αρχική σελίδα MusicHeaven κεντρική σελίδα του blog περισσότερα Blogs

Home
Ζω σημαίνει επικοινωνώ!
30 Ιουνίου 2019, 12:24
Νοσταλγία...


Τι είναι, αλήθεια, η νοσταλγία; Πότε, γιατί και υπό ποιες προϋποθέσεις βιώνουμε νοσταλγικά αισθήματα; Τα βιώνουμε όλοι με τρόπο παρόμοιο; Νιώθουμε όλοι το ίδιο στο άκουσμα ενός τραγουδιού που μας παραπέμπει στην εποχή του πρώτου μας έρωτα, ενός ερεθίσματος που μας θυμίζει τα αρωματικά κουλουράκια της γιαγιάς μας ή η οσμή ενός σώματος που μας παραπέμπει σε κάτι πολύ οικείο και γλυκό από τα παλιά;

Λατρεύω αυτές τις αναπολήσεις, τις μνήμες και τα αισθήματα χαρμολύπης που, όταν δεν εξιδανικεύονται παραμορφωτικά και δεν αποπροσανατολίζουν, ζεσταίνουν την ψυχή σε στιγμές που το έχουμε ανάγκη…

Η ετυμολογική έννοια της λέξης «νοσταλγία» είναι: «ο ψυχικός πόνος που προκαλεί η λαχτάρα και η προσμονή της επιστροφής στην πατρίδα». Η πιο σύγχρονη σημασία είναι: «η λαχτάρα για τα περασμένα».

Κάποιοι επιστήμονες ορίζουν τη νοσταλγία ως τη λαχτάρα για μια πατρίδα που πλέον δεν υπάρχει και που ίσως  ποτέ να μην υπήρξε. Η νοσταλγία είναι ένα αίσθημα απώλειας και μετάθεσης, αλλά επίσης  και ένα ειδύλλιο με την ίδια τη φαντασία μας. Η νοσταλγία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα ιστορικό αίσθημα καθώς μπορεί μεν να αντιπροσωπεύει τη λαχτάρα για έναν τόπο (όχι με την γεωγραφική έννοια, αλλά ως δυνατότητα κοινότητας και συνύπαρξης με άλλους), αλλά στην ουσία πρόκειται για τη λαχτάρα για μια άλλη εποχή, π.χ. για την παιδική ηλικία, για την εποχή ενός μεγάλου έρωτα κ.τ.λ.

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο πως στη διάρκεια περιόδων μεγάλων προσωπικών και  συλλογικών αλλαγών -όπως, για παράδειγμα, η μετάβαση από την παιδική στην εφηβική ηλικία, από τη νεότητα στην ώριμη ηλικία, στη γονεϊκότητα, στη γήρανση, σε καταστάσεις κρίσης ή μεγάλων καταστροφών/απωλειών, και εξαιτίας της ξέφρενης «μοντερνοποίησης» της ζωής και των κοινωνιών που ζούμε- η νοσταλγία, σε πολλούς από εμάς, γιγαντώνεται, λειτουργώντας ως αναγκαία ανάσα και ως πρόσβαση/στάση σε μια όαση ηρεμίας και σε μια αίσθηση οικειότητας και προβλεψιμότητας που λείπουν από τη ζωή πολλών από εμάς.

Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις ατόμων στα οποία η νοσταλγία για τα περασμένα δεν είναι παρά η έκφραση ενός έντονου φόβου για αλλαγές και αναπροσαρμογή, και μιας άμυνας απέναντι σε αυτόν, ιδιαίτερα όταν οι αλλαγές αυτές είναι γρήγορες και έντονες, δυσκολεύοντας ακόμα περισσότερο τη δυνατότητα προσαρμογής. Μία τέτοιου είδους νοσταλγία καθηλώνει και εμποδίζει την προσαρμογή και την προσωπική εξέλιξη σε ένα συνεχώς και γρήγορα μεταβαλλόμενο περιβάλλον.

Γενικά, θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι σαφές πως η νοσταλγία είναι ένας τρόπος για εμάς τους ανθρώπους να δραπετεύουμε, όποτε μας είναι απαραίτητο, από έναν κόσμο που τον βιώνουμε σκληρό, ψυχρό και, ως ένα βαθμό, αφιλόξενο. Με τον τρόπο αυτό, δημιουργούμε στους εαυτούς μας μια αίσθηση πως ανήκουμε κάπου, ενισχύοντας ταυτόχρονα την αίσθηση ταυτότητάς μας.

Τα διάφορα αντικείμενα από το παρελθόν ή ορισμένα που συμβολίζουν κάτι από αυτό (φωτογραφίες, ενθύμια κ.τ.λ.) αποκτούν ιδιαίτερη συναισθηματική και συμβολική αξία καθώς λειτουργούν ως συγκεκριμένοι δείκτες του χρόνου που έχει περάσει, δίνοντάς μας μια αίσθηση επανάκτησης μέρους της παιδικής μας ηλικίας και αγαπημένων χρόνων που πέρασαν. Με άλλα λόγια, η νοσταλγία μας βοηθά να διατηρήσουμε την επαφή με την ιστορία της ζωής μας, ιδιαίτερα σε καιρούς εξωφρενικά γρήγορους και απρόσωπους, όπου η επωνυμία αποκτά την έλξη και την εκτυφλωτική της λάμψη εξαιτίας της χάσκουσας ανωνυμίας και της αποξένωσης των πολλών.

Όλοι σχεδόν αναφέρονται στο χρηματικό κόστος του προσφυγικού προβλήματος που έχει αναχθεί σε μείζον πολιτικό θέμα/πρόβλημα στα περισσότερα μέρη του πλανήτη. Πόσοι, όμως, έχουν αναρωτηθεί μέχρι στιγμής ποιο είναι το συναισθηματικό κόστος όλων αυτών των εκατομμυρίων ανθρώπων που αναγκάσθηκαν σε ξεριζωμό; Ποιος, όμως, ασχολείται με τον απύθμενο πόνο και τη νοσταλγία αυτών των ανθρώπων που έχασαν τα πάντα και κυρίως κάθε δυνατότητα επιστροφής στον τόπο που γεννήθηκαν και έζησαν;  

Νοσταλγία σημαίνει απώλεια. Όμως, όχι μόνο μιας πατρίδας αλλά και της γλώσσας, της οικογένειας, των φίλων, των συνηθειών, των αξιών, των μύριων διαφορετικών ερεθισμάτων, μνημών, παραδόσεων και τόσων άλλων. Όλα αυτά, στην ουσία, σημαίνουν απώλεια της προσωπικής ταυτότητας, της αίσθησης κοινότητας με άλλους και πως ανήκουμε κάπου.

Σε περιόδους υπαρξιακής αβεβαιότητας και ανησυχίας, δίνουμε στον εαυτό μας τη δυνατότητα να ξαναγυρίσει νοερά σε κάτι που θεωρούμε ως αυθεντικό  και ασφαλές. Αυτός είναι ο κυριότερος λόγος ύπαρξης της νοσταλγίας. Όχι ως ένα είδος ουτοπίας ή ψευδαίσθησης, αλλά ως  ένας ενεργητικός και προσωπικός τρόπος  να  μεταμορφώνουμε το χρόνο σε τόπο ο οποίος μας παρέχει την αναγκαία ασφάλεια και ηρεμία και στον οποίο μπορούμε να μπαινοβγαίνουμε, όποτε το έχουμε ανάγκη, ώστε να βρούμε την απαραίτητη εσωτερική μας ισορροπία.

Στις μέρες μας, όμως, κυριαρχεί η νοοτροπία του άσπρου/μαύρου. Είτε είσαι με το κύμα των πολλών και τότε θεωρείσαι υγιής και «φυσιολογικός» είτε είσαι «στην απ΄έξω» και θεωρείσαι προβληματικός, ιδιόρρυθμος, ευάλωτος και ψυχικά διαταραγμένος.

Ποιος, αλήθεια, τολμά να τηλεφωνήσει στη δουλειά του, αναφέροντας πως χρειάζεται να μείνει σπίτι για να βρει την ηρεμία του; Η ασθένεια, κυρίως η σωματική, είναι η μόνη κοινωνικά αποδεκτή μορφή απόκλισης. Ίσως για τον λόγο αυτό υπάρχει και η τάση να θεωρούνται ως ασθένειες διάφορες συναισθηματικές ανάγκες, ίσως ακόμα και η ανάγκη μας για εγγύτητα και ασφάλεια…


- Στείλε Σχόλιο






Για να στείλετε σχόλιο πρέπει να έχετε συνδεθεί ως μέλος. Πατήστε εδώ για να συνδεθείτε ή εδώ για να εγγραφείτε.

Επιστροφή στο blog


ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Συγγραφέας
sven
από ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΕΥΡΥΤΕΡΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ



Περί Blog
blogs.musicheaven.gr/sven






Όταν τη γνώρισα αυτή ήταν 18 κι εγώ 19. Ήταν Γενάρης μήνας και το κρύο τσουχτερό.Καθόμουν σ'ένα τραπεζάκι δίπλα στο τζάμι του μικρού καφέ και έβλεπα προς το δρόμο, ρουφώντας μεγάλες γουλιές ζεστής σοκολάτας πριν πάω για μάθημα στο πανεπιστήμιο. Μου έκανε εντύπωση το Κόλεϋ που βάδιζε κατά μήκος της τζαμαρίας, κοιτώντας προς τα μέσα, μέχρι που ήρθε και στάθηκε ακριβώς έξω από το σημείο που καθόμουν. Τότε ήταν που άκουσα τη φωνή της να μου λέει καθώς καθόταν στη απέναντί μου καρέκλα: "Φαντάζομαι να μην ενοχλώ",και βλέποντας πως δεν αρθρώνω λέξη από το ξάφνιασμά μου, πρόσθεσε: "Νοιώθουμε κι οι δυο καλύτερα όταν μπορούμε να βλέπουμε ο ένας τον άλλον". Ήταν απίστευτα γοητευτική και άνετη, σαν να συναντούσε έναν παλιό της φίλο. Μιλούσε μάλλον για το σκυλί και τις συνήθειές του, μα το μόνο που συγκράτησα ήταν πως, αν και περνούσε καθημερινά μπροστά από το καφέ αυτό, βγάζοντας το σκύλο της για την πρωινή του βόλτα, ήταν η πρώτη φορά που κάτι την έσπρωξε να μπει για έναν καφέ. Σηκώθηκε, το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκε, ρωτώντας με με το πιο φυσικό ύφος του κόσμου, αν θάθελα να τους κάνω παρέα στη βόλτα τους. Ακολούθησα σαν υπνωτισμένος χωρίς να πω κουβέντα, αφήνοντας στη βιασύνη μου ένα χαρτονόμισμα που αντιστοιχούσε στην τιμή πέντε καφέδων, χωρίς να πάρω ρέστα. Το παρατήρησε, λέγοντάς μου γελώντας, καθώς κατάλαβε την αμηχανία και την ταραχή μου: "Είσαι, βλέπω, πολύ γενναιόδωρος". Από τη στιγμή εκείνη, γίναμε αχώριστοι.Έκανε απίστευτα πράγματα-δείγματα αγάπης για μένα, στη διάρκεια των πέντε μηνών που ήμασταν μαζί. Το Σαββατοκύριακο εκείνο του Ιούνη ήταν σαν ένα όνειρο και η ίδια γλυκιά και τρυφερή όσο ποτέ. Ήρθε η Δευτέρα και παίρναμε το θαυμάσιο πρωινό που είχε ετοιμάσει, όταν μου είπε το ίδιο φυσικά, όπως τότε που πρωτοσυναντηθήκαμε, κοιτώντας με με εκείνο το καθάριο βλέμμα ίσια στα μάτια: "Φεύγω σε μία ώρα για άλλη πόλη και δεν θα ξαναγυρίσω". Την κοιτούσα και πάλι αποσβωλομένος, όπως την πρώτη φορά, και το μόνο που κατάφερα να ξεστομίσω ήταν, "Μα εσύ έλεγες πως μ΄αγαπάς πιο πολύ από τον καθένα". Η απάντησή της ήταν, όπως πολλές φορές, αποστομωτικά αβίαστη και άμεση: "Είναι αλήθεια, μα πάνω απ' όλους αγαπώ το σκυλί μου. Αυτό είναι το μόνο πλάσμα που δεν πρόκειται ποτέ να με προδώσει". Σηκώθηκε, έσφιξε το κεφάλι μου με δύναμη πάνω στο στήθος της και με φίλησε τρυφερά στο μέτωπο. Ανοίγοντας την πόρτα για να φύγει κοντοστάθηκε, γύρισε με κοίταξε και είπε:"Θέλω να 'μαι ελεύθερη". Τη συνάντησα εντελώς τυχαία μετά από πέντε χρόνια σε μια πόλη, όπου πήγαμε να παίξουμε με το συγκρότημά που είχαμε τότε. Ήταν πίσω από το μπαρ ενός καφέ και σέρβιρε πρωινό. Μόλις την είδα πάγωσα. Με κοίταξε στα μάτια, χαμογελώντας αχνά και δείχνοντάς μου πάνω από τον πάγκο το δάχτυλο του δεξιού της χεριού όπου φορούσε το δαχτυλίδι που κάποια στιγμή της είχα χαρίσει. Ήταν, ξέρετε, του πιο αγαπημένου μου ξαδέλφου που μου το χάρισε για να τον θυμάμαι όταν μετανάστευσε για Αμερική. Το βλέμμα της, όπως πάντα, καθάριο, μα τη φορά αυτή σαν να μου φάνηκε πως τα μάτια της ήταν βουρκωμένο.Γύρισε απότομα και χάθηκε γρήγορα πίσω από την πόρτα της κουζίνας. Και, ενώ περίμενα με λαχτάρα να ξαναφανεί, την πήρε το βλέμμα μου να τρέχει και να χάνεται στο βάθος του δρόμου κρατώντας από το λουρί το αγαπημένο της Κόλεϋ..




Tags




Επίσημοι αναγνώστες (37)
Τα παρακάτω μέλη ενημερώνονται κάθε φορά που ανανεώνεται το blogΓίνε επίσημος αναγνώστης!


Πρόσφατα...


Δημοφιλέστερα...




Αρχείο...


Φιλικά Blogs

Links







Ανάπτυξη MusicHeaven.gr, Hosting interTEN Όροι Χρήσης