0
ελληνική μουσική
online 213·182.206 μέλη
αρχική > e-Περιοδικό > Βιογραφίες

Ο Βασίλης Τσιτσάνης μέσα από τα μάτια του Φαίδωνα Αλκίνοου - Β Μέρος

"Κάθε δαχτυλιά μου πάνω στο μπουζούκι και στη χάραξη του δίσκου ήταν για μένα ιερή στιγμή, όταν δούλευα είχα σκοπό να δώσω κάτι καλύτερο από εκείνο που είχα δώσει την προηγούμενη, πάντα έτσι δουλεύω, τίποτα δεν αγνόησα στα τραγούδια μου, η φαντασία μου φτερούγησε παντού, έγραψα τραγούδια για την Ελλάδα, για τη λευτεριά, για την πτώχεια, για τον πόνο, για την αδικία, για την ελπίδα, έγραψα και πόσα τραγούδια δεν έγραψα, για την γυναίκα, για την ξενιτιά, για την εργατιά, για την μάνα, για το ανικανοποίητο. Μουσική και λόγια, βγαλμένα από την καρδιά μου και παιγμένα απ' τα χέρια μου και μιλημένα από μένα τον ίδιο, σαράντα χρόνια τώρα, πάνω στο σανίδι του πάλκου."





Ο Βασίλης Τσιτσάνης μέσα από τα μάτια του Φαίδωνα Αλκίνοου - Β Μέρος

προφίλΓράφει ο ΦΑΙΔΩΝ ΑΛΚΙΝΟΟΣ (faidonalkinoos)39 άρθρα στο MusicHeaven
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ Στα τριάντα χρόνια μέχρι σήμερα που προσπαθώ ν’ αφήσω στίγμα, κατάφερα την ηρεμία των στίχων, την επιείκεια των κειμένων και την ήσυχη απόλαυση που λέγεται ύπνος. Σπουδαίο, -(και σπουδαιότερο δεν έχει)- να μην εκχωρείς...
Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

Συνέχεια από το Α' Μέρος

22. Μανώλης Αγγελόπουλος, Πάνος Γαβαλάς, Ιωάννα Γεωργακοπούλου, Καίτη Γκρέυ, Δανάη, Δημήτρης Ευσταθίου, Στέλιος Καζαντζίδης, Σούλα Καλφοπούλου, Σταμάτης Κόκοτας, Σπύρος Κορώνης και Φίλανδρος Μάρκου, Ελένη Λαμπίρη, Χαρούλα Λαμπράκη, Μαίρη Λίντα, Σωτηρία Μπέλλου, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Τάκης Μπίνης, Μαρίκα Νίνου, Πόλυ Πάνου, Γιάννης Παπαδόπουλος, Φώτης Πολυμέρης, Νταίζη Σταυροπούλου, Σταύρος Τζουανάκος, Πρόδρομος Τσαουσάκης κανονικό όνομα Μουταφίδης ή Μουτάφογλου, -το προσωνύμιο προσέδωσε σε αυτόν ο Τσιτσάνης, επειδή στο στρατό ήταν Λοχίας, Τσαούσης δηλαδή, όπως τους αποκαλούσαν και από αυτή του την ιδιότητα, -το Τσαουσάκης, Στέλλα Χασκήλ, Γιώργος Χατζηαντωνίου, είναι ένα μικρό μόνο δείγμα, κάποιων πολύ σπουδαίων ερμηνευτών, που μπόρεσαν αμοιβαία με τον Τσιτσάνη να συμβαδίσουν και να δώσουν τις δικές τους μεγάλες επιτυχίες.

Για όλες αυτές τις μεγάλες εγγραφές, για όσες δισκογραφικές τους συνεργασίες, συνυπεύθυνοι υπήρξαν και μεγάλα ονόματα, που υπήρξαν διευθυντές ηχογραφήσεων, όπως ο Παναγιώτης Τούντας αλλά και η παρουσία των μαέστρων Σπύρου Περιστέρη και Δημήτρη Σέμση – Σαλονικιού, που την περίοδο εκείνη ήσαν υπεύθυνοι σε όλες σχεδόν τις δισκογραφικές εταιρείες, λαμβάνοντας μέρος σε κάθε σχεδόν φωνογράφηση, που γινότανε στην Ελλάδα.

 

23. Το 1980, και σε ηλικία εξήντα πέντε ετών, γράφεται ο διπλός δίσκος, Χάραμα, με πρωτοβουλία της UNESCO, που ηχογραφείται ζωντανά μέσα στο Χάραμα, με τον απλό τρόπο του φορητού μαγνητοφώνου. Η ηχογράφηση ήταν πραγματικά ζωντανή και χωρίς πρόβες και επαναλήψεις, μία κι έξω. Με την έκδοσή του στη Γαλλία, 1985, λαμβάνει το βραβείο της Μουσικής Ακαδημίας CHARLES GROSS. Στην ίδια απονομή βραβεύτηκαν δίσκοι των Μπαχ, Έλιγκτον κ.λ.π.

 

24. Στη γεννέτειρα του Τσιτσάνη, γκρέμισαν το σπίτι του το 1991, παρ' όλο που είχαν οι δημοτικές αρχές υποσχεθεί, πως θα γινότανε εκεί Μουσείο Λαϊκής Μουσικής.

Σχετικά με το Μουσείο Βασίλη Τσιτσάνη, σήμερα Μάρτιος 2013, να αναφέρω πως το έχουν ήδη στεγάσει, προσωρινά, στο Μύλο Ματσόπουλου, 1800 τ.μ. Είναι στην αναμονή, ενός ιστορικού κτιρίου, στο κέντρο της πόλης για την οριστική του εκεί μεταστέγαση. Ακούγεται πως μπορεί να συμβεί και στο παλαιό κτίριο των Φυλακών, όπου είχε δολοφονηθεί ο περιβόητος Σακαφλιάς. Ίδωμεν...

 

25. Ένα χρόνο νωρίτερα, την ίδια ημερομηνία με αυτή της γέννησής του, 18 Ιανουαρίου 1984, πεθαίνει στο νοσοκομείο BROMPTON, του Λονδίνου, ύστερα από ανεπιτυχή εγχείρηση στους πνεύμονές του. Λίγες μέρες πριν από το θάνατό του, συνέχιζε να εμφανίζεται σε διάφορα μαγαζιά. Συνέχιζε επίσης να παράγει νέα τραγούδια, στίχους και μουσικές.

Ο θάνατός του του στέρησε τη χαρά να απολαύσει τη βράβευσή του.

Τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια της σταδιοδρομίας του και της ζωής του,  εμφανιζότανε στο Χάραμα, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.

 

25. Η ζωή συνεχίζεται και χωρίς το Βασίλη Τσιτσάνη. Αυτό είναι βέβαιο. Όπως βέβαιο όμως είναι πως ο Τσιτσάνης συνεχίζει να ζει μαζί μας, με τα τραγούδια του, τις μουσικές του, τους στίχους του.

Οι πολλοί δίσκοι του, με τις πολλές του συνεργασίες, συνεχίζουν να βρίσκονται στις προθήκες με τα ευπώλητα, των εναπομεινάντων ακόμα δισκοπωλείων. Ειδικά ο δίσκος Μαρίκα ΝίνουΒασίλης Τσιτσάνης που είχε κυκλοφορήσει το 1955, γίνεται ακόμα ανάρπαστος, παρ' όλη την κρίση, παρ' όλα τα χρόνια που πέρασαν.

Η Συννεφιασμένη Κυριακή, ακόμα δεν έχει αποσυρθεί, ακόμα ακούγεται παντού, σε κάθε μέρος, κάθε σημείο, συναυλία, εκδήλωση χαράς ή λύπης των Ελλήνων και όχι μόνο.

Η Συννεφιασμένη Κυριακή, τείνει να γίνει ένα κοσμαγάπητο κομμάτι για κάθε άνθρωπο που το ακούει, απ' όπου κι αν είναι η καταγωγή του.

Η Συννεφιασμένη Κυριακή του Τσιτσάνη συνεχίζει να συγκινεί, με τη ζήτηση στα δισκοπωλεία να είναι ακόμα σταθερή και να μην αποσύρεται από την κυκλοφορία.

Για τα πνευματικά δικαίωμα, στο τραγούδι αυτό, υπήρξε η απαίτηση και η διεκδίκηση, που μερικώς δικαιώθηκε κιόλας, από τον Αλέκο Γκούβερη, ο οποίος τελικά, παίρνει ποσοστό 15% ή 20 %, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία αποδόσεως πνευματικών δικαιωμάτων, από τα αρχεία της ΑΕΠΙ. Υπάρχει επίσης και η Υπεύθυνη Δήλωση Γκούβερα, που αναφέρει πως, ήταν αυτός που βοήθησε στην αποπεράτωση των στίχων του τραγουδιού, προσθέτοντας ένα κουπλέ.

 

26. Για την ιστορία του τραγουδιού, από τον ίδιο τον Τσιτσάνη γνωρίζουμε πως:

α/. τη Συννεφιασμένη Κυριακή την έγραψα με αφορμή ένα από τα τραγικά περιστατικά που συνέβαιναν τότε στον τόπο μας, με την πείνα, τη δυστυχία, το φόβο, την καταπίεση, τις συλλήψεις, τις εκτελέσεις. Το υλικό που μου ενέπνευσε τους στίχους, μου ενέπνευσε και τη μελωδία. Βγήκε μέσα από τη συννεφιά της κατοχής, από την απελπισία που μας έδερνε όλους μας – τότε που όλα τα 'σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά. Ήθελα να φωνάξω για τη μαύρη απελπισία, αλλά συγχρόνως και για την υπερηφάνεια του λαού μας που δε σηκώνει χαλινάρι και σκλαβιά.

Η Συννεφιασμένη Κυριακή δεν είναι μόνο ένα περιστατικό της κατοχής, αλλά κλείνει μέσα της όλη την τραγική εκείνη περίοδο. Ό,τι είχα μέσα μου και ό,τι έκρυβα από τα θλιβερά γεγονότα που ζούσα τα είπα με το τραγούδι μου αυτό. Το είχα έτοιμο από τότε, με αρχικό τίτλο Ματωμένη Κυριακή, διότι εκείνη τη βαριά χειμωνιάτικη νύχτα Κυριακή είδα με τα μάτια μου το θάνατο ενός παλικαριού. Μάτωσε η καρδιά μου κι εγώ με τη σειρά μου μάτωσα το τραγούδι το γραμμοφώνησα το 1948, αφού βασανίστηκα περίπου ένα χρόνο, επειδή μια λέξη έλειπε από το κουπλέ. Αισθάνθηκα και δεν το κρύβω, μια ιδαίτερη υπερηφάνεια που αμέσως κατέκτησε τον κόσμο...

β/. ένα συνταρακτικό γεγονός μου συνέβη ξημερώνοντας Κυριακή Χριστουγέννων. Ήταν εκείνα τα καταραμένα Χριστούγεννα της Κατοχής που έδωσαν το θέμα για τη Συννεφιασμένη Κυριακή. Γύριζα από την ταβέρνα χαράματα και πάνω στο παγωμένο χιόνι ήταν ζεστό το αίμα κάποιου σκοτωμένου παλικαριού έξω από το σπίτι μου και είχε ακόμα ανοιχτά τα μάτια. Αυτές οι τραγικές στιγμές αυτές τις άγιες μέρες με κάνουν πάντα μελαγχολικό...

γ/. επίσης, στην Κατοχή, στη Θεσσαλονίκη, εμπνεύστηκα τη Συννεφιασμένη Κυριακή. Τη ματωμένη εκείνη Κυριακή, που αφορμή μου έδωσαν, τα πολλά περιστατικά η φτώχεια, η πείνα, η δυστυχία, η καταπίεση, η εξαθλίωση, οι πολλές συλλήψεις και οι εκτελέσεις, εκεί εμπνεύστηκα και τους στίχους και τη μελωδία την οποία αργότερα επεξεργάστηκα και γραμμοφώνησα αργότερα.

δ/. οι πόρτες του μαγαζιού Αετός, κλειστές, πολλοί ταγματασφαλίτες, δωσίλογοι και μαυραγορήτες που βρίσκονται μέσα επιδίδονται σε βωμολοχίες πυροβολισμούς αντριλίκια και πίεση στην ορχήστρα να τραγουδήσουν κι άλλο.

Οι στιγμές δύσκολες, ο κίνδυνος λόγω μέθης, οπλοφορίας και οπλοχρησίας αλλά και ήθους, άμεσος.

Χειμώνας 1943. Μέσα στο μαγαζί, οι χριστοπαναγίες έξω από το μαγαζί, ομάδα παιδιών και νεαρών ατόμων γράφουν συνθήματα με την μπογιά κατά των Γερμανών κατακτητών. Μία γερμανική περίπολος, κλείνει τα παιδιά, κροταλισμοί των όπλων. Ένα παιδί έπεσε κάτω. Αίμα και χρώμα άρχισαν να τρέχουν στο πεζοδρόμιο.

Έξι ακριβώς το πρωί.

Έξι και τριάντα ο Τσιτσάνης, με τον μπαρμπα-Θανάση κιθάρα, τραγούδι και τον Γιάννη Κυριαζή κιθάρα, τραγούδι, φεύγουν από το μαγαζί κατευθυνόμενοι προς την Παύλου Μελά. Λίγο πιο κάτω ένα μικρό πηγαδάκι έχει σχηματιστεί από περαστικούς που κλείνουν το πεζοδρόμιο. Μουρμουρητά, χωρίς να μπορείς να ξεκαθαρίσεις τι λένε.

Κάνουν έτσι και βλέπουν το παλικάρι ανάσκελα, με τα μάτια ορθάνοιχτα προς τον ουρανό, μέσα σε μια λίμνη αίμα ανακατεμένο με το μαύρο χρώμα, παγωμένο από το ψύχος που επικρατεί.

Πάμε παιδιά λέει ο Μπαρμπαθανάσης που τους τραβάει προς τα κάτω, προς την οδό Τσιρογιάννη, για να καταλήξουν στο καφενείο του Ευδαίμονα, Το Νέον.

Μας είχαν κλείσει Σώτο μου, κάτι ταγματασφαλίτες σε ένα μαγαζί και μας υποχρέωσαν να παίζουμε μέχρι το πρωί. Όταν επιτέλους μας άφησαν και φύγαμε είδαμε ένα νέο παιδί λίγο πιο κάτω σκοτωμένο πάνω στο δρόμο και τον κόσμο γύρω να κοιτάει. Αυτό έμεινε στη μνήμη μου και έγινε αφορμή να γράψω τη Συννεφιασμένη Κυριακή. Μέρες πολλές από τότε προσπαθούσα να βγάλω μια μελωδία μια μουσική ένα σόλο που να περικλείει μέσα το περιστατικό αυτό που με βασάνιζε, αλλά και τη ζωή που ζούσα εγώ και όλοι μας. Στην αρχή δεν είχα στο νου να του βάλω λόγια. Καμιά φορά όμως για να βρω κάποια κλίμακα το δοκίμαζα πάνω στα λόγια της Καλαμπακιώτισσας. Ώσπου μια Κυριακή απόγευμα που γύριζα με τη Ζωή και την κορούλα μας, που τότε είχε γεννηθεί με το καραβάκι από τη Σαλαμίνα, άκουσα κάποιον να λέει στο διπλανό του: τι μέρα κι αυτή θεέ μου, σου πλακώνει την καρδιά... Τότε κάτι άστραψε μέσα μου. Βγάζω ένα χαρτάκι και πολύ πρόχειρα γράφω δύο τρεις λέξεις -συννεφιασμένο απόγευμα πλακώνει την καρδιά μου – ή κάπως έτσι.

Το νόημα πάντως αυτό ήταν. Πρέπει να σου πω ότι ταρακουνήθηκα πολύ.

α/. από το βιβλίο του Κώστα Χατζηδουλή, Βασίλης Τσιτσάνης η ζωή μου, το έργο μου σελ. 67-68.

β/. από το www.tsitsanis.gr, Δημοσιεύματα, απόσπασμα εφημερίδας, μιλώντας στο Γιώργο Λιάνη.

γ/. Τραγούδια που έγραψαν ιστορία, Συννεφιασμένη Κυριακή, από την εκπομπή της ΕΡΤ, συνέντευξη δια ζώσης.

 Παρατηρώντας τις ρήσεις του, σχετικά με το τραγούδι Συννεφιασμένη Κυριακή, την εποχή που το έγραψε, την αφορμή και το λόγο που εμπνεύστηκε, πότε το μελοποίησε, πότε το γραμμοφώνησε, τι ώρα συνέβηκε το τραγικό συμβάν, αν ήταν Χριστούγεννα, αν ήταν νύχτα, αν ήταν ξημέρωμα, αν έβρεχε, αν χιόνιζε, αν έκανε κρύο, αν υπήρξε 3 – 4 χρόνων κενό ή ενός χρόνου μέχρις της ηχογραφήσεως, αν ήταν μυθοπλασία ή αλληθινό συμβάν, αν επιτρεπότανε η κυκλοφορία την ώρα που είδε το συμβάν, αν το σπίτι του ήταν απέναντι από το μαγαζί, αν αναφέρεται σε άλλο σπίτι του... ό,τι και να είχε συμβεί, όπως και αν εκλάβουμε την ιστορία, όσες αντιφάσεις κι αν υπάρχουν, όσες διεκδικήσεις και αν έγιναν, όποια μαρτυρία κι αν είναι η αληθινή, μία είναι η ουσία:

Η Συννεφιασμένη Κυριακή ήταν έτοιμη.

 

27. Αρκετά άλλα τραγούδια του, διεκδικήθηκαν από άλλους, που όμως δε δικαιώθηκαν, ούτε πρωτόδικα ούτε στα εφετεία. Ας είναι όμως.

 

28. Σχετικά με τους στιχουργούς υπάρχει η μαρτυρία του Κώστα Βίρβου που αναφέρεται ειδικά στο θέμα αλλά και στο γενικότερο γίγνεσθαι, στιχουργός – εταιρεία – συνθέτης – τραγούδι – τρόποι αμοιβής – τρόποι παραίτησης περαιτέρω διεκδικήσεων πνευματικών δικαιωμάτων - αποτυχία – επιτυχία – σουξέ – επαναδιεκδίκηση εκ των υστέρων – ανθρώπινη ύστερη επίλυση του θέματος - δικαστικοί αγώνες – απόρριψη αιτημάτων – δικαίωση αιτημάτων.

 

29. Νίκος Ρούτσος και κληρονόμοι του, για τη Συννεφιασμένη Κυριακή, το 1987 οριστική απόρριψη διεκδίκησης και επιδίκαση σε βάρος των κληρονόμων υπέρογκο ποσό δικαστικών εξόδων.

Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, για το τραγούδι Τα Καβουράκια, οριστική απόρριψη οποιουδήποτε δικαιώματος. Ο τσιτσάνης λέει χαρακτηριστικά: ευτυχώς υπάρχει το χειρογραφό της και όποιος θέλει μπορεί να το δει για να καταλάβει.

 

30. Η κασετίνα με τους δέκα δίσκους του, που κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του, έγινε ανάρπαστη, φτάνοντας σε πωλήσεις τον αριθμό των εβδομήντα χιλιάδων περίπου δίσκων.

 

31. Στην Ελληνική Μουσική Ιστορία, κάθε φορά, μέσα στο διάβα των αιώνων και ανάλογα με τις ιστορικές, κοινωνικές, πολιτικές, πολιτιστικές, συγκυρίες, έχουμε και ένα νέο είδος τραγουδιού να ξεπετιέται και να εμφανίζεται.

Ακριτικό, δημοτικό, κλέφτικο, ριζίτικο, νησιώτικο, παραλογές, μοιρολόγι, σμυρναίικο, πολίτικο, ρεμπέτικο, μωραϊτικο, ηπειρώτικο, βυζαντινό, ανατολίτικο, τούρκικο, ινδικό, αραβικό, κουλτουριάρικο, βλαχοδυτικό, ποπ, ροκ.

Από τον Ορφέα που με τη λύρα του γοήτευε τα άγρια θηρία, τον Αμφίονα που με το παίξιμό του στην επτάχορδη λύρα του, έκανε τους βράχους να γοητεύονται και να χορεύουν, πηγαίνοντας μόνοι τους στη θέση τους για να κτιστεί η Θήβα, από τον Αρίωνα που με την κιθάρα του γοήτευε τα δελφίνια της θάλασσας, μέχρι σήμερα, κάθε φορά αυτό που γεννούσε το είδος του τραγουδιού, ήταν απλά οι συγκυρίες.

Ο Τσιτσάνης έλεγε πως: είναι οι δύσκολες ώρες, οι ανελεύθερες που περνάει ένας λαός, είναι τέλος οι κοινωνικές συνθήκες ζωής. Στις δύσκολες τις ανελεύθερες εποχές του τούρκικου ζυγού βλέπουμε να ξεπηδάει, να ζωντανεύει και να γιγαντώνεται το κλέφτικο δημοτικό μας τραγούδι, όπου ο λαός μας άφησε ανεκτίμητο θησαυρό, και όλα τα τραγούδια, όλος αυτός ο πλούτος, μιλάει για τον πόλεμο, για την αποτίναξη των ζυγών.

Τη λαίλαπα όμως την έφεραν και την έστησαν συνειδητά οι δισκογραφικές εταιρείες. Δεν ήταν σημείο των καιρών.

Το ρεμπέτικο στην Ελλάδα εμφανίστηκε πολύ πριν από τον Μάρκο Βαμβακάρη. Το 1955, όμως, το Λαϊκό Τραγούδι, είχε ήδη βρει το δρόμο του με τον ιδρυτή του, με τον Πατριάρχη του, το Βασίλη Τσιτσάνη.

Την εποχή εκείνη ανεβαίνει πολύ ψηλά το άστρο του Στέλιου Καζαντζίδη, παίρνοντας από το ελληνικό τραγούδι αλλά και δίνοντας ταυτόχρονα σε αυτό, μία άλλη στροφή, οδηγώντας το πλέον και σε άλλους δρόμους.

Ανταπεξέρχεται ο συνθέτης Τσιτσάνης και σε αυτή τη νέα πρόκληση. Με μία νέα του αντεπίθεση, ο Βασίλης Τσιτσάνης, σε αυτή τη νέα εποχή, με τους Καίτη Γκρέυ, Πόλυ Πάνου, Γρηγόρη Μπιθικώτση, Στέλιο Καζαντζίδη, χρησιμοποιώντας για μπουζούκι το Γιάννη Σταματίου -  Σπόρος, δημιουργεί νέα τραγούδια, χαράζει πιο βαθειά τη διαδρομή του, που ήδη την περπατούσε, αντιστεκόμενος σθεναρά, φέρνοντας εκ νέου προτάσεις δημιουργίας, αλλά κυρίως υπογραμμίζοντας την αταλάντευτη πορεία του, τη σταθερή του αγάπη για την ποιότητα και όχι για την εφήμερη επιτυχία και εξ αυτής την ευκαιριακή οικονομική επιτυχία.

Ακολουθούν ρεύματα πολλά. Συμπιέζουν την ποιότητα από παντού.

Πρώτος απ' όλους με τα μάμπο ο Μανώλης Χιώτης.

 

Ύστερα...

 

32. Ύστερα κατέφτασαν οι αργυρώνητοι καταστροφείς και οι δόλιοι διαχειριστές των εταιρειών που έχοντας στο πλευρό τους ανθρώπους που εύκολα χωρίς κόπο, έπαιρναν μουσικές από άλλους λαούς και συνθέτες, είτε ατόφιες, είτε με μικρές παραλλαγές, είτε με τους ίδιους τους στίχους των πρωτοτύπων τραγουδιών, είτε με τη διαμόρφωσή τους με ελληνικούς και νέους στίχους, φτάνοντας να καρπώνονται από αυτές τις κλεμένες και ξένες δημιουργίες, που τις παρουσίαζαν για δικές τους, πολλά μα πάρα πολλά εκατομμύρια δραχμές.

Κανείς ποτέ δεν ντράπηκε. Κανείς ποτέ δε ζήτησε συγγνώμη. Μαντουμπάλα, Ζιγκουάλα, Ζαϊρα, Ντάμπα ντούμπα, Γιατί γλυκειά μου κλαις και ξαφνικά όλοι οι τραγουδιστές της Ελλάδας έγιναν φερέφωνα ανθρώπων που από τεμπελιά και μικροσυμφέρον, καθαρά προσωπικό, αλλά και υπηρετώντας το σύστημα των εταιρείων, δεν κάθονταν να δουλέψουν για την πρωτογενή, την αληθινή παραγωγή ελληνικών ήχων και στίχων, βάζοντας στην τσέπη τους πολλές δεκάδες κι εκατοντάδες χιλιάδες δραχμές, που όμως ανήκαν, πραγματικά, στους πραγματικούς τους δημιουργούς: τους Ινδούς, τους τούρκους, τους Άραβες, τους Αιγύπτιους,  τους Κινέζους μουσικούς και στιχουργούς τους.

Μέσα της δεκαετίας 1950, προς το 1955, αλλά κι απ' τα πρώτα χρόνια ήδη, αρχίζει το λαϊκό τραγούδι να τραυματίζεται και ψυχορραγούσε επί 15 χρόνια, λόγω των: ινδο-αραβο-τουρκικών τραγουδιών που έφεραν αυτοί που γυρνούσαν στα σινεμά με τα μαγνητόφωνα στο χέρι, για να καταγράφουν τα τραγούδια της Ναργκίς, κάνοντας στη συνέχεια διασκευές και παρουσιάζοντάς τα, για δικά τους, οι διάφοροι μουσικοκάπηλοι συνθέτες και κλεφτοσυνθέτες, όπως τους αποκαλούσε ο ίδιος ο Τσιτσάνης.

Εσείς οι ερευνητές, ψάξτε τους, ρωτήστε να μάθετε και τοποθετήστε στο μαυροπίνακα τους υπεύθυνους. Αγωνιζόμουνα για τη σωτηρία του τραγουδιού. Το τραγούδι, βγήκε από την ψυχή μας αυθόρμητο, απλό, αληθινό. Έτσι και γράφηκε στο κερί του δίσκου. Σήμερα, όλα είναι βιομηχανία και καταναλωτική κοινωνία. 'Ολα τα σύγχρονα μηχανήματα, όλες οι ευκολίες που μας προσφέρουν αυτά, οι ανέσεις, οι περίφημες πιστότητες, είναι εις βάρος της ποιότητας. Εις βάρος αυτού του ίδιου του λαϊκού μας τραγουδιού.

Από το 1936 μέχρι το 1955, το ελληνικό τραγούδι βρίσκεται στις καλλίτερές του στιγμές. Δεκάδες οι επιτυχίες που έχουν παραχθεί, εκατοντάδες τα τραγούδια που έκαναν την εμφάνισή τους, πάρα πολλοί οι νέοι άνθρωποι, που είχαν μπει με όρεξη και πάθος για το καλό τραγούδι, μέσα στον παθιασμένο χορό της αληθινής πρωτογενούς δημιουργίας, στίχου και μουσικής.

Όμως η φίμωση επήλθε με την προσταγή, φέρτε μας Ινδικά, Αραβικά, τουρκικά.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης μέσω της ΕΜΣΕ, είχε ζητήσει την καθιέρωση υπεύθυνης δήλωσης για τους δημιουργούς, όπου να δηλώνουν την αυθεντικότητα. Πως οι μουσικές ανήκουν, σε αυτούς, που εισπράττουν τα πνευματικά δικαιώματα. Να έχει δηλαδή ο κάθε συνθέτης κι ο κάθε στιχουργός, την υπευθυνότητα, πως αυτό που ηχογραφείται, είναι δικής του έμπνευσης, δικό του δημιούργημα, δικό του έργο.

Κανείς ποτέ δεν απάντησε στον Τσιτσάνη θετικά. Κανείς ποτέ δεν υπερασπίστηκε την άποψή του. Κανείς ποτέ δεν πήγε με το πλευρό του.

Άλλωστε μόνος του δούλευε προσφέροντας, σε κάθε συγκυρία, νέες απόψεις, νέα συνθετικά δοκιμάσματα, νέες στιχουργικές προσεγγίσεις.

Για το θέμα αυτό της πραγματικής ιδιοκτησίας, δέχτηκε μάλιστα και επίθεση από πολλούς γνωστούς καλλιτέχνες και δημιουργούς, μέσα σ' αυτούς ήταν και ο Απόστολος Καλδάρας, ο συμπατριώτης του, που τον είχε από δημόσια εκπομπή  λοιδωρήσει, λέγοντας πως ο Τσιτσάνης πρέπει να πάει στο Πατριαρχείο να μάθει βυζαντινή μουσική.

Ο Τσιτσάνης του απάντησε, όπως σε όλους τους κλεφτοσυνθέτες, πως έχει το βάρος πάνω του ο Καλδάρας, για πάνω από διακόσια κλεμένα ξένα τραγούδια, ινδικά και άλλα, που του τα είχε και κατονομάσει μάλιστα, που διαλαλούσε ο εν λόγω, πως είναι δικά του, αναφέροντας πως μόνο στοιχεία είχε πάρει εξ αυτών.

Την ίδια στιγμή ο Καλδάρας μιλούσε στο ραδιόφωνο λέγοντας πως τα παιδιά μας δεν πρέπει να μεγαλώνουν με αυτά τα τραγούδια. Θρασύτητα και κυνικότητα και όχι μεταμέλεια, ήταν τα χαρακτηριστικά που του απέδωσε ο Τστσάνης.

Ο Τσιτσάνης δεν έσβησε μουσικά ποτέ. Ακόμα και η λογοκρισία, η κατοχή, ο πόλεμος, η στράτευσή του, ο εμφύλιος, οι μόδες που ήλθαν και παρήλθαν, η χούντα, η μεταπολίτευση, δεν τον έκοψαν. Συνέχιζε ακάθεκτος να δημιουργεί, μέχρι την τελευταία του στιγμή στη ζωή.

Ο Καλδάρας έλεγε πως ο Τσιτσάνης έσβησε, ό,τι είχε να γράψει, ό,τι έγραψε, ήταν μέχρι το 1960. Επέζησε μέχρι τότε. Ύστερα ο Τσιτσάνης διαλύθηκε.

Η απάντηση του Τσιτσάνη, με επιστολή του γραπτή, ήταν καταπέλτης, λέγοντάς του, πως είναι πνιγμένος από τα φοβερά του λάθη και τεμπέλης. Όσο δεν υπάρχει μουσική υπεύθυνη δήλωση δεν πρόκειται να αναπνεύσει το Ελληνικό Τραγούδι. Απόστολε είναι η ώρα σου να γίνεις ιεραπόστολος. Βγες μπροστά να σε χειροκροτήσω. Μη βγαίνεις και γράφεις κάτι σαχλά εναντίον μου. Δείξε πραγματική μεταμέλεια και ξεσηκωμό στην πρότασή μου. Κι άμα έχεις πρόβλημα και ανάγκη λαϊκών στίχων, εγώ θα σου δώσω δωρεάν δύο και τρεις και τέσσερις.

Σύμμαχος τότε αυτόκλητος του Τσιτσάνη υπήρξε ο Μεγάλος Μανώλης Χιώτης που δήλωσε:

Ξέρετε τι έκαναν οι συνθέτες; Μάθαιναν τι ώρα μετέδιδαν τα τραγούδια η Άγκυρα, η Κωνσταντινούπολη και το Κάιρο και την ώρα εκείνη, ήταν στημένοι στο ραδιόφωνο, με έτοιμο το μαγνητόφωνο.

Επίσης, με τα πολλά, δημιουργήθηκαν δύο μεγάλα στρατόπεδα: Τσιτσανικοί και Αντιτσιτσανικοί.

Δύο μεγάλα αντίπαλα ρεύματα, που είχαν στους κόλπους τους ουκ ολίγους και διόλου αμελητέους.

 

33. Υπάρχει στους κύκλους, των αναζητητών, ερευνητών, ρεκτών, το ερώτημα: που είναι το ελαφρό τραγούδι;

Απλά χάθηκε;

Και αν ναι, γιατί;

Αντίθετα, το ρεμπέτικο, που τόσο πολύ πολεμήθηκε από τους ελαφρούς, που τόσο κυνηγήθηκε από την λογοκρισία, που τόσο πολύ κατηγορήθηκε από τους μεγαλόσχημους, κουλτουριάρηδες, έντεχνους και μη, άντεξε. Δε χάθηκε.

Το ερώτημα και πάλι είναι γιατί;

Το ρεμπέτικο τραγούδι, είχε την ικανότητα να είναι τόσο ευμετάβλητο, ώστε να περάσει πολύ εύκολα στη νέα του και οριστική μορφή που το οδήγησε και το τοποθέτησε ο Βασίλης Τσιτσάνης. Στην άλλη του μορφή, που έμελε να την αγαπήσει όλος ο κόσμος, όλος ο λαός. Στην τελική του Λαϊκή μορφή. Αυτή που το καταξίωσε και το έφερε μέχρι τις μέρες μας αλώβητο, αθάνατο, ακούραστο. Το νέο, το σημερινό, το ιστορικό: Λαϊκό Τραγούδι, το:

Ελληνικό Λαϊκό Τραγούδι.

Παρ' όλο που και τα δύο είδη έζησαν την ίδια περίπου εποχή, με τις ίδιες κοινωνικο – πολιτικο – πολιτιστικές  καταστάσεις, παρ' όλο που το στερέωμα που λειτουργούσαν ήταν κοινό: θέατρο, επιθεώρηση, μαγαζιά, περιοδείες, μάντρες, πάλκο και σκηνές, παρ΄ όλ' αυτά, το ρεμπέτικο, με την οριστική του Τσιτσανική μετάλλαξη, παρέμεινε.

Εγκαταστάθηκε τόσο μέσα στην ψυχή του Ελληνικού Λαού, που σε κάθε ευκαιρία μπορεί να θυμάται και τους  εξ αγχιστείας, ή και εξ αίματος, πρόγονούς του, σμυρναίικο, πολίτικο, δημοτικό, κλέφτικο, βυζαντινό, ακριτικό τραγούδι.

Από το 1966 και μετά συνεργάζεται με την απίστευτη Χαρούλα Λαμπράκη, που μαζί της δημιούργησε τραγούδια που ξανατραγούδησε πάλι όλος ο κόσμος σε όλη την Ελλάδα.

Την ίδια περίοδο την Ελληνική Μουσική Πραγματικότητα την έχει κατασκεπάσει ο αραβο- ινδο- τουρκικός ήχος.

Ο Τσιτσάνης και πάλι άνοιξε στρόφιγγες ανανέωσης.

Το 1978 παρουσιάζει το μεγάλο δίσκο, 12 Νέες Λαϊκές Δημιουργίες, με δώδεκα πραγματικά μεγάλες επιτυχίες, που τον φέρνουν ξανά στην πρώτη θέση, καθιστώντας τον απόλυτο άρχοντα του Λαϊκού Τραγουδιού.

Δηλητήριο στη Φλέβα, Πριγκηπας, Μη μου τη σπάς θα γίνει σαματάς, Μπλόκος (Βγήκανε νωρίς τ' αστέρια), Λαθρέμπορας, Την αντάμωσα ένα βράδυ, Την τελευταία μου ζαριά, Αυτό το βράδυ χάνομαι, Δεν ξαναπέφτω στην αγκαλιά σου, Στη δική μου την καρδιά, Μοντέρνες μαγκίτισσες Αθηναίες, Τσάρκιτσα, είναι τα περιεχόμενα αυτού του μεγάλου δίσκου του 1978.

Ξέρουν καλά οι δισκογραφικές τη δουλειά τους. Η αγορά δε θα κορεστεί ποτέ από την προσφορά. Ο Βασίλης Τσιτσάνης έχει ήδη περάσει στο Πάνθεον των Αθανάτων. Τα τραγούδια του κάθε μέρα αγαπιούνται περισσότερο, τόσο από τους νεότατους ακροατάτες του, όσο και από τους νεότερους μουσικούς, που συνεχίζουν στο ρεπερτόριό τους αμείωτα να έχουν μεγάλο αριθμό τραγουδιών του αείμνηστου Βασίλη Τσιτσάνη.

Χάρις Αλεξίου, Ελευθερία Αρβανιτάκη, Ελένη Βιτάλη, Δήμητρα Γαλάνη, Μίκης Θεοδωράκης, Σταμάτης Κραουνάκης, Μανώλης Λιδάκης, Γιάννης Πάριος και τόσοι άλλοι είναι αυτοί που επεξεργάστηκαν και επανεκτέλεσαν πολλά από τα κομμάτια του.

Ο Χιώτης εκφραζόμενος για τον Τσιτσάνη είχε πει πως δεν είναι τραγουδοποιός αλλά συνθέτης.

Άλλωστε όπως ο ίδιος λέει: όταν βγήκαν τα δικά του τραγούδια στην κυκλοφορία, ήταν κάτι το πραγματικά νέο και το επαναστατικό για τα μουσικά δεδομένα της εποχής του. Γι αυτό και έκαναν μεγάλη εντύπωση. Έτσι ο  πατέρας του Λαϊκού τραγουδιού θεώρησε πως ήταν φυσικό να παλαίψει μέσα στη βαριά ατμόσφαιρα, του προγούμενου: του παλιού τραγουδιού, το μόρτικο, το πρώτο, το λίγο χασικλίδικο, το λίγο αλανιάρικο, το περιφρονημένο από πολλούς, αυτό που με τη γνώμη μου έχει και σχέση με την έννοια της λέξεως ρεμπέτης.

Με τριάντα πέντε, σαράντα καντάδες μέσα στις αποσκευές του, φτάνει στην Αθήνα, για να διαχωρίσει τη θέση του από το κατεστημένο βαρύ ρεμπέτικο τραγούδι.

Όλα τα τραγούδια αυτής της μετακόμισης έγιναν επιτυχίες. Όπως είχε συμβεί ενωρίτερα με τον έντεκα χρόνια μεγαλύτερό του, Μάρκο Βαμβακάρη, που είχε έρθει από τη Σύρο στον Πειραιά, το 1925, με μια αρμαθιά τριάντα περίπου τραγουδιών. Όπως μας λέει ο Γιώργος Λιάνης, ο Βασίλης Τσιτσάνης έγραφε τραγούδια και δε χόρευε. Αντίθετα οι Βαμβακάρης και Παπαϊωάννου, γράφανε ζεϊμπέκικα και χόρευαν ονειρωδώς.

 

34. Η πορεία του Τσιτσάνη Τρίκαλα, Θεσσαλονίκη, Αθήνα, περιοδείες στην Ελλάδα, είναι αυτή που διαμόρφωσε το Πρόσωπο και το Φαινόμενο Τσιτσάνης. Μέσα από τις διαδρομές του, μπόρεσε να μαζέψει ό,τι του χρειαζότανε, για να δημιουργήσει την Εκτροπή από τα μουσικά κατεστημένα της εποχής του, αλλά να φέρει και την  Οριστική Ρήξη, Παρεκτροπή και Επιβολή του δικού του τρόπου και της δικής του φόρμας.

Η συγκυρία ήταν ευτυχής για τον Τσιτσάνη. Απαγόρευση δικτατορία λογοκρισία, ήταν το κλίμα που επικρατούσε. Έτσι η συγκυρία ήταν ευτυχής και για την τύχη του Ελληνικού Λαϊκού Τραγουδιού γενικότερα και ειδικότερα.

Ποιος θα ήταν ο συνεχιστής άραγε άμα θα είχε λείψει ο  Τσιτσάνης;

Ποια θα ήταν η συνέχεια;

ο Βλάχος, όπως τον ονόμασε η παλιά μόρτικη φρουρά, έφερε τα πάνω κάτω. Και μπουζούκι έπαιζε φοβερό, αλλά με την ιδιότυπη προφορά του σιγοτραγουδούσε και κάποια καταπληκτικά τραγούδια.

Η αρμονία ήταν το νέο χαρακτηριστικό γνώρισμα.

Οι ρεμπέτες και οι παλιοί σκέφτηκαν πως μάλλον πρέπει να πάψουν να ασχολούνται με το παραδοσιακό και το σμυρναίικο και να ανοίξουν τους ορίζοντές τους σε νέους δρόμους.

Όταν βγήκε η Αρχόντισσα την τραγουδούσανε όλοι οι Έλληνες απ΄όλες τις κοινωνικές τάξεις. Από το Κολωνάκι μέχρι το τελευταίο χωριό. Αρμονίες έχει αυτή, όπως έχουν και τα Θα πάω εκεί στην Αραπιά και Ό,τι κι αν πω και άλλα. Η Αρχόντισσα ήταν το τραγούδι που καταξίωσε τον Τσιτσάνη, σε όλους τους συναδέλφους του, σε όλους τους πολίτες της Ελλάδας, απ' όπου κι αν προέρχονταν, όπου κι αν είχαν γεννηθεί, όποια μόρφωση κι αν είχαν, σε όποιο οικονομικό επίπεδο κι αν βρίσκονταν.

Ο Τσιτσάνης δεν κούρασε με πολυλογίες.

Όλη του η σκέψη, οι ιδέες του, οι απόψεις του, πέρασαν μέσα από τις μουσικές του, μέσα από τους στίχους του, μέσα από τα τραγούδια που έφερε στο προσκήνιο.

Ό,τι είχε να πει το είπε με τη μουσική.

Παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του και της ταυτόχρονης παύσης της καριέρας του, ο επαναστάτης, ο πρωτοπόρος, ο φοιτητικός.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης, υπήρξε ο Μεγάλος Αυτοδίδακτος, που έκλεψε τον ανθό του ανθού, όλων των μουσικών του κόσμου και της Ελλάδας, προσαρμόζοντάς το, μετουσιώνοντάς το, σε αυτό το οικείο αλλά πρωτάκουστο είδος που χαρακτήρισε την επαναστατική του μουσική παρουσία.

Σεμνός πάντα συνήθιζε να λέει: γράφω μινοράκια ματζοράκια. Εγώ νιώθω, έλεγε, το μισό ενός πορτοκαλιού και το μπουζούκι το άλλο μισό. Κολλήσαμε χωρίς να φαίνεται καθόλου η κόλληση.

Κανένας δεν μπορούσε να παίξει όπως αυτός, εκτός από τον Καπλάνη, που ήταν ο τέλειος μίμος του.

Ο Τσιτσάνης είχε το δικό του στυλ, με το να παίζει στο μπουζούκι του, δυνατά τις χαμηλές νότες και απαλά τις ψηλές, ώστε να υπάρχει μία τέλεια ισορροπία.

Από τότε που πούλαγε εφημερίδες, από τότε που έπαιζε με σολαρίσματα τις νύχτες, πάνω στις άμαξες για πλούσιους, που συνέχιζαν τις βραδιές τους, από τότε που πρωτόπαιξε σε νυχτερινά μαγαζιά, ο Τσιτσάνης έδειξε πως είναι ανεπανάληπτος, χωρίς ποτέ να κάνει έκπτωση στην τεχνική του, στον πολιτισμό του, στο τελικό του ποιοτικό αποτέλεσμα.

 

35. Την εποχή της Τριάνας του Χειλά, οι μεγάλοι αντίπαλοι ήσαν: Τσιτσάνης από τη μία πλευρά με τη Σωτηρία Μπέλλου και ο Γιάννης Παπαϊωάννου από την άλλη, με τη Μαρίκα Νίνου, την οποία την απέρριψε λόγω πολλών τσαλιμιών που έκανε επί σκηνής και τον εκνεύριζε. Λίγο αργότερα, έσμιξε ο Τσιτσάνης με τη Μαρίκα Νίνου, την οποία πήρε στο μαγαζί από το κέντρο Φλόριδα, όπου εμφανιζόταν με το Στελλάκη Περπινιάδη, με μεροκάματο 25 δραχμές. Ξεκίνησε στο μαγαζί, μαζί με τον Τσιτσάνη κινδυνεύοντας από την Ιωάννα Γεωργακοπούλου, (που εκτοπίστηκε από την είσοδό της), να της βγάλει τα μάτια. Όλα αυτά συμβαίνουν στου Τζίμη του Χοντρού, Αχαρνών 77.

Από την άλλη, έσμιξε ο Παπαϊωάννου με τη Σωτηρία Μπέλλου, που συνεργαζότανε πριν με τον Τσιτσάνη, εκεί στου Τζίμη του Χοντρού.

Ο Γώργος λιάνης λέει: Έτσι το θέμα έκλεισε, πολιτιστικά και καλλιτεχνικά. Ύστερα φυσικά από πολλούς και μεγάλους διαπληκτισμούς και καβγάδες.

 

36. Η Μαρίκα Νίνου, κανονικό όνομα Ευαγγελία Αταμιάν, από τους γονείς της: Οβάνες και Γκιούλα Αταμιάν. Επίσης Ευαγγελία Μεσροπιάν, από το επίθετο του πρώτου της συζύγου Χάικ, με τον οποίο απέκτησε ένα παιδί τον Οβάνες. Επίσης Ευαγγελία Νικολαϊδη, από το επίθετο του δεύτερου συζύγου της, Νίκο Νίνο Νικαλαϊδη, που ήταν ακροβάτης. Από ταμίας η Ευαγγελία βρέθηκε καλλιτεχνικό ζευγάρι με το σύζυγό της, να περιοδεύουν στην Ελλάδα, με το σχήμα, Ντούο Νίνο και μισό, που σήμαινε, δύο οι Νίνο σύζυγοι και μισό από το μικρό Οβάνες το γιο της, που είχε και αυτός πάρει μέρος στο πρόγραμμα.

Το όνομα Μαρίκα της το έδωσε η μητέρα του Νίνο, για να θυμίζει την Κοτοπούλη.

Από την επαρχία σε θεατράκια της Αθήνας και σε διάφορες περιοδείες, με αποτέλεσμα σε ένα από αυτά να την αντιληφθεί ο Μεγάλος μας Ηθοποιός Πέτρος Κυριακός, να την εκτιμήσει και να την προτείνει στο Μανώλη Χιώτη, με τον οποίο ηχογραφεί δύο κομμάτια το 1948: Ώρες σε κρυφοκοιτάζω, και Θα σου πω το μυστικό μου.

Με παράκλησή της στο Γιώργο Μητσάκη, ζήτησε να μιλήσει αυτός στο Χιώτη, που τότε εμφανιζότανε στο Πιγκάλς της αρχής της Πατησίων, να την αφήσει να πει κι αυτή ένα τραγουδάκι.

Ο Στελλάκης Περπινιάδης είναι αυτός που την ανέβασε πρώτος, για πρώτη φορά στο πάλκο. Την είχε ακούσει μάλλον κατά τις ηχογραφήσεις της με τον Χιώτη.

Έτσι 1948 – 1949 και για πέντε μήνες, η Μαρίκα Νίνου, εμφανίζεται στη Φλορίδα, με το Στελλάκη Περπινιάδη και τους Ανέστο Αθανασίου, Μιχάλη Γεννίτσαρη, Βούλα Δερέμπεη, Γιώργο Λαύκα, Λεμονόπουλο, Απόστολο Χατζηχρήστο. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε ακόμα η αναγκαιότητα γυναίκας επάνω στο πάλκο.

Η Μαρίκα Νίνου, ήταν μία μοναδική γυναίκα. Ποτέ κανείς δε θυμάται να την έχει δει μουτρωμένη και χωρίς χαμόγελο. Υπήρξε η Μούσα του Βασίλη Τστιτσάνη.

Μεταξύ του Τσιτσάνη υπήρξε μία θυελλώδης επαγγελματική συνεργασία, αλλά και μία πολύ ορμητική και φλογερή ερωτική σχέση.

Ξεκίνησαν τις σχέσεις τους γύρω στο 1949, περίοδος που η Νίνου είχε ξεκινήσει να εμφανίζεται στο Κέντρο Φλόριδα, ενώ ο Τσιτσάνης βρισκόταν στο πάλκο του Τζίμη του Χοντρού. Τελείωσαν με το τραγούδι:

Τι σήμερα τι αύριο τι τώρα

ας καθαρίσουμε μια ώρα αρχύτερα

που της έδωσε μέσα στο στούντιο της δισκογραφικής για να το ηχογραφήσει, το 1954.

Το μήνυμα άμεσο και σκληρό ελήφθη. Δάκρυα, λίγη απογοήτευση, εγγραφή, μία επιτυχία αθάνατη ακόμα, και όλα τελείωσαν εκεί.

Ύστερα η Μαρίκα Νίνου, βρέθηκε στην Αμερική προκειμένου να κάνει τις αναγκαίες εξετάσεις της και θεραπεία της για τον καρκίνο που την είχε προσβάλλει.

Λίγες μέρες πριν, ο Βασίλης Τσιτσάνης, είχε αρνηθεί πρόταση της Μαρίκας Νίνου, να πάνε περιοδεία στην Αμερική μαζί, συνδυάζοντας εργασία και θεραπεία.

Στόχος της βέβαια ήταν να τον απομονώσει από τη Ζωή, με τελικό στόχο να τον έχει αποκλειστικά δικό της.

Ίσως και να πήγαιναν αλλά τα σχέδια τα χάλασε η εγκυμοσύνη της Ζωής, αναγκάζοντας το Βασίλη να μη θελήσει τη διάλυση του γάμου του.

Για τη Νίνου έλεγε: την άκουσα και δεν άργησα να καταλάβω το ταλέντο της, γίναμε ντουέτο και κάθε βράδυ γινόταν χαλασμός από τον κόσμο, κάθε μέρα συζητούσαν για εμάς τους δυο. Η Μαρίκα στο πάλκο ήταν ασυναγώνιστη οι κινήσεις της ήταν κάτι το συγκλονιστικό, όταν τραγουδούσε είχε τέτοια εκφραστικότητα και τέτοια μεταδοτικότητα στο κοινό που νομίζω ότι δεν πρόκειται να γεννηθεί άλλη όταν τραγουδούσε κυριολεκτικά καθήλωνε τον κόσμο στα τραπέζια, ήταν φοβερή.

Στου Τζίμη γνώρισα τη Μαρίκα, είχε έρθει πάρα πολλές φορές για να με δει και να με ακούσει.

Όταν τραγουδούσαμε μαζί, η ουρά έφτανε μέχρι τον Άγιο Παντελεήμονα.

Ποτέ δε ζητήσαμε τίποτα πάρα πάνω.

Βέβαια πέρασε εκείνη η εποχή που καθόμασταν με τη Μαρίκα Νίνου 8 – 10 και 12 ώρες, όλη νύχτα στο πάλκο, για να βγάλουμε 80 και 100 δραχμές μεροκάματο.

Η Νίνου πέθανε από καρκίνο της μήτρας, στις 23 Φεβρουαρίου του 1957, σε ηλικία μόλις 39 χρονών. Είχε γεννηθεί την 1η Ιανουαρίου του 1918. Ο Τσιτσάνης ήταν τότε κι αυτός μόλις 42 ετών. 

37. Περίπου 700 είναι τα τραγούδια που έχει γράψει συνολικά. Μέχρι εφτακόσια τα ανεβάζουν όλοι, αλλά σαν βάση έχουν στις αναφορές τους από 580 έως 650 τραγούδια.

 

38. Με το Μάρκο Βαμβακάρη τους συνδέει το γεγονός του τετράπτυχου: στίχος, μουσική, όργανο, φωνή, προσθέτοντας ταλέντο μοντέρνας και πρωτοποριακής ενορχήστρωσης στον Τσιτσάνη.

Οι υπόλοιποι δεν το είχαν αυτό το πακέτο, ρεμπέτες και μη. Μέχρι σήμερα ακόμα, πλην περιπτώσεων Κώστα Χατζή, Διονύση Σαββόπουλου, Δήμου Μούτση, αρκετών ανθρώπων που τραγουδάνε παίζουν και γράφουν τα τραγούδια τους μόνοι τους αλλά ανήκουν σε άλλη κατηγορία, σε άλλα στυλ και σε άλλες φόρμες.

Επίσης υπήρξαν οι Γιώργος Ζαμπέτας, Μάνος Λοΐζος καθώς και οι Κώστας Τουρνάς, Σταμάτης Κραουνάκης, Θάνος Μικρούτσικος, Νίκος Πορτοκάλογλου, Τζίμης Πανούσης, που και αυτοί ανήκουν σε ξεχωριστές ο καθένας σχολές με διαφορετικές αφετηρίες και άλλους τελικούς σκοπούς.

Φυσικά υπάρχουν και οι άλλοι που δεν αναφέρω εδώ μιας και το αφιέρωμα ανήκει στο Βασίλη Τσιτσάνη. Όσοι παραλείπονται της αναφοράς είναι εξίσου δυνατοί και άριστοι στον τομέα του τετράπτυχου: στίχος, μουσική, όργανο, φωνή.

Φυσικά παραλείπονται και πολλά παλαιά ονόματα και άλλα νεότερα, πάρα πολλά και αξιόλογα.

 

39. Η Σωτηρία Μπέλλου δούλευε μαζί με τον Τσιτσάνη στου Τζίμη του Χοντρού. Έφυγε από το μαγαζί του Τζίμη, ύστερα από τη φασαρία που είχε γίνει μέσα σε αυτό, με τους γνωστούς αδελφούς Κατελάνους. Οι Κατελάνοι, γνωστοί και διαβόητοι νταήδες του υποκόσμου της εποχής, μπήκαν στου Τζίμη του χοντρού προκειμένου να κάνουνε ζημιά.

Η Μπέλλου βρίσκεται στο πάλκο τραγουδώντας το Καλέ μου το παιδί, όταν ο Τσιτσάνης και ο Κερομύτης τη συνοδεύουν με τον Περιστέρη στο πιάνο.

Η βαβούρα αφόρητη, η Μπέλλου τους εκνευρίστηκε, τους μίλησε, τους έβρισε. Ο Τσιτσάνης προσπαθεί να τους ηρεμήσει. Στα ξημερώματα ο μικρότερος αδερφός Κατελάνος την πλησιάζει και της λέει: πες μωρή παλιοκουμμούνα του αϊτού ο γιος. Αυτή του απαντάει: δεν το ξέρω, ξεκινώντας το: Κάποια μάνα αναστενάζει. Ειδικά στο στίχο, ο λεβέντης να γυρίσει απ' τη μαύρη ξενιτιά, η Μπέλλου προκλητικά το αλλάζει λέγοντας, να γυρίσει απ' την Ικαριά. Όλα ύστερα οδήγησαν στο βίαιο ξυλοδαρμό της από τους Κατελαναίους, που την άφησαν αιμόφυρτη στο πάτωμα της τουαλέτας, φεύγοντας ανενόχλητοι, και χωρίς κανένας να επέμβει προκειμένου να αποφευχθεί το συμβάν ή να την προστατέψει.

Αυτό ήταν το μεγαλύτερο παράπονο που είχε η Σωτηρία, για κείνη τη βραδιά, αναφερόμενη και στην ορχήστρα αλλά και στους θαμώνες του μαγαζιού: τόσοι άντρες εκεί μέσα και δε σηκώθηκε ένας να με υπερασπιστεί.

Αποχώρησε αυτή, αλλά και ο Τζίμης ο Χοντρός ζήτησε από την ορχήστρα να βρουν γυναίκα, μου το είπαν καθαρά, διώξ' την αλλιώς θα σου το κάψουμε.

Ειδικά για το επίμαχο αυτό τραγούδι: Κάποια μάνα αναστενάζει, υπάρχει η εξής αναφορά:

Η σειρά, η ουρά των μανάδων από την οδό Λυκούργου, όπου ήταν το πρατήριο της Κολούμπια, έφτανε μέχρι την Ομόνοια. Ουδείς δίσκος, ούτε από συλλέκτες, ευρέθη σε καλή κατάσταση από τους 35.000-40.000 που έχουν πουληθεί. Όλοι είναι καταφαγωμένοι. Γι' αυτό ειδικά το τραγούδι πρέπει να πω ότι από μουσικής πλευράς το θεωρώ από τις κορυφαίες μουσικές μου συνθέσεις». Κάποιες φορές μάλιστα αλλάζανε το στίχο που λέει: ο λεβέντης να γυρίσει από τη μαύρη ξενιτιά» και την τραγουδούσανε ως, ο λεβέντης να γυρίσει από τη μαύρη Ικαριά.

40. Αγαπούλα, Αρχόντισσα, Ασυλόγιστη, Αχάριστη, Γόησσα, Δαιμονισμένη, Ερωτιάρα, Κακούργα, Κουκλίτσα, Λάγνα, Μάγισσα, Μαγκιόρα, Μαργιόλα, Μαύρη ψυχή, Μόρτισσα, Μπαμπέσα, Μποέμισσα, Νεράιδα, Νοστιμούλα, Ντερμπεντέρισσα, Ονειρεμένη, Παλιοκόριτσο, Παμπόνηρη, Πεταχτή, Πονηρή, Σατράπισσα, Σκάρτη, Σκληρόκαρδη, Τρελή, Τσαχπίνα, Φίνα μεθυστική, Ψεύτρα, μερικά μόνο από τα επίθετα με τα οποία ο Τσιτσάνης στόλισε τις γυναίκες.

Και η προσφιλής έκφρασή του ήταν, σωστή καλλονή, για κάθε γυναίκα που έπρεπε να περιγράψει και του είχε κάνει εντύπωση.

Σα γνήσιος επίγονος της ρεμπέτικης σχολής, ενώ γκρέμισε με το δικό του τρόπο, ό,τι είχε απομείνει μετά το καταστροφικό, τραγούδι αφορμή, της Ρόζας Εσκενάζη, που ρίχτηκε ταφόπλακα, σε όλα τα ρεμπετο – σμυρναίικο – πολίτικα, της εποχής, έχοντας αποκηρύξει ό,τι το ρεμπέτικο πρέσβευε, κράτησε σα γνήσιος μεταρεμπέτης, την αγάπη του για τις γυναίκες.

Την εκδήλωσε με κάθε τρόπο. Και κυριολεκτικά με το μεγάλο του έρωτα με τη Μαρίκα Νίνου, αλλά και με το τραγούδι του, όπου τα κοσμητικά του επίθετα για τις όμορφες παρουσίες της ζωής μας, έδιναν κι έπαιρναν.

Τις γυναίκες τις αγαπούσα και τις αγαπώ πολύ, δεν μπορώ να το κρύψω. Η γυναίκα είναι από τις πιο καθαρές πηγούλες εμπνεύσεως του έργου μου. Όπως η φτώχεια, η ξενιτιά, η αδικία.

Τη σεξουαλική απελεύθερωση της γυναίκας δεν την αποδέχτηκε. Τη θεωρούσε πως είναι κεραυνός για τη γυναίκα. Η σεξουαλική απελεύθερωση της γυναίκας είχε την ίδια αξία γι αυτόν με τη νουμεράδα. Ισάξια με τον πλήρη εξευτελισμό, ευτελισμό, ξεπεσμό της. Τη γυναίκα την ήθελε κτήμα του, όχι κοινή κι εξευτελισμένη. Αγία και τιμία την ήθελε.

 

41. ο Βασίλης Τσιτσάνης, πάντα, μία φυσιογνωμία θλιμμένη, πάντα μελαγχολικός, πάντα ρουφούσε το συνομιλητή του, πάντα μίλαγε επί του θέματος όταν ήταν να απαντήσει, πάντα γενναιόδωρος στις απαντήσεις του. Πάντα ο ίδιος με όποιον κι αν συζητούσε.

Το χαμόγελό του πάντα θλιμμένο, αλλά αθώο, παιδικό, αληθινό.

Από το 1936 μέχρι το 1940 γράφει περί τα εκατό επαναστατικά τραγούδια, που γκρεμίζουν με το άκουσμά τους, το σμυρναίικο και το πολίτικο κατεστημένο του μέχρι τότε τραγουδιού και μουσικής.

 

42. Αυτός ήταν ο Τσιτσάνης. Μπορούσε να γράψει μια καντάδα και να την τραγουδάει ολόκληρη η Ελλάδα. Αυτό πίστευε και έλεγε, αυτό πρέσβευε.

Επαναστάτη και αναμορφωτή τον αποκαλούσαν, ο άνθρωπος που εξευγένισε το ρεμπέτικο τραγούδι, έλεγε γι αυτόν ο Στελλάκης Περπινιάδης.

Καθάρισε το ρεμπέτικο από κάθε τι πρόστυχο και χαμηλό, είχε πει ο Ντίνος Χριστιανόπουλος.

Οι άνθρωποι των Τεχνών, οι Συγγραφείς και οι κύκλοι της διανόησης αγκάλιασαν πολύ γρύγορα το νέο αυτό συνθέτη, που με τα τραγούδια του μπορούσε να συγκινεί, να διασκεδάζει, αλλά και να προσφέρει αυτό που πραγματικά αξίζει ο Έλληνας για τη Λαϊκή του διασκέδαση.

Άλλαξε την λαϊκή ορχηστική δόμηση. Πρότεινε με θάρρος και υποστήριξε με γνώση την αλλαγή αυτή. Οι στίχοι απέκτησαν ποιότητα και έγιναν πιο ποιητικοί, οι μελωδίες του δε θύμιζαν τίποτα από τους προηγούμενους μουσικούς που συνέθεταν μουσικές για τραγούδια.

Είναι ο άνθρωπος που με την αστείρευτη και δημιουργική του φαντασία, κλυδώνισε το μουσικό και στιχουργικό κατεστημένο.

Ακορντεόν και πιάνο ήταν δύο από τις τολμηρές του ενορχηστρωτικές απόψεις που τις πρόσθεσε, ως όργανα στα σχήματά του.

Στη μουσική ο Τσιτσάνης κέρδισε με την πρώτη. Τα μουσικά στέκια από την πρώτη στιγμή της καθόδου του στην Αθήνα, από τα Τρίκαλα, μιλούσαν γι αυτόν.

Ο τρόπος του. Οι μουσικές του. Οι στίχοι του. Η ντοπιολαλιά του.

Αυτή ήταν η εισαγωγή του Τσιτσάνη στη μεγάλη Αθηναϊκή Σκηνή, στο απέθαντο κατεστημένο του ρεμπέτικου τραγουδιού, στο πάνθεον των ζώντων, ανδρών και γυναικών, του πάλκου της εποχής εκείνης.

Τα χαμηλωμένα φώτα της δημοσιότητας, οι πεσμένοι τόνοι των τραγουδιστών και των μουσικών λόγω της  λογοκρισίας και των διώξεων, έδιναν μια γεύση γλυκανάλατου εκείνη την εποχή, έχοντας ως επίσημη μορφή τη λιγόθυμη νύχτα που βαριανάσαινε προκειμένου να βρει το ρυθμό της ή τους τρόπους ανάτασης.

Σ' αυτό το κλίμα, ο ονειροπόλος Βασίλης Τσιτσάνης, ο επαρχιώτης μπουζουξής, αναγκάζει ράθυμα στην αρχή, επιθετικά στη συνέχεια, ορμητικά ύστερα, τους Αθηναίους, να στρέψουν την προσοχή τους προς αυτόν, ρίχνοντας όλα τα από πριν χαμηλωμένα φώτα, πλέον, επάνω του.

Η εισαγωγή είναι η ζωή μου, έλεγε ο ίδιος. Και το απέδειξε.

Με την πρώτη είσοδο στην Αθήνα κυριαρχεί.

Δε φτάνει όμως αυτό.

Την εισαγωγή τη χρησιμοποιεί και στο τραγούδι. Δημιουργεί προεισαγωγές, που τις κατονομάζει και τις χαρακτηρίζει ως προθέρμανση για το κομμάτι.

Ο ανοιχτοχέρης επαρχιώτης δε φείδεται ήχων και αντιλήψεων. Δεν τσιγκουνεύεται χρόνου και γνώσης. Δίνει απλόχερα, ακάματα, τη μουσική του, με ελεύθερα σχεδιάσματα, προεισαγωγές και  εισαγωγές, ώστε ο ακροατής να μπορέσει να απολαύσει και τις γνώσεις του, αλλά και να ευχαριστηθεί με αυτό το κάτι άλλο, αυτό το κάτι πάρα πάνω.

Να αναφέρω και το συμβάν: μέσα στο χαλασμό της αθρόας προσέλευσης στην Αθήνα με το δωρεάν εισιτήριο που έβαλε ο Κονδύλης, για να μπορέσουν να κατεβούν στην Αθήνα, όσοι ήθελαν να παραστούν στην άφιξη του Βασιλιά Γεώργιου του Β', και ενώ έφτασε μαζί τους και ο νεαρός Βασίλης, συνέβηκε να χάσει τη βαλίτσα του, στο σταθμό. Όταν αργότερα τη βρήκανε στην αποθήκη, έβγαλε όλα του τα ρούχα έξω, για να αποδείξει πως ήταν δική του.

Εισαγωγή δηλαδή.

Τον είχαν ονομάσει: ο Βλάχος.

Ο ίδιος δε στεναχωρήθηκε ποτέ.

Αντίθετα, σαν ατόφιος Βλάχος, έδινε πάντα τα περισσεύματά του, σε κάθε του δημιουργία, σε κάθε του έργο που δημιουργούσε.

Καταφέρνει το τελικό χτύπημα στο παλιό, στα παλιά ακούσματα, στον παλιό τρόπο, στο ρεμπέτικο τραγούδι.

Καταργεί την ομοιοκαταληξία.

Καταργεί τα επαναλαμβανόμενα δίστιχα.

Ο Ρένος Αποστολίδης, στις Ποιητικές του Ανθολογίες, για πρώτη φορά περιλαμβάνει και άτομο από το τραγούδι. Και μάλιστα ρεμπέτη. Αυτός ήταν ο Τσιτσάνης.

 

43. Ποίηση – ποιητικός στίχος – μικτά σχήματα ποιητικού λόγου – λέξεις που δε θυμίζουν το παρελθόν – κοσμητικά επίθετα – θεατρικός τρόπος περιγραφής – είναι ακριβώς αυτά τα στοιχεία που ανάγκασαν τους διανοούμενους της εποχής εκείνης αλλά και τους μετέπειτα, να τον προσεγγίσουν, να τον ακούσουν, να τον αγαπήσουν, να γίνουν οι θαμώνες του.

Τα χέρια του μάτωναν προκειμένου αυτό που η ψυχή του μίλαγε να φτάσει τέλειο στα χέρια του.

Είχε φτάσει στο σημείο να κάνει κάποτε δεκάδες ενέσεις για να σώσει το χέρι του που είχε τραυματιστεί από υπερβολικό παίξιμο στο μπουζούκι.

Κυριολεκτικά και πραγματικά μάτωνε και υπέφερε. Όταν δούλευε τα δικά του τραγούδια, όταν έπαιζε για λογαριασμό των εταιρειών σε τραγούδια άλλων, όταν δούλευε στο πάλκο.

Εικοσιτετράωρα ολόκληρα, χωρίς σταματημό. Όποιος άλλος θα δούλευε όπως εγώ, δε θα άντεχε, θα είχε πεθάνει, έλεγε ο ίδιος. Και είχε τόσο δίκιο.

Για να ολοκληρώσει το σκοπό του, πετούσε εκατό θέματα και κρατούσε ένα.

Στις εισαγωγές τα χέρια του άνοιγαν, από την έρευνά του, για να πετύχει αυτό που ήθελε. Ματώνανε.

Σε κάποια του αναφορά είχε πει: τα χρόνια τα δύσκολα που περνάμε και που οι λέξεις χάσαν την αξία τους όπως, η αγάπη, η αλληλεγγύη, ο ανθρωπισμός, η χαρά, η ευτυχία, εύχομαι να βρουν το νόημά τους.

Και αλλού: Κάθε δαχτυλιά μου πάνω στο μπουζούκι και στη χάραξη του δίσκου ήταν για μένα ιερή στιγμή, όταν δούλευα είχα σκοπό να δώσω κάτι καλύτερο από εκείνο που είχα δώσει την προηγούμενη, πάντα έτσι δουλεύω, τίποτα δεν αγνόησα στα τραγούδια μου, η φαντασία μου φτερούγησε παντού, έγραψα τραγούδια για την Ελλάδα, για τη λευτεριά, για την πτώχεια, για τον πόνο, για την αδικία, για την ελπίδα, έγραψα και πόσα τραγούδια δεν έγραψα, για την γυναίκα, για την ξενιτιά, για την εργατιά, για την μάνα, για το ανικανοποίητο. Μουσική και λόγια, βγαλμένα από την καρδιά μου και παιγμένα απ' τα χέρια μου και μιλημένα από μένα τον ίδιο, σαράντα χρόνια τώρα, πάνω στο σανίδι του πάλκου.

Ξενύχτια, αγώνες, βραχνάς, αγωνία, αίμα, κούραση, για να γίνουν τα τραγούδια μου όπως έγιναν.

 

44. Μία πινακίδα στα Τρίκαλα, δηλώνει:

ΕΔΩ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ

Ο

ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (ενδεικτική)

 

1.- Κώστας Χατζηδουλής, Βασίλης Τσιτσάνης, Η Ζωή Μου, Το έργο μου, Εκδ.: Νεφέλη 1979.

2.- G. Ηolst, Β. Χριστιανός, Κ. Χατζηδουλής, Περιοδικό Πολιτιστική.

3.- Σώτος Αλεξίου, Κυριακάτικος Ριζοσπάστης, Πολιτιστικά, 16/11/1994.

4.- Σώτος Αλεξίου, ο Ξακουστός Τσιτσάνης, εκδ.: Κοχλίας, 4η Έκδοση, 2003.

5.- Κώστα Μπλιάτκα, Εκπομπή Παρέες της Θεσσαλονίκης, ΕΤ3.

6.- Ηλίας Πετρόπουλος, Ρεμπέτικα Τραγούδια

7.- Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ο Βασίλης Τσιτσάνης και τα πρώτα τραγούδια του 1932 - 1946, Μελέτη, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Διαγωνίου, 1994.

8.- Τάκης Μπίνης, Βίος Ρεμπέτικος

9.- Νίκος Ορδουλίδης,

10.- Λάμπρος Λιάβας,

11.- Κώστας Φέρρης,

12.- Έλληνες του Πνεύματος και της Τέχνης, ΣΚΑΪ Τηλεόραση.

13.- Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Ουζερί Τσιτσάνης,

Παραγουάη – Σε φίνο ακρογιάλι

14.- Γούντι Άλλεν, στην ταινία Mighty Aphrodite, Ακαταμάχητη Αφροδίτη, ο Δημιουργός Γούντι Άλλεν, έχει το μουσικό θέμα στην ταινία, από μουσική του Βασίλη Τστσάνη: το Νέο Μινόρε του 1961, μπουζούκι παίζει ο Βασίλης Τσιτσάνης και κιθάρα ο Γιάννης Δέδες. Το κομμάτι είναι οργανικό.

15.- Ντίνος Χριστιανόπουλος, Τα Τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη που Γράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη επί Γερμανικής Κατοχής, Μελέτη, Εκδόσεις Μπιλιέτο αρ. 31, Παιανία, 2001.

16.- Νέαρχος Γεωργιάδης, Το Φαινόμενο Τσιτσάνης, Δεύτερη Έκδοση, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2005.

17.- Λευτέρης Παπαδόπουλος, Ζω από περιέργεια, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2000.

18.- Κώστα Μιχαλάκη, Καπετάν Κόζιακας - ο ξεχασμένος ήρωας της Εθνικής Αντίστασης – Θωμάς Πάλλας, Πρότυπες Θεσσαλικές Εκδόσεις, 2006.

 

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η Πνευματική Ιδιοκτησία αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της. Επισημαίνεται πάντως ότι κατά τον Ν. 2121/93 (όπως έχει τροποποιηθεί με το Ν. 2121/93 και ισχύει σήμερα) και τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (που έχει Κυρωθεί με το Ν.100/1975) απαγορεύεται η αναδημοσίευση και γενικά η αναπαραγωγή του παρόντος έργου, η αποθήκευσή του σε βάση δεδομένων, η αναμετάδοσή του σε ηλεκτρονική ή μηχανική ή οποιαδήποτε άλλη μορφή, η φωτοανατύπωσή του και η ηχογράφησή του με οποιοδήποτε τρόπο, τμηματικά ή περιληπτικά, στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση ή άλλη διασκευή χωρίς γραπτή άδεια του δημιουργού υπογράφοντος συγγραφέα. ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΑΡΘΡΟ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ musicheaven.gr

 

ΑΘΗΝΑ

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ – ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2013

ΦΑΙΔΩΝ ΑΛΚΙΝΟΟΣ, ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

ΤΕΛΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΜΕΡΟΥΣ 


Πρόσφατα άρθρα από τον ίδιο
Σχετικά άρθρα
Tags
Μουσικά Είδη:ΡεμπέτικαΜουσικά Όργανα:κιθάραΜουσική Γενικά:ραδιόφωνοσυνέντευξηΚαλλιτέχνες:ΔανάηΑπόστολος ΚαλδάραςΒασίλης ΤσιτσάνηςΓιάννης ΠάριοςΓιάννης ΠαπαϊωάννουΓιάννης ΠαπαδόπουλοςΓιώργος ΖαμπέταςΓιώργος ΧατζηαντωνίουΓιώργος ΣκαμπαρδώνηςΓρηγόρης ΜπιθικώτσηςΔήμητρα ΓαλάνηΔημήτρης ΕυσταθίουΕλένη ΒιτάληΕλένη ΛαμπίρηΕλευθερία ΑρβανιτάκηΗλίας ΠετρόπουλοςΘάνος ΜικρούτσικοςΙωάννα ΓεωργακοπούλουΚαίτη ΓκρέυΚώστας ΤουρνάςΚώστας ΦέρρηςΛευτέρης ΠαπαδόπουλοςΜαίρη ΛίνταΜάνος ΛοΐζοςΜανώλης ΛιδάκηςΜανώλης ΑγγελόπουλοςΜανώλης ΧιώτηςΜαρίκα ΝίνουΜίκης ΘεοδωράκηςΝίκος ΠορτοκάλογλουΝίκος ΡούτσοςΝίκος ΟρδουλίδηςΝταίζη ΣταυροπούλουΝτίνος ΧριστιανόπουλοςΠάνος ΓαβαλάςΠέτρος ΚυριακόςΠόλυ ΠάνουΠρόδρομος ΤσαουσάκηςΣούλα ΚαλφοπούλουΣπύρος ΚορώνηςΣταμάτης ΚραουνάκηςΣταμάτης ΚόκοταςΣταύρος ΤζουανάκοςΣτέλιος ΚαζαντζίδηςΣτελλάκης ΠερπινιάδηςΣωτηρία ΜπέλλουΤάκης ΜπίνηςΤζίμης ΠανούσηςΦώτης ΠολυμέρηςΧαρούλα ΛαμπράκηΕταιρίες:ΑΕΠΙ




Γίνε ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ

Αν σου αρέσει να γράφεις, έλα στην ομάδα συντακτών του ανεξάρτητου, πολυφωνικού, υγιούς και δημοφιλούς ηλεκτρονικού περιοδικού του MusicHeaven και μοιράσου τις σκέψεις σου με τους πάνω από 4.000 καθημερινούς αναγνώστες του.

Στείλε μια δημοσίευση ή επικοινώνησε μαζί μας για απορίες!


σχόλια (3)

σχολιάστε το παραπάνω άρθρο:


Για να στείλετε σχόλιο πρέπει να είστε μέλος του MusicHeaven. Παρακαλούμε εγγραφείτε ή συνδεθείτε

costaspanag Chat
Φθασμένος
#28286   /   27.12.2013, 14:38   /   Αναφορά

Συγχαρητήρια Φαίδων!


Διάβασα (ή σωστότερα μελέτησα) με πολύ ενδιαφέρον και το 2ο μέρος - και ξαναδιάβασα το 1ο- του εκτεταμένου και λεπτομερέστατου αυτού άρθρου για έναν από τους μεγαλύτερους και αξέχαστους δημιουργούς και "δασκάλους" του λαικού μας τραγουδιού.


Το πάντα επίκαιρο τραγούδι του "Συννεφιασμένη Κυριακή" εκφράζει τα πάθη του λαού μας, που δοκιμάζεται και σήμερα.


Όπως το παίζει και τραγουδά ο ίδιος, στο "Χάραμα", όπου πρόλαβα και είχα την τύχη να τον δώ και να τον ακούσω:


Konstantinosoa Chat
Φθασμένος
#28305   /   31.12.2013, 21:37   /   Αναφορά

Μακάρι να έχουμε συχνά προσπάθειες ανάλογες μουσικών άρθρων, στηριγμένων σε βιβλιογραφία και γεγονότα. Οφείλω όμως παρότι έχω προσωπικά μεγάλο σεβασμό στον Βασίλη Τσιτσάνη, να τονίσω πως παρά την δεδομένη προσφορά του στον Ελληνικό Πολιτισμό γενικότερα (ουσιαστικά ήταν ο πρώτος έντεχνος, ο πρώτος συνθέτης αξιώσεων, με κάποια ωδειακή θητεία, σπούδαζε βιολί, ο οποίος ανέμιξε δυτικά και παραδοσιακά στοιχεία), φέρει σειρά απο πολλούς και αξιόλογους του τραγουδιού μας για καπήλευση και οικειοποίηση μουσικών και στίχων, η Συννεφιασμένη σαφώς και αμφισβητείται βάσιμα, ο Βίρβος την θεωρεί δεδομένα όχι δικό του έργο, ενώ με τον Καλδάρα ο οποίος σε βάθος χρόνου αποδείχθηκε μάλλον μεγαλύτερος συνθέτης αφού έγραψε αριστουργήματα σε πολλά διαφορετικά είδη απο το 1946-7 περίπου έως το 1990 που πέθανε, είχε δεδομένη αντιδικία. Ωστόσο το ήθος του Καλδάρα δεν θίχτηκε απο κανέναν, οικογενειάρχης ακέραιος και λόγος συμβόλαιο σε αντίθεση με τον Τσιτσάνη που δεν τιμούσε ως φαίνεται και πολύ το στεφάνι του. Αυτό είναι αρκετό για εμένα ώστε να έχω επιφυλάξεις για το ποιός οικειοποιούνταν τραγούδια και πως, σε μια εποχή που η έννοια προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων ήταν δεδομένη.


Ως προς την επιρροή του στους δημιουργούς, ως δημιουργός με αρκετές δυτικές κλιμακες στα τραγούδια του, κατα κανόνα επέδρασε σε δυτικοτραφέντες συνθέτες όπως όλη σχεδόν η γενιά του Εντέχνου. Αντίθετα οι πλέον παραδοσιακοί, αυτοί που κατα κανόνα θεωρούνται πιο κλασσικοί λαϊκοί μουσικοί, δεν συμπαθούσαν συχνότατα τον Τσιτσάνη και τόνιζαν συνέχεια τον πιο άτεχνο αλλά και Πατριάρχη τρόπον τινά Μάρκο Βαμβακάρη. Και ο Καλδάρας, και ο Άκης Πάνου και ο Μαρκόπουλος, όντες πιο ελληνικοί, μέχρι και σήμερα το δωρικό Συροπειραιώτικο ή το ανατολικό των προσφύγων αγάπησαν και όχι το έντεχνο του Τσιτσάνη. Εγώ απο μικρό παιδί τον Τσιτσάνη προτιμούσα, στην πορεία άρχισα να εκτιμώ όμως και την πρώτη Σχολή, μήτρα του κλασσικού Ελληνικού λαϊκού τραγουδιου. Ειρήσθω εν παρόδω μέγας ο Τσιτσάνης ωστόσο υπάρχουν αρκετές σκιές στο έργο του. Και πιστεύω πως κάποτε ο Καλδάρας θα αναγνωρισθεί ως μεγάλο κεφάλαιο επίσης στον Ελληνικό Πολιτισμό και ίσως και οι δημοσιοποιημένες ενστάσεις του.     

hrysi Chat
Σολίστ
#28329   /   07.01.2014, 17:48   /   Αναφορά

τέλειο το άρθρο σου ευχαριστούμε πολύ!!



Σχόλια από άλλες δημοσιεύσεις