή.

Παρ’ όλες τις αντιξοότητες, έδειξε από νωρίς την αγάπη του για τη συγγραφή, δημοσιεύοντας κείμενα σε παιδικά περιοδικά της εποχής. Δυστυχώς, η αποβολή του από όλα τα Γυμνάσια της Χώρας (αφορμή κάποιες ερωτικές επιστολές που έστειλε σε μία συμμαθήτριά του,  βαθύτερη αιτία οι πολιτικές του πεποιθήσεις υποστηρίζε ο ίδιος), στάθηκε εμπόδιο στη συνέχεια των σπουδών του, που τόσο επιθυμούσε.

Περιπλανήθηκε σε πολλές περιοχές της Μακεδονίας, έκανε διάφορα επαγγέλματα, αλλά δεν σταμάτησε στιγμή να γράφει. Στην παλιά θήκη ενός βιολιού φύλαγε σαν θησαυρό τα χειρόγραφά του, ακόμα κι όταν δεν είχε πού να κοιμηθεί. Πέρασε πολλές κακουχίες και αναποδιές, ποτέ όμως δεν παραιτήθηκε από το όνειρό του: να γίνει συγγραφέας.

Το 1938, το Α’ Κρατικό Βραβείο για το έργο του «Τα πλοία δεν άραξαν», άνοιξε για τον Λουντέμη κάποιες πόρτες και το όνειρο άρχισε σιγά σιγά να γίνεται πραγματικότητα.

Το 1940 παντρεύτηκε την Έμμυ Μαυρογιάννη (κουμπάρος ο Άγγελος Σικελιανός-καλεσμένος όλος ο πνευματικός κόσμος της εποχής), με την οποία απέκτησε μία κόρη, τη Μυρτώ. Τα σύννεφα όμως εκείνης περιόδου δεν άφησαν την οικογένεια να ευτυχήσει. Η συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση (από τις γραμμές του παράνομου πνευματικού κινήματος της Αριστεράς), στάθηκε καθοριστική για τη ζωή και την πορεία του γάμου τους. Έζησε αρκετά χρόνια εξόριστος σε διάφορα νησιά, με αποκορύφωμα την εξορία του στη Μακρόνησο.

Το 1958, με αφορμή μια δήλωσή του στη Στοκχόλμη, του αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια, με την αιτιολογία ότι «συκοφάντησε» την Ελλάδα. Πικραμένος εγκαταστάθηκε στη Ρουμανία. 18 χρόνια έμεινε μακριά από τη χώρα. Αυτή την περίοδο της ζωής του αφοσιώθηκε με πάθος στη συγγραφή (ολοκλήρωσε 30 από τα 49 του βιβλία) και στα ταξίδια (Κίνα, Πολωνία, Βιετνάμ, Ρωσία, Μογγολία, Κορέα κ.α.).

Το 1976 δόθηκε το «πράσινο φως» για την επιστροφή του Λουντέμη στην Ελλάδα. Περνώντας τα σύνορα δεν μπορούσε να πιστέψει την υποδοχή που του έγινε.  Δεν μπορούσε να πιστέψει πόσο γνωστό και αγαπητό ήταν το έργο του στους Έλληνες.

Οι πολλές και έντονες συγκινήσεις, σε συνδυασμό με τα προβλήματα της καρδιάς του, ήταν και οι λόγοι που ο συγγραφέας, ένα περίπου χρόνο μετά τον ερχομό του στην Ελλάδα, έφυγε από τη ζωή.  Ήταν Σάββατο, 22 Ιανουαρίου του 1977. Η καρδιακή προσβολή τον βρήκε μέσα στο αυτοκίνητο, καθώς διέσχιζε τη λεωφόρο Βουλιαγμένης. «Μόνος μέσα στο πλήθος. Όπως ακριβώς και είχε ζήσει». 

 

Β. Το έργο του

3.Μενέλαος Λουντέμης (φωτογραφία από το διαδίκτυο)

Ο Μενέλαος Λουντέμης υπήρξε ένας από τους πιο πολυγραφότατους Έλληνες συγγραφείς. Καταπιάστηκε με όλα σχεδόν τα είδη λόγου (διήγημα, μυθιστόρημα, ποίηση, δοκίμιο, ταξιδιωτικά, θεατρικά, παιδικά, μεταφράσεις κ.α.)  και τα έργα του διαβάστηκαν με πάθος σε πολλές περιοχές ανά τον κόσμο.

Βαθιά ανθρώπινος, γνώστης της ιδιοσυγκρασίας και της ψυχοσύνθεσης  του λαού, έμπειρος παρατηρητής της συμπεριφοράς και των συναισθημάτων του συνανθρώπου, κατόρθωσε με τον πιο γλαφυρό τρόπο να αποτυπώσει την καθημερινότητά του. Τα περισσότερα βιβλία του έχουν χαρακτήρα αυτοβιογραφικό, οι ήρωές του είναι άνθρωποι που συνάντησε, που γνώρισε, που συναναστράφηκε μαζί τους, οι τόποι είναι τόποι από τους οποίους πέρασε και ο ίδιος. Τα θέματά του παρμένα από τη ζωή. Ο λόγος του άμεσος, έντονα συγκινητικός άγγιξε και καθήλωσε τον αναγνώστη. 

«Από τους πιο σημαντικούς συγγραφείς μας, με γόνιμη φαντασία, κοινωνικό προσανατολισμό και λυρική ατμόσφαιρα», είπε για τον Λουντέμη ο Αντώνης Σαμαράκης, ενώ ο Νικηφόρος Βρεττάκος τον χαρακτήρισε ως «εθελοντή ενός δικαιότερου κόσμου, για τον οποίο πρόσφερε την ψυχή του». Τον ονόμασαν επίσης«συγγραφικό φαινόμενο» και «Γκόρκι της Ελλάδας».

Αξίζει να σημειωθεί πως την δεκαετία του ’80, το 50% των πωλήσεων στον χώρο του βιβλίου, ήταν τίτλοι που άνηκαν στον Μενέλαο Λουντέμη.

 

Γ. Η Τετραλογία του Μέλιου 

«Συννεφιάζει», «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα», «Αγέλαστη Άνοιξη», «Κάτω απ’ τα κάστρα της ελπίδας»: τα τέσσερα αυτά μυθιστορήματα έγιναν γνωστά ως «Η Τετραλογία του Μέλιου», καθώς έχουν ως βασικό τους ήρωα το ίδιο πρόσωπο -τον Μέλιο Καδρά- και αναφέρονται στη δύσκολη καθημερινότητα του παιδιού από την ηλικία των 8-10 ετών έως και την ενηλικίωσή του. Πρόκειται στην πραγματικότητα για τη ζωή του ίδιου του συγγραφέα, εμπλουτισμένη με μυθοπλαστικά στοιχεία, που εξυπηρετούν την πλοκή. 

4.Από το βιβλίο του Φώτη Σιούμπουρα, Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης, εκδόσεις Δωρικός 

 

Ας δούμε όμως πιο αναλυτικά την υπόθεση του κάθε βιβλίου:

 

1.Συννεφιάζει

 

5. Μενέλαος Λουντέμης, Συννεφιάζει, εκδόσεις Δωρικός (από το προσωπικό μου αρχείο) 

Ο μικρός Κρηφ, ένα κουτσό αγόρι, μας μεταφέρει στον κόσμο του και στα δύσκολα χρόνια της παιδικής του ηλικίας. Οι αντιξοότητες, ο αδιάκοπος αγώνας για την επιβίωση, ξετυλίγονται μέσα από τα αθώα μάτια του παιδιού. Ταυτόχρονα με την αφήγηση των δικών του βιωμάτων σκιαγραφεί με ρεαλισμό και τη σκληρή καθημερινότητα των λαϊκών ανθρώπων της περιοχής της Πέλλας, Τούρκων και Ελλήνων. Η αδικία και η δικαιοσύνη, ο πλούτος και η φτώχεια, το ανθρώπινο και το απάνθρωπο, το γλυκό και το σκληρό πρόσωπο της ζωής έρχονται συνεχώς σε αντιπαράθεση και μονομαχούν επιδιώκοντας να επικρατήσουν, σε μία κοινωνία που απαιτεί επίμονα αναδιοργάνωση.

Ένας ξεκάθαρος ύμνος για τη φιλία, την αγάπη και την ανθρωπιά, που δεν γνωρίζουν όρια και σύνορα, δοσμένα μέσα από την αγνότητα, την αλήθεια και την αυθεντικότητατης παιδικής ψυχής. 

 

2.Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα

6. Μενέλαος Λουντέμης, Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα, εκδόσεις Δωρικός (από το προσωπικό μου αρχείο)

Στο «Ένα παιδί μετράει τ΄ άστρα», ίσως το πιο γνωστό από τα μυθιστορήματα του Μενέλαου Λουντέμη, τη σκυτάλη παίρνει ο Μέλιος Καδράς. Ο Κρηφ μεγάλωσε. Συγκέντρωσε τα απαραίτητα χρήματα, που με τον ιδρώτα του προσώπου του αποταμίευσε, και παίρνει τον δρόμο για την Έδεσσα.Η αγάπη του για τα γράμματα, η ανάγκη του να μορφωθεί, να σπουδάσει τον οδηγεί στο Γυμνάσιο της πόλης. Αυτή η περιπετειώδης διαδρομή στον σχολικό και μαθητικό κόσμο από έναν έφηβο βιοπαλαιστή, που με πείσμα προσπαθεί να γίνει αποδεκτός και να αλλάξει τη μοίρα του, αποτελεί το περιεχόμενο του βιβλίου. Άνθρωποι απλοί, καθημερινοί, μαθητές, καθηγητές, είναι οι ήρωες που πλαισιώνουν τον Μέλιο. Τα πρώτα εφηβικά σκιρτήματα, οι αγωνίες, η απόλυτη αγάπη, που μόνο σ’ αυτή την ηλικία μπορεί είναι τόσο έντονα, απασχολούν τον μαθητή και γλυκαίνουν την ταλαιπωρημένη του ψυχή. Καθοριστική για το βιβλίο η σχέση του ήρωα με μία συμμαθήτριά του, την Αγράμπελη. Γραμμένο με περισσή ευαισθησία κατορθώνει να προκαλέσει έντονη συγκίνηση και να διατηρήσει το ενδιαφέρον αμείωτο από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα.

 

3. Αγέλαστη άνοιξη

7.Μενέλαος Λουντέμης, Αγέλαστη Άνοιξη, εκδόσεις Δωρικός (από το προσωπικό μου αρχείο)

Ο Μέλιος, διωγμένος από όλα τα Γυμνάσια της χώρας, με τα όλα του τα όνειρα του να έχουν ναυαγήσει, φεύγει από την Έδεσσα δίχως προορισμό. Περιπλανιέται σε διάφορες περιοχές της Μακεδονίας και, όταν στον δρόμο του συναντάει ανθρώπους βασανισμένους, γίνεται ένα μαζί τους, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να τους βοηθήσει. Για ένα μεγάλο διάστημα εργάζεται ως δάσκαλος σ’ ένα χωριό. Οι περιπέτειές του εκεί, οι δυσκολίες, η ζωή υπό τα άγρυπνα βλέμματα των καχύποπτων  και δύσπιστων χωρικών, οι έχθρες, αλλά και οι φιλίες που κάνει, αποτελούν το περιεχόμενο του βιβλίου.  Στόχος του η επιστροφή στην Έδεσσα, η συνάντηση με τα αγαπημένα του πρόσωπα. Ένας στόχος που γίνεται τελικά πραγματικότητα, για να του δώσει πίκρες, που θα καθορίσουν την πορεία της ζωής του και το μέλλον του. Γεγονότα που θα τον οδηγήσουν ξανά σε δρόμους άγνωστους, αβέβαιους και εχθρικούς…

 

4.Κάτω απ’ τα κάστρα της ελπίδας

8.Μενέλαος Λουντέμης, Κάτω απ’ τα κάστρα της ελπίδας, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα (από το προσωπικό μου αρχείο)

Μετά τη μεγάλη του απογοήτευση από τον γάμο της Αγράμπελης, κυνηγημένος από την Αστυνομία γιατί υπερασπίστηκε τους ανήμπορους φίλους του και εναντιώθηκε στους νόμους, ο Μέλιος καταφεύγει στη Θεσσαλονίκη. Νέες περιπέτειες περιμένουν το νεαρό αγόρι, που φοβισμένο, ταλαιπωρημένο, αγχωμένο, έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τους κινδύνους της και την αδιαφορία μιας μεγαλούπολης.«Να… νύχτωσε κι ως τώρα κανείς δε σταμάτησε να σου πει “Μην τρέμεις, παιδί μου, ησύχασε, βρίσκεται ανάμεσα σ’ ανθρώπους…”».Όταν θα ξεκινήσει να εργάζεται σε μία δανειστική βιβλιοθήκη, με χαρά θα δει την καθημερινότητά του να αλλάζει, θα αφοσιωθεί στη γραφή, θα αρχίσει δειλά δειλά να παρουσιάζεται στους πνευματικούς κύκλους της πόλης. Η γνωριμία και το φλερτ του με τη Δόξα, αλλά και μία απρόσμενη, συγκλονιστική ανακάλυψη για τη ζωή Αγράμπελης, θα γκρεμίσουν  -οριστικά δυστυχώς αυτή τη φορά- ό, τι με κόπο έχτισε και έτσι θα ολοκληρωθεί η Τετραλογία του Μέλιου.

 

Δ. Τα πρόσωπα

9. Μενέλαος Λουντέμης (φωτογραφία από το διαδίκτυο)

Τα πρόσωπα που πλαισιώνουν την Τετραλογία είναι -όπως και σε όλα τα βιβλία του Λουντέμη- ολόκληρη η κοινωνία των ανθρώπων που υπάρχουν και δρουν στον μικρόκοσμο του κεντρικού ήρωα.

Πολυάριθμοι χαρακτήρες, που δεν «δημιουργήθηκαν» απλά για χάρη των τεσσάρων βιβλίων, αλλά είναι πρόσωπα που υπήρξαν και έζησαν στην πραγματικότητα.

Μια πληθώρα προσωπικοτήτων, που άλλοι διαδραματίζουν βασικούς ρόλους και εμφανίζονται συχνά, ενώ άλλοι διατηρούν μία δευτερεύουσα θέση, προσδίδουν όμως και αυτοί τη δική τους ξεχωριστή νότα.

 

10. Μία από τις πρώτες εκδόσεις του «Συννεφιάζει» (από το βιβλίο του Φώτη Σιούμπουρα, Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης)

-Στο «Συννεφιάζει»κεντρικός ήρωας είναι ο «Κρηφ», στην ηλικία περίπου των 8-10 ετών. Ο Σουκρής, ο Τούρκος φίλος του, η Σίικα, ο Κρίστας, ο Γιοβάνης, οι άνθρωποι που δουλεύουν μαζί του στο βάλτο (μπίσκα-Πέτρε ή «γουρουνοπετρής». Βάντζε, πιτσιλομούτρηςΤόλε, «γυφτάκι», «άσκημος ζυμωτής») είναι οι βασικοί χαρακτήρες. Δεν είναι όμως οι μόνοι. Κατά διαστήματα γίνονται αναφορές σε διάφορους γνωστούς του παιδιού (κυρ-Αυγερινός, θεια Κατερινιώ, Πέιος το «Ρολόι», Μπιλίτσης, Δημητρός ο αργάτης, μητέρα Σίικας, βάβω του Σουκρή κ.α.)

Επίσης, υπάρχει ο κόσμος του σταθμού, οι τουρκικές και ρωμαίικες οικογένειες που αναμένουν την ανταλλαγή των πληθυσμών, οι κάτοικοι των «Βοδενών» και πολλοί ακόμα χαρακτήρες, που όλοι μαζί συνθέτουν ένα πολύχρωμο πολυπολιτισμικό μωσαϊκό.

 

 

11. Μία από τις πρώτες εκδόσεις του «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» (από το βιβλίο του Φώτη Σιούμπουρα, Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης)

-«Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα»: ο Μέλιος περνάει στην εφηβική ηλικία. «Τώρα είναι μεγάλος… ψήλωσε, ψήλωσε και χλώμιανε κι άλλο, μα δε βάρυνε».

Τα πρόσωπα που απαρτίζουν το βιβλίο ανήκουν στο σχολικό περιβάλλον.

Οι καθηγητές: ο στρυφνός Γυμνασιάρχης, του οποίου το όνομα δεν μαθαίνουμε ποτέ, ο ευαίσθητος και φοβισμένος φιλόλογος Σωτήρης Σκαμβουράς ή «Πεσπές», ο φιλήσυχος καθηγητής γαλλικών Αλμπέρ Αναχωρίδης, ο καυγατζής και κακότροπος παπάς καθηγητής Θρησκευτικών, η νεαρή γυμνάστρια Αγλαΐα Χλοΐδου, ο απεχθής μαθηματικός Καρλαύτης ή «Καρούμπαλος», η κυρία Ραούλ, καθηγήτρια της Ωδικής.

Στους μαθητικούς κύκλους αδιαμφισβήτητοι πρωταγωνιστές είναι οι «Πέρσες», τα «ζιζάνια» της τάξης και, συγκεκριμένα, ο Δακρυτζίκος, «ένα ανήσυχο παιδί, με καψαλισμένο μαλλί σαν κουνάβι, κάτι ανάμεσα σε βρωμόπαιδο και άγγελο» και οι «υπασπιστές» του, ο Χαμωλιάς κι ο Κούρκουλος.

Καθοριστική η σχέση του Μέλιου με τον Μιμάκη Σταμίρη και την αδελφή του, την Αγράμπελη, «μια κοπελίτσα λεπτή και θαμπή σα σίκαλη», το «κοτσύφι», που θα αποτελέσει  την πρώτη μεγάλη αγάπη του ήρωα.

Από τους πιο αγαπητούς χαρακτήρες του βιβλίου είναι ο μπαρμπα-Ανέστης, «φύλακας-άγγελος» του παιδιού όταν φτάνει στην Έδεσσα και δεν έχει που να μείνει. Ο Μπίθρος, ο καλόκαρδος «γύφτος», ένας από τους πιο πολυαγαπημένους φίλους του Μέλιου. Ο μπαρμπα-Θόδος ή «Φουστάνα», επιστάτης του σχολείου, που με την απλότητα και τη λαϊκή του σοφία κατορθώνει να κερδίσει, ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο ήρωα του Λουντέμη, την αγάπη του αναγνωστικού κοινού.

Άλλα πρόσωπα του βιβλίου: η κυρα-Αρετή, η Βελίκω Πρινολά, ο Φώλος, ο Σίκαλος, ο Κοντολέων, η Κατίγκω, η Καλλιοντζή, η Ουράνα, η κυρα-Ματούλα, η Ερασμώ, η Γιαλαμπούκα, ο Αλκίτσος, η Ντουντού, ο Νομάρχης και πολλοί ακόμα άνθρωποι«κουρασμένοι, φτωχάνθρωποι με με γανωμένα κούτελα, γυναίκες κακοζώητες με άπλυτα μωρά στην αγκαλιά, χωριάτες, γεροντάκια, κοπέλες, κυράδες, αργάτες, μωρά και πλουσιόπαιδα».

 

-Στο ίδιο μοτίβο με τα δύο πρώτα βιβλία κινούνται και τα πρόσωπα της«Αγέλαστης Άνοιξης», που είναι επίσης πολυάριθμα.

Είναι οι άνθρωποι που ο Μέλιος συναντάει στο δρόμο του, μετά την φυγή του από την Έδεσσα: ο Πυθαγόρας, η Κρινοδάχτυλη και η Αγγελοκάμωτη, ο Στρατής και η Ξακουστή, ο Παρμενίων, ο Παναγιώταρος, ο Περήφανος, ο Μήτρο-Κεχαγιάς και οι υπόλοιποι κεχαγιάδες και τσέλιγκες του χωριού, όπου θα κάνει τον δάσκαλο, η Αλάφω, η «Σκουφούλα», ο «Καημεναγάς», οι μικροί μαθητές, ο δάσκαλος του διπλανού χωριού κ.α.

Φευγαλέα, αλλά όχι απαρατήρητη, η αναφορά στον Αλέξανδρο Δελμούζο, τον οποίο οι κάτοικοι του χωριού καλούν για να αξιολογήσει τον Μέλιο σαν δάσκαλο.

Στο τέλος του βιβλίου ο αναγνώστης θα ξανασυναντήσει παλιούς του γνώριμους από το «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα»: την Ερασμώ, τον μπαρμπα-Θόδο, τον Χαμωλιά, τον Δακρυτζίκο, την Καλλιοντζή, τον Μπίθρο…

 

12. Μία από τις πρώτες εκδόσεις του «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» (από το βιβλίο του Φώτη Σιούμπουρα, Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης)

-Στο τελευταίο βιβλίοτης Τετραλογίας ο Μέλιος θα έρθει για πρώτη φορά αντιμέτωπος με ανθρώπους του «υποκόσμου»: «κλέφτες, λωποδύτες, μικροαπατεώνες, ιερόδουλες, πρεζάκηδες».

Παρόλο που τα πρόσωπα που εμφανίζονται στο «Κάτω από τα κάστρα της ελπίδας» είναι πολλά, λίγα έχουν πρωταγωνιστικό χαρακτήρα: ο «Σφυρίχτρας», ο μπάρμπα-Αναθρεφτός, η Κλεοπάτρα, η Δόξα.

Ο αναγνώστης θα συναντήσει βέβαια πολλά πρόσωπα: ξενοδόχους, ταβερνιάρηδες, σερβιτόρους, τον διευθυντή και τους συνδρομητές της δανειστικής βιβλιοθήκης, τους λογοτεχνικούς κύκλους της Θεσσαλονίκης (ανάμεσά τους την Ανθούλα Σταθοπούλου και τον Γιώργο Βαφόπουλο), το «δασκαλοδάσκαλο» από την «Αγέλαστη Άνοιξη», τον άγνωστο άνθρωπο που θα προσπαθήσει να αφυπνίσει πολιτικά τον Μέλιο.

Για να κλείσει με την αναπάντεχη και συγκλονιστική συνάντησή του με την Αγράμπελη…

 

Ε. Οι τόποι

13. Ο Μενέλαος Λουντέμης στη Χαλκίδα (από το βιβλίο του Φώτη Σιούμπουρα «Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης, εκδόσεις Δωρικός)

Σε όλα τα βιβλία της Τετραλογίας ο ήρωας κινείται στην Κεντρική Μακεδονία. Ξεκινώντας από τη Σκύδρα, για να συνεχίσει σε χωριά της ευρύτερης περιοχής και να καταλήξει τελικά στην πόλη της Θεσσαλονίκης.

Πιο συγκεκριμένα:

-Στο «Συννεφιάζει» πρωταγωνιστεί η Πέλλα και τα χωριά της. Ο Κρηφ πουλάει φρούτα στο σταθμό του «Βερτεκοπίου» (Σκύδρα), εργάζεται στα βαλτοτόπια, τριγυρνάει στα γύρω μέρη. Και, βέβαια, στα «Βοδενά», τη σημερινή Έδεσσα, την ομορφιά της οποίας υμνεί στις σελίδες του. «Όλη η Έδεσσα είναι ένα σκαλοπάτι όπου πατάει ο Θεός για ν’ ανέβει στον ουρανό, ο ομορφότερος τόπος που διάλεξε ο άνθρωπος για να γεννηθεί».

-Στις γειτονιές της Έδεσσας δρουν τα πρόσωπα του «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα». Σημείο εκκίνησης το «μεγάλο σκολειό», απ’ όπου «άρχιζε η παλιά πόλη με τη μούχλα της, με τα πηχτά της σπίτια και τα καλντερίμια της». Όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας, η πόλη χωρίζεται στους κάτω και στους πάνω «μαχαλάδες» ή «κατσιβελομαχαλάδες». Επίσης, αναφέρεται στον προσφυγομαχαλά («Συνοικισμός η Νέα Καλλικράτεια»).

Εκτός από την Έδεσσα, ο Μέλιος περνάει και από τρία χωριά. Στα δύο πρώτα δούλευε σαν παραπαίδι και γελαδάρης, ενώ στο τρίτο έκανε για ένα καλοκαίρι τον δάσκαλο (από τις πληροφορίες που έχουμε για τη ζωή του συγγραφέα μπορούμε να εικάσουμε πως ίσως πρόκειται για ορεινά χωριά της Χαλκιδικής).

-«Αγέλαστη Άνοιξη». Τα χωριά όπου εκτυλίσσεται η πλοκή του βιβλίου είναι τα: «Παλούκι ή Ευρυάλιον, Ξεχασμένο, Αξιοκώμη» και, βέβαια, και πάλι η Έδεσσα, στην οποία επιστρέφει ο Μέλιος, αναζητώντας παλιούς του γνώριμους.

-Το τέταρτο βιβλίο καταλήγει στην Θεσσαλονίκη. Εδώ σταματάει και η επαφή του Λουντέμη με τη Μακεδονία. Σε πολλές περιοχές ακόμα θα περιπλανηθεί ο συγγραφέας, ποτέ όμως ο ίδιος και οι ήρωές των βιβλίων του δεν θα δράσουν στη Βόρεια Ελλάδα.

 

14. Μενέλαος Λουντέμης (φωτογραφία από το διαδίκτυο)

 

ΣΤ. Ο Λόγος-Η Γλώσσα-Το Ύφος

15.Μενέλαος Λουντέμης (φωτογραφία από το διαδίκτυο)

Ο λόγος του Λουντέμη είναι απλός, ανεπιτήδευτος, αληθινός. Οι ήρωες μιλάνε όπως θα μιλούσαν στην καθημερινότητά τους: με τη δική τους γλώσσα και διάλεκτο, με τους δικούς τους ιδιωματισμούς. Ρέει αβίαστα και γεμίζει την ψυχή με συναισθήματα και εικόνες.

Τα βασικά στοιχεία που θα συναντήσει κανείς στα βιβλία του συγγραφέα είναι:

-Οι παρομοιώσεις

Δεν υπάρχει ούτε ένα κεφάλαιο της Τετραλογίας στο οποίο να μην βρούμε πληθώρα παρομοιώσεων. Ίσως από τα ισχυρότερα χαρακτηριστικά του λόγου του. Οι παρομοιώσεις του, κατά κύριο λόγο, ξεφεύγουν από τα συνηθισμένα και ζωντανεύουν ευχάριστα το βιβλίο.

-Οι προσωποποιήσεις

Τα στοιχεία της φύσης, οι τόποι, τα ζώα, τα αντικείμενα, καθετί, αποκτά ζωή και δρα σαν ανθρώπινη φιγούρα. Θυμίζουν παραμύθι και εκπλήσσουν θετικά.

-Οι επιθετικοί προσδιορισμοί

Σπάνια θα συναντήσει κανείς στα βιβλία του Λουντέμη ουσιαστικά, που να μην προσδιορίζονται από κάποιο επίθετο.

-Τα επιφωνήματα

Συχνή είναι και η χρήση επιφωνημάτων, ώστε να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στα γραφόμενα.

-Χρήση α’ ενικού-άμεση επαφή με τον αναγνώστη

Ο Λουντέμης μιλάει στον αναγνώστη ευθέως. Η πρωτοπρόσωπη  αφήγηση ξεκαθαρίζει εξ αρχής ποιος είναι ο αφηγητής. Σχεδόν πάντα λειτουργεί σαν να έχει απέναντί του έναν συνομιλητή.

-Έντονη χρήση σημείων στίξης

-Συχνές ερωτήσεις προς τον αναγνώστη

-Αραιογραμμένες /πλαγιογραμμένες λέξεις

Το ύφος του, ευαίσθητο και διεισδυτικό, χαρακτηρίζεται άλλοτε από ρεαλισμό και άλλοτε από έντονο λυρισμό, ανάλογα με τα γεγονότα που περιγράφει. Η διάθεσή του γίνεται συχνά ειρωνική, περιπαικτική, σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται. Ενώ συνήθως είναι αναλυτικός, πού και πού αιφνιδιάζει, γίνεται κοφτός, δίνει απότομο τέλος. Πολύ συχνά ο λόγος του φορτίζεται, επηρεασμένος από το συναίσθημα, μιας και τα μυθιστορήματα είναι αυτοβιογραφικά. Αποκτά ένταση και αδιαμφισβήτητα προκαλεί συγκίνηση.

Ο Λουντέμης έχει δημιουργήσει έναν δικό του κώδικα επικοινωνίας με τον αναγνώστη. «Τη σκάβει την έρμη την καρδιά» (δανειζόμενη μία έκφραση που ο ίδιος χρησιμοποιεί για έναν αγαπημένο του συγγραφέα, τον Γκόρκι).

« Προσφέρει μία κραυγή γνησιότητας, έχει τη δυναμικότητα και τη δαιμονισμένη ικανότητα να στήνει ανάμεσά μας ανθρώπους. Τους κουβαλάει πάντα από το ακένωτο αποθησαύρισμα της ζωής και των προσωπικών του εντυπώσεων», γράφει ο ποιητής Νίκος Παππάς. (Εισαγωγή από το «Τραγούδι των διαψασμένων», εκδόσεις Δωρικός)

«Είναι ένας τρυφερός και παθιασμένος παρατηρητής της ελληνικής ψυχής». (Εκδόσεις Δωρικός)

«Ένα μοναδικό φαινόμενο αυτοδίδακτου και αυτοδημιούργητου συγγραφέα, προικισμένου με γνήσιο πολύπλευρο ταλέντο. Η πρόζα του αστράφτει από δύναμη εκφραστική και ποιητική πνοή απαρομοίαστη μοναδικής πρωτοτυπίας και αναπτύσσεται σε λόγο αδρό, πλούσιο, γοργό και παραστατικό μ’ ένα αφηγηματικό δαιμόνιο που συναρπάζει, ζωντανεμένο από διαλόγους που αποκαλύπτουν την ψυχή των ηρώων και διαγράφουν αληθινούς τύπους, παρμένους από τη ζωή».(Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα)

Ο Μενέλαος Λουντέμης, παρόλο που έγραψε την Τετραλογία του Μέλιου αρκετές δεκαετίες πριν, σε μια εντελώς διαφορετική εποχή από τη σημερινή, εξακολουθεί να παραμένει διαχρονικός και το έργο να έχει ακόμα μεγάλη απήχηση στο αναγνωστικό κοινό. Η ανισότητα, η αδικία, η αγάπη, η καλοσύνη, η απλότητα, η ανθρωπιά, η πολιτική, ο Θεός, τα όνειρα και η προσπάθεια για μια καλύτερη ζωή, είναι θεματικές που πάντα θα αγγίζουν τον άνθρωπο. Όταν, μάλιστα, είναι δοσμένες μέσα από την τρυφερή και ευαίσθητη ματιά του Λουντέμη, το αποτέλεσμα θα παραμένει το ίδιο αξιόλογο όσα χρόνια κι αν περάσουν…

 

Για το BOOK TOUR,

Γιώτα Κοτσαύτη,

Φλώρινα 2014.

Ευχαριστώ πολύ τον κύριο Φώτη Σιούμπουρα για την άδεια που μου έδωσε να χρησιμοποιήσω στο κείμενό μου στοιχεία από το βιβλίο του «Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δωρικός.

Ευχαριστώ επίσης την Αθηνά Πετούλη, που έκανε το σκίτσο του συγγραφέα.

https://www.facebook.com/pages/Athina-Petouli-illustration-paintings-for-kids/629966553779944?fref=ts

 Διαβάστε περισσότερα: http://book-tour.webnode.gr/news/%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%82-%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%BC%CE%B7%CF%82%3a-%CE%B7-%CF%84%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%85-%CE%AD%CE%BD%CE%B1-/


- Στείλε Σχόλιο


03 Φεβρουαρίου 2015, 15:02
Το κουτσό λελέκι
Ένα κείμενο  μία εικόνα  

Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένας φτωχός γεωργός. Είχε ένα μικρό χωραφάκι, και μέρα νύχτα δούλευε σ’ αυτό, για να μπορέσει να ζήσει.

Μια ανοιξιάτικη μέρα, καθώς όργωνε τη γη, βλέπει να πετάει ίσια καταπάνω του ένα κάτασπρο λελέκι. Πετούσε, όμως, κάπως περίεργα, θαρρείς και τρέμαν τα φτερά του. Ο γεωργός παραξενεύτηκε, παράτησε τη δουλειά του και το κοίταζε. Ξαφνικά το πουλί δίπλωσε τις φτερούγες του κι έπεσε δίπλα του σαν πέτρα.

Ο φτωχός γεωργός πλησίασε προσεκτικά το λελέκι και είδε πως η μια φτερούγα του ήταν σπασμένη. Λυπήθηκε το δύστυχο πουλί, το πήγε στο σπίτι του, άλειψε την πληγή με αλοιφή και έδεσε τη φτερούγα.

 Το λελέκι άρχισε να συνέρχεται. Κάποια μέρα, ένιωσε τις δυνάμεις του να ξαναγυρνούν κι άρχισε να φτερουγίζει. Τότε ο φτωχός γεωργός το πήγε στο χωράφι, το άφησε και είπε:

«Πέτα, άσπρο λελέκι, ας είσαι ελεύθερο και ευτυχισμένο!»

 Πέρασε ένας χρόνος. Ο γεωργός και πάλι δούλευε στο χωράφι του. Σε μια στιγμή είδε ξανά το άσπρο λελέκι. Εκείνο τον πλησίασε πετώντας και του έριξε τρία σπόρια από καρπούζι.

Ο φτωχός γεωργός φύτεψε τους σπόρους και γρήγορα φύτρωσαν οι καρπουζιές. Αυτό είναι το δώρο του άσπρου λελεκιού, σκεφτόταν καθώς καμάρωνε τα όμορφα φυντάνια.

Το καλοκαίρι πέρασε μέσα σε δουλειές. Ωρίμασαν και τα καρπούζια. Τρία ήταν όλα κι όλα, όμως έγιναν τόσο πελώρια που δεν μπορούσες να τ’ αγκαλιάσεις και με τα δυο χέρια.

Προσπάθησε ο γεωργός να σηκώσει ένα καρπούζι, μα ήταν ασήκωτο, δεν μπορούσε να το ξεκολλήσει  απ’ τη γη.

Τότε πήρε ένα καροτσάκι, φόρτωσε σ’ αυτό και τα τρία καρπούζια και τα πήγε στο σπίτι. Με τέτοια καρπούζια, σκέφτηκε, πρέπει να καλέσω τους γείτονες, να τους κεράσω. Μαζεύτηκαν οι καλεσμένοι γείτονες, συγγενείς και παιδιά από τους γύρω δρόμους. Ο νοικοκύρης άρχισε να κόβει το καρπούζι. Δεν κοβόταν όμως. Δοκίμασε να κόψει το δεύτερο καρπούζι, ύστερα το τρίτο, μα δεν κόβονταν με κανέναν τρόπο.

Σήκωσε τότε το χέρι του και μ’ όλη του τη δύναμη έδωσε μια με το μαχαίρι. Το καρπούζι έτριξε, άνοιξε στα δύο, κοιτάνε μέσα και τι να δουν: γεμάτο χρυσά νομίσματα! Μείναν όλοι  μ’ ανοιχτό το στόμα. Ο νοικοκύρης άνοιξε και τ’ άλλα δυο καρπούζια•  και σ’ αυτά υπήρχε χρυσάφι. Γεμάτος χαρά, το μοίρασε σχεδόν όλο στους καλεσμένους του. Εκείνοι, ικανοποιημένοι, γύρισαν  στα σπίτια τους.

Δίπλα στο γεωργό ζούσε ένας πλούσιος που ήταν μεγάλος πλεονέκτης. Σκέφτηκε λοιπόν: ο γείτονάς μου ήταν όλη του τη ζωή φτωχός και ξαφνικά πλούτισε σε μια μέρα. Πρέπει να μάθω πιο είναι το μυστικό των καρπουζιών του.

Έτσι, μια και δυο, ο άπληστος πλούσιος πηγαίνει επίσκεψη στο γείτονα.

«Πες μου, καλέ μου φίλε», του λέει, «πώς πλούτισες, ποιο είναι το μυστικό των καρπουζιών σου; Πες μου, μη μου το κρύβεις, βλέπεις εμείς οι δυο είμαστε γείτονες, κι από δω και στο εξής θα γίνουμε και καλοί φίλοι.»

Ο γεωργός δεν έκρυψε τίποτα. Του τα διηγήθηκε όλα, όπως ακριβώς έγιναν.

Ο πλούσιος γύρισε τρέχοντας στο σπίτι του. Εγώ πρέπει να ‘χα τέτοιες καρπουζιές, σκεφτόταν. Εγώ θα ‘ξερα καλά τι να τις κάνω, και με κανέναν δε θα μοιραζόμουν το χρυσάφι!

Νωρίς το άλλο πρωί πήγε στο χωράφι του και είδε το άσπρο λελέκι. Στεκόταν στο ένα του πόδι και λαγοκοιμόταν ήσυχα.

Πρέπει να το γιατρέψω, σκέφτηκε ο πλούσιος. Δεν είναι όμως πληγωμένο… Τι να κάνω; … Θα του σπάσω το πόδι κι ύστερα θα το κάνω καλά!

Πήρε ο πλούσιος ένα μακρύ ραβδί, κρυφοζύγωσε προσεκτικά το λελέκι και το χτύπησε με το ξύλο στο πόδι. Το λελέκι έπεσε κάτω.  Το άρπαξε ο πλούσιος στην αγκαλιά του και το πήγε στο σπίτι του. Εκεί, άλειψε με αλοιφή το τραύμα του κι έδεσε το σπασμένο του πόδι.
Πέρασε καιρός. Το λελέκι έγινε καλά, άρχισε να περπατάει, όμως κούτσαινε.

Ο πλούσιος το πήγε στο χωράφι, το άφησε, κι εκείνο πέταξε ψηλά. Ο πλούσιος του φώναξε:

«Γύρνα την άνοιξη και φέρε τρεις σπόρους καρπουζιού, μην τον ξεχνάς: εγώ σ’ έκανα καλά!».

Όταν μπήκε η άνοιξη ο πλούσιος πήγαινε κάθε μέρα στο χωράφι και περίμενε το άσπρο λελέκι. 

Όμως αυτό δε φαινόταν πουθενά. Ο πλούσιος άρχισε να θυμώνει:

«Άδικα το ‘κανα καλά αυτό το ανόητο πουλί! Και ξόδεψα και τόση τροφή!»

Να, όμως που ένα πρωινό φάνηκε το άσπρο λελέκι. Πετώντας πλησίασε τον πλούσιο και του έριξε τρεις σπόρους καρπουζιού. Η καρδιά του πλούσιου πήγε να σπάσει από τη χαρά του: τώρα θα γίνω ο πιο πλούσιος απ’ όλους στα μέρη μας, σκέφτηκε.

Φύτεψε τους σπόρους στη γη. Μετά από λίγο ξεπρόβαλαν τα βλαστάρια, βγήκαν τα κοτσάνια, άνθισαν τα λουλούδια… Κι ήρθε ο καιρός που τα καρπούζια ωρίμασαν. Τρία ήταν όλα κι όλα, όμως ήταν τόσο πελώρια που και με τα δυο χέρια δεν μπορούσες να τ’ αγκαλιάσεις. Φόρτωσε ο πλούσιος και τα τρία καρπούζια σ’ ένα καροτσάκι και τα πήγε στο σπίτι του.

Όμως όχι, εγώ δεν θα καλέσω κόσμο είπε στον εαυτό του. Κανείς δε θα δει πόσο χρυσάφι έχω!...

Στο σπίτι έκλεισε τις πόρτες, πήρε ένα τεράστιο μαχαίρι και το έμπηξε με ορμή στο πιο μεγάλο καρπούζι. Έτριξε το καρπούζι, άνοιξε στα δύο κι από μέσα ξεχύθηκε ένα σμάρι σφήγκες που βούιζαν αγριεμένες.  Όρμηξαν στον πλούσιο, τον κύκλωσαν από παντού κι άρχισαν να τον τσιμπάνε! Ο πλούσιος άρχισε να χτυπιέται, φώναζε, βρήκε με δυσκολία την πόρτα, μόλις και μετά βίας τράβηξε τον σύρτη, πετάχτηκε στο δρόμο και, τρέχοντας σαν τρελός, πήρε των ομματιών του.

Για πολύ καιρό μετά απ’ αυτό θυμόταν το κουτσό λελέκι.

Όσο για το γείτονά του, εκείνος ζούσε με άνεση, όμως δεν ξεχνούσε την περασμένη του ζωή και πάντα βοηθούσε τους φτωχούς.

Το κουτσό λελέκι, Λαϊκά παραμύθια των Ουζμπέκων, Εκδόσεις Μάλις και Σύγχρονη Εποχή, 1989, απόδοση: Μ. Βατάγκιν.


Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.


Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr

...

Τη σημερινή εικόνα έκανε ο Άρης Πασματζής.

Γεννήθηκε στις 12/10/1983 στην Πάτρα όπου και ζει.

Σπούδασε Μηχανολόγος-Μηχανικός στο ΑΤΕΙ Πατρών.

Από μικρός έδειξε ενδιαφέρον για τη ζωγραφική και σε ηλικία 10 ετών παρακολούθησε για ένα χρόνο μαθήματα στον Φυσιολατρικό σύλλογο Πάτρων, όπου και συμμετείχε στην ετήσια έκθεσή του στο Δημοτικό Θέατρο της πόλης.

Παράλληλα με το σχολείο παρακολούθησε γραμμικό και ελεύθερο σχέδιο για την εισαγωγή του στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Από τότε η ενασχόλησή του με τη ζωγραφική ήταν σε ερασιτεχνικό επίπεδο. Μέχρι και τον Αύγουστο του 2014. Τότε τον «ανακάλυψε» ο κύριος Κώστας Λεούσσης, Καλλιτέχνης και Καλλιτεχνικός Επιμελητής Εκθέσεων και του άνοιξε τον δρόμο των εκθέσεων με τη συμμετοχή του στις  “ΑΕΝΑΕΣ ΠΝΟΕΣ”, που έλαβαν χώρα στην Ποσειδωνία Σύρου.
Παράλληλα ασχολείται με τη διακόσμηση, καθώς και με χειροποίητα κεριά και λαμπάδες, όλα ζωγραφισμένα στο χέρι.

Αυτή την περίοδο ετοιμάζεται για δύο εκθέσεις ζωγραφικής, στη Γλυφάδα και την Αράχωβα.


Η σελίδα του Άρη στο facebook:

https://www.facebook.com/pages/Art-Passion-ARIS/1574251766137022

Με αγάπη από τη Φλώρινα,

Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:


https://www.facebook.com/pages/%CE%88%CE%BD%CE%B1-%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF-%CE%BC%CE%AF%CE%B1-%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B1/253798364810713?ref=bookmarks


- Στείλε Σχόλιο


02 Φεβρουαρίου 2015, 10:03
Καλημέρα
Το ποίημα της εβδομάδας  

Τι ωραίο να λες

 γελαστά «καλημέρα!».

Καλημέρα μανούλα,

καλημέρα πατέρα…

 

Καλημέρα σκυλάκι

γάτα, κότα και χήνα.

 Καλημέρα σας δέντρα,

τριαντάφυλλα, κρίνα.

 

Καλημέρα στον ήλιο,

 στα βουνά πέρα ως πέρα.

Τι ωραίο να ξυπνάς

 και να λες «καλημέρα!».

 

ΝΤΙΝΑ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ, Ποιήματα για παιδιά προσχολικής και πρωτοσχολικής ηλικίας, εκδόσεις Δια βίου.

Καλημέρα, καλή εβδομάδα :)


- Στείλε Σχόλιο


01 Φεβρουαρίου 2015, 14:59
ΑΓΡΑΜΠΕΛΗ ΣΤΑΜΙΡΗ, ΜΕΛΙΟΣ ΚΑΔΡΑΣ-Μενέλαος Λουντέμης
Book Tour  

Φεβρουάριος: ο μήνας της Αγάπης!

Τα "Πορτραίτα" αυτού του μήνα δεν θα μπορούσαν παρά να φιλοξενούν μία από τις μεγάλύτερες λογοτεχνικές αγάπες: αυτή της Αγράμπελης και του Μέλιου, από το "Ένα παιδί μετράει τ' άστρα".

Κείμενο-επιμέλεια στήλης: Γιώτα Κοτσαύτη
Εικόνα: Athina Petouli illustration / paintings for kids

...

«Κι αν ήταν να γίνει ποιητής, κι αν ήταν

να μη γίνει τίποτα… πάλι, μόνο που θα υπάρχει

τ’ όνομά της, θα υπήρχε στον κόσμο ποίηση.

Και κανένα βιβλίο να μην έγραφε,

και κανένα ποίημα, κι ούτε ένα στίχο

να μην αράδιαζε… πάλι έφτανε.

Η ζωή είχε πια το ποίημά της…»

Μ.Λ.

 

Η αγάπη του Μέλιου και της Αγράμπελης είναι μία από τις πιο γνωστές λογοτεχνικές «αγάπες» που έγραψαν ιστορία. Ένας έρωτας πλατωνικός, δυνατός, βαθύς, απεγνωσμένος, όπως μόνο οι εφηβικοί έρωτες μπορούν να είναι.

Πώς ξεκίνησε όμως αυτή η τόσο όμορφη περιπέτεια με το οδυνηρό τέλος;

Ο Μέλιος αρχικά γνώρισε την Αγράμπελη μέσα από τις διηγήσεις του φίλου και συμμαθητή του Μιμάκη Σταμίρη. Μέσα από την πρότασή του να γίνει και κείνη μέλος της παρέας τους.

Η Αγράμπελη, που πηγαίνει εκείνη την περίοδο πέμπτη δημοτικού, εντυπωσιασμένη από τις κουβέντες του αδερφού της για τον Μέλιο, αποφασίζει πως θέλει… να τον παντρευτεί!

«Η αδερφή μου μου είπε κάτι να σου πω.

-Και πού με ξέρει αυτή, ρε, εμένα;

-Της μιλάω εγώ κάθε μέρα, πώς που σε ξέρει;

-Ε, τι σου είπε;

-Μου είπε να σου πω… να παντρευτείτε!».

Σύντομα όμως η φιλία τους διακόπτεται απότομα και επώδυνα.

«Την άλλη ώρα είχαν ωδική. Ω δ ι κ ή  ήταν μια ρίγα, που κουνούσε πέρα δώθε στα χέρια της η καθηγήτρια. Ναι, αλλά σήμερα η κυρία Ραούλ, αντί να κάνει την καθηγήτρια, έκανε την ταξιθέτρια. Μόλις μπήκε, η πρώτη της δουλειά ήταν να πάει στο πρώτο θρανίο και να τους πει να κάνουν μια θέση. Κατόπι ανέβηκε στην έδρα, κοίταξε κατά τα πίσω θρανία και φώναξε τ’  όνομα του φίλου του.

-Σταμίρης! του λέει. Πάρε τη σάκα σου και πέρασε έξω.

Το παιδί δεν κατάλαβε. Πήρε τα βιβλία του και σηκώθηκε.

Η καθηγήτρια, τότε, το πήρε απ’  το χέρι και το τοποθέτησε στη θέση που άδειασε.

-Από σήμερα, του λέει… η θέση σου θα είναι αυτή.

-Γιατί, κυρία; της λέει… παραπονεμένος ο Σταμίρης. Εκεί ήταν η θέση μου.

-Σιωπή. Δεν ξέρεις εσύ, ποια είναι η θέση σου. Εις το εξής θα κάθεσαι μ’  αυτά τα παιδιά. Κι αυτά θα είναι και οι φίλοι σου.

-Όχι. Εγώ έχω φίλο τον Καδρά.

-Είπα, σιωπή! Ο Καδράς να κάνει φίλους τους ομοίους του. Απαιτώ υπακοήν! Εξάλλου, μου το ζήτησαν οι γονείς σου…

Ο Σταμίρης στάθηκε λίγο και την κοίταξε σα χαμένος. Ύστερα σταύρωσε στο θρανίο τα χέρια του, έχωσε μέσα το πρόσωπό του κι άρχισε να κλαίει σιωπηλά κι απαρηγόρητα.

Έκλαιγε σα μικρός υπήκοος, που του εκθρονίσανε το είδωλό του. Τώρα το σκολειό θα του φαινότανε σαν ένα άδειο σπίτι.

Ο Μέλιος απ’  τη θέση του έμεινε στην αρχή άφωνος. Ύστερα, άρχισε σιγά σιγά να καταλαβαίνει… Κάποιοι άνθρωποι, που δεν ήξερε ποιοι, ούτε για ποιο λόγο, σκάβανε ανάμεσα απ’  τους ανθρώπους χαντάκια, σήκωναν αξεπέραστα βουνά. Ποιοι ήταν και γιατί το κάνανε; Ένα μόνο καταλάβαινε. Ότι σ’  αυτή τη ζωή είχε ο καθένας τη θ έ σ η  του, που δεν ήταν όμοια για όλους. Τώρα, ποιος ήταν αυτός που μοίραζε τις θέσεις;… Μήπως ο θεός; Μα οι μεγάλοι, εξόν απ’  τ’  άλλα κακά που κάνανε, κάνανε και τούτο: Φκιάξανε το θεό σύμφωνα με το μπόι τους και δεν περίσσευε θεός για παιδιά.

Του ‘ρθε να ξεφωνίσει. Να ξεφωνίσει την αδικία. Ύστερα έσφιξε τα χέρια του. Και τότε, για πρώτη φορά, ανακάλυψε ότι η μόνη δύναμη, που μπορούσε να στηρίζεται, ήταν μες στα χέρια του. Ήταν ο ε α υ τ ό ς  του. Ο μικρός φτωχός εαυτός του. Κανένας άλλος.»

Έτσι, σιγά σιγά η Αγράμπελη ξεχνιέται, γίνεται μία απλή ανάμνηση, κάτι ξεθωριασμένο και ονειρικό, σαν μακρινό παραμύθι…

Τραγικά γεγονότα σημαδεύουν από δω και πέρα τη ζωή του αγοριού. Κάποια στιγμή, μην αντέχοντας άλλο τις δυσκολίες, αποφασίζει να αφήσει για λίγο το σχολείο, για να δουλέψει και να μαζέψει χρήματα, ώστε να καταφέρει να συνεχίσει.

Κυλούν δύο χρόνια μακριά από τις σχολικές αίθουσες…

Τώρα πια, πιο ώριμος, πιο έμπειρος, πιο μεγάλος, πιο σίγουρος για τον εαυτό και το μέλλον, πιο έτοιμος από ποτέ, επιστρέφει στα θρανία.

Στην σχολική αίθουσα της Τρίτης Τάξης γίνεται η πρώτη συνάντηση.

«…Τελευταία μπήκε ένα ανήσυχο πλάσμα, δαγκάνοντας τα χείλη του. Δρασκέλισε σαν κοτσύφι και προχώρησε με γρήγορα βήματα κατά τη θέση του.

Ο Μέλιος ταράχτηκε. Ήταν μια κοπελίτσα λεπτή και θαμπή σα σίκαλη. Με κάτι νυχτωμένα μάτια κι επίμονα μαύρα ματόκλαδα. Στις ρίζες των μαλλιών της γυάλιζαν κάτι ψιλές ψιλέςχαντρίτσες από ιδρώτα, που έσβηναν σαν ανάεροι ατμοί. Ήταν ένα κορίτσι λαγαρό σαν πρωινό ρυάκι. Ο Μέλιος, χωρίς να το προσέξει τσάκωσε τα μάτια του κρεμασμένα απάνω της. Και τρόμαξε. Μόνο μια φορά ακόμη, σ’ όλη τη μικρή του ζωή, είχε τρομάξει έτσι. Ήταν μια βραδιά, που, καθώς κοιμόταν σ’ ένα λιβάδι, ένα άστρο ρίχτηκε καταπάνω του να τον κάψει. Μα τώρα τι έτρεχε; Τίποτα. Κάτι μαλλιά, πέρασαν ανεμίζοντας. Μαλλιά; Μαύρα μαλλιά, ε, καλά, είχαν όλες. Γιατί λοιπόν έμειναν έτσι τα μάτια του πάνω σε κείνα τα μαλλιά; Μήπως έφταιγε η κορδέλα, που τα ‘ζωνε έτσι μ’ αγάπη; Ήταν μια θαλασσιά κορδέλα που την περιτριγύριζε σαν ποταμάκι στο δάσος. Αυτό ήταν;… Όχι. Μήπως πάλι -όχι, όχι, δεν μπορεί- μήπως, καθώς περνούσε από μπροστά του, μπέρδεψε τα βήματά της; Τέτοιο πράμα, κι αν γινόταν, θα το πρόσεχαν όλοι. Ησυχία. Στο κάτω κάτω δεν ήταν πια παιδάκι! Ένας άντρας, έπρεπε να φανεί άντρας επί τέλους, να σεβαστεί και την… ηλικία του! Πριν από λίγο τα δάχτυλά του ήταν φρόνιμα. Τι τα ‘πιασε τώρα και παίζουν ταμπούρλο; Και στα μάτια του… καλά ήταν πρώτα τα μάτια του… μαλακά και ήσυχα σαν του μουσκαριού. Δεν είχαν πολλές δουλειές. Έβλεπαν, ή έκλαιαν, ή γελούσαν. Τώρα τι πάθανε; Φέγγουν δαιμονισμένα και γυαλίζουνε… Καλό κι αυτό! Κρατήσου. Ήρθε μια μικρή θαλασσοταραχή, θα φύγει. Να, κοίτα… Το κοριτσόπουλο είναι ήσυχο, ήσυχο σα να ταξιδεύει σε λίμνη…»

Όμως ακόμα ούτε που μπορεί να φανταστεί ποιο είναι το κορίτσι που τόσο τον αιφνιδίασε.

Και έρχεται η ώρα που ο καθηγητής διαβάζει τον κατάλογο με τα ονόματα των μαθητών. Είναι η στιγμή της μεγάλης ανακάλυψης!

«-Σταμίρη Αγράμπελη…

-Π  α ρ ο ύ σ α…

Η φωνή ήταν μελωδικότερη απ’ τ’ όνομα. Ποια απ’ όλες ήταν; Ο Μέλιος τινάχτηκε απότομα, σα να τον κάψανε, και γύρισε πίσω. Ένα πρόσωπο, που το ‘σβηναν τα μεγάλα του μάτια, έστεκε εκεί πίσω, δειλό, γλυκό, υποτακτικό, και… -θεέ μου!- τ-ο-ν… κοιτούσε!... Κοτσυφάκι… Ναι, ήταν αυτή. Κι  έ π ρ ε π ε  να είναι. Μα ποιοι θεοί παίξανε έτσι, διαβολικά; Ποια αστόχαστη συντυχία τα ‘φερνε έτσι;

Α γ ρ ά μ π ε λ η Σταμίρη. Το κοριτσάκι με το παραμύθι… (Τα μάτια τους το ‘παν αμέσως στον εαυτό τους).

«Ώστε α υ τ ή ήταν;».

«Ώστε α υ τ ό ς ήταν;».

Αυτός; Αυτός τώρα ήξερε τι ήταν. Ήταν ευτυχισμένος… ευτυχισμένος… Και η κοπελούδα –κείνη η βιαστική, η ανυπόμονη κοπελούδα- τον περίμενε! Δεν είχε ακόμη… παντρεφτεί; Απορούσε κι εκείνος, πως τα κατάφερε, ύστερα από τόση βιασύνη. Και τι άγγελος που ήταν, τι αμύριστος άγγελος! Φορούσε -όπως όλες- γαλάζια ποδίτσα με σούρες. Μια λεπτή, πολύ λεπτή αλυσιδίτσα στο λαιμό, μια μαύρη ζώνη, τίποτα άλλο… Μα και τίποτα άλλο δε χρειαζότανε. Είχε όμως μαύρα, πολλά μαύρα φουντωμένα μαλλιά, και τα κύματά τους έσπαζαν στους ώμους. Δάγκωνε -όπως κείνη την ώρα που περνούσε- τα χείλη της, κι οι ατμοί διαλύονταν πάνω απ’ το μέτωπό της… Κι όλα ήταν απάνω της μικρά και κοντυλένια. Κ α λ λ ι γ ρ α φ ί α.

Τι ονόματα είχε παρακάτω ο κατάλογος; Μήπως τελείωσε; Μήπως άρχισε το μάθημα; Δεν κατάλαβε… Κάτι μιλούσαν. Κάτι έλεγαν. Μπορεί Γεωγραφία. Μπορεί Αρχαία. Ίσως και να μην τελείωσε ο κατάλογος διόλου. Ή μπορεί να τον πήρε ο καθηγητής απ’ την αρχή. Μα κείνος άλλο όνομα δε θυμόταν. Άλλο μάθημα δεν ήξερε. Άλλη εικόνα δεν αναπολούσε.

«Ώστε α υ τ ή ήταν;».

«Ώστε α υ τ ό ς ήταν;».

Α γ ρ ά μ π ε λ η  Σ τ α μ ί ρ η…»

Από δω και πέρα θα αρχίσει για τον Μέλιο και την Αγράμπελη το αληθινό παραμύθι, με πρωταγωνιστές τους ίδιους! Ένα παραμύθι με χαρές και λύπες, με καλούς και κακούς, με στιγμές έντασης, αγωνίας και λύτρωσης.

Ο Μέλιος πρώτος κάνει το παράτολμο βήμα και στέλνει στη συμμαθήτριά του μία ερωτική επιστολή.

«…Τη νύχτα η φλόγα του λυχναριού τρέμει σαν πεταλούδα. Στρώνεται ξανά να τη συλλογιστεί. Πρέπει να τα πει. Μα πώς; Φέρνει βόλτες γύρω απ’ όλη της την ύπαρξη, ώσπου να ζαλιστεί. Ύστερα παίρνει να της γράψει: «Αγράμπελη». Τι ωραία θα ήταν, να μπορούσε να σταματήσει εδώ… «Στο χωριό τώρα είναι άνοιξη… Τα χόρτα είναι πολύ ψηλά. (Γιατί το είπε τώρα αυτό; Τι σχέση έχει, που τα χόρτα είναι ψηλά;). Ν’αγαπάς και τα χόρτα να είναι ψηλά… Ήθελα να σου πω για το φεγγάρι. Από δω είναι πολύ ωραίο. Ξέρεις;… Μια μέρα στο χωριό ήρθε ένας μ’ ένα βιολί. Το βράδυ έπαιξε στο καφενείο. Οι χωριάτες πίνανε και λέγανε «αχ…». Τραγουδούσαν κιόλα με κάτι λυπημένα μάτια. Στο τέλος ο μουσικός πήρε το βιολί στην αγκαλιά, το φιλούσε κι έκλαιγε «Πολυξένη… Αχ, Πολυξένη…», έλεγε, ύστερα αποκοιμήθηκε στην καρέκλα. Μα τα χείλη του έλεγαν ακόμα μόνα τους… «Πολυξένη… Πολυξένη… Πολυξένη…».

Το πρωί τον ρώτησαν, τι του είχε κάνει αυτή η Πολυξένη; Είπε: «κάτι μου έκλεψε». Πρώτη φορά έβλεπα κάποιον να τον κλέβουν κι κείνος ν’ αγαπά τον κλέφτη.

Οι χωριάτες ησυχάσανε απ’ την απάντησή του και δεν τον ξαναρώτησαν. Εγώ όμως έσκασα. Παραφύλαξα λοιπόν να τον πετύχω μόνον. «Μπάρμπα… του λέω, τι σου ‘κλεψε;». –«Ποια; Η Πολυξένη;». –«Ναι, τι σου ‘κλεψε και κάνεις έτσι;». –«Τι μου ‘κλεψε; Μια κ λ ω σ τ ή…». –«Και τι ψυχή έχει μια κλωστή;». –«Έχει, παιδί μου, έχει… Άσε, να μεγαλώσεις και θα μάθεις. Καπνίζεις;». –«Όχι». –«Βλέπεις να κάνεις τίποτις ο καπνός;». –«Ναι, βήχα…». –«Άσε, θα μεγαλώσεις και θα καταλάβεις…». Δεν ξέρω τι πουν αυτά… Αγράμπελη, μα έχω σκοπό, άμα μεγαλώσω, να πάρω ένα βιολί. Τα καφενείς είναι γιομάτα χωριάτες, που λένε «αχ…».

Αγράμπελη… δεν ήξερα τι να κάνω. Μα δεν μπορούσα να μη σου γράψω. Θυμάμαι έναν Παραπονιάρη. Τώρα το παραμύθι κείνο είναι πολύ μακριά, αλλά είναι παντού τόσα αγόρια… Δε θέλω να σου θυμίσω το γάμο μας, αλλά εγώ δεν τον ξεχνώ ποτέ. Γράψε μου αν σου αρέσουν ακόμη τ’ άλογα… γιατί είμαι αποφασισμένος να πάρω ένα. Θα γράψω ένα βιβλίο και θα κερδίσω πολλά λεφτά, και αυτά θα γίνουν όλα. Σε παρακαλώ, όμως, να μην το μάθει κανείς. Θέλω να ‘χουμε το μυστικό μας μόνο εμείς οι δυό. Τώρα πια τα ‘μαθες όλα. Ό, τι έχω θα σ’ τα λέω όλα.

Έχω κι άλλο μεγάλο σχέδιο. Το καλοκαίρι που θα κλείσουνε τα σκολειά, θ’ ανέβω στα βουνά, να κάνω το δάσκαλο στα βλαχάκια. Είναι κανονισμένο αυτό και μόνο τη δική σου γνώμη θέλω. Όλα σ’ τα είπα, Αγράμπελη… Προχτές πήγα να κάνω σε κάποιον κάτι κακό. Τότε σε θυμήθηκα και ντράπηκα. Θέλω να με συχωρέσεις, Αγράμπελη, γι’ αυτό που έκανα, κι εγώ θα κάνω ό, τι θέλεις. Θέλω να τελειώσω το γράμμα μου και δεν μπορώ. Μοναχά να ξέρεις ότι δεν έχω κανέναν άλλον στον κόσμο… και πως ό, τι και να μου κάνουνε, εγώ δε θα θυμώνω, γιατί θα θυμάμαι εσένα. Δε θα κοιμηθώ όλη τη νύχτα. Θα περιμένω το γράμμα σου».

Το δίπλωσε και τ’ ακούμπησε στην καρδιά του. Ό, τι ήθελε, ας γινότανε. Κείνος θα της το ‘δινε, κι ας ρήμαζαν όλα. Να της το δώσει. Μα πώς, όμως; Πώς;

Να τη σταματήσεις στο δρόμο και να της πεις «πάρ’ το, αυτό είναι για σένα» και κείνη να κοκκινίσει, να γίνει παπαρούνα, να μπερδευτούνε, να μην ξέρουνε τι να κάνουνε…».

Παρ’ όλες τις ανησυχίες του, η απάντηση της αγαπημένης του έρχεται για να του δώσει φτερά!

«Το γράμμα σου μ’ έκανε να μην κοιμηθώ» έλεγε το κοτσύφι. «Το διαβάζω από χτες και δε σταματώ. Τι όμορφο! Εγώ δεν ξέρω να γράφω καλά και γι’ αυτό ντρέπομαι. Μου γράφεις για το γάμο μας. Πώς μπορώ να τον ξεχάσω…; Αλλά, εσύ, γιατί κοιτάζεις τη Γιαλαμπούκα; Τη λένε και «Αϊ-Γιώργη». Εγώ θα ντρεπόμουν να ξαναπατήσω στο σχολείο. Τι της βρίσκουν; Ησυχάζω μόνο, που εσύ δεν κάνεις το σταυρό σου σαν περνάει.

«Είναι αλήθεια πως θα πάρεις βιολί; Πώς χάρηκα… Αλλά, πες μου, μήπως θα λες κι εσύ « Πολυξένη… Πολυξένη…»; Γράψε μου, αν είν’ αλήθεια, κι εγώ δεν ξέρω τι θα γίνω. Το διάβασες το βιβλίο που σου στέλνω; Να ξέρεις πόσο έκλαψα… προπάντων εκεί που ο ήρωας πέφτει απ’ το παράθυρο. Για το γάμο μας, που είπες, τρέμω… Πάνε τρία χρόνια που είπες: «να κοιτάζει τη δουλειά της, κι εγώ δε θέλω να παντρεφτώ, γιατί, αν είναι να παντρεφτώ, θα παντρεφτώ, για να έχω αγάπη και χωρίς αγάπη τι να την κάνω την παντρειά;» Έτσι δεν είπες; Κι εγώ τώρα θέλω να ξέρω. Επιμένεις; Αχ… τι καλά θα ήταν να επιμένεις. Ας επέμενες κι ας χαλούσε ο γάμος μας. Εγώ πια δεν κάνω τίποτα άλλο. Θα γεμίσω μηδενικά: Ας ήξερα πως με λυπάσαι λιγάκι. Να, λιγάκι… Είδες, που δεν ξέρω να γράφω ωραία σαν και σένα; Μη με κάνεις να ντρέπομαι. Πες μου, πως δεν πειράζει και πως δε θα γελάς μαζί μου.

«Σε παρακαλώ. Άκουσε, δε θέλω να μάθει κανείς τα μυστικά μας. Θα πεθάνω, αν μάθει κανείς τίποτα. Πες μου πως δεν έχεις πια θέρμες, γιατί είχα μάθει πως αρρώστησες κι έτρεμες. Θεέ μου, τι θα κάνω αν ξαναρωστήσεις; Λυπήσου με… και πες μου πως θα προσέχεις. Θα περιμένω μέρα νύχτα γράμμα σου. Τώρα εγώ πια είμαι τρελή».

Αυτές είναι και οι πιο ξέγνοιαστες, οι πιο μαγικές στιγμές για τους ερωτευμένους έφηβους.

«Και τώρα ήρθε η αγάπη. Ήταν πιο βαριά. Πιο αβάσταχτη. Κάτι σαν αναμμένο μαχαίρι, και σα χάιδεμα με σπαρτίνες και γαρούφαλα. Δυνατό σα μπόρα και μαλακό σαν αφρός. Τραγούδι, σφάξιμο, και παραζάλη. Αβέβαιο σαν κύμα, και σίγουρο σαν την ανατολή. Ό, τι πεις κι ό, τι δεν πεις… Κοντινό σαν το χέρι σου και μακρινό σαν άστρο…».

Μα τα πρώτα σύννεφα δεν αργούν να εμφανιστούν.

Αρχικά, ο ερχομός ενός όμορφου και πλούσιου νεαρού στην τάξη.

«…Ήταν αληθινός μορφονιός, πιο πολύ από πέρσι. Και μ’ ένα ντύσιμο!... Είδε και τα μάτια των κοριτσιών. Όλα ήταν κολλημένα απάνω του. Φέτος πια είχαν τρελαθεί όλες. Ως και τ’ «αυτοκίνητο» είχε στρέψει τους φακούς του καταπάνω του. Η Αγράμπελη! Τι έκανε; Δεν τολμούσε να κοιτάξει. Αν έκανε και κείνη το ίδιο, θα πέθαινε. Μα έπρεπε να μάθει! Ας γκρεμούσε ο κόσμος! Έπρεπε να μάθει! Και τούτη τη στιγμή! Έκλεισε τα μάτια του κι έστρεψε το πρόσωπό του κατά το μέρος της. Και μεμιάς τ’ άνοιξε. Γκρεμός… Τα γλυκά, πολυαγαπημένα μάτια κοιτούσαν και κείνα εκεί. Πώς θα τελειώσει τώρα η ώρα; Ποιος θα την τραβήξει μαζί με τον ίδιο απ’ τα τάρταρα, που είχαν γκρεμιστεί; Κάτι πικρό χύθηκε στο στόμα του. Κι αυτή, λοιπόν; Μα τι είναι αγάπη; Μια μύγα, που την πάει όπου θέλει ο αέρας; Ένα τρελό έντομο, που κάθεται απάνου στα λουλούδια, στις πληγές, και στις λάσπες. Η Αγάπη… τώρα γι’ αυτόν ήταν ένας χαμός. Κι ένα κλάμα που δεν ήθελε να τρέξει. Και μια βρισιά που δεν ήθελε να βγει. Ποιος θα του πει τώρα αυτουνού ότι είχε κάνει λάθος; Ότι δεν κοιτούσε κατά κει η Αγράμπελη; Αυτός πια δε θα την κοιτάξει ποτέ, δε θα την ακούσει ποτέ! Ποτέ δε θα πει τίποτα!

Δε θα περάσει ποτέ απ’ το δρόμο του σπιτιού της. Ούτε και θα ξαναχαμογελάσει στο ποτάμι που περνάει απ’ την πόρτα της. Την είδε καθαρά. Την ώρα που «τον» κοιτούσε. Τα μάτια της ήταν γλυκά, όπως τότε που κοιτούσαν τον ίδιο. Τι είχε τέλος πάντων, απάνω του αυτός ο πρωτευουσιάνος και τις ξετρέλανε όλες; Γύρισε και τον κοίταξε. Ναι, ήταν πολύ καλοκομμένος. Πώς δεν τον είχε προσέξει απ’ την πρώτη φορά; Τα ρούχα του ήταν καμωμένα απ’  το πιο ακριβό κασμίρι. Είχαν δίκιο αυτές οι κατσίκες. Ναι, μα, ε κ ε ί ν η τι λόγο είχε; Κείνη ήταν πια –μπορείς να πεις- παντρεμένη! Τι λόγο είχε να κοιτάξει άλλον; Ο Μέλιος, γιατί ήταν εδώ; Για να τη βλέπει την ώρα που κοιτάζει τον άλλον. Α, όχι! Δεν είν’ από κείνους,  που παραπετάνε τόσο εύκολα! Θα την κάνει να μετανιώσει πικρά για το κακό που του έκανε. Θα την κάνει να πονέσει. Όχι! Δε βρίζουν έτσι τις καρδιές. Θα ‘βλεπε…

Ο μορφονιός γύρισε πάλι και την κοίταξε. Ο Μέλιος δάγκασε το σανίδι του θρανίου του, για να μη γυρίσει να δει. Λες κι ήταν πίσω του κανένα μαχαιράκι και θα μπηχνόταν μέσα του μόλις γύριζε. Φονιά! Βιαζόταν να βραδιάσει, να τρέξει σπίτι να σκεπαστεί πάνω απ’ το κεφάλι… Δεν ήθελε να ‘χει μάτια. Ήθελε να πάει να ξεριζώσει τα λουλούδια, που είχαν τ’ όνομά της. Να ξεριζώσει ακόμη και τη γλώσσα του, που το είπε τόσες φορές…»

Τα απεγνωσμένα γράμματα της Αγράμπελης.

«Γιατί πια δε θέλεις να με δεις; Τι σου έκανα; Εγώ είμαι πάντα στο θρανίο μου και περιμένω να με κοιτάξεις. Δεν ξέρω τι να σκεφτώ. Μήπως σε πρόσβαλα σε τίποτα και δεν το πρόσεξα; Μου κακοφαίνεται που σ’  έχασα. Εμείς ό, τι και να γίνει, θα μείνουμε δυό καλοί φίλοι. Έτσι δεν είναι; Πότε θα ξαναδώ τα ωραία σου γράμματα; Δε θα τα ξεχάσω ποτέ. Όταν παντρευτώ, θα τα βάλω στο εικονοστάσι μου.

Η καλύτερή σου φίλη Αγράμπελη».

Και, λίγο πριν η σχολική χρονιά φτάσει στο τέλος της, τα «απαγορευμένα» γράμματα βρίσκονται στα χέρια των καθηγητών. Ο παγερός διευθυντής βρίσκει την ευκαιρία να γλιτώσει μια για πάντα από τον Μέλιο.

«…ο γυμνασιάρχης, με βήματα αργά, σαν το πεπρωμένο, πλησίασε το Μέλιο, στάθηκε αντίκρυ του, σαν ανασηκωμένος νεκρός, και του λέει βαριά, ψυχρά κι αμετάκλητα.

-Η τύχη σου εκρίθη τελεσιδίκως. Αποβάλλεσαι διά παντός από όλα τα γυμνάσια της χώρας (στάθηκε λίγο για ν’ ανασάνει). Π ή γ α ι ν ε!!! ούρλιαξε κι έπεσε κι αυτός στην καρέκλα του…

Πίσω του, καθώς έφευγε ο Μέλιος, σαν υπνοβάτης, άκουσε το απαρηγόρητο κλάμα της Αγράμπελης να τον συνοδεύει, σαν το πιο πικρό, το πιο σπαραχτικό τραγούδι της ζωής του.»

Η περιπέτεια των δύο παιδιών τελειώνει εδώ με τον χειρότερο τρόπο. Στη συνέχεια της Τετραλογίας βέβαια («Αγέλαστη Άνοιξη») ο Μέλιος, πιστός στην πρώτη του αγάπη, θα επιστρέψει στην Έδεσσα και, όταν αναζητήσει την Αγράμπελη, θα πληροφορηθεί ότι παντρεύτηκε και έφυγε στην Αθήνα. Αργότερα («Κάτω απ’ τα κάστρα της ελπίδας») θα συναντήσει στη Θεσσαλονίκη, εντελώς τυχαία, την ίδια την κοπέλα και εκεί θα έρθει αντιμέτωπος με το συνταρακτικό «μυστικό» της, που θα φέρει το οριστικό τέλος στη «σχέση» τους…

Μία σχέση που χάρισε στο αναγνωστικό κοινό μερικά από τα ομορφότερα λογοτεχνικά κείμενα για την αγάπη…

«Άμα πεινάς, το ξέρεις. Φωνάζουνε τα σπλάχνα σου. Άμα κρυώνεις το ίδιο. Άμα αγαπάς, πώς να το καταλάβεις; Γιατί: τι είναι η αγάπη; Κάποιος πήγε να πει κάτι και δεν είπε τίποτα. Είπε πως είναι κάτι σα φωτιά. Μα είναι; Άλλος είπε πάλι, πως είναι δροσούλα, άλλος σα δοξαριά. Τι είναι, τέλος πάντων… Κι αν, πάλι, αγάπη είναι κ ά τ  ι που το λένε «αγάπη», είναι αυτό η αγάπη;

Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά! Μα, αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;

Ένα πουλάκι κελαηδά ολομόναχο σ’ ένα έρημο δάσος… Αν δεν τ’ ακούσει κανείς… είναι κελάηδηγμα; Κι είναι μπορετό να κελαηδήσει γλυκά ένα ολομόναχο πουλάκι, αν δεν υπάρχει πίσω από κάποιο φύλλο το αυτάκι ενός άλλου πουλιού;

Πήγαν κι οι σοφοί να πούνε κάτι πάνω σ’ αυτό, και τα κάνανε θάλασσα. Αυτοί, γι’ αγάπη!... Τα μωρά ξέρουνε περισσότερα.

Ένα λουλούδι είπε: «Αγάπη; είμαι εγώ». Τρελένεσαι με τέτοια καμώματα. Ένας «Πέρσης» θα πει αυτό είναι «τρίχα». Ένας βαρκάρης θ’ αφήσει τα κουπιά και θα σκουπίσει το κούτελό του. Δε θα ξέρει να πει τίποτα. Μπορεί α υ τ ό να είναι αγάπη. Μα είναι; Ποιος να του το πει;

Όσο έχεις κάτι μέσα σου και δε χρειάζεται να το πεις, το έχεις και ησυχάζεις. Σε καίει… Σε λιώνει… Εσύ το βλέπεις. Κι αντί να βάλεις τα κλάματα, το ρίχνεις στο τραγούδι. Είσαι μεθυσμένος, και δεν έχεις πιει ούτε στάλα!

Αυτό το «πράμα» πρέπει να σκάβεις μέσα σου μια λακκούβα να το θάβεις, κι ό, τι βρέξει. Μην το λες πουθενά. Άσ’ το να σε κάψει. Θα ξέρεις ότι χάνεσαι λίγο λίγο από μια αρρώστια που δεν ξέρεις τ’ όνομά της. Θα ξέρεις όμως ότι είναι μια αρρώστια, που σε κάνει όμορφο. Ομορφαίνεις και πεθαίνεις… Κι όταν θα νομίσεις ότι πέθανες… θα ‘χει τελειώσει η αρρώστια. Θα είσαι ζωντανός, μα θα είσαι άσκημος. Θα ‘χεις φριχτά ασκημίσει. Αλήθεια… αυτό είναι η αγάπη; Όποιος αγαπά δεν μπορεί να το πει. Κι όποιος δεν αγαπά, δεν το ξέρει.

Ο Μέλιος ένα πράμα μόνο ξέρει. Πως θέλει κ ά τ ι να πει. Κι ένα πράμα μόνο θέλει: να το πει σε κείνην.

Κείνη τη λένε Αγράμπελη, αλλά αυτό που θέλει να πει, πώς το λένε;»

Για το Book Tour, Γιώτα Κοτσαύτη.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Στο «Ένα παιδί μετράει τ΄ άστρα»(συνέχεια του «Συννεφιάζει»), ίσως το πιο γνωστό από τα μυθιστορήματα του Μενέλαου Λουντέμη, τη σκυτάλη παίρνει ο ΜέλιοςΚαδράς. Ο Κρηφ μεγάλωσε. Συγκέντρωσε τα απαραίτητα χρήματα, που με τον ιδρώτα του προσώπου του αποταμίευσε, και παίρνει τον δρόμο για την Έδεσσα. Η αγάπη του για τα γράμματα, η ανάγκη του να μορφωθεί, να σπουδάσει τον οδηγεί στο Γυμνάσιο της πόλης. Αυτή η περιπετειώδης διαδρομή στον σχολικό και μαθητικό κόσμο από έναν έφηβο βιοπαλαιστή, που με πείσμα προσπαθεί να γίνει αποδεκτός και να αλλάξει τη μοίρα του, αποτελεί το περιεχόμενο του βιβλίου. Άνθρωποι απλοί, καθημερινοί, μαθητές, καθηγητές, είναι οι ήρωες που πλαισιώνουν τον Μέλιο. Τα πρώτα εφηβικά σκιρτήματα, οι αγωνίες, η απόλυτη αγάπη, που μόνο σ’ αυτή την ηλικία μπορεί είναι τόσο έντονα, απασχολούν τον μαθητή και γλυκαίνουν την ταλαιπωρημένη του ψυχή. Καθοριστική για το βιβλίο η σχέση του ήρωα με μία συμμαθήτριά του, την Αγράμπελη. Γραμμένο με περισσή ευαισθησία κατορθώνει να προκαλέσει έντονη συγκίνηση και να διατηρήσει το ενδιαφέρον αμείωτο από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα.

ΓΙΩΤΑ ΚΟΤΣΑΥΤΗ

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ-Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα, εκδόσεις Δωρικός.

Κάθε μήνα η συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη σκιαγραφεί έναν λογοτεχνικό ήρωα και η ζωγράφος-εικονογράφος Αθηνά Πετούλη  φτιάχνει το πορτραίτο του.

Οι παρατηρήσεις και οι προτάσεις είναι ευπρόσδεκτες στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις:

yotakotsafti1@yahoo.gr

athina_pk@hotmail.com



Διαβάστε περισσότερα: http://book-tour.webnode.gr/news/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CF%81%CE%B7%2c-%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%83-%CE%BA%CE%B1%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%83-%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%82-%CE%BB%CE%BF%CF%85/


- Στείλε Σχόλιο


ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Συγγραφέας
yokor
ΓΙΩΤΑ
ΝΗΠΙΑΓΩΓΟΣ εν ανεργία, ΜΑΜΑ εν ενεργεία, φοιτήτρια μεταπτυχιακού τμήματος δημιουργικής γραφής ΕΑΠ
από ΦΛΩΡΙΝΑ



Περί Blog
blogs.musicheaven.gr/yokor

...Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε. Κι έχουμε για κατάρτι μας βιγλάτορα παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!






Ηλιαχτίδες

Προωθήστε κι εσείς τη σελίδα σας






Tags

... 25η Μαρτίου 28η Οκτωβρίου :( :) Book Tour E-book Sugar Mama Άνευ Άχρηστες γνώσεις και χρήσιμες πληροφορίες Αγαπημένες ιστοσελίδες Αγαπημένες Φράσεις Αινίγματα Αλέκος Παναγούλης Αλληλεγγύη Ανθρωπιά Αν είναι να μιλήσει κάποιος ας πει για την αγάπη Αναμνήσεις Αναστασία Ιουστίνη Ανθολογία πεζού ποιήματος Ανθρωπιά Ανθρωπιά Αλληλεγγύη Ανθρωπιά-Αλληλεγγύη Από άλλα ιστολόγια Από άλλες σελίδες Από αρχείο περιοδικών-εφημερίδων Από τα (παλιά) Ανθολόγια του δημοτικού Από τα (παλιά)Ανθολόγια του δημοτικού Από τη λαϊκή μας παράδοση Αποσπάσματα από βιβλία ΑΣΕΠ Βιβλία Βιβλία μας Βιβλίο Βιβλιοθήκη Γιάννης Ρίτσος Γιορτή της μητέρας Γιώτα Γραμματική της φαντασίας Γραφή Γρηγόριος Ξενόπουλος Διηγήματα Διηγήματα και ιστορίες Δικό μου Εαρινή Ισημερία Εικαστικά Εκδόσεις Αλάτι Έλληνες ποιητές Ελληνίδες ποιήτριες Ελληνική λογοτεχνία Ελληνική Λογοτεχνία Ένα κείμενο μία εικόνα Ένα κείμενο μία εικόνα Ενδοσχολική βία Σχολικός εκφοβισμός Επέτειος 17ης Νοεμβρίου Επέτειος Πολυτεχνείου Επικαιρότητα Εργασία και χαρά Εργαστήριο συγγραφής Εργαστήριο Συγγραφής Αλάτι Εργαστήριο συγγραφής-εκδόσεις Αλάτι Ευχάριστα :) Ευχάριστα :) Ευχές Η Σοφία των Λαών Η χρονιά των παραμυθιών Ηλιαχτίδες Ηλιαχτιδογενέθλια Ημερολόγια Θρησκευτικές γιορτές Ιστορίες Μπονζάι Ιστορίες να σκεφτείς Καλικάντζαροι Καλωσόρισμα! Κόκκινη κλωστή δεμένη... Κόκκινη κλωστή δεμένη... Κόκκινη κλωστή δεμένη… Κυρά-Σαρακοστή Λαογραφία Λεξικό εννοιών Λογοτεχνικά είδη Μαγικά! Μάρτης Μαρτίνγκες Μεγάλες προσωπικότητες Μενέλαος Λουντέμης Μια μαγική βραδιά! Μικροδιήγημα Μικρός Πρίγκιπας Μουσικές επιλογές... Μπομπιροκαταστάσεις Μυθολογία Μυθολογία και ζωγραφική Ξένες ποιήτριες Ξένη λογοτεχνία Ξένη Λογοτεχνία Ξένη πεζογραφία Ξένοι ποιητές Οδυσσέας Ελύτης Οικογενειακές υποθέσεις :P Όνειρα Παγκόσμια Ημέρα Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Αναπηρίες Παγκόσμια Ημέρα Παιδικου Βιβλίου Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης Παιδαγωγικά Παιδικά βιβλία Παιδική λογοτεχνία Παναγιώτα Χρυσοβαλάντω Πανελλήνια Ημέρα κατά της Σχολικής Βιας και του Εκφοβισμού Παραδοσιακά παιχνίδια παρελθόν παραμύθι Παράξενα και όμορφα Πασκόσμια Ημέρα Βιβλίου Πάσχα Περί παραμυθιών περιοδικό Πλανόδιον Ποίηματα Ποίηση Ποιητικές συλλογές Πορτραίτα λογοτεχνικών ηρώων Προσευχή Προσωπικά Πρωτομαγιά Πρωτομηνιά Πρωτομηνιά Αλλαγή εποχής Πρωτομηνιά-αλλαγή εποχής Πρωτοχρονιά Σκέψεις Σκέψεις... Σπουδαίοι Άνθρωποι Σπουδαίοι άνθρωποι Σχολείο Τα βιβλία μας Τα βιβλία μου Τα κακά τα στραβά και τα ανάποδα Τα παιδία παίζει Τζάνι Ροντάρι Τι να μας πουν κι οι ποιητές... Το πoίημα της εβδομάδας Το ποίημα της εβδομάδας Το ποιήμα της εβδομάδας Το ποίημα της εβδομάδας Παγκόσμια Ημέρα Τρελά κι αγαπησιάρικα Φιλόσοφοι Φλωρινιώτικα Φτιάξε ένα παραμύθι Χαϊκού Χιόνι Χριστούγεννα Χωρίς μουσική η ζωή θα ήταν ένα σφάλμα... Χωρίς μουσική η ζωή θα ήταν ένα σφάλμα…




Επίσημοι αναγνώστες (25)
Τα παρακάτω μέλη ενημερώνονται κάθε φορά που ανανεώνεται το blogΓίνε επίσημος αναγνώστης!


Πρόσφατα...


Δημοφιλέστερα...




Αρχείο...


Φιλικά Blogs


    Links







    Ανάπτυξη MusicHeaven.gr, Hosting interTEN Όροι Χρήσης