Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ έναν όμορφο μακρινό κήπο γεννήθηκε μία μικρούτσικη τριανταφυλλιά. Στην αρχή κανείς δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στο κοντούλικο φυτό. Μα όταν άρχισε να μεγαλώνει, είχε τόση λάμψη, που μόνο αυτό πρόσεχαν όλοι! Ποτέ στην ιστορία όλων των φυτών, δεν είχε ξανά υπάρξει ένα τόσο όμορφο και μοναδικό λουλούδι! Τα φυλλαράκια του είχαν ένα βαθύ πράσινο χρώμα κι ήταν τόσο γυαλιστερά, που οι μικρές μελισσούλες και τα άλλα έντομα τα χρησιμοποιούσαν για καθρέφτες! Και ήταν τόσο απαλά, που αν καμία πεταλούδα έχανε το βράδυ το δρόμο της και τύχαινε να βρει καταφύγιο πάνω στα φύλλα, είχε να λέει το πρωί πόσο γλυκός και ξέγνοιαστος ήταν ο ύπνος… Ήτανε το στολίδι της αυλής! Ξεχώριζε από κάθε άλλο φυτό μέσα στον κήπο. Και ας μην είχε ακόμα τριαντάφυλλα… Γι’ αυτό άλλωστε όλοι –εχθροί και φίλοι- περίμεναν με αγωνία το πρώτο μπουμπουκάκι. Άραγε το άνθος του θα ήταν τόσο όμορφο όσο και το φυτό;
Οι μέρες περνούσαν και σιγά σιγά ο ήλιος άρχισε να χαϊδεύει με τις χρυσές ακτίνες του την γη, τους ανθρώπους, τα σπίτια, τα ζώα και τα φυτά. Μα με ιδιαίτερη αγάπη –θαμπωμένος κι αυτός απ΄ την σπάνια ομορφιά-, πιο πολύ από κάθε τι άλλο, αγκάλιασε τη μικρή μας τριανταφυλλιά. Κι έτσι δεν άργησε να φανεί το πρώτο της μπουμπουκάκι! Όσοι το είδαν διαπίστωσαν πως τελικά ήταν κι αυτό αντάξιο του μικρού φυτού! Τόσο όμορφο και τόσο γυαλιστερό που όλα τα λουλούδια και τα έντομα, τα ζωύφια που ζούσανε στον κήπο, θαμπώθηκαν κι αυτά από την λάμψη του…
Κει πλάι στην μικρή τριανταφυλλιά, είχε από καιρό ανθίσει κι ένα αγριολούλουδο, μια παπαρούνα. Οι νοικοκύρηδες του κήπου, που τον φρόντιζαν και τον πρόσεχαν πολύ, είχαν ξεριζώσει όλα τα αγριόχορτα και τα αγριολούλουδα από άκρη σ’ άκρη. Μονάχα την μικρή αυτή παπαρούνα αποφάσισαν να αφήσουν. Κι αυτό γιατί είχε ένα βαθύ κόκκινο χρώμα έντονο και διαφορετικό από τ’ άλλα κόκκινα λουλούδια τους. Η μικρή παπαρούνα ήταν στ’ αλήθεια πολύ όμορφη, κανένα απ΄ τα φυτά του κήπου όμως δεν της μιλούσε… «Ε, όχι και ν’ αφήσουνε να ζει στον κήπο μας ένα αγριολούλουδο, μια παπαρούνα παρακατιανή» , έλεγαν τα υπόλοιπα καμαρωτά λουλούδια. «Αυτό είναι ανήκουστο! Μια άξεστη και λαϊκιά παπαρούνα μες στον κήπο! Και μάλιστα που; Δίπλα στο πιο όμορφο φυτό που έχει γεννηθεί ποτέ! Αν είναι δυνατόν!»…Η παπαρούνα, που έβλεπε την αντιπάθεια των υπόλοιπων λουλουδιών, και άκουγε τα φαρμακερά τους λόγια, έκλαιγε πικρά κι απαρηγόρητα κάθε βράδυ. Κι όσο η παπαρούνα έκλαιγε, γινόταν όλο και πιο κόκκινη και η μικρή τριανταφυλλιά γινόταν όλο και πιο όμορφη…
Ένα πρωί, ένα μεγάλο γεγονός έκανε τον γύρω όλων των κήπων, σ’ όλες τις πόλεις και σ’ όλα τα χωριά. Το διέδωσαν παντού τα χελιδόνια, που τους το είχαν πει τα σπουργιτάκια, που τους το είχαν πει οι τζίτζικες, που τους το είχαν πει οι μέλισσες, που τους το είχαν πει οι πεταλούδες, που τους το είχε πει μία μικρή πολύχρωμη ανιψιά τους, που άργησε να γυρίσει αποβραδίς στο σπίτι της και αποκοιμήθηκε στα φύλλα της πιο όμορφης τριανταφυλλιάς, και μάλιστα πλάι στο μοναδικό της μπουμπουκάκι. Ποιο ήταν αυτό το τόσο σπουδαίο γεγονός; Το πιο όμορφο μπουμπούκι του κόσμου, άνθισε!! Τα λόγια ήτανε φτωχά για να περιγράψουνε την ομορφιά του! Τι φύλλα ήταν εκείνα! Λες κι ήτανε φτιαγμένα απ ΄το καλύτερο, απ’ το πιο ακριβό βελούδο! Τι χρώμα ήτανε αυτό! Ποτέ κανείς δεν είχε δει πιο ζωηρό, πιο παιχνιδιάρικο και πιο φωτεινό ροζ στον κόσμο! Κι όσο για το άρωμα, αυτό πια είχε γίνει ξακουστό μέσα σε μία μέρα σ’ όλο τον κόσμο! Κανείς δεν είχε ξαναμυρίσει πιο γλυκιά ευωδιά! Και τόσο έντονη, τόσο δυνατή, που το άρωμά της έφτανε ως και τα πιο μακρινά σπίτια της γειτονιάς! Τι θαύμα ήτανε τούτο! Όσοι έβλεπαν το μικρό τριαντάφυλλο, μαγευόντουσαν! Τα φυτά και τα έντομα της αυλής ήταν ενθουσιασμένα! Ένα τέτοιο τριαντάφυλλο, μοναδικό, ό, τι πιο όμορφο και σπάνιο έπλασε ποτέ η φύση και να’ χει γεννηθεί στον δικό τους κήπο! Τι ευτυχία! Τώρα που όλοι θα έτρεχαν να το δουν, ο κήπος τους θα γίνονταν διάσημος! Και θα ‘κλεβαν και κείνα λίγη δόξα απ’ το μικρό τριαντάφυλλο! Περιοδικά, εξώφυλλα, κάμερες… Οι πρώτοι δημοσιογράφοι θα ‘φταναν σύντομα να κάνουν ρεπορτάζ γι ‘αυτό το σπάνιο φαινόμενο! Το ίδιο κι οι επιστήμονες που θα έσπευδαν να μελετήσουν το όμορφο φυτό! Όσο για τους τουρίστες, αυτοί είχαν ήδη αρχίσει να καταφθάνουν…
Οι νοικοκύρηδες του σπιτιού άρχισαν τις ετοιμασίες. Βάψανε το σπίτι, το καθάρισαν, στόλισαν την αυλή με αγαλματάκια, έφτιαξαν ένα μικρό συντριβανάκι, αγόρασαν καινούρια έπιπλα για έξω, ως και μία πολύχρωμη κούνια έφεραν! Αφού καθάρισαν και φρόντισαν τα παρτέρια με τα λουλούδια, ήρθε η ώρα να ασχοληθούν και με τα φυτά του κήπου. Επίτηδες τ’ άφησαν τελευταία, γιατί ήθελαν να τα προσέξουν περισσότερο. Μα όταν έφτασαν στο σημείο που βρισκόταν η μικρή τριανταφυλλιά, τους περίμενε μία δυσάρεστη έκπληξη! Η μικρή παπαρούνα, που είχε λίγο μεγαλώσει… Ναι, βέβαια, οι ίδιοι τους την άφησαν στον κήπο, ήταν όμορφη αυτή η παπαρούνα, μα ήταν ανάγκη να μεγαλώσει τόσο πολύ; Και μάλιστα να είναι δίπλα στο στολίδι της αυλής; Χάθηκε να φύτρωνε πιο πέρα; Σε μεγάλο δίλημμα μπήκε η οικογένεια! Από την μία η παπαρούνα τους άρεσε και οι ίδιο είχαν επιλέξει να την αφήσουν μες στον κήπο. Από την άλλη, σε 10 μέρες είχαν ετοιμάσει μια γιορτή, για να θαυμάσουν όλοι από κοντά το σπάνιο τριανταφυλλάκι τους… Και υποτίθεται πως ο κήπος τους είχε τα πιο καλοφροντισμένα καλλωπιστικά φυτά και τα πιο εκλεκτά λουλούδια. Πως θα φαινόταν στους υψηλούς επισκέπτες ένα αγριολούλουδο μέσα σ’ έναν τόσο προσεγμένο κήπο; Τι να ΄καναν τώρα; …Η έπρεπε να ακυρώσουν την γιορτή ή έπρεπε να εκτεθούν σε τόσα άτομα ή έπρεπε να … κόψουν την παπαρούνα. Για ν’ ακυρώσουν την γιορτή ούτε συζήτηση! Χρόνια ολόκληρα περίμεναν μια τέτοια ευκαιρία. Κι έτσι η μόνη λύση που έμενε ήταν να ξεριζώσουνε απ’ τον κήπο την άτυχη παπαρούνα…
Όταν βράδιασε και έφυγαν οι άνθρωποι απ’ τον κήπο , τα μάγια που δεν επιτρέπουν στα λουλούδια να μιλούν μπροστά στους ανθρώπους λύθηκαν, και τα λουλούδια έπιασαν κουβέντα μεταξύ τους. Πως θα είναι η γιορτή, τι είδους άνθρωποι θα ‘ρθουν να τα θαυμάσουν, πόσο όμορφη έκαναν την αυλή οι ιδιοκτήτες και άλλα παρόμοια θέματα. Κουβέντα στην κουβέντα, έφτασαν και στο ξερίζωμα της μικρούλας παπαρούνας. «Καιρός ήταν! Επιτέλους θα ξεβρομίσει ο κήπος μας από την παρακατιανή! Τι ευτυχία!», συμφώνησαν όλα τα άκαρδα λουλούδια. Καρφάκι δεν τους ένοιαζε που θα πέθαινε άδικα ένα λουλούδι…Η ώρα όμως μ’ αυτά και μ’ αυτά πέρασε και το ένα μετά το άλλο τα λουλούδια αποκοιμήθηκαν. Τότε η παπαρούνα –ελεύθερα επιτέλους- έβαλε τα κλάματα, που απ΄ την ώρα που άκουσε πως θα την σκοτώσουν, πάσχιζε με δυσκολία να κρατήσει. Τα δάκρυά της τρέχανε ποτάμια. Ήταν απαρηγόρητα, πικρά. Κι ήτανε τόσα πολλά, που έπεσαν στην ρίζα της μικρής τριανταφυλλιάς και την ξύπνησαν. «Μα, τι συμβαίνει;», είπε και κούνησε τα φύλλα της. «Βρέχει;», ψιθύρισε σιγά όταν είδε πως όλοι κοιμούνται. Η μικρή παπαρούνα κοκάλωσε! Εκτός απ’ την τρομάρα της που ξύπνησε το τριαντάφυλλο, αυτό που περισσότερο την ξάφνιασε ήταν η γλυκολαλιά του λουλουδιού! Ποτέ από την μέρα που γεννήθηκε δεν είχε ξαναμιλήσει σε κανέναν. Όλοι κουτσομπόλευαν και έλεγαν στα κρυφά πηγαδάκια τους πως το’ κανε γιατί δεν καταδέχονταν τα υπόλοιπα λουλούδια, επειδή ήτανε τόσο όμορφο. Η παπαρούνα όμως ποτέ δεν πίστεψε ότι από περηφάνια δεν μιλούσε. Κάτι άλλο απασχολούσε το μικρό τριαντάφυλλο. «Κρίμα!», σκέφτηκε αμέσως μόλις την άκουσε, παρά τον φόβο της. Κι αυτό γιατί εκτός των άλλων, το τριανταφυλλάκι, είχε μια υπέροχη, μια θεϊκή φωνή! «Ε, εκεί κάτω», μίλησε χαμηλόφωνα το τριανταφυλλάκι, «είσαι ξύπνια μικρή παπαρούνα;». Η παπαρούνα ξαφνιάστηκε, γιατί πρώτη φορά κάποιος της απεύθυνε τον λόγο. Και όχι κάποιο τυχαίο λουλούδι, αλλά το πιο όμορφο και σπάνιο του κόσμου, που ποτέ ως τώρα δεν είχε μιλήσει σε κανέναν. «Ε, παπαρουνίτσα, εσύ είσαι που κλαις;», συνέχισε το τριαντάφυλλο. Η παπαρούνα σώπαινε. «Μίλησέ μου, σε παρακαλώ! Από καιρό παραφυλάω να σου μιλήσω, μα όλο και κάποιο λουλούδι είναι ξύπνιο εδώ γύρω και δεν θέλω να μ’ ακούσει. Σήμερα είναι ευκαιρία. Βλέπω πως κοιμούνται όλοι του καλού καιρού.» .«Τι θέλεις από μένα όμορφο τριαντάφυλλο;», πήρε θάρρος η παπαρούνα, «μήπως να μου πεις πως είμαι παρακατιανή και τι δουλειά έχω δίπλα σου ή μήπως να μου πεις πόσο χαίρεσαι που… θα… πεθάνω;», είπε κι έβαλε τα κλάματα. «Μην κλαις, γλυκιά μου! Σε παρακαλώ, μην κλαις, γιατί θα βάλω κι εγώ τα κλάματα και τότε θα ξυπνήσουν όλοι. Πως σου πέρασε απ’ το μυαλό πως μπορώ να είμαι τόσο άκαρδη; Από το πρωί που άκουσα πως θέλουν να σε…, να σε…, να σε διώξουν απ’ τον κήπο μας τελοσπάντων, είμαι πολύ λυπημένη…», είπε κι ένα δάκρυ κύλησε απ’ το μάτι της και έπεσε πάνω στην μικρή παπαρούνα. «Αλήθεια, μου λες αλήθεια, τριανταφυλλάκι;», ακούστηκε η φωνή του αγριολούλουδου. «Μα πως είναι δυνατόν να θέλω τον θάνατο ενός λουλουδιού, μιας αδερφής μου παπαρούνας; Κι αν θες να ξέρεις στύβω απ’ το πρωί το κεφάλι μου να βρω μια λύση, να σε βοηθήσω, ν’ αντιδράσουμε να μην γίνει αυτό το έγκλημα! Σκέφτηκα να μιλήσω και στα υπόλοιπα λουλούδια, τα παρακολουθώ όμως πόσο κακόψυχα είναι και τελικά αποφάσισα να δράσω μόνη μου… Αν φυσικά μου επιτρέπεις…» . Η μικρή παπαρούνα τίναξε τα δάκρυα απ’ τα μάτια της και χαμογέλασε. «Σ’ ευχαριστώ, τριανταφυλλάκι. Χαίρομαι πολύ που κάποιος επιτέλους ενδιαφέρεται σ’ αυτό τον κήπο και για μένα… Πραγματικά είμαι πολύ χαρούμενη, τόσο που δεν μ’ ενδιαφέρει πια και να… πεθάνω…». «Μην το ξαναπείς αυτό! Δεν θα αφήσω να συμβεί κάτι τέτοιο! Αν πάθεις κάτι, θα πεθάνω απ’ την στεναχώρια μου… Μόνο εσένα έχω…». «Μα τι λες, τριανταφυλλάκι; Εσένα σ’ αγαπάει αμέσως όποιος σε γνωρίσει. Όλοι σε θαυμάζουν. Νόμιζα πως είσαι ευτυχισμένο…». «Καλή μου παπαρούνα, πόσο αθώα είσαι! Δεν βλέπεις πόσο εχθρικά με κοιτάζουν τα υπόλοιπα λουλούδια; Δεν βλέπεις πως πίσω απ’ τα καλά τους λόγια προσπαθούν να κρύψουν την ζήλια και την κακία τους; Το μόνο που τους νοιάζει είναι πότε θα ‘ρθουν οι δημοσιογράφοι, οι επιστήμονες και πότε θα γίνει η γιορτή. Το μόνο που τους νοιάζει είναι η λίγη δόξα που θα κλέψουν…», είπε θλιμμένα το όμορφο λουλούδι. «Γι’ αυτό άλλωστε δεν είχα διάθεση να μιλήσω σε κανέναν…», συνέχισε. Μα πριν το τριαντάφυλλο ολοκληρώσει αυτά που ήθελε να πει, η μοβ πετούνια που κοιμόταν δίπλα τους, κούνησε τα φύλλα της κι άρχισε να ξυπνάει. «Σσσσς…», ψιθύρισε η παπαρούνα που το κατάλαβε πρώτη. «Η πετούνια θα ξυπνήσει σε λίγο. Δεν πρέπει να σ’ ακούσει». «Λοιπόν, άκου τι θα κάνουμε», είπε βιαστικά το τριαντάφυλλο. «Προσπάθησε να τυλίξεις τις ρίζες σου γύρω απ’ τις δικές μου όσο πιο σφιχτά μπορείς. Αυτή είναι μια πρώτη λύση, για να μην μπορέσουν να σε ξεριζώσουν με την πρώτη. Στο μεταξύ όλο το βράδυ, θα σκεφτώ τι μπορούμε να κάνουμε για να σωθείς… Πάντως στο ξαναλέω, αν πάθεις τίποτα εσύ, εγώ δεν θα ‘χω πια λόγο να ζω σ’ έναν εχθρικό κήπο, ανάμεσα σε φιλόδοξα, κακόψυχα και ακατάδεκτα λουλούδια… Ή θα ζήσουμε κι οι δύο ή κανείς… Γι’ αυτό βάλε τα δυνατά σου…». Η μοβ πετούνια άνοιξε τα μάτια και κοίταξε τα δυο λουλούδια. Σαν ν’ άκουσε κάτι το αυτί της από τα τελευταία λόγια του τριαντάφυλλου. «Λες να μιλούσαν αυτοί οι δυο; Μπα,», συνέχισε την σκέψη του, «αποκλείεται. Εδώ αυτό το παλιοτριαντάφυλλο δεν καταδέχεται να μιλήσει σε κανέναν στον κήπο και θα μιλούσε στην παρακατιανή την παπαρούνα; Και μάλιστα κρυφά απ’ όλους; Όχι, μάλλον στον ύπνο μου θα το είδα… Άρχισα να τα χάνω πριν την δόξα μου φαίνεται», είπε κι έπεσε ξανά για ύπνο.
Μόλις ο ήλιος άνοιξε τα μάτια του και καλημέρισε τον κόσμο, οι ιδιοκτήτες του όμορφου κήπου έπιασαν αμέσως δουλειά. Με βαριά καρδιά, αφού καθάρισαν τα ξερά λουλούδια, πλησίασαν την παπαρούνα. Κάτι περίεργο όμως συνέβη όταν προσπάθησαν να την ξεριζώσουν: τραβούσαν, τραβούσαν κι η παπαρούνα ήταν αμετακίνητη, λες και ήταν φτιαγμένη από σίδερο! Και εκτός απ’ αυτό, όσο τραβούσαν την παπαρούνα, μετακινούνταν τα φύλλα του όμορφου τριαντάφυλλου. Το αντρόγυνο κοιτάχτηκε τρομαγμένο. Λες και το τριαντάφυλλο τους προειδοποιούσε να μην την αγγίξουν! Αποφάσισαν να τα παρατήσουν και να ξαναπροσπαθήσουν την επόμενη μέρα. Μα το ίδιο περιστατικό συνέβαινε ξανά και ξανά όλες τις υπόλοιπες μέρες!
Τα λουλούδια του κήπου ήταν αναστατωμένα! Θες αυτή η τρισάθλια παπαρούνα να ήταν καμιά μάγισσα; Ή να ήταν καμιά μεταμφιεσμένη πριγκιποπούλα που ήθελε να τους υποβάλλει σε δοκιμασίες; Η μήπως όλα αυτά οφειλόταν στον επαναστατικό της χαρακτήρα και στην διάθεσή της για ζωή; Τα λουλούδια διχάστηκαν. «Φταίμε κι εμείς», έλεγαν κάποιες παρεούλες. «Δεν αγκαλιάσαμε ποτέ με την αγάπη μας την παπαρουνίτσα. Μήπως δεν είναι και αυτή λουλούδι; Δεν είναι σαν κι εμάς; Τι κι αν είναι αγριολούλουδο; Έπρεπε για τον λόγο αυτό να την πετάξουμε; Έπρεπε να χαιρόμαστε με το κακό της;». Κι όλο και περισσότερα λουλούδια μετάνιωναν για το σκληρό τους φέρσιμο και για την κακή τους συμπεριφορά απέναντι στο μικρό αγριολούλουδο. Κι όσα μετάνιωναν, έμεναν το βράδυ ξάγρυπνα και συμμαχούσαν με το όμορφο τριαντάφυλλο και την παπαρουνίτσα. Κι όλα μαζί υπόγεια ενώνανε τις ριζούλες τους για να προστατέψουν το άμοιρο φυτό που τόσο σκληρά του φέρονταν πριν λίγο καιρό. Και τότε καταλάβαιναν πόσο ωραίο πράγμα είναι να αγαπάς και να συνεργάζεσαι με τους άλλους. Πόσο ωραίο πράγμα είναι να αγωνίζονται όλοι για έναν και ένας για όλους. Και πόση δύναμη αποκτούσαν όταν ήταν ενωμένα…
Βέβαια δεν έλειπαν και πάλι τα κακόψυχα λουλούδια, που μισούσαν την παπαρούνα, γιατί την θεωρούσαν κατώτερή τους και ανάξια να βρίσκεται στον κήπο. Δεν έλειπαν τα λουλούδια που η ψυχή τους ήταν γεμάτη ζήλια και το μόνο που είχαν στο μυαλό τους ήταν πως να πικράνουν και να κάνουν κακό στον άλλο… Δεν έλειπαν τα λουλούδια που το μόνο που τους ένοιαζε ήταν ο εαυτός τους και τα συμφέροντα τους. Ήταν όμως πια πολύ λίγα ευτυχώς…
Η μικρή παπαρούνα ήταν τόσο ευτυχισμένη! Για πρώτη φορά στη σύντομη ζωή της είχε φίλους! Και μάλιστα τόσους πολλούς! Από τον πολύ ενθουσιασμό της όμως, άρχισε σιγά σιγά να χαλαρώνει και να αφήνει τις ρίζες της ελεύθερες… Μόνο μερικές ρίζες έμεναν ακόμη πιασμένες απ’ τα υπόλοιπα φυτά… Το χειρότερο όμως ήταν πως κανένα λουλούδι δεν είχε καταλάβει τίποτα. Ούτε καν το τριανταφυλλάκι που μέρες έμενε άγρυπνο για να προστατεύει την παπαρούνα…
Κι όπως συμβαίνει πάντα στη ζωή, ακόμα και των λουλουδιών, το κακό δεν άργησε να συμβεί… Και μάλιστα τη στιγμή που κανείς δεν το περίμενε…
(…συνέχεια)Ήταν η τελευταία μέρα πριν τη γιορτή. Οι ιδιοκτήτες εδώ και 2 μέρες δεν είχαν πλησιάσει καθόλου στον κήπο. Την προηγούμενη φορά που επιχείρησαν να ξεριζώσουν την παπαρούνα είδαν με έκπληξη πως τα περισσότερα λουλούδια κουνιόταν, σαν να ξερίζωναν αυτά και μόνο το αγριολούλουδο έστεκε ατάραχο! Πήγαν να χάσουν το μυαλό τους! Τι ήταν πάλι αυτό; Πείσμα τους έπιασε! Για 2 μέρες έμειναν κλεισμένοι μέσα στο σπίτι για να σκεφτούν τι θα κάνουν.
Τα λουλούδια στον κήπο, που πίστεψαν πως είχαν νικήσει και πως οι άνθρωποι δεν θα τα ξαναενοχλούσαν, αποφάσισαν να κάνουν ένα πάρτι προς τιμήν της παπαρούνας και του τριαντάφυλλου, που τους έδειξαν τι σημαίνει πραγματική ζωή και πόσο μεγάλη είναι η δύναμη της αγάπης και της συνεργασίας! Χορός, λουλουδοτράγουδο, προσεκτικά φυλαγμένοι λουλουζομεζέδες, δωράκια και φιλοφρονήσεις, αστεία, ανέκδοτα και γενικά ένα απίστευτα χαρούμενο και ελπιδοφόρο γλέντι στήθηκε στον κήπο! Και τα περισσότερα λουλούδια δεν κοιμήθηκαν παρά μόνο το πρωί…
(συνεχίζεται…)