αρχική σελίδα MusicHeaven κεντρική σελίδα του blog περισσότερα Blogs

Home
Ζω σημαίνει επικοινωνώ!
05 Φεβρουαρίου 2017, 11:01
Όταν η ντάμα καρό τρομοκρατεί, αντί ν΄αποπλανεί...


...η υπόσχεσή μου προς τον Ορφέα...

Από τα ηχεία ακούγονταν το τραγούδι του Πουλόπουλου «Όσα δεν βάζει ο λογισμός» που πυρπόλησε νοσταλγία και αναμνήσεις. Σάββατο βράδυ, και ο ελληνικός σύλλογος φόρεσε τα γιορτινά του για τον καθιερωμένο σαββατιάτικο χορό. Φαγητό και μπύρα από το μικρό εστιατόριό του όπου έκανα λάντζα, καθάριζα κρεμμύδια και πατάτες, σκούπιζα και καθάριζα, με αντάλλαγμα το φαγητό της ημέρας και ύπνο πάνω σε καρέκλες, μιας και δεν είχα που την κεφαλήν κλείνε, φρέσκος από Ελλάδα στα 19 μου και με εισιτήριο χωρίς επιστροφή.

Χαμένος στις σκέψεις μου και με κατεβασμένο κεφάλι σε μια γωνιά ένιωσα ένα χέρι να ακουμπά τον ώμο μου. Γύρισα και τον κοίταξα. Μου έκανε εντύπωση το καθάριο βλέμμα, η αποφασιστική έκφραση του προσώπου του και τα ασυνήθιστα μεγάλα και γυριστά τσίνουρα που στόλιζαν τα γκριζοπράσινα όμορφά του μάτια.

-«Μη στενοχωριέσαι», μου είπε, «λίγο-πολύ, όλοι τα περάσαμε αυτά».

Δεν γνωριζόμασταν προσωπικά, τον έβλεπα, όμως,  σχεδόν καθημερινά, μιας και έρχονταν στο σύλλογο, συνήθως μετά το μεσημέρι, για να πιει τον καφέ του και να παίξει καμιά παρτίδα σκάκι, πάντα με το ίδιο στρατιωτικό μπουφάν, τζην παντελόνι και αρβύλες.

Στα 23 του αυτός, γόνος πολύ πλούσιας παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας της Σαλονίκης, σχεδόν πάντα χαμογελαστός και καλοδιάθετος, γενναιόδωρος, αθεράπευτα αισιόδοξος, υμνητής του Διονύσου, λάτρης του ωραίου φύλου και του ρεμπέτικου τραγουδιού. Ήξερε απ΄έξω κι ανακατωτά τους στίχους εκατοντάδων ρεμπέτικων τραγουδιών και διέθετε μια μοναδική ικανότητα να μπορεί να αποστάζει, εντελώς απρόσμενα, μαγικά και φιλοσοφημένα, την ουσία ενός περίπλοκου θέματος ή μιας συζήτησης, χρησιμοποιώντας πάντα τον κατάλληλο στίχο κάποιου ρεμπέτικου τραγουδιού.

- Απόψε θα έρθεις να σε φιλοξενήσω σπίτι μου, είπε, χόρτασες καρέκλα εδώ κι ένα μήνα. Αρκετά!

Έμενε μαζί με ένα παιδί από τον Πειραιά, Μαρινέρο το παρατσούκλι του, καθώς το είχε σκάσει επί χούντας από το καράβι στο οποίο είχε μπαρκάρει, μόλις αυτό πόντισε σε κάποιο λιμάνι της Σουηδίας.

Εκείνο το βράδυ δεν κλείσαμε μάτι, μιλώντας για την πολιτική κατάσταση στην πατρίδα, καπνίζοντας, πίνοντας μπύρες και ακούγοντας τραγούδια του Μίκη, από ένα μικρό κασετόφωνο, που άλλοτε προκαλούσαν τον επαναστατισμό της νιότης μας και άλλοτε το δάκρυ μας…

Ο ύπνος στο πάτωμα, πάνω σε ένα υποτυπώδες συνθετικό υπόστρωμα για  υπνόσακο, ήταν σαν σε πουπουλένιο στρώμα, μετά από τον σχεδόν ενός μήνα ύπνο πάνω σε καρέκλες. Όταν ξύπνησα το πρωί, είχαν φύγει ήδη για τις δουλειές τους. Δίπλα στο μαξιλάρι μου, βρίσκονταν άθικτο ένα πακέτο τσιγάρα PRINCE, η μάρκα μου. Δεν κατάφερα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου από την απρόσμενη γενναιοδωρία ενός ανθρώπου που καλά-καλά δεν γνώριζα, εγώ ο κατά τα άλλα ψύχραιμος…

Δυο-τρεις φορές τη βδομάδα, γυρνούσε σπίτι σχεδόν χαράματα και κάποιες άλλες καθόλου. Κάποια φορά πειράζοντας τον, του είπα : «Άσε και καμιά σουηδέζα για μας, ρε φιλαράκι!». Η απάντησή του ήταν άμεση: «Μακάρι να ΄ταν σουηδέζες αυτές που με ξενυχτούν και όχι ντάμες καρό!» Βλέποντας την απορία μου, συνέχισε: «Αν θέλεις, μπορείς να΄ρθεις μαζί μου κάποιο βράδυ για να σου τις γνωρίσω…».

Η ατμόσφαιρα ήταν όπως τη φανταζόμουν. Καπνός από τσιγάρα, τσόχινα μεγάλα στρογγυλά τραπέζια και γύρω τους σχεδόν αμίλητοι και πολύ σοβαροί 5-6 άντρες στο καθένα που, μόλις μπήκα, στράφηκαν όλοι τους προς το μέρος μου, κοιτώντας με διερευνητικά από πάνω ως κάτω και, όπως μου φάνηκε, κάπως καχύποπτα.

«Καλησπέρα, παιδιά, είναι δικός μου, όλα καθαρά», είπε ο φίλος μου και αυτοί ξαναγύρισαν αργά το κεφάλι προς την πράσινη τσόχα.

Κάθισα 2-3 μέτρα μακριά από το τραπέζι που βολεύτηκε ο φίλος μου, πίνοντας το ουίσκι που μου έφερε η όμορφη κοκκινομάλλα Γιουγκοσλάβα. Από τη θέση που βρισκόμουν, μπορούσα να παρακολουθώ άνετα το παιχνίδι. Γνώριζα καλά το πόκερ από Ελλάδα. Μου έμαθε τα μυστικά του ο θείος Χάρης, παλιός καπετάνιος του ΕΛΑΣ, με 25 χρόνια φυλακής και εξορίας στην πλάτη, μέγας μποέμ, γλεντζές και Δον Ζουάν μέχρι μεγάλης ηλικίας…

Επιστρέφοντας σπίτι, του έκανα δειλά κάποιες παρατηρήσεις για ορισμένα πονταρίσματά του και πως, κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε να είχε καταστρώσει τη στρατηγική του. Με κοίταξε απορημένος, λέγοντας απλά : «Ρε συ το ΄χεις. Από πού μας ξεφύτρωσες;»

Από τότε, άρχισε να με παίρνει συχνά μαζί του, να ζητά τη γνώμη μου και να συζητά μαζί μου διάφορες πιθανότητες και ενδεχόμενα. Με άκουγε πάντα πολύ προσεκτικά, μέχρι τη μέρα που πηγαίνοντας για τη λέσχη μου λέει: «Ρε συ, τι θα έλεγες αν σου ζητούσα να παίξεις αντί για μένα. Τα λεφτά δικά μου και τα κέρδη μισά-μισά».

Από τη βραδιά εκείνη και μετά, δεν ξανάπιασε τράπουλα στο χέρι. Στο παιχνίδι, αντιπροσώπευα εγώ πλέον το συνεταιριλίκι μας. Τις περισσότερες φορές, γυρίζαμε με σημαντικά κέρδη σπίτι, σε σημείο που να σταματήσει τη δουλειά του αυτός, εγώ να βρω δικό μου σπίτι, να αγοράσω αυτοκίνητο και να περνούν καλά κοντά μας και αρκετοί άλλοι φίλοι απένταροι. Ήταν δύο χρόνια αυτοκρατορικά και ζωής χαρισάμενης σαν σε παραμύθι.

«Δικέ μου, που σε βρήκα;» έλεγε και ξανάλεγε ο φίλος μου «Τι κρυφό ταλέντο έκρυβες μέσα σου και δεν το ΄ξερες ούτε συ!».

Όλα τέλειωσαν εκείνο το βράδυ, παραμονή Πρωτοχρονιάς. Έγινε ένα πολύ χοντρό παιχνίδι που ξέφυγε, για κάποιον λόγο, αρκετά για τα δεδομένα της συγκεκριμένης λέσχης που συχνάζαμε. Κύριος «υπαίτιος» ο τύπος απέναντί μου που φαινόταν πως έχασε τη μπάλα εντελώς. Έμοιαζε, στην κυριολεξία, σαν πρόβατο για σφαγή. Πόνταρε με τρόπο που κάποιος έμπειρος ή καλός παίχτης καταλάβαινε, πριν καν μοιραστεί η τράπουλα, τι φύλλο έχει. Κάποιες φορές, όταν βόλευε, προσπάθησα να τον «προστατέψω» με διάφορους έμμεσους τρόπους, για να μη γίνει κάποια παρεξήγηση με τους άλλους, αλλά αυτός λες και δεν καταλάβαινε τίποτα.

Μετά το τέλος της ατέλειωτης αυτής βραδιάς, φύγαμε από το κολαστήριο με ένα ιλιγγιώδες ποσό στις τσέπες μας. Για κάποιο λόγο, όμως, δεν αισθανόμουν καθόλου καλά. Είχα μια ένταση και ταραχή πρωτόγνωρη καθώς, όπως μου λέγανε κι οι φίλοι μου, η ψυχραιμία και νηφαλιότητα που μπορώ να διατηρώ ακόμα και σε ακραίες καταστάσεις είναι σχεδόν αλλόκοτη. Την επομένη έσκασαν τα δυσάρεστα μαντάτα. Η γυναίκα του μεγάλου χαμένου βρίσκονταν σε κρίσιμη κατάσταση στο νοσοκομείο, μετά από μια σοβαρή απόπειρα αυτοκτονίας, όταν έμαθε πως ο σύζυγός της έχασε όλες τις οικονομίες χρόνων πολλών στην ξενιτειά και ενώ ετοιμάζονταν να επιστρέψουν μόνιμα στην πατρίδα.

Αρρώστησα. Τα χρήματα έκαιγαν στις τσέπες μου και δεν ήθελα καν να τ΄αγγίξω. Τα ένιωθα σαν κατάρα που έγιναν η αιτία να χαροπαλεύει, τη στιγμή εκείνη, μια νέα γυναίκα και μητέρα δύο ανήλικων παιδιών, στην εντατική ενός νοσοκομείου.

Μίλησα στο φίλο μου και δεν έφερε την παραμικρή αντίρρηση. Έδειχνε μόνο πολύ συγκινημένος. Πήγαμε στο νοσοκομείο και βρήκαμε τον αξιολύπητο άντρα. Χωρίς πολλά λόγια, του επέστρεψα όλα τα χρήματα που είχε χάσει. Μας κοιτούσε αποσβολωμένος και ακίνητος με τα δάκρυα του να κυλούν από τα μάτια του.

Από τότε και μέχρι σήμερα, δεν έχω ξαναπιάσει τράπουλα στα χέρια μου, ούτε καν για πασιέντζα, κι ας ήταν, κάποιες φορές,  οι προκλήσεις άκρως δελεαστικές…


12 σχόλια - Στείλε Σχόλιο





Σχόλιο από Orfeus (05.02.2017)
Σάββα...

Σε ευχαριστώ για το ποστ. Το απόλαυσα για αρκετούς λόγους. Μου άρεσε πολύ η αφήγησή σου που έβαλε φωτιά στη φαντασία μου. Απόλαυσα να χαζεύω την αίθουσα με τα μεγάλα τσόχινα στρογγυλά τραπέζια, απόλαυσα την ατμόσφαιρα με τους καπνούς από τα τσιγάρα (και ας είναι πέντε χρόνια τώρα που το 'κοψα), γοητεύτηκα δε τόσο πολύ από την κοκκινομάλλα Γιουγκοσλάβα που σερβίριζε τα ποτά που έπινα το ένα τζιν πίσω απ' τ' άλλο για να έχω ευκαιρίες να με γυροφέρνει όλη την ώρα.

Δεν είχα ποτέ μου παρτίδες με τράπουλες με εξαίρεση τις πρωτοχρονιές που και πάλι δεν ήμουν ποτέ φανατικός για να παίξω. Όσες φορές το έκανα, το έκανα παίζοντας 31 για την πλάκα και για την παρέα. Όσο για πόκερ ή πόκα. Είμαι εντελώς άσχετος.

Θυμάμαι μια πρωτοχρονιά που βρέθηκα προσκαλεσμένος σε ένα σπίτι και κατά διαβολική σύμπτωση, εκείνο το βράδυ έφερνα συνεχώς 31 ή 14. Ήταν εξωφρενικό. Δεν πίστευα ούτε εγώ σ' αυτό που συνέβαινε. Όλοι με εξέλαβαν για επαγγελματία ενώ εγώ δεν είχα ιδέα. Απέναντί μου καθόταν ένας άγνωστος -όχι πολύ φανατικός άντρας- ο οποίος κάποια στιγμή δεν άντεξε και μου πρότεινε να με αγαπήσει για να πάψω να κερδίζω.

Με ταξίδεψε το κείμενό σου Σάββα...

Γνώρισα κάποτε έναν πασίγνωστο Έλληνα συγγραφέα. Δεν θυμάμαι αν ήταν κάποια γιορτή, αλλά δεν έχει σημασία. Είχαμε καλέσει μερικούς φίλους στο σπίτι και ένας από την παρέα τον έφερε μαζί του. Φάγαμε, ήπιαμε, παίξαμε τις κιθάρες μας και τραγουδήσαμε τα ρεμπέτικά μας, και κάποια στιγμή αυτός μερακλώθηκε και σηκώθηκε να χορέψει ζεϊμπέκικο. Δεν κάθισε κάτω ξανά. Χόρευε και τραγουδούσε συνεχώς. Ήξερε όλα τα τραγούδια απ' έξω και μας έκανε και τις παραγγελιές του. Κάποια στιγμή πάνω στο κέφι, έσπασε ένα ποτήρι αλλά δεν σταμάτησε στο ένα. Σε λίγο τα είχε σπάσει όλα και πίναμε όλοι αναγκαστικά από νεροπότηρα.

Η σύνδεση με το κείμενό σου είναι ότι αυτός ο άνθρωπος υπήρξε στη ζωή του επαγγελματίας παίχτης ρουλέτας και κατά καιρούς, μας έλεγε πολλές ιστορίες από την "καριέρα" που έκανε στις λέσχες αλλά και πολλά από τα "κόλπα" του επαγγέλματος. Το 1995 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το βιβλίο του: "Ο Χορός των Ρόδων" του οποίου η πλοκή αναφέρεται στην επαγγελματική του καριέρα ως παίχτης ρουλέτας. Ήταν ο συντοπίτης σου, ο Αντώνης Σουρούνης.

Μετά από 2-3 μέρες τηλεφώνησε, ήρθε να μας δει και ζητώντας συγγνώμη για την προ ημερών συμπεριφορά του, έδωσε στην τότε σύντροφό μου ένα ολόκληρο σερβίτσιο από ποτήρια.

Τώρα δεν υπάρχει ούτε εκείνη ούτε εκείνος.
Η Λία "έφυγε" το 2013 και ο Αντώνης τον περασμένο Οκτώβρη.

Με ταξίδεψε το κείμενό σου Σάββα. Με ταξίδεψε και με συγκίνησε.
Σε ευχαριστώ πολύ!



Σχόλιο από sven (05.02.2017)

Να ΄σαι καλά, Γιώργο. Σ΄ευχαριστώ πολύ για το σχόλιό σου.

Αντώνης Σουρούνης, πολύ πολύ αγαπημένος μου συγγραφέας. Όταν πρωτοδιάβασα το βιβλίο του "Ο χορός των Ρόδων" νόμιζα, σε πολλά σημεία, πως έβλεπα τον εαυτό μου. Κι αυτός, από κάποια στιγμή και μετά μόνο έβλεπε...

Ο καθένας μας κουβαλά εντός του ιστορίες διάφορες που για άλλους μπορεί να φαντάζουν εντυπωσιακές ή υπερβολικές, αλλά γι΄αυτόν που τις έχει ζήσει, δεν είναι παρά κάτι δεδομένο και ενταγμένο πλέον στις εμπειρίες και τη ζωή του γενικότερα.

Το ζητούμενο είναι να αντλούμε από αυτές λίγη έστω σοφία...

Καλό Βράδυ!!!


Σχόλιο από Hastaroth (06.02.2017)
Το πρόβλημα δεν είναι η χαρτοπαιξία,αλλά το ότι διακινδυνεύει ο παίκτης τα χρήματά του.Αν παίζη χωρίς χρήματα,έτσι απλώς για την διασκέδαση,δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα,μπορεί να παίξη οποιοδήποτε παιχνίδι.

Είχα γράψει εδώ προσφάτως για τις δικές μου εμπειρίες χαρτοπαιξίας,που μάλιστα σχετίζονταν και με κάποιες διακοπές μου στην Σουηδία.Αλλη μια εμπειρία μου είναι ότι η μητέρα μου ήταν μέλος σε μια παρέα κυριών που μαζεύονταν εκ περιτροπής στο σπίτι εκάστης και έπαιζαν «χαρτάκι».Κάποιες φορές μάλιστα,συμμετείχε και ο πατέρας μου.Δέν θυμάμαι πλέον τι παιχνίδια έπαιζαν,αλλά θυμάμαι ότι έπαιζαν μικροποσά,τα οποία μάλλον ανακυκλωνόντουσαν μεταξύ τους.Βρήκα επίσης προσφάτως κάποια από τα σημειωματάρια στα οποία η μητέρα μου σημείωνε τους «πόντους»,κάθε φορά που ήταν η σειρά της να υποδεχτή τις φίλες της.

Το γενικό συμπέρασμα που έχω βγάλει είναι πως όταν σε οποιοδήποτε «παιχνίδι» ανακατεύονται τα χρήματα,παύει πλέον να είναι παιχνίδι και γίνεται πάθος που μπορεί να καταστρέψη ακόμη και ζωές.Και δεν ισχύει μόνο για τα χαρτιά.Ακόμη και οι ομαδικές αθλοπαιδιές που παίζουμε ως παιδιά-ποδόσφαιρο,μπάσκετ κλπ-όταν παρεισφρύουν τα χρήματα,μπορεί να προκαλέσουν ακόμη και οικογενειακές τραγωδίες.Και πάντως,μετατρέπονται σε ισχυρά μέσα ακόμη και πολιτικής πίεσης.

Δεν είναι λοιπόν μόνο η «ντάμα καρώ» που μπορεί να τρομοκρατήση αντί να "αποπλανήση".Ακόμη και η «στρογγυλή θεά»-η «μπάλλα» που παίζουμε ή παίζαμε στις αλάνες στα παιδικά μας χρόνια,μετατρέπεται σε πάθος,σε μοχλό πολιτικής πίεσης (ξέρουμε όλοι τι αστρονομικά ποσά «παίζονται» στους διάφορους ποδοσφαιρικούς και καλαθοσφαιρικούς συλλόγους και πόσα δισεκατομμύρια διατίθενται για «αγορές» παικτών-ακόμη και το γεγονός ότι μιλάμε για «αγορές»,σαν να πρόκειται για σκλάβους ή ζώα κι’όχι για ανθρώπους-σ’αυτήν την γιγάντια «βιομηχανία»).....


Σχόλιο από sven (06.02.2017)
Ακριβώς, όπως το λες έχουν τα πράγματα, Αλβέρτο.

Το πρόβλημα δεν είναι η χαρτοπαιξία αλλά ο ΤΖΟΓΟΣ, γενικότερα. Έχουν καταστραφεί και χαθεί ζωές...

Καλό απόγευμα και ακόμα καλύτερο βράδυ...!!!


Σχόλιο από DemetresOpc (11.02.2017)
"Πρεζες υπάρχουν πολλές" φίλε Σβέν, και αν δεν προσέχεις, σκοτώνουν όλες.

Πάντως, με το τρόπο που έπαιζε το θύμα, ίσως να μην ήθελε να φύγει από το κλουβί του.

Καλό ΣΚ.


Σχόλιο από sven (11.02.2017)

Τζιμάκο,

πρέζες-σειρήνες υπάρχουν όντως πολλές. Πόσοι από εμάς μπορούμε να αντισταθούμε σε αυτές, όμως; "Πρέζα" μπορεί να είναι και μια νοσηρή σχέση εξάρτησης που να κάνει εξίσου μεγάλο κακό και να προκαλέσει τον όλεθρο, και όχι μόνο στον εξαρτημένο...

Είχα, χθες μόλις, μια πρώτη συνεδρία με μια πολύ νέα και αξιόλογη κοπέλα που περιμένει σε λίγο το πρώτο της παιδί, πριν καλά-καλά συμπληρώσει έναν χρόνο γάμου. Ο καλός της έβαλε τέρμα στη ζωή του πριν από λίγο καιρό, μη μπορώντας προφανώς να διαχειριστεί το αδιέξοδο στο οποίο τον οδήγησε η νοσηρή σχέση εξάρτησης με τη μητέρα του. Η τελευταία φαίνεται πως "απειλήθηκε" τόσο πολύ από την παρουσία μιας άλλης γυναίκας στη ζωή του γιου της που πυρπόλησε στην κυριολεξία το γάμο του με τρόπο σατανικό, αλλά και τη ζωή του συνολικά οδηγώντας τον στο θάνατο...Ο δύστυχος, μη μπορώντας να διαχειριστεί το τρομακτικό εσωτερικό αδιέξοδο που δημιουργήθηκε εντός του, επέλεξε ως "λύση" να βάλει τέλος στη σύντομη και λαμπρή, κατά τα άλλα, πορεία της ζωής του...

Καμιά φορά απορώ και αναρωτιέμαι για το πως ένας άνθρωπος -ΕΓΩ, στην προκειμένη περίπτωση- αντέχει να γίνεται αποδέκτης καθημερινά τόσο αφόρητου ψυχικού πόνου, σε όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής του...

Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, αν και νομίζω πως έχω απάντηση για μένα που με καθησυχάζει...

Καλό ΣΚ!!!


Σχόλιο από DemetresOpc (12.02.2017)
Μάνες που τρώνε τα παιδιά τους!

Δεν θα μπορούσα με τίποτα να κάνω την δουλειά σου Σβέν, ίσως γιατί δεν μπορώ να ανεχτώ την βλακεία και την νοσηρότητα.
Και δεν το λέω με έπαρση, ουδέποτε με είδα σαν διάνοια ή κάτι τέτοιο, και περισσότερο από όλες τις βλακείες η δικιά μου με ενοχλεί περισσότερο.

Πάντα σεβόμουν και σέβομαι αυτά που δεν μπορώ να κάνω, ακόμα κι αν διαφωνώ με αυτά.


Σχόλιο από sven (12.02.2017)

Δεν συμβαίνουν από βλακεία τόσο τραγικά πράγματα, Τζιμάκο. Μακάρι να ήταν έτσι, θα αντιμετωπίζονταν ευκολότερα...

Νοσηρότητα είναι, όπως το λες. Ψυχική αναπηρία και πολύ δύσκολα αναστρέψιμη, από τη στιγμή που τέτοια άτομα δεν πιστεύουν πως έχουν πρόβλημα...

ΥΓ. Αν σε ενδιαφέρει το συγκεκριμένο θέμα, οι ιδιαιτερότητες και οι συνέπειές του, διάβασε, αν θέλεις, αυτό το άρθρο : http://www.i-psyxologos.gr/goneis-narkisistikes-diataraxes/


Σχόλιο από Hastaroth (13.02.2017)
Μήπως η "πρέζα" τελικώς ήταν ο γιός (γιά την μητέρα του) και όχι η μητέρα (γιά τον γιό της);

Μήπως την νοσηρή εξάρτηση την είχε η μητέρα,εξ ού και "απειλήθηκε" από την παρουσία τής νύφης της;

Τώρα όμως τιμωρήθηκε η ίδια.Εχασε,όχι μόνο τον γιό της,αλλά και την νύφη της-που,βεβαίως,δέν θα την συγχωρήση ποτέ (και καλά θα κάνη,κατά την ταπεινή μου γνώμη-αλλά και το εγγόνι της (που δέν θα συγχωρήση ποτέ την γιαγιά του που έγινε αιτία να χάση τον πατέρα του....

Είναι αυτοί οι άνθρωποι που,σύμφωνα με την ορολογία ενός φίλου μου,είναι "κακά κακοί",δηλαδή η επιτομή τής κακίας...

ΥΓ.Υπάρχει ένα βιβλίο ποέχει τίτλο "τοξικοί γονείς".Μού το είχε αναφέρει ένας φίλος μου ψυχολόγος (και μουσικός συνεργάτης μου,παλιότερα).Εχω ψάξει να το βρώ,αλλά μέχρι στιγμής δέν τα κατάφερα.Πού θα μού πάη όμως,κάποια στιγμή θα το βρώ,διότι "ο ψάχνων ευρίσκει"...


Σχόλιο από sven (13.02.2017)

...όπως ακριβώς το λες είναι, Αλβέρτο. Η εξάρτηση είναι αμοιβαία και αλληλοτροφοδοτούμενη, με ηθικό αυτουργό και θύτη τη μητέρα που, για προσωπικούς της λόγους αποκλειστικά, έγινε, άθελά της, "δήμιος" του παιδιού της...

Ο εναγκαλισμός μιας τέτοιου είδους εξάρτησης είναι τόσο ασφυκτικός, παραλυτικός και, ενίοτε, θανάσιμος που απαιτείται απίστευτη προσπάθεια, με τη βοήθεια ειδικού, για να καταφέρει το παιδί -ασχέτως ηλικίας- να ξεφύγει σώο και με διάθεση για ζωή δική του πια...

Καλό απόγευμα!


Σχόλιο από Hastaroth (15.02.2017)
Ξεφεύγω ολίγον τι απ’το θέμα,αλλά το τελευταίο σχόλιο του Σουηδού ιατρού Sven με οδηγεί σε αυτό.

Στην ταινία “Whatever it takes”,ο ηθοποιός Ben Kingsley λέει σε κάποια στιγμή στην ηθοποιό που υποδύεται την σύντροφό του (δεν θυμάμαι το όνομά της,δυστυχώς-η ταινία είχε προβληθεί στην Ελλάδα με τον τίτλο «κι’αν σού κάτση;»): «για ο,τιδήποτε θελήσουμε να κάνουμε στην ζωή μας,μας ζητάνε να έχουμε κάποιο δίπλωμα-για να οδηγήσουμε αυτοκίνητο,για να δουλέψουμε κάπου,για να κυβερνήσουμε μια βάρκα…Μόνο για να γίνουμε γονείς δεν μας ζητάνε δίπλωμα.Κι’όμως,αυτός είναι ο σημαντικώτερος ρόλος στην ζωή μας».

Λάθη στην ανατροφή των παιδιών τους κάνουν πολλοί γονείς-και οι δικοί μου έκαναν επίσης.Ομως το να έχης τέτοια εξάρτηση απ’το παιδί σου ώστε να ξεχνάς πως αποστολή σου είναι να το διδάξης πώς να είναι αύταρκες στην δική του ζωή και όχι να εξαρτάται από άλλους-και πολύ περισσότερο από εσένα τον ίδιο-είναι τραγικό,διότι δείχνει ότι ήσουν ακατάλληλος για να γίνης γονέας.

Αν εσύ ο ίδιος εξαρτάσαι τόσο πολύ απ’το παιδί σου,πώς θα το διδάξης να είναι ανεξάρτητο το ίδιο;


Σχόλιο από sven (15.02.2017)

Αλβέρτο,

δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω απόλυτα μαζί σου..

Η μέχρι τώρα εμπειρία-μου μου έχει καταδείξει και διδάξει πως ένα ποσοστό, τουλάχιστον 20-30%, δεν θα έπρεπε ποτέ να είχαν γίνει γονείς...

Καλή συνέχεια!



Για να στείλετε σχόλιο πρέπει να έχετε συνδεθεί ως μέλος. Πατήστε εδώ για να συνδεθείτε ή εδώ για να εγγραφείτε.

Επιστροφή στο blog


Συγγραφέας
sven
από ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΕΥΡΥΤΕΡΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ



Περί Blog
blogs.musicheaven.gr/sven






Όταν τη γνώρισα αυτή ήταν 18 κι εγώ 19. Ήταν Γενάρης μήνας και το κρύο τσουχτερό.Καθόμουν σ'ένα τραπεζάκι δίπλα στο τζάμι του μικρού καφέ και έβλεπα προς το δρόμο, ρουφώντας μεγάλες γουλιές ζεστής σοκολάτας πριν πάω για μάθημα στο πανεπιστήμιο. Μου έκανε εντύπωση το Κόλεϋ που βάδιζε κατά μήκος της τζαμαρίας, κοιτώντας προς τα μέσα, μέχρι που ήρθε και στάθηκε ακριβώς έξω από το σημείο που καθόμουν. Τότε ήταν που άκουσα τη φωνή της να μου λέει καθώς καθόταν στη απέναντί μου καρέκλα: "Φαντάζομαι να μην ενοχλώ",και βλέποντας πως δεν αρθρώνω λέξη από το ξάφνιασμά μου, πρόσθεσε: "Νοιώθουμε κι οι δυο καλύτερα όταν μπορούμε να βλέπουμε ο ένας τον άλλον". Ήταν απίστευτα γοητευτική και άνετη, σαν να συναντούσε έναν παλιό της φίλο. Μιλούσε μάλλον για το σκυλί και τις συνήθειές του, μα το μόνο που συγκράτησα ήταν πως, αν και περνούσε καθημερινά μπροστά από το καφέ αυτό, βγάζοντας το σκύλο της για την πρωινή του βόλτα, ήταν η πρώτη φορά που κάτι την έσπρωξε να μπει για έναν καφέ. Σηκώθηκε, το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκε, ρωτώντας με με το πιο φυσικό ύφος του κόσμου, αν θάθελα να τους κάνω παρέα στη βόλτα τους. Ακολούθησα σαν υπνωτισμένος χωρίς να πω κουβέντα, αφήνοντας στη βιασύνη μου ένα χαρτονόμισμα που αντιστοιχούσε στην τιμή πέντε καφέδων, χωρίς να πάρω ρέστα. Το παρατήρησε, λέγοντάς μου γελώντας, καθώς κατάλαβε την αμηχανία και την ταραχή μου: "Είσαι, βλέπω, πολύ γενναιόδωρος". Από τη στιγμή εκείνη, γίναμε αχώριστοι.Έκανε απίστευτα πράγματα-δείγματα αγάπης για μένα, στη διάρκεια των πέντε μηνών που ήμασταν μαζί. Το Σαββατοκύριακο εκείνο του Ιούνη ήταν σαν ένα όνειρο και η ίδια γλυκιά και τρυφερή όσο ποτέ. Ήρθε η Δευτέρα και παίρναμε το θαυμάσιο πρωινό που είχε ετοιμάσει, όταν μου είπε το ίδιο φυσικά, όπως τότε που πρωτοσυναντηθήκαμε, κοιτώντας με με εκείνο το καθάριο βλέμμα ίσια στα μάτια: "Φεύγω σε μία ώρα για άλλη πόλη και δεν θα ξαναγυρίσω". Την κοιτούσα και πάλι αποσβωλομένος, όπως την πρώτη φορά, και το μόνο που κατάφερα να ξεστομίσω ήταν, "Μα εσύ έλεγες πως μ΄αγαπάς πιο πολύ από τον καθένα". Η απάντησή της ήταν, όπως πολλές φορές, αποστομωτικά αβίαστη και άμεση: "Είναι αλήθεια, μα πάνω απ' όλους αγαπώ το σκυλί μου. Αυτό είναι το μόνο πλάσμα που δεν πρόκειται ποτέ να με προδώσει". Σηκώθηκε, έσφιξε το κεφάλι μου με δύναμη πάνω στο στήθος της και με φίλησε τρυφερά στο μέτωπο. Ανοίγοντας την πόρτα για να φύγει κοντοστάθηκε, γύρισε με κοίταξε και είπε:"Θέλω να 'μαι ελεύθερη". Τη συνάντησα εντελώς τυχαία μετά από πέντε χρόνια σε μια πόλη, όπου πήγαμε να παίξουμε με το συγκρότημά που είχαμε τότε. Ήταν πίσω από το μπαρ ενός καφέ και σέρβιρε πρωινό. Μόλις την είδα πάγωσα. Με κοίταξε στα μάτια, χαμογελώντας αχνά και δείχνοντάς μου πάνω από τον πάγκο το δάχτυλο του δεξιού της χεριού όπου φορούσε το δαχτυλίδι που κάποια στιγμή της είχα χαρίσει. Ήταν, ξέρετε, του πιο αγαπημένου μου ξαδέλφου που μου το χάρισε για να τον θυμάμαι όταν μετανάστευσε για Αμερική. Το βλέμμα της, όπως πάντα, καθάριο, μα τη φορά αυτή σαν να μου φάνηκε πως τα μάτια της ήταν βουρκωμένο.Γύρισε απότομα και χάθηκε γρήγορα πίσω από την πόρτα της κουζίνας. Και, ενώ περίμενα με λαχτάρα να ξαναφανεί, την πήρε το βλέμμα μου να τρέχει και να χάνεται στο βάθος του δρόμου κρατώντας από το λουρί το αγαπημένο της Κόλεϋ..






Tags




Επίσημοι αναγνώστες (36)
Τα παρακάτω μέλη ενημερώνονται κάθε φορά που ανανεώνεται το blogΓίνε επίσημος αναγνώστης!


Πρόσφατα...


Δημοφιλέστερα...




Αρχείο...


Φιλικά Blogs

Links







Ανάπτυξη MusicHeaven.gr, Hosting interTEN Όροι Χρήσης