ελληνική μουσική
92 online   ·  204.574 μέλη


αρχική > e-Περιοδικό > No_Music

Η Ανάσταση

Αν νιώθετε πως τα βλέπετε όλα μαύρα, το ακόλουθο καταπληκτικό κείμενο του Παύλου Καστανά θα δώσει αρκετές απαντήσεις στα ερωτήματά σας. Αν πάλι αισθάνεστε καλά, είναι ευκαιρία να απολαύσετε ένα όμορφο λογοτεχνικό έργο που θα σας πάει μακριά, στα πέρα μέρη...
Γράφει ο Παύλος Καστανάς (Astron)24 άρθρα στο MusicHeaven
Έχω σπουδάσει Φυσική, Αστροφυσική και εργάζομαι στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Παίζω κιθάρα και έχω ασχοληθεί αρκετά χρόνια με το τραγούδι. Αγαπημένοι μουσικοί: Bob Dylan, Dire Straits, Queen, Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας, Γιώργος Νταλάρας, Διο...
Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2003

Ενα πρόσωπο γεμάτο δάκρυα. Ναι, το έβλεπε καθαρά τώρα στον μισοσπασμένο καθρέφτη. Ένα πρόσωπο γεμάτο θλίψη, δυστυχία και απελπισία… Στεκόταν ακίνητη μέσα στο σκοτεινό δωμάτιό της που ποτέ δεν ευτύχησε να το φωτίσει ο ήλιος. Εκεί όλα τα όνειρα που σκάλιζε στα παιδικά της τετράδια, όλες οι σκέψεις, όλοι οι "φίλοι" που την πλήγωσαν, όλος ο κόσμος που την πρόδωσε. Θυμήθηκε τα παιδικά όνειρα που έκανε για το μέλλον. Μα ακόμα κι αυτά ήταν βουτηγμένα στο σκοτάδι της μελαγχολίας της, σαν τροχιές πεφταστεριών μέσα στον κατάμαυρο νυχτερινό ουρανό του χειμώνα, που για μια στιγμή μονάχα λάμπουν θριαμβευτικά πριν αφήσουν την τελευταία τους λάμψη και χαθούν για πάντα στο μαύρο άπειρο.
Είχε πια ενηλικιωθεί. Μα ποτέ στην ζωή της δεν στάθηκε να ψάξει και να αναγνωρίσει τον εαυτό της. Ποτέ δεν αγάπησε την εικόνα της στον καθρέφτη, ποτέ δεν σεβάστηκε τα συναισθήματα και τις σκέψεις της. Ήξερε πάντα να λυπάται, χωρίς να ξέρει γιατί, και μερικές φορές έχτιζε όνειρα, όχι για να τα πραγματοποιήσει, παρά μονάχα για να τα γκρεμίσει μέσα σε θριαμβευτικά κλάματα Θανάτου. Έτσι την είχαν μάθει. Ο Θάνατος την επηρέαζε βαθιά: τις ιδέες της, τις χαρές της, τις σκέψεις της, όλα αυτός τα κατείχε. Μα ασήμαντη φαινόταν η εξουσία του, μπροστά στην εξουσία όλων αυτών των ανθρώπων που άρπαξαν την ελπίδα της και την πέταξαν στο χώμα. Κι εκεί που παρακαλούσε καταματωμένη η ελπίδα για έλεος και βοήθεια, η οχλοβοή πλησίασε, πήρε την τρομακτική μορφή των ανθρώπων και την καταξέσκισε. Έτσι πέθανε η ελπίδα της. Τίποτα δεν ήταν πια δικό της. Ούτε η ίδια της η αγάπη για το Θάνατο.
Και ό,τι νόμιζε ότι της ανήκε, δεν ήταν παρά ένα πολύχρωμο κουρέλι παιδικό που φορούσε η ψυχή της όταν ήταν επτά χρονών κι έπαιζε στους κήπους και τις αυλές.

Εκείνη τη χειμωνιάτικη βραδιά δεν υπήρχε ψυχή στους δρόμους.
Έπεφτε δυνατή παγωμένη βροχή που χτυπούσε στα μισόκλειστα πατζούρια, σαν να ποθούσε να μπει μέσα για να γεμίσει νερό και αστραπή τη σκοτεινή κάμαρα. Συχνά, ένας κεραυνός έπεφτε πίσω απ' το βουνό και την τράνταζε. Μα, εκείνη τη βραδιά, η νεαρή γυναίκα είχε πάρει την πιο θαρραλέα και αληθινά δική της απόφαση που είχε πάρει σ' όλη της τη ζωή και κανένας δε θα τη σταματούσε, ούτε ο ίδιος ο βρόντος του κεραυνού που σχίζει τους νυχτερινούς ουρανούς και σκορπίζει τα νυχτοπούλια.
Κοιτούσε τον καθρέφτη αμίλητη, και κάπου κάπου της ξέφευγε ένα ειρωνικό χαμόγελο ανάμεσα στα δάκρυα. Όλα της φαίνονταν τώρα ανόητα και γελοία. Αυτοί οι μοχθηροί άνθρωποι που της άρπαξαν την παιδική της θέληση, τι δύναμη είχαν τώρα μπροστά στην απόφασή της; Ο πατέρας της, η μάνα της, οι παρέες, οι δάσκαλοι. Όλοι της έταζαν αγάπη μα της έδιναν απλόχερα μίσος και πικρό θάνατο. Και για πρώτη φορά το σκέφτηκε έτσι σ' όλη της τη ζωή, ότι τίποτα πάνω της δεν ήταν δικό της. Ούτε το σώμα, ούτε η ψυχή της. Ποτέ δεν κράτησε το χαλινάρι της μοίρας της. Αλλά τώρα πια ήταν η στιγμή να το κρατήσει έστω και για μια φορά μονάχα, για να αποδείξει στους κατακτητές της ψυχής της, ότι ένα μικρό μέρος της παρέμενε ακόμα ελεύθερο.

Ξάπλωσε στο παλιό κρεβάτι και κοίταζε με πίκρα το ταβάνι του δωματίου.
-Επιτέλους, έλεγε, όλα αυτά θα τελειώσουν!
Δεν την ένοιαζε να μετρήσει τα χάπια, παρά μονάχα να τα καταπιεί όσο γρηγορότερα γινόταν. Αυτή ήταν η δικιά της στιγμή. Μονάχα εκείνη μπορούσε τώρα να εξουσιάσει τη μοίρα της. Και καθώς κατάπινε το κάθε χάπι, ένα συναίσθημα μεγάλου θριάμβου την κυρίευε. "Τώρα δεν έχουν πια εξουσία πάνω μου. Είμαι ελεύθερη. Τα λόγια τους δεν θα ηχούνε πια στην λαβωμένη ψυχή μου, θα πεθάνουν και κείνα. Θα πνιγούν στην γλυκιά αγκαλιά του Θανάτου".

Δεν είχε πιει αρκετά χάπια, όταν είδε μια φιγούρα να ξεπροβάλλει μέσα από τη βροχή με αργά, σίγουρα βήματα. Θα έλεγες ότι είχε φιλιώσει αυτός ο άνθρωπος με τα στοιχεία της φύσης και το άγγιγμά τους ήταν πάνω του σαν στοργικό μητρικό χάδι. Προχώρησε σταθερά προς το παράθυρό της. Είχε φτάσει πολύ κοντά, και κάτω από το μισόκλειστο πατζούρι φαίνονταν μονάχα τα πόδια του. Πατούσαν στέρεα, αλύγιστα. Ήταν ξυπόλυτος, ντυμένος στα λευκά και το παντελόνι του ήταν στεγνό.
Όταν τα είδε αυτά η γυναίκα ανατρίχιασε, η ανάσα της κόπηκε και το αίμα πάγωσε στις φλέβες της. Έτρεξε με τις λιγοστές δυνάμεις της, να κρύψει τα χάπια κάτω απ' το κρεβάτι. Περίμενε λίγη ώρα, και μην έχοντας τι άλλο να κάνει, βλέποντας ότι ο λευκοντυμένος άνθρωπος έμενε εκεί ασάλευτος να κοιτάζει κατά το κλειστό πατζούρι, πλησίασε να ανοίξει, για να καταφέρει τουλάχιστον να δει το πρόσωπο του μυστήριου αυτού βραδινού περπατητή.
Καθώς ανέβαζε το πατζούρι, ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα παρέλυε τις αισθήσεις της, μία προς μία. Κάτι απόκοσμο συνέβαινε, κάτι ξένο ένιωθε να γεμίζει την καρδιά της. Μια μεθυστική μυρωδιά λουλουδιών γέμιζε το δωμάτιο, και λίγο πριν φτάσει στο κεφάλι του ανθρώπου, τα βλέφαρά της έκλεισαν και λιποθύμησε μες την απέραντη ευτυχία που έσπερναν οι μυρωδιές της φύσης.
Μέσα σε αυτή τη γαλήνη κοιμήθηκε ώρες πολλές…
Μελωδίες, ρυάκια, πουλιά, αστέρια, άνεμοι, έρωτες… Όλες οι λαμπερές έννοιες στριφογύριζαν γιορτινά στα όνειρα του γαλήνιου αυτού ύπνου της.

Οι αισθήσεις της άρχισαν να επιστρέφουν. ¶νοιξε σιγά σιγά τα βλέφαρα. Στεκόταν όρθιος, αυτός ο απροσδιόριστος άνθρωπος, δίπλα απ' το κρεβάτι της. Το πρόσωπό του ήταν φωτεινό και θολό και δε μπορούσες να διακρίνεις κανένα χαρακτηριστικό.
"Ησύχασε", της είπε.
"Ησύχασε, τώρα είσαι ασφαλής, μα δεν θα μπορέσω να σε προστατέψω για πολύ ακόμα. Είναι δικιά σου η απόφαση.
Πάντα σε υπηρετούσα, όσο με υπηρετούσες κι εσύ. Μα τώρα σου δίνω την τελευταία σου ελπίδα, να μην με προδώσεις ποτέ, όπως κι εγώ έμεινα πάντα πιστός σ' εσένα. Ζητάς να βρεις τον Θάνατο για να τιμωρήσεις αυτούς που σου άρπαξαν τη θέλησή και το χαλινάρι της μοίρας σου.
Μα στ' αλήθεια, με τις πράξεις σου, μονάχα τους δικαιώνεις! Όχι, μην δεχτείς ποτέ να συμβιβαστείς με το μαύρο της ψυχής τους! Μείνε πιστή σε εμένα αγαπημένη μου, μείνε πιστή στον έρωτά μας!
Είσαι πλασμένη μόνο για να αγαπιόμαστε!
Να, μύρισε τις πανέμορφες μυρωδιές των λουλουδιών, η βροχή τα πότισε και άνθισαν απ' την ομορφιά του κόσμου. Το πρωί οι άνεμοι θα φυσήξουν νέους έρωτες και τα πουλιά θα σχηματίσουν πολιτείες απ' το φως του Ήλιου! Οι χρυσές βουνοκορφές θα αγγίζουν τον ουρανό και οι θάλασσες θα εξαπλώνουν την δύναμή τους πάνω σε όλη τη γη. Πού θα ξαναβρείς τέτοια ομορφιά; Εδώ μονάχη σου μπορείς να εξουσιάσεις τις δυνάμεις της. Εδώ αν το θελήσεις αληθινά, μπορείς να χτίσεις την μοίρα σου και να αναστήσεις τα παιδικά σου όνειρα. Εδώ είναι όλη η ομορφιά. Αρκεί να στρέψεις το βλέμμα να την δεις κατάματα!
Φεύγω τώρα, έκανα το χρέος μου και δεν έχω άλλα να σου πω. Διάλεξε. Σε προίκισα με το προνόμιο και την κατάρα της επιλογής όπως δεν έκανα ποτέ σε κανένα άλλο ζώο. Η απόφαση είναι δική σου."

-Περίμενε! Φώναξε η γυναίκα και τα χείλια της έτρεμαν.
"Περίμενε, θέλω να σ' ευχαριστήσω! Ποτέ κανείς δεν μου έδειξε έτσι το λαμπρό και φωτεινό μέρος του κόσμου! Ποτέ δεν ήξερα ότι κάποιος μπορεί να με αγαπήσει τόσο πολύ! Στ' αλήθεια είμαι άξια της αγάπης σου; Μπορώ να σου ανταποδώσω έστω και ένα άστρο απ' όσα μου χάρισες απλόχερα με τα λόγια σου; Σε παρακαλώ, μη φεύγεις! Δε θέλω να τελειώσει ποτέ αυτή η στιγμή…
Θα σε θυμάμαι για πάντα αγαπημένε μου, πες μου μονάχα τ' όνομά σου, για να ξέρω ποιον θα αγαπώ και σε ποιον θα οφείλω για πάντα την πίστη, την ευτυχία και την Ανάστασή μου!"

Και ο άνθρωπος αποκρίθηκε και η φωνή του όλο ξεμάκραινε και αντηχούσε στα σύννεφα και τις βουνοκορφές:

-Θηλυκό όνομα μου δώσανε οι άνθρωποι, μα η ουσία μου δεν έχει γένος. Κι η αγάπη τους για μένα, είναι η ευτυχία τους. Κι αν με ξεχνούν, εγώ δε τους προδίνω, μα τους αγαπώ και θα τους αγαπώ. Μου δώσανε, βλέπεις, το ομορφότερο όνομα που μπορεί να δώσει ποτέ ένα παιδί στην αγαπημένη του μητέρα:
Ζωή, με είπανε, Ζωή…




Γίνε ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ

Αν σου αρέσει να γράφεις, έλα στην ομάδα συντακτών του ανεξάρτητου, πολυφωνικού, υγιούς και δημοφιλούς ηλεκτρονικού περιοδικού του MusicHeaven και μοιράσου τις σκέψεις σου με τους πάνω από 4.000 καθημερινούς αναγνώστες του.

Στείλε μια δημοσίευση ή επικοινώνησε μαζί μας για απορίες!

η γνώμη σας;


Έχετε ποτέ νιώσει να σας εγκαταλείπει κάθε ελπίδα που έχετε μέσα σας;

Ναι, ένιωσα πως δεν υπήρχε επιστροφή
Ναι, αλλά στο βάθος έβλεπα λίγο φως
Οχι, νιώθω πάντα δυνατός/ή



αποτελέσματα | άλλες δημοσκοπήσεις

_VOTES: 28

σχόλια (0)

σχολιάστε το παραπάνω άρθρο:


Για να στείλετε σχόλιο πρέπει να είστε μέλος του MusicHeaven. Παρακαλούμε εγγραφείτε ή συνδεθείτε



Σχόλια από άλλες δημοσιεύσεις