ελληνική μουσική
306 online   ·  200.223 μέλη
αρχική > e-Περιοδικό > Συνεντεύξεις

Ο Δημήτρης Ιατρόπουλος αποκαλύπτει τις ιστορίες πίσω από τους στίχους του.

Ο πιο αναγνωρίσιμος εν ζωή Έλληνας ποιητής αποκαλύπτει στον Κωνσταντίνο Παυλικιάνη τις αληθινές ιστορίες πίσω από τους στίχους των τραγουδιών του!

Ο Δημήτρης Ιατρόπουλος αποκαλύπτει τις ιστορίες πίσω από τους στίχους του.

Γράφει ο Κωνσταντίνος Παυλικιάνης (CHE)152 άρθρα στο MusicHeaven
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1968 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι πτυχιούχος της Ανώτατης Σχολής Διοίκησης & Οικονομίας Αθηνών.Συνέβαλε στη συγγραφή του βιβλίου του Γιάννη Μπαχ Σπυρόπουλου «Φλέρυ Νταντωνάκη: Εγώ είμαι ένα σύννεφο» (Εκδόσ...
Τετάρτη 02 Μαΐου 2018

Η δια ζώσης γνωριμία μου με τον Δημήτρη Ιατρόπουλο συνέβη πολλά χρόνια πριν… Για την ακρίβεια πριν από 26 ολόκληρα χρόνια! Ήτανε 9 Μαΐου του 1992 όταν βρεθήκαμε αμφότεροι μέλη της ελληνικής επιτροπής στον τελικό της Eurovision (τότε δεν υπήρχε ψηφοφορία του κοινού). Τότε ήμουν 24 ετών και σήμερα 50. Ο Ιατρόπουλος δείχνει σαν να μην έχει περάσει ούτε μία μέρα! Η πρώτη μας συνάντηση μετά από τόσα χρόνια έγινε με αφορμή την έκδοση της «Σύγχρονης Ανθολογίας της Νέας Ελληνικής Ποίησης» από την Ποιητική Ακαδημία, όπου συμπεριελήφθη κι ένα δικό μου ποίημα. Έτσι κλείσαμε ένα δεύτερο ραντεβού για να μιλήσουμε, όχι για την ποίηση, αλλά για την ιστορία πίσω από τους στίχους των τραγουδιών που έγραψε ο Δημήτρης. Τραγουδιών που θα σας ταξιδέψουν πίσω στο χρόνο…

Δ.Ι. Τώρα, απ’ ό,τι έχεις καταλάβει, ιστορία γράφουμε και οι δυο μας! Και ας ξεκινήσουμε: Υπολόγισε, Κωνσταντίνε, ότι τη δεκαετία του 1960 είχα βγάλει ήδη δύο ποιητικές συλλογές. Μία το 1963 και μία το 1966, με πραγματικό μπαράζ από κριτικές, «ο νέος ποιητής», «ο αυριανός μεγάλος μας» και τέτοια, είναι γραμμένα όλα αυτά. Και είχα πάρει ήδη και 2-3 βραβεία. Ο Ρίτσος, ο Βρεττάκος και ο Γκάτσος, που αργότερα κι οι τρεις έγιναν πολύ αγαπημένοι μου και φίλοι μου -κυρίως ο Βρεττάκος και πολύ περισσότερο ο Γκάτσος, αλλά κι ο Ρίτσος μ’ αγαπούσε πολύ- ως επιτροπή με είχανε βραβεύσει όταν ήμουνα 18 χρονών στον «Πανελλήνιο Ποιητικό Διαγωνισμό για την Ειρήνη». Είχα γράψει ότι ειρήνη δεν είναι να μην πολεμήσεις, είναι να πολεμάς τον ίδιο τον πόλεμο. Τα τραγούδια μου εκείνης της εποχής, όσα δεν βγαίνανε από προσωπικές μου ιστορίες, ήτανε περισσότερο παιχνίδια. Ασκήσεις γλωσσικές. Εγώ αυτοδιδάχτηκα πάρα πολύ πριν προχωρήσω σαν ποιητής. Δούλεψα πολύ τα δίστιχα. Δούλεψα πολύ τα τριολέ. Το δημοτικό τριολέ ουσιαστικά αντιστοιχεί στο χαϊκάι στη σοβαρή ποίηση. Δούλεψα στα πετραρχικά σονέτα και τα σονέτα της γαλλικής ποίησης, τις μπαλάντες, πάνω στους μεγάλους ποιητές, στην εκφορά της μπαλάντας, στις στροφές, στα μέτρα, στα αρχαία ιαμβικά μέτρα, δούλεψα στης τραγωδίας τα μέτρα, μόνος μου, «a la maniere de» που λέμε στα γαλλικά, δηλαδή κατά τον τρόπο του Κωνσταντίνου ας πούμε. Έγραψα ολόκληρα ποιήματα σε στυλ Ρίτσου, στυλ Ελύτη, στυλ Σεφέρη, τα οποία τα έσκιζα μετά και τα πέταγα. Και παράλληλα έκανα παιχνίδια με τις ρίμες, γιατί μου άρεσε πολύ και ο Βάρναλης, ο Σικελιανός, δούλευα και με τις ρίμες στο δημοτικό μας τραγούδι. Έχω δουλέψει πάρα πολύ στην ελληνική ποίηση. Εγκεφαλικά δηλαδή. Και μετά άρχισα να γράφω τα δικά μου ποιήματα. Εκείνα τα χρόνια, οι εταιρείες των δίσκων χρειαζόντουσαν έναν καταξιωμένο στιχουργό ακόμα. Έτσι, στην Columbia έκανα δεκάδες τραγούδια ή στη Lyra του Πατσιφά, όπου έκανα πολλά για το Νέο Κύμα, αλλά και σ’ όλες τις τότε εταιρίες. Να σκεφτείς, υπήρχανε Κυριακές, που στην Εθνική Ραδιοφωνία είχανε από τις 10 το πρωί μέχρι τις 2 το μεσημέρι, εκπομπές που πληρώνανε οι εταιρείες, και τύχαινε και στις πέντε μεγάλες εταιρείες, τα σουξέ να είναι δικά μου. Άκουγα το όνομά μου κάθε μισή ώρα! Ουσιαστικά λοιπόν, τα τραγούδια μου όλα αυτής της εποχής είναι και παιχνίδια  με τις λέξεις.   

ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΠΡΩΙ ΣΤΗΝ ΚΗΦΙΣΙΑ – Δάκης
(1970, μουσική: Μίμης Πλέσσας)

Δ.Ι.: Το 1968, με φώναξε ο Μίμης Πλέσσας και μου είπε ότι υπάρχει ένας νεαρός τραγουδιστής πολύ καλλιεργημένος, είναι ξάδελφος του Ντέμη Ρούσσου, από πολύ καλή οικογένεια, με γαλλική παιδεία, και λέγεται Βρασίδας Χαραλαμπίδης. Το χαϊδευτικό του, όμως, είναι Δάκης. Και τραγουδάει στο Pan Bar στην ταράτσα του Hilton. Τότε έπαιρνε 50 δραχμές την ημέρα -χρήματα του 1968 λέμε τώρα. Μου είπε ο Μίμης ότι υπάρχει ένα τραγούδι δικό του, που στηρίζεται σε μεγάλη ορχήστρα, με τρομπέτες και λοιπά -οι μεγάλες ορχήστρες ήταν της μόδας τότε-, μου έδωσε τη μουσική και σκέφτηκα ένα νέο αγόρι που εκείνο τον καιρό το κοινό των νεαρών τραγουδιστών ήταν τα κορίτσια του σχολείου, όπως και σήμερα, όπως και πάντα έτσι πρέπει να είναι. Κι έτσι έγραψα ένα τραγούδι μ’ έναν τρυφερό ερωτικό στίχο, όπου τον «αρραβωνιάζω» στην Κηφισιά γιατί τότε, τον χειμώνα, όσοι είχανε χρήματα πηγαίνανε στην Κηφισιά όταν έπεφταν τα πρώτα χιόνια για να συναντήσουνε τον χειμώνα. Δηλαδή ο ευρωπαϊκός χειμώνας στην Αθήνα ήταν στην Κηφισιά. Ήτανε της αστικής τάξης, αν θέλεις, το «ξεχειμωναριό» -για να φτιάξω μια λέξη κατά το «ξεκαλοκαιριό». Γράψαμε το τραγούδι και αστραπιαία ο Δάκης έκανε μεγάλη επιτυχία! Να σκεφτείς, Κωνσταντίνε, ότι μετά από πολύ λίγο καιρό, μετά από 1-2 μήνες, πήγε στην Παμέλα Καπετανάκη στην τότε «Νεράιδα» και από 50 δραχμές, που έπαιρνε στο Hilton, πήρε 2.500 δραχμές… νυχτοκάματο! Άλλαξε τη ζωή του τελείως. Εγώ έχω συνδεθεί με το τραγούδι αυτό και με τον Δάκη με τη γνωστή ιστορία που έγινε επί χούντας. Όπου ήμουνα σε μία αντιστασιακή οργάνωση μαζί με τον τότε λοχαγό Τάκη Παπαγεωργόπουλο, τον περίφημο λοχαγό της υπόθεσης ΑΣΠΙΔΑ, πάνω στην οποία στηρίχθηκαν οι συνταγματάρχες κι έστησαν τη χούντα. Το 1967, έφυγε ο Γλύξμπουργκ μετά από το αποτυχημένο πραξικόπημα της 13ης Δεκεμβρίου. Κι επειδή είχα πάει το Νοέμβριο του 1967 στην αεροπορία, ήμουνα 30 ημερών σμηνίτης. Όπου μας βγάλανε ως «σμηναρχία του θανάτου» και ήρθανε τα τανκς της χούντας, τότε που τσακωθήκανε με τον Γλύξμπουργκ κι έγινε ολόκληρη ιστορία, τη γλίτωσα από κει -δεν με  συνέλαβαν- αλλά με ειδοποίησε ο Τάκης Παπαγεωργόπουλος να φύγω γιατί κάπου με είχανε καρφώσει. Μου είπε:
- Φύγε, γιατί θα σε φάνε!

Οπότε έπρεπε να κάνω… τον τρελό! Διάβασα τη «Στρατιωτική Ιατρική» του καθηγητή Στεφανή και σε 24 ώρες άρχισα να δημιουργώ προβλήματα συμπεριφοράς και τα λοιπά. «Επιμένουσες νευρωσικές αιτιάσεις». Δηλαδή, άνοιγε μια πόρτα και τιναζόμουνα, τους έλεγα ότι όταν πέφτει ο ήλιος φοβάμαι, ότι αισθάνομαι πως τα κάγκελα του στρατοπέδου έχουν φράξει όλη την Ελλάδα -σαν ποιητής πέρναγα μέσα και το μήνυμά μου για τη χούντα! (γέλια)… Μου δώσανε, λοιπόν, ένα χρόνο αναβολή. Κάθε χρόνο έπρεπε να πηγαίνω σ’ ένα νοσοκομείο της αεροπορίας για 10 μέρες. Τότε στις τρεις αναβολές έπαιρνες απολυτήριο. Την επόμενη χρονιά πήρα και δεύτερη αναβολή. Την τρίτη χρονιά, λοιπόν, έπρεπε να περάσω την τελική εξέταση για να πάρω το απολυτήριο του στρατού από το νοσοκομείο της αεροπορίας, το οποίο ήτανε στην οδό Κυψέλης. Παράλληλα, όμως, πήγαινα στις μπουάτ, στον Λάκη Παππά, που γράφαμε τα τραγούδια μας μαζί κ.λπ., και κάπου εκεί ερχόταν κι ο Δάκης που είχε ήδη ξεκινήσει την καριέρα του με τη μεγάλη μας επιτυχία, και είχε αμέσως γίνει πασίγνωστος. Και κουβεντιάζοντας μαζί του, του λέω ότι θα πρέπει να πάω μέσα στο νοσοκομείο 10 μέρες. Μου λέει:
- Πού;
- Στην Κυψέλης. Στο νοσοκομείο της αεροπορίας.
- Ακριβώς απέναντι μένω, Δημήτρη!
- Ναι;
- Ναι, είμαι στον 3ο όροφο.
- Εγώ θα πάω πάνω στα κάγκελα, στο τρελάδικο.
- Κατά τις 12 που ξυπνάω, να βγαίνεις, να βγαίνω κι εγώ και να σου λέω γεια χαρά.
- Εντάξει Δάκη μου!

Άκου σύμπτωση. Πηγαίνω στο νοσοκομείο, μία μέρα, δύο μέρες, με βάζουνε στο κρεβάτι, τα παλιά τα σιδερένια κρεβάτια του τρελάδικου, και μία από τις πρώτες μέρες που είχα πάει κοιτάζω στις 12 η ώρα απέναντι στον 3οόροφο και διαπιστώνω ότι ο 3οςόροφος ήταν πιο ψηλά από κει που μπορούσα να δω. Οπότε, όπως ήταν τα σιδερένια κρεβάτια, ανεβαίνω στην κορυφή του κρεβατιού, στο κεφαλάρι. Κι εκεί πραγματικά σηκώθηκα προς τα πάνω και βγήκε ο Δάκης και τον χαιρέταγα και με χαιρέταγε. Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα στο δωμάτιο η νοσοκόμα, η προϊσταμένη, και μου λέει:
- Τί κάνεις εσύ εκεί;

Κι εγώ ξεχασμένος και χαρούμενος που έχω δει τον φιλαράκο μου, ο οποίος μου χρωστάει την καριέρα του εκείνη τη στιγμή, γυρίζω και της λέω πολύ απλά:
- Τίποτα, είναι απέναντι ο φίλος μου ο Δάκης, ο τραγουδιστής, και τον χαιρετάω. Γεια σου Δακούλη μου! Τι κάνεις;

Χωρίς να την κοιτάξω. Δεν έδωσα σημασία. Και φεύγει τρεχάτη, πάει στον σμήναρχο που ήταν διευθυντής του νοσοκομείου, ψυχίατρος -λεγόταν Σμυρναίος νομίζω- και του λέει:
- Γιατρέ μου, ένας Ιατρόπουλος που έχουμε απάνω στον τέταρτο όροφο έχει ανέβει απάνω στο κρεβάτι και νομίζει ότι ξέρει τον Δάκη τον τραγουδιστή!
- Τί λες; Διώχ’τον αμέσως!

Κι έτσι πήρα το απολυτήριο, μ’ αυτή την ωραία ιστορία!

ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ Τ’ ΑΛΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ – Έλενα & Sover Group
(1970, μουσική: Άκης Λυμούρης)

Δ.Ι.: Έρχεται και με βρίσκει ο Άκης Λυμούρης -μακαρίτης πια, έφυγε ο Άκης…- και μου λέει:
- Δημήτρη, πρέπει να γράψουμε ένα τραγούδι για μία κοπέλα που τη λένε Έλενα, την οποία στηρίζει ο Ορφανίδης, αλλά το κορίτσι δεν θέλει να γίνει τραγουδίστρια. Έχει πει 2-3 τραγούδια αλλά οι δικοί της ζούνε στη Λιβύη. Θέλουμε ένα τραγούδι καλοκαιρινό.

Την Έλενα τη στήριζε ο Ορφανίδης της RCA. Όπως ήταν ο Μίνως Μάτσας στη Minos και ο Λαμπρόπουλος στην Columbia, ήταν ο Ορφανίδης στην RCA. Εγώ εκείνα τα χρόνια πήγαινα διακοπές στη Ρόδο κι είχα πολλές σχέσεις με Σουηδέζες τουρίστριες και ήταν οι έρωτες του καλοκαιριού. Το χειμώνα ξεχνιούνται. Κι εκεί ακριβώς ήθελα να βάλω ότι τον χειμώνα που θα ‘ρθει δεν θ’ αφήσω να σβηστεί η ανάμνησή σου. Σε περιμένω το άλλο καλοκαίρι. Δίναμε ξανά ραντεβού. Αλλά έπαιξα λίγο με τις λέξεις. Με την «πλαζ» και το «τουρκουάζ». Κι επειδή ήμουνα πολύ αυστηρός και διεστραμμένος με την ελληνική γλώσσα από μικρό παιδί -και είναι μια διαστροφή που θα την κρατήσω μέχρι το τέλος της ζωής μου- δεν έγραψα «τυρκουάζ». Το σωστό είναι «τουρκουάζ». Εγώ έγραψα «σε συνάντησα στην πλαζ / και φορούσες τουρκουάζ / στο λαιμό μαντήλι». Όμως βάλανε «τυρκουάζ» κι έκανα φασαρία. Και λέω:
- Δεν θέλω να βγει ο δίσκος!

Και μου λέει ο Ορφανίδης:
- Ασ’το. Θα βγάζεις πάντα χρήματα απ’ αυτό το τραγούδι.

Άκου τώρα. Και μέχρι σήμερα, σχεδόν 50 χρόνια μετά, υπάρχουν ποσοστά κάθε καλοκαίρι! Ένα διαχρονικό σουξέ. Μετά απ’ αυτό το τραγούδι η Έλενα έφυγε και παντρεύτηκε κάποιον στη Λιβύη. Το τραγούδι το έχουνε κάνει και πολλά συγκροτήματα. Και κάποιοι rappers μού το ζητήσανε μια φορά. Μου λένε:
- Να το αλλάξουμε λίγο κύριε Ιατρόπουλε, να γίνει λίγο σατιρικό;
- Κάντε το ό,τι γουστάρετε!

Εγώ τα νέα παιδιά τα λατρεύω.

ΣΤΙΣ 15 ΙΟΥΛΙΟΥ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΕΚΛΕΙΨΙΣ ΗΛΙΟΥ – Δέσποινα Γλέζου
(1971, μουσική: Γιώργος Ρωμανός)

Δ.Ι.: Εκείνο τον καιρό γράφαμε με τον Γιώργο Ρωμανό. Ήτανε φίλος μου ο Γιώργος και κάναμε κάποια τραγούδια για τη Δέσποινα Γλέζου, όπως είναι «Η Χοντροκέφαλη». Ήταν τα Rock της εποχής εκείνης. Ο Γιώργος Ρωμανός ήταν πολύ ταλαντούχο άτομο. Σκέφτηκα να παίξω με τις λέξεις, όπως κάνω σ’ όλη μου τη ζωή. Μ’ άρεσε η ρίμα «Ιουλίου» – «Ηλίου» κι έτσι έγραψα «Στις 15 Ιουλίου Θα Γίνει Έκλειψις Ηλίου» και να τρέξει ο κόσμος για τα χρώματα που θα φανούν. Ήτανε λίγο σουρεαλιστικό. Υπάρχουν τραγούδια που τα ‘χω γράψει εγώ παίζοντας και από μόνα τους φτιάξανε μια ολόκληρη ιστορία. Από μόνα τους όμως. Ναι μεν το είπε η Δέσποινα πολύ ωραία, επειδή όμως 15 Ιουλίου έγιναν τα Ιουλιανά (σ.σ. η Αποστασία του 1965) έτρεξε ο Πατσιφάς και αναγκαστικά το άλλαξε και το ξανάγραψε η Δέσποινα ως «Στις 16 Ιουλίου». Επειδή, όμως, 16 Ιουλίου πάλι κάτι είχε γίνει -ήταν ο μυστικός αριθμός της Φιλικής Εταιρείας; Δεν ξέρω- κι ήταν μέσα στη χούντα, το έκανε «Στις 16 Δεκεμβρίου». Και το τραγούδι έχει κυκλοφορήσει σε τρεις versions! Τρελό τελείως. Κι αν μπεις να διαβάσεις, ο Νταλούκας (σ.σ. Μανώλης Νταλούκας, δημοσιογράφος και συγγραφέας του βιβλίου «Ελληνικό Ροκ: Η ιστορία Της Νεανικής Κουλτούρας 1945-1990») και οι άλλοι που ανακατεύονται μ’ αυτά, μ’ έχουνε βγάλει κι εμένα στη σέντρα. Τους εξηγώ «ρε παιδιά, εντάξει, μέχρι εκεί μπορώ να σας πω». «Όχι υπήρχε λόγος που τ’ άλλαξε η χούντα κι εσύ το άλλαξες και το ‘κανες…», ιστορίες γι’ αγρίους. Δεν υπήρχε πραγματική έκλειψη ηλίου. Απλά για τη ρίμα, για το παιχνίδι. Είναι Rock κομμάτι. Είναι από τα «ροκατζίδικα» που είχα γράψει τότε. Ήταν από τα αγαπημένα τραγούδια της Δέσποινας. Πολλοί λένε, άμα μπεις στο Internet και δεις τα σχόλια, ότι είναι το πιο Rock κομμάτι της Δέσποινας, το πιο σκληρό, το πιο δυναμικό. Κάποια στιγμή αργότερα στη ζωή μου, μετά από πολλά χρόνια, όντως… έγινε μία έκλειψη στις 16 Ιουλίου!

ΩΤΟΣΤΟΠ – Θανάσης Γκαϊφύλλιας
(1971, μουσική: Δημήτρης Ψαριανός)

Δ.Ι.: Το 1971 είχα γυρίσει από τα πρώτα μου ταξίδια στην Ευρώπη. Εγώ είχα τελειώσει το σχολείο, το οκτατάξιο γυμνάσιο τότε -γιατί στα 15 μου χρόνια μ’ έβαλε ο Μάνος Χατζιδάκις στην Columbia και δούλευα μέσα στην εταιρεία, και γνώρισα και όλο τον κόσμο από τότε, και παράλληλα πήγαινα στο νυχτερινό. Στο νυχτερινό ήμουνα επίσης πολύ ενεργοποιημένος. Το 1963 είχα βγάλει την πρώτη μου ποιητική συλλογή, τις «Απολογίες», που  έκανε πολύ θόρυβο, και ο τότε Υπουργός Παιδείας της κυβέρνησης Καραμανλή, ο Γρηγόριος Κασιμάτης, πολύ γνωστός πολιτικός, μου είχε δώσει έναν έπαινο γιατί ήμουνα ο μόνος μαθητής γυμνασίου που είχε βγάλει ποτέ ποιητική συλλογή σε επίπεδο πολύ σοβαρό και τον είχαν αντιμετωπίσει οι κριτικοί σαν ένα νέο μεγάλο ταλέντο κ.λπ. Παράλληλα, όμως, είχα ανακατευθεί πάρα πολύ στον αριστερό χώρο -κάποια στιγμή είχα συλληφθεί στην πρώτη Πορεία Ειρήνης- και οργάνωσα μαζί με άλλους νεαρούς μία μεγάλη κινητοποίηση και κατεβάσαμε 10.000 μαθητές νυχτερινών γυμνασίων σε απεργία παρακαλώ, όπου θεωρήθηκα ο υποκινητής και με εντολή του υπουργείου, από τον… ίδιο υπουργό -για να δεις η ζωή μου τι σενάριο που είναι- αποβλήθηκα δια παντός… από όλα τα γυμνάσια της χώρας! Επειδή λείπανε κάτι μήνες για να πάρω το απολυτήριό μου, πέσανε στη μέση οι φίλοι μου οι δημοσιογράφοι, γιατί είχα κάνει πια το όνομά μου, αν και ήμουνα ακόμα πιτσιρικάς, πολύ μικρός, με λέγανε Έλληνα Ρεμπώ, επειδή ο Ρεμπώ στα 17 του κι αυτός, είχε χαλάσει τον κόσμο (σ.σ. εν έτει 1871) στη Γαλλία. Μπήκανε, λοιπόν, κάποιοι δημοσιογράφοι, μπροστά ο Μηνάς Παπάζογλου, που έκανε τότε το εκπαιδευτικό ρεπορτάζ στα Νέα, και άλλοι δημοσιογράφοι από άλλες εφημερίδες μαζί του, και γράψανε -γιατί ήδη είχα ακουστεί από τότε σαν Ποιητής της Αμφισβήτησης- ότι μ’ απέβαλαν απ’ όλα τα γυμνάσια οι φασίστες. Τελικά αναγκάστηκε ο υπουργός και πήρε πίσω την απόφασή του. Αλλά εγώ, μόλις πήρα το χαρτί έφυγα αμέσως με ωτοστόπ για τη Γερμανία. Ήτανε η περίφημη δεκαετία του 1960.

Το καλοκαίρι του έρωτα, οι χίπις…

Δ.Ι.: Τα είπες όλα. Τα παιδιά των λουλουδιών, τα ταξίδια και το ωτοστόπ, μία ευλογία. Τώρα πια δεν μπαίνει κανείς. Τότε όμως… Μπήκα σε μια πολύ γλυκιά περιπέτεια των νιάτων μου, έφτασα μέχρι τη Γερμανία μ’ ωτοστόπ, με απέλασαν οι Γερμανοί γιατί παραβίασα το τρίμηνο του τουρίστα, ξαναμπήκα παράνομα στη Γερμανία κάνα δυο φορές -έχω ένα διαβατήριο γεμάτο απελάσεις- έκανα κάτι τατουάζ στα χέρια μου, όχι αυτά που κάνουν τώρα με τα μπιχλιμπίδια που είναι της μόδας, αλλά πραγματικό τατουάζ. Και επέστρεψα κάποια στιγμή στην Ελλάδα, πριν ξαναφύγω για άλλα ταξίδια, κι εκεί γύρω στο 1969-1970 γνωρίστηκα με τον Πατσιφά και την εταιρεία Lyra και μπήκα μες στο Νέο Κύμα και σ’ όλα αυτά. Παράλληλα, είχα έναν αγαπημένο φίλο, τον Λάκη Παππά, ο οποίος ανήκε σε μία καλλιτεχνική οικογένεια. Ο αδελφός του, ο Σπύρος Παππάς, ήταν σπουδαίος ηθοποιός και συνθέτης τραγουδιών. Η γυναίκα του, η Άννα Ιασωνίδου, ήταν τότε πρωταγωνίστρια του ελληνικού κινηματογράφου. Ο γαμπρός του Λάκη Παππά, ο Παντελής Λεούσης, είχε επίσης σημαντικά τραγούδια στο Νέο Κύμα σαν συνθέτης, και πρώτος ξάδελφος ήταν ένας πιτσιρικάς τότε, ο Δημήτρης Ψαριανός. Πήγαινε σε δύο δάσκαλους κιθάρας, τη Λίζα Ζώη και τον Ασημακόπουλο, που ήτανε ζευγάρι κιθαρίστες και σπουδαίοι δάσκαλοι, κι είχε γίνει πολύ καλός κιθαρίστας. Ο μικρός είχε ταλέντο κι όπως τον κάναμε παρέα -εγώ τον είχα μαζί μου, σαν γιο μου- του έδινα κάποιους στίχους κι άρχισε να γράφει καταπληκτικά τραγούδια σαν συνθέτης. Μόλις μπήκε στο στούντιο και τα τραγούδησε, Κωνσταντίνε, καταλάβαμε ότι είχαμε να κάνουμε μ’ έναν μεγάλο Έλληνα ερμηνευτή. Τον γνωρίσαμε στον Χατζιδάκι και τον πήρε και έκανε κατ’ ευθείαν τον περίφημο «Μεγάλο Ερωτικό». Σαν συνθέτης, όμως, ήταν κι ο ίδιος προχωρημένος. Του έγραψα τα πρώτα του τραγούδια, συλλεκτικά πια, το «Πρόβλημα», τη «Μάγισσα», πριν πάει στον Χατζιδάκι, και μέσα σ’ όλη αυτή την ιστορία είχε κατέβει από την Κομοτηνή ένας πιτσιρικάς, που λεγόταν Θανάσης Γκαϊφύλλιας. Ο Πατσιφάς τού άλλαξε το όνομα και τον έκανε Φύλλια, για να είναι πιο εμπορικό. Και με τ’ όνομα Φύλλιας κατέβηκε κι αυτός εκεί και μας λέει ο Πατσιφάς να του κάνουμε το πρώτο του τραγούδι. Τι να γράψουμε; Ροκιά τελείως. Του λέω να γράψω ένα τραγούδι για το ωτοστόπ, γιατί είχα γίνει πια στο ωτοστόπ επαΐων! Έδινα συνεντεύξεις για το ωτοστόπ και τους έλεγα πότε πρέπει να το κάνεις. Π.χ. όταν βρέχει δεν πρέπει να κάνεις σήμα στο αυτοκίνητο γρήγορα, παρά να το κάνεις ξαφνικά στα 20 μέτρα. Ο οδηγός σκέφτεται ότι είσαι μέσα στη βροχή. «Να το πάρω το παιδί…». Δεν κάνεις ποτέ, ας πούμε, σε κατηφόρα ή ανηφόρα. Δεν κόβει ταχύτητα ο άλλος, δεν αλλάζει. Όταν κάνεις έξω από την πόλη, πρέπει να είσαι έξω από τον αστικό ιστό. Και, πάνω απ’ όλα, να ξέρεις να προσαρμόζεσαι. Είναι ο οδηγός φασίστας, θα είσαι με τον Χίτλερ. Είναι ο οδηγός Ολυμπιακός, θα είσαι Ολυμπιακός. Είναι ο οδηγός Παναθηναϊκός, θα είσαι Παναθηναϊκός. Σε ενδιαφέρει, λοιπόν, όσο γίνεται να πας πιο μακριά με ωτοστόπ. Ε, όλα αυτά είναι και χαριτωμένα και ήταν πολύ εύκολο που έγραψα το «Ωτοστόπ», που είχε έναν λαχταριστό, νεανικό στίχο. Μ’ αυτό το τραγούδι ξεκίνησε την καριέρα του ο Γκαϊφύλλιας. Επειδή ήταν ροκάς, εμείς τον φωνάζαμε Τένεσι Γκάιφελ.

ΠΑΝΤΑ ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΤΟ ΓΚΡΙΖΟ – Δήμητρα Γαλάνη
(1978, μουσική: Γιάννης Σπανός)

Δ.Ι.: Αγαπημένος μου φίλος ο Γιάννης Σπανός από τότε που ήρθε από τη Γαλλία. Ήμασταν μαζί στις μπουάτ, κάναμε παρέα, έχουμε γράψει κι άλλα τραγούδια -κάναμε μαζί «Της Χαλιμάς Τα Παραμύθια» (σ.σ. τραγούδι που ερμήνευσε ο Κώστας Καράλης το 1977 και του οποίου τους στίχους έγραψε ο Δημήτρης Ιατρόπουλος την ημέρα που έγινε το πραξικόπημα της χούντας το 1967)- και κάποια στιγμή έκανε ο Μάτσας ένα δίσκο της Γαλάνη και μου λέει:
- Δημήτρη, θα κάνεις κανα δυο τραγούδια με τον Δήμο τον Μούτση και κανα δυο με τον Γιάννη τον Σπανό.
- Εντάξει
.

Πάω ένα μεσημέρι στον Μάτσα και στους διαδρόμους της εταιρείας συναντάω τον Γιάννη τον Σπανό. Του λέω:
- Τί κάνεις Γιάννη μου; Τί γίνεσαι;
- Καλά είμαι Δημήτρη. Με φώναξε ο Μάτσας και μου ‘πε να σου δώσω κάτι μουσικές και δεν είχα και πολύ κέφι. Του ‘χω δώσει μια κασέτα, ότι μπορείς κάνε.
- Εντάξει.

Πάω μέσα στον Μάκη. Του λέω:
- Πού είναι η κασέτα του Γιάννη;

Ο Μάκης Μάτσας παίζει κι αυτός πιάνο. Όχι σαν δεξιοτέχνης, δεν είναι βιρτουόζος, αλλά ο άνθρωπος είναι όμως μουσικός. Είναι ωραία η οικογένεια των Μάτσα. Ο Μάκης είναι γιος του Μίνωα και πατέρας του Μίνωα. Κι επειδή ήξερε από μουσική, μου είπε:
- Βρε Δημήτρη, μου έδωσε αυτή εδώ τη κασέτα και κοίτα δω να δεις. Είναι ασκήσεις στο ένα δάχτυλο. Δεν έχει ούτε ακόρντα. Είναι για τα μικρά παιδιά. Ανεβοκατεβαίνει στα πλήκτρα. Παρ’ τη κι ό,τι μπορείς κάνε.

Μου αρέσει η πρόκληση πάρα πολύ. Κι ακούω ένα πράμα… που δεν νομίζω άλλος ότι θα μπορούσε. Ούτε καν ο Γκάτσος, γιατί είπε κάποτε ο Γκάτσος στον Μούτση ότι «εκτός από μένα, μόνο ο Δημήτρης ο Ιατρόπουλος μπορεί να γράψει πάνω σε μουσική. Όλοι οι άλλοι, άμα τους βάλεις κάτω και τους περάσεις απ’ τη μηχανή του κιμά, θα δεις σκόρπια πράγματα. Μόνο αυτός μπορεί, ακούει μουσική και δίνει στίχο». Και είπα να γράψω ένα τραγούδι-σενάριο. Εκείνο τον καιρό η Δήμητρα ήταν γεμάτη. Ήτανε παχουλή, δεν ήταν όμορφη, αλλά ήταν σπουδαία τραγουδίστρια. Και πήρα την εικόνα και λέω, απ’ αυτή τη γυναίκα τώρα θα υπάρξουν γυναίκες που θ’ ακούσουν αυτό το τραγούδι που θα γράψω. Και γιατί να είναι μόνο οι γκόμενες και να μην είναι οι γυναίκες αυτές που έχουνε πονέσει. Επειδή είναι κάπως γεννημένες ή φτωχές ή δεν είναι κούκλες; Καμιά γυναίκα δεν είναι άσχημη, απλώς δεν είναι όλες όμορφες. Αυτός είναι ο δικός μου ο κανόνας. Και σκέφτηκα να στριμώξω ένα ολόκληρο σενάριο, να τους τρελάνω όλους. Μια ολόκληρη ιστορία ζωής να τη στριμώξω σ’ αυτό το πράγμα. Και το ακούω, Κωνσταντίνε μου, κι είναι ένα ανεβοκατέβασμα μ’ ένα δαχτυλάκι στο πιάνο. Και γράφω πάνω σ’ αυτό το «Πάντα Το Χρώμα Μου Ήταν Το Γκρίζο». «Με προσπέρασε το λεωφορείο / πάλι απόμεινα μόνη στο κρύο». Είναι μια γυναίκα που αγαπάει κάποιον που ξέρει όμως ότι δεν θα την προσέξει ποτέ. Έχει έναν πόνο γιατί σ’ όλη τη ζωή της  «η πασιέντζα ετούτη δεν βγαίνει». Όλη η ζωή της είναι γι’ αυτήν μέσα στο γκρίζο. Το τραγούδι είχε μία συγκεκριμένη επιτυχία αλλά κυρίως είχε πολλούς ανθρώπους που το είδαν σαν τραγούδι της ζωής τους. Υπήρξανε σημαντικοί φίλοι μου, δεν θέλω να πω τ’ όνομά τους γιατί είναι προσωπικά δεδομένα, βουλευτές, ένας υπουργός, που μου είπε «έφυγε η μητέρα μου τραγουδώντας αυτό το τραγούδι»… Έχω ζήσει τέτοια γεγονότα. Αυτή ήταν η ιστορία του «γκρίζου».       

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΩ – Άννα Βίσση
(1979, μουσική: Σπύρος Βλασσόπουλος)

Δ.Ι.: Ένα από τα αγαπημένα μου ζευγάρια είναι οι αδελφοί Τζαβάρα, οι οποίοι ξεκίνησαν από μένα. Εντελώς. Τα πρώτα τους τραγούδια είναι δικά μου, όπως επίσης και τα πρώτα τραγούδια της γυναίκας του Νίκου Τζαβάρα, της πασίγνωστης Σόφης Ζαννίνου, η οποία ήταν πολύ γνωστή ως ηθοποιός, γιατί ήταν κόρη του μεγάλου Ζαννίνο -ο οποίος είχε παίξει και στο «Εξπρές Του Μεσονυχτίου», διεθνείς ρόλους και τέτοια. Η Σόφη μεγάλωσε από μικρή μέσα στο θέατρο. Κάποια στιγμή, όμως, βγήκε και με τη φωνή της και της είχα γράψει τα πρώτα της τραγούδια. Επειδή, λοιπόν, είχα τα Τζαβαράκια, με τα οποία έγραφα και λαϊκά και ευαίσθητα τραγούδια, κάποια στιγμή έπρεπε να πάμε με τη Σόφη στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Τότε ήτανε προκριματικά και μερικά περνάγανε στα τελικά. Ένα πράγμα σαν τη Eurovision τώρα. Οπότε της έγραψα ένα τραγούδι, γιατί με τα Τζαβαράκια έγραφα συναισθηματικά τραγούδια της καρδιάς και προσωπικά μου τραγούδια, όπως το «Στην πιο φτωχή τη γειτονιά / γεννήθηκα κάποια βραδιά / σε μιας φτωχής την αγκαλιά / κι ο κόσμος ξένος», ωραίες μπαλάντες που έχω γράψει με τα παιδιά, και γράφουμε ένα τραγούδι «Αυτός που περιμένω / δεν παριστάνει κάτι / είναι ένα ανθρωπάκι / όπως είναι όλοι μας». Ένα τραγούδι που να έχει έναν χαρακτήρα λαϊκό και ανθρώπινο, για ένα λαϊκό κορίτσι της γειτονιάς που περιμένει ένα καλό παιδί. Δεν θα είναι ούτε φιγούρας, ούτε φίρμας, αλλά θα δουλεύει μες στα κρύα για την αγάπη της, τη λαϊκή αγάπη της, τη γνήσια αγάπη της γειτονιάς. Έρχεται λίγο και σαν καλός κλασικός ελληνικός κινηματογράφος. Το στέλνουμε το τραγούδι και τ’ απορρίπτουνε! Και δεν πάει στο φεστιβάλ η Σόφη. Το παίρνω, λέω:
- Παιδιά, τί να το κάνω;
- Δεν θα κάνουμε δίσκο αυτό τον καιρό.
- Καλά
.

Είχα έναν άλλο φίλο, σπουδαίο μου φίλο, τον Σπύρο τον Βλασσόπουλο, έναν πλούσιο άνθρωπο -είχε ένα μεγάλο και γνωστό εστιατόριο, στέκι καλλιτεχνών, στο κέντρο της Αθήνας. Ήταν πολύ ευαίσθητος άνθρωπος και καλός μουσικός ο ίδιος. Δηλαδή στο περιθώριο της ζωής του, του άρεσε να παίζει κιθάρα κι έκανε και καταπληκτική δεύτερη φωνή. Αλλά αυτός ήταν και συνθετικό ταλέντο. Είχε παντρευτεί την κόρη της Δανάης Στρατηγοπούλου, τη Λήδα. Η Δανάη με φώναζε «γιο» της. Είχα μεγάλες σχέσεις με τη Δανάη. Με λάτρευε κι είχα σχέσεις μαζί της και ως δημοσιογράφος. Τότε, λοιπόν, ήταν στο ξεκίνημά της η Αννούλα η Βίσση, ούτε είχε γνωρίσει ακόμα τον Νίκο Καρβέλα, ούτε τίποτα. Κάπου δούλευε με τον Νταλάρα σε κάτι μαγαζιά. Είχε έρθει από την Κύπρο, από τη Λάρνακα νομίζω, κι ήταν ακόμα μικρή (σ.σ. η Άννα Βίσση ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία 16 ετών, ωστόσο την εποχή που ηχογράφησε το «Αυτός Που Περιμένω» ήταν σχεδόν 22 ετών). Ήταν πανέξυπνο παιδί, με καλά αγγλικά, από καλή οικογένεια, και καλό παιδί. Πολύ καλό παιδί. Και μου λέει ο Σπύρος να γράψουμε κάποια τραγούδια για την Άννα Βίσση. Λέω «να γράψουμε». Γράψαμε 5-6 τραγούδια της Άννας και κάποια στιγμή, επειδή το ‘χα ξεμπλοκάρει από τα Τζαβαράκια το τραγούδι, μου λέει ο Σπύρος:
- Δεν μου το δίνεις κι αυτό;
- Είναι λαϊκό. Με την κοπέλα είπαμε να της κάνεις πράγματα πιο ανοικτά λιγάκι… Πιο νεοκυματικά.
- Δως το μου να το δω
.

Το γράφει ο Σπύρος, με φωνάζει, και μου λέει:
- Το ‘κανα pop-Rock!
- Πώς ρε παιδί μου;

Το ακούω και λέω:
- Ρε συ, τι δουλειά έχει αυτός ο στίχος μ’ αυτή τη μουσική;
- Θυμήσου με!

Και καταλαβαίνω ότι έχει φτιάξει ένα σουξέ ο μάγκας, μεγάλο σουξέ, και αυτή η φράση «Αυτός που περιμένω» επαναλαμβάνεται 49 φορές! Κι έγινε απ’ τα μεγάλα τραγούδια της Άννας πια, για την οποία -εκτός απ’ αυτό- της έγραψα και το «Να ‘μουνα στα χέρια σου καράβι», μια μπαλάντα -το «Αγάπησέ Με»- πάλι με τον Βλασσόπουλο. Μου έλεγε ο Μάτσας ότι από τα 20.000 τραγούδια που είχε στην εταιρεία, το «Αγάπησέ Με» ήταν η αγαπημένη του «λεζάντα». Και βέβαια για την Άννα Βίσση έγραψα και τη θρυλική πια «Μεθυσμένη Πολιτεία».

ΑΓΑΠΗΣΕ ΜΕ – Θέμης Αδαμαντίδης
(1980, μουσική:
Renate Vaplus, Benedetto Arico)

Δ.Ι.: O Γιάννης Γαλάτης, ο μόδιστρος στη Μύκονο -μην κοιτάς τώρα με τον Λαζόπουλο πως έχει εκτεθεί έτσι- ήτανε φίλος μου και στα πολύ επάνω του τότε. Έχω και μια περίεργη ιστορία με τον Γαλάτη. Στη Μύκονο είχε τα σπίτια όπου έμεναν οι διάσημοι κι εγώ πήγαινα στη Μύκονο, άραζα σ’ ένα από τα σπίτια του Γιάννη κι έκανα τις διακοπές μου. Τότε είχε φιλοξενούμενη την Greta Garbo, η οποία φορούσε πάντα μαύρα γυαλιά. Έμεινε στην ιστορία ότι δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις στη ζωή της και ζούσε πιο κλειστά, μόνο με φίλες της, και είχε μία κάπως μοναχική ζωή. Την γνώρισα πιτσιρικάς και κάποια στιγμή κάναμε παρέα. Και του λέει του Γαλάτη:
- Πες σ’ αυτό τ’ αγόρι να γυρίσει πίσω στην Αθήνα γιατί αν μείνει άλλη μια εβδομάδα εδώ θα μου αλλάξει τη ζωή! Θα με καταστρέψει!

Κι έχει να το λέει ο Γαλάτης. Κάποια στιγμή, χρόνια μετά, είχα πάρει ένα βραβείο της UNESCO μαζί με την Brigitte Bardot, η οποία ήταν μεγάλη πια κι είχε παντρευτεί έναν Γάλλο της δεξιάς, και τη ρώτησε η αδελφή της Ειρήνης Παππά, φίλη μου που ήξερε καλά γαλλικά:
- Αυτόν τον κούκλο θα τον παντρευόσουνα; Να ξέρεις ότι είναι αριστερός.

Γυρίζει η Brigitte, με κοιτάζει και λέει:
- Σε παρακαλώ πολύ να του πεις να περιμένει λίγο μέχρι να χωρίσω!

Αλλά ήτανε κάποιοι δημοσιογράφοι μπροστά, εγώ φόραγα ένα μπλε πουκάμισο κι είχα τα μαλλιά μου πίσω αλογοουρά, και το πιάσανε και το βάλανε παντού. Και βγήκε τότε ο Γαλάτης και είπε:
- Μμμμ… με τη γριέντζω! Εδώ τον ερωτεύτηκε η Greta Garbo, τί να μας πει η γιαγιά-Bardot;

Τέλος πάντων, ο Γιάννης μού είχε δώσει ένα υπογειάκι πολύ ωραίο στην Πλάκα κι έμενα εκεί. Ήμουνα μόνος μου τότε, κι ερχόντουσαν και μ’ έβλεπαν οι φίλοι μου και κάποια στιγμή είχα πουντιάσει κιόλας κι ήμουνα ξάπλα στο κρεβάτι. Με παίρνει ο Πετσίλας, ο άντρας της Νάνας Μούσχουρη που ήταν και παραγωγός στην Columbia, και μου λέει:
- Δημήτρη, σε θέλω.
- Δεν μπορώ να σηκωθώ, Γιώργο. Είμαι ξάπλα.
- Θα ‘ρθω να σε βρω.
- Εντάξει, αλλά από απόσταση, μη σε κολλήσω.
- Έλα ρε!

Και μπήκε μ’ ένα μελαχρινό, σεμνό αγόρι και μου είπε:
- Αυτός λέγεται Θέμης Αδαμαντίδης κι έχω σκοπό να τον κάνω μεγάλη φίρμα. Είναι πολύ ωραία φωνή.
- Για να το λες Γιώργο μου εσύ…
- Έχω 24 τραγούδια απ’ όλο τον κόσμο, για δύο μεγάλους δίσκους. Απ’ τη Γαλλία, απ’ την Αφρική, από παντού. Έχω τα δικαιώματα και θέλω να γράψεις τους στίχους.
- Τί ποσοστό μου δίνεις;
- Έχεις το 3%.
- Γι’ αυτό το παιδί ειδικά και γι’ αυτούς τους δίσκους που μου λες, θα μου δώσεις 5%.
- Χαλάλι σου! Εντάξει!

Είπα στον πιτσιρίκο:
- Τί θες αγόρι μου από τη ζωή σου;
- Κύριε Ιατρόπουλε, δυο πράγματα θέλω. Αν μπορέσω, ν’ αγοράσω ένα διαμέρισμα για τους γονείς μου γιατί είμαστε φτωχοί, ε, και μετά να πάρω μία
BMW.
- Σ’ έξι μήνες θα τα ‘χεις και τα δύο!

Μου έδινε ο Γιώργος τις μουσικές και διάλεγα. Κάποια στιγμή μου έδωσε ένα αφρικάνικο (σ.σ. το «Mama Leone») και μου είπε:
- Δεν ξέρω πώς θα το κάνεις. Είναι γραμμένο για μια λιονταρίνα στην Αφρική.
- Θα σ’ το κάνω ερωτικό. Θα το δεις
.

Και του έγραψα το «Αγάπησέ Με», ένα από τα σουξέ του δίσκου. 

ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΣΕΝΑ – Γιώργος & Νίκος Τζαβάρας
(1980, μουσική: Γιώργος Νιάρχος)

Δ.Ι.: Ερωτικό τραγούδι. Καθαρά ερωτικό τραγούδι. Θέλαμε να γράψουμε ένα τραγούδι με τα Τζαβαράκια. Είχαμε το ότι ήτανε σπουδαίοι συνθέτες και οι δύο, αλλά είναι και οι δύο και τραγουδιστές και κάνουνε και πρώτες-δεύτερες. Είναι μια ορχήστρα και μια χορωδία οι δυο τους μόνο. Είναι σπουδαίοι μουσικοί. Όταν άκουσα τη μελωδία είπα να κάνω ένα οριακό τραγούδι αγάπης. Ένα τραγούδι για τη μεγάλη αγάπη. 

ΚΡΗΤΗ ΚΕΡΚΥΡΑ ΚΑΙ ΝΙΟ – Θέμης Αδαμαντίδης
(1980,
μουσική: Michel Jourdan, Shuky Levy)

Δ.Ι.: Ήτανε μέσα στη σειρά του Θέμη. Το «Κρήτη Κέρκυρα Και Νιο» έχει ένα χαριτωμένο. Ότι είναι έτσι γραμμένο πάνω στη μουσική (σ.σ. πρόκειται για διασκευή του γαλλικού τραγουδιού «Je T’Aime Un Peu Trop» των Shuky & Aviva) που όταν πήγε μετά ο Πετσίλας στη Γαλλία, του είπανε:
- Θα μας το δώσεις να το κάνουμε στα γαλλικά το τραγούδι;
- Μα… είναι γαλλική η μουσική!

Και δεν το πιστεύανε οι Γάλλοι ότι ήτανε δικό τους κι ότι είχε γραφτεί τόσο κολλητά ο στίχος με τη μουσική. Είναι αυτό που έλεγε ο Γκάτσος. Ήμουνα πολύ σκληρός με τις προσωδίες μου και τα μέτρα. Δεν παίζω μ’ αυτά καθόλου. Γιατί ο ίδιος κριτικάριζα τους ποιητές. Έβγαινα στο Κολωνάκι κι έλεγα:
- Θα μου βρείτε πόσο κοστίζει το χελιδόνι νούμερο δέκα;
- Τί νούμερο δέκα χελιδόνι; Τί είναι αυτό;
- Θέλω ν’ αγοράσω το δέκατο χελιδόνι.
- Γιατί;
- Γιατί ο Ελύτης έχει γράψει το «ένατο χελιδόνι»!

Έκανα τέτοια πράγματα. Οπότε τα κόλλησα. Το «Κρήτη Κέρκυρα Και Νιο» νομίζεις ότι είναι γραμμένο στους στίχους κι ότι απάνω έχει μπει η μουσική. Θυμίζει γαλλικό province, τα επαρχιακά τα γαλλικά όπως είναι αντίστοιχα τα ναπολιτάνικα, οι ταραντέλες κ.λπ. Κάπως έτσι είναι… Η μουσική με πήγε σε Κυκλάδες. Είχα το ευτύχημα να μην ξέρω γαλλικά. Οπότε άκουγα τη μελωδία, έπαιρνα τα μέτρα και μετά το έχτιζα μέσα μου σαν θέμα.

ΜΕΘΥΣΜΕΝΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ – Άννα Βίσση
(1980, μουσική: Μανώλης Μικέλης)

Δ.Ι.: Επρόκειτο να γίνει σίριαλ το μυθιστόρημα του Σωτήρη Πατατζή «Μεθυσμένη Πολιτεία» και το έχει αναλάβει ένας φίλος μου παραγωγός, ο Ευριπίδης Κατσάρης, που έχει την TV Kosmos. Πριν ξεκινήσει, όμως, το σίριαλ, έψαχνε μουσική για τους τίτλους. Είχαμε όλο το σενάριο έτοιμο. Έπαιζε ο Γιάννης Βόγλης, η Βέρα Κρούσκα… και πήγε πολύ καλά. Εγώ ήδη είχα γνωριστεί με την Αννούλα και ήμασταν φίλοι αγαπημένοι. Μου είπε ο Ευριπίδης να βρούμε έναν άνθρωπο και πρότεινα την Αννούλα.
- Ωραία, να της γράψουμε το τραγούδι των τίτλων.
- Να της το γράψουμε, αλλά δώσε μου το σενάριο
.

Επειδή ήθελε ο Ευριπίδης να παίξει κάπου και η Σόφη Ζαννίνου, έλειπε ένα επεισόδιο της Κατοχής. Μου είπε:
- Δεν το γράφεις βρε Δημήτρη;
- Θα το γράψω. Πες του το του μπάρμπα-Σωτήρη
.

Αυτός μόλις του είπανε για μένα, γιατί με αγαπούσε, ζήτησε να μπει το όνομά μου στο επεισόδιο.
- Όχι κύριε Σωτήρη, είναι μια προσφορά δική μου. Εγώ με τον Ευριπίδη θα τα βρούμε. Θεωρείστε το μια φιλική… πάσα.

Έχω κάνει και άλλες φιλικές «πάσες». Όπως στα 10 τραγούδια του Ρίτσου που έχει κάνει ο Μαμαγκάκης, τα ‘χω στήσει εγώ στίχο-στίχο από τα άπαντα του Ρίτσου. Έχω κάνει τέτοιες δουλειές. Έγραψα, λοιπόν, το στίχο για το τραγούδι των τίτλων ώστε να είναι μέσα στην ατμόσφαιρα του έργου. Ο Ευριπίδης, τώρα, κατέβαινε τα βράδια σε μία λέσχη και τα τσούζαμε παρεΐτσα. Ήτανε μία ωραία λέσχη, μ’ ένα ωραίο υπόγειο, όπου μαζευότανε όλη η καλή κοινωνία. Εκεί έπαιζε πιάνο ένας ιδιαίτερος άνθρωπος. Ο Μανώλης Μικέλης. Μέγας πιανίστας. Όταν έρχονταν στην Ελλάδα οι μεγάλοι τζαζίστες, Dizzy Gillespie κ.ά., πηγαίνανε μαζί του και παίζανε. Έχει γράψει τη μουσική σε μεγάλα ονόματα και σε μεγάλες ταινίες, χωρίς να βάλει τ’ όνομά του, για να ζήσει και να πάρει χρήματα. Αλλά δεν έχει γράψει ποτέ στη ζωή του κανένα τραγούδι. Έπαιζε, όμως, απίστευτο πιάνο. Τηλεφώνησα στην Άννα, ήρθε και πήγαμε στον Μανώλη. Ήταν στο πιάνο, είπαμε ότι το πρόγραμμα θ’ αλλάξει για λίγη ώρα, καθίσαμε και του έδωσα τον στίχο. Έβαλε τον στίχο πάνω στο αναλόγιο του πιάνου και, σου δίνω τον λόγο της τιμής μου -γιατί εδώ πρέπει πραγματικά να σου δώσω τον λόγο της τιμής μου γιατί είναι απίστευτο αυτό-, ξεκίνησε από αριστερά και μας τραγούδησε το τραγούδι όπως τραγουδιέται σήμερα! Η φράση prima vista εδώ είναι λίγη για να εκφράσει αυτό που ζήσαμε όλοι μας. Ήρθε η ώρα να το γράψουμε στο στούντιο Era γιατί επρόκειτο να ξεκινήσει το σίριαλ. Μπήκαμε μέσα να το γράψουμε και η Άννα ήταν σε καλή φάση. Είχαμε κι ένα μπουκάλι ουίσκι εκεί, ήτανε χειμώνας κι είχα ντυθεί στρατιωτικά, και προχώρησε το τραγούδι κι έγινε. Ανέβηκα πάνω, αγκάλιασα τον Μανώλη, ήπιαμε ένα ουισκάκι και του είπα:
- Τί ανάγκη έχεις βρε; Σου έχουμε την καλύτερη παραγωγή που θα γίνει στην τηλεόραση, την καλύτερη εταιρεία, το καλύτερο κορίτσι που μπορεί να τραγουδήσει, μια κούκλα που σου είπε τόσο ωραία το τραγούδι, και στο έγραψα εγώ στο κάτω-κάτω της γραφής!

Ήτανε το πρώτο τραγούδι που έγραψε στη ζωή του. Και το έγραψε κατευθείαν. Και γύρισε και μου είπε μια φράση φοβερή:
- 35 χρόνια περίμενα στη ζωή μου να έρθει ένας άγιος τσόγλανος, όπως εσύ, και να μου δώσει τόση ευτυχία!

Μετά από 5-6 μήνες πέθανε. 

 

ΝΑ ‘ΜΟΥΝΑ ΘΕΟΣ ΓΙΑ ΛΙΓΟ – Γιάννης Πάριος
(1980, μουσική:
Alvan Adrian Flores)

Δ.Ι.: Αυτό έχει απλή ιστορία. Πήγαμε με την Κατερίνα μου στο Περού πριν από 2-3 χρόνια και τ’ ακούγαμε (σ.σ. πρόκειται για το «Alma Corazon Y Vida»). Είναι εθνικός ύμνος κάτω στη Λατινική Αμερική. Τ’ ακούγαμε συνέχεια. Υπάρχει κι αυτή η πλάκα: στα ποσοστά της ΑΕΠΙ, δίπλα σ’ αυτούς τους συνθέτες μπαίνει και τ’ όνομά μου. Δηλαδή στο «Κάποτε», που είπε ο Αδαμαντίδης και είναι το «Yesterday», γράφει John Lennon, Paul McCartney και Δημήτρης Ιατρόπουλος! (γέλια). Λοιπόν, ήτανε δύο τραγούδια που μου τα είχε φέρει ο Πετσίλας για τον Θέμη. Πρόσεξε να δεις. Ήτανε το «Να ‘μουνα Θεός για λίγο» και το «Θυμάμαι». Μου τα έδωσε ο Πετσίλας και τα έγραψα για τον Θέμη. Κι ήταν δύσκολα τραγούδια για να τα γράψεις σε μέτρο, παρά που είναι ισπανικά και μοιάζουνε οι συλλαβές. Ήταν δύσκολο το μουσικό μέρος. Έχω γράψει πολύ δύσκολα τραγούδια, όπως το «Πόσο Γλυκά Με Σκοτώνεις» της Αλέκας Κανελλίδου (σ.σ. διασκευή του «Killing Me Softly With His Song»), για να κρατήσω τους τόνους. Τα έγραψα όμως και τρελάθηκε ο Πετσίλας. Θυμήθηκα στο «Να ‘μουνα Θεός Για Λίγο» ένα παλιό ελληνικό τραγούδι που μου ήρθε στο μυαλό, «Αν ήμουνα Θεός, αν ήμουνα Θεός / θα σου ‘δινα καρδιά να μ’ αγαπούσες» (σ.σ. πρόκειται για το «Αν Ήμουνα Θεός», σε μουσική του Μιχάλη Σουγιούλ και στίχους του Κώστα Κοφινιώτη, που ερμήνευσε ο Τώνης Μαρούδας το 1947). Και σκέφτηκα ότι το είπε πολύ χοντρά ο παλιός συνάδελφος. Λέω «εντάξει, ας ήμουνα για λίγο Θεός» και σκέφτηκα αυτό, αλλά πάντα περνούσα στα τραγούδια αυτά και λίγο ποιητή Ιατρόπουλο, όχι μόνο στιχουργό. Ας πούμε το τραγούδι αυτό ξεκινάει με το στίχο «πώς να σ’ αγγίξω πώς, φοβάμαι τόσο φως». Το «φοβάμαι τόσο φως», Κωνσταντίνε, θα το έβαζα και σε ποιητική μου συλλογή, είναι και παρήχηση του φι. «Φοβάμαι τόσο φως». Αυτό είναι σπάνιο να ειπωθεί. Το φως πάντα το αγαπάμε, δεν το φοβόμαστε, αλλά είναι τόσο πολύ το φως, με το να σε αγγίξω ας πούμε. Είναι ποίηση αυτό, φεύγει από το στίχο. Έμαθα, όμως, ότι κάτι έγινε με τα δικαιώματα κι έχει προλάβει και τα ‘χει πάρει ο Αχιλλέας Θεοφίλου για τον Μάτσα. Τα είχανε πάρει νωρίτερα για τον Πάριο, με κάποιες μέρες διαφορά! Οπότε τα κουβεντιάζουνε ο Μάκης Μάτσας με τον Πετσίλα και του είπε ο Πετσίλας:
- Εντάξει, αφού τα ‘χεις πάρει το τραγούδια… Κρίμα μόνο γιατί τα ‘χει γράψει ο Ιατρόπουλος.
- Τα ‘χει γράψει κιόλας; Τα ‘χεις έτοιμα ελληνικά;

Και με φώναξε ο Μάκης και μου είπε:
- Αυτά του Αδαμαντίδη, θα τα πει ο Γιάννης.
- Εντάξει, ας τα πει ο Γιάννης.
- Θα μας δώσεις τον στίχο σου εσύ;
- Θα σου τον δώσω, αλλά αν δεν σου το δώσω ποιός θα τα κάνει;
- Ε, θα τα κάνουμε.
- Κοίταξε, θα μου δώσεις κάτι παραπάνω γιατί κανείς δεν θα σ’ τα κάνει έτσι.
- Εντάξει Δημήτρη!

Έτσι τα είπε ο Πάριος. Την ίδια τύχη είχε και το «Εν Βελγίω», που ήταν να το πει η Μοσχολιού και το πήρε η Χαρούλα Αλεξίου. Γίνονται αυτά μέσα στη δισκογραφία. 

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ – Γιώργος & Νίκος Τζαβάρας
(1980, μουσική: Γιώργος & Νίκος Τζαβάρας)

Δ.Ι.: «Το κόκκινο το κίτρινο το μπλε / φορούσες στο κορμάκι σου καλέ… Όταν θα ‘ρθει το βραδάκι…». Αυτό δεν είναι; Είναι ένα χαριτωμένο τραγούδι που έγραψα για τα Τζαβαράκια και έχει ένα μυστικό μέσα. Χαριτωμένο κι αυτό. Αρκετές φορές κάνω παιχνίδια μέσα στα τραγούδια. Κάτι σαν φράσεις-κωδικές που είναι είτε γι’ αυτούς που το παίρνουνε χαμπάρι είτε για κάποιους φίλους, κυρίως διαλέγω βέβαια χαριτωμένα, ευχάριστα και τρυφερά τραγούδια. Δεν το κάνω βέβαια σ’ ένα μεγάλο τραγούδι. Ας πούμε στο «Ο Γιακουμής» του Βιολάρη, «Έγια μόλα το καΐκι, Γιακουμή», λέω «Ζέα, Πέραμα, Καμίνια, Αϊ-Νικόλα / ξημερώνει Κυριακή στην Περαχώρα». Η Περαχώρα είναι στο Λουτράκι κι όλα τ’ άλλα είναι στη Σαλαμίνα! Δεν έχουν καμία σχέση! Έτσι, λοιπόν, στο «Κόκκινο, το κίτρινο, το μπλε» έβαλα ένα «παιχνίδι» αλλά πολλοί λίγοι το καταλάβανε, γιατί πρέπει να ζήσεις στο κέντρο της Αθήνας για να το καταλάβεις. Έχει έναν στίχο μέσα που λέει «Αχαρνών κι Αριστοτέλους», αλλά οι δρόμοι αυτοί δεν κάνουν γωνία, είναι… παράλληλοι! (γέλια) Κατάλαβες; Κάνω και τέτοια. Ε, ένα χαριτωμένο τραγούδι ήτανε. 

ΑΣΕ ΜΕ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ – Γιάννης Πάριος
(1981, μουσική: Χάρης Καλέας)

Δ.Ι.: Αυτό το τραγούδι πάλι έχει μία μικρή ιστορία. Εκείνα τα χρόνια εγώ -πως το λένε νεοελληνικά;- ήμουν top columnist! Είχα τη στήλη μου 22 χρόνια στο Έθνος, όταν πούλαγε το Έθνος 200.000 φύλλα, επί Φιλιππόπουλου, απέναντι στον Βασίλη Ραφαηλίδη, με τον οποίο κάναμε και «παιχνίδι» καμιά φορά. Εκεί, λοιπόν, όταν καμιά φορά ήταν πεσμένα τα γεγονότα και δεν είχαμε ειδήσεις -γιατί έκανα επικαιρότητα δυο φορές την εβδομάδα σε διάφορες στήλες, «Η κρυφή μεριά του φεγγαριού», «Καθέτως», «Γεια σας και καλή βδομάδα»- μου έλεγε ο Φιλιππόπουλος:
- Έλα, έλα, Δημητράκο, γράψε μια μοναξιά για να πουλήσουμε.

Του έγραφα κάτι χρονογραφήματα για τη μοναξιά, που «χτυπάγανε» κατευθείαν τον κόσμο. Ήτανε, ξέρω γω, Χριστούγεννα και έλεγα θα βρεθούνε στο θέατρο -χρονογράφημα έτσι; Αυτός είναι μόνος, ένας καλοβαλμένος μεσαίας ηλικίας άνδρας, έχει βαρεθεί να πηγαίνει στο πλυντήριο τα ρούχα του, αλλά φεύγει από το γραφείο, τρώει στην ταβερνούλα απέναντι απ’ το σπίτι του, είναι ένας μοναχικός άνθρωπος. Δίπλα του είναι αυτή. Αυτή, καθηγήτρια, δεν έχει βρει μέχρι στιγμής τον άνδρα της ζωής της, είναι σε μια καλή ηλικία, έχει δυο φιλενάδες, ίσως κάποιους γονείς… Κάθονται δίπλα-δίπλα, τους χωρίζει το στήριγμα της πολυθρόνας. Κι έγραφα ας πούμε «ρε γαμώτο, να ‘χα ένα πριόνι, να έκοβα το στήριγμα, να αγγίξουν ο ένας την άλλη έστω, τυχαία…». Μου στέλνανε γράμματα, γράμματα, ιστορίες, μεγάλο κοινό, μεγάλη αγάπη… Όταν έμπλεξα με τον Γιάννη τον Πάριο, λοιπόν, παίξαμε πολύ με το σλόγκαν «μοναξιά» κι ήθελε να του γράψω κάτι. Ήτανε τότε ο σπουδαίος Καλέας -τώρα δεν τον έχουμε πια- ο οποίος μου έδωσε μια μελωδία και του έγραψα το «Άσε Με Στη Μοναξιά Μου». Ο Πάριος το πήρε σαν σλόγκαν αυτό και μετά άρχισε να γράφει δικά του τραγούδια για τη μοναξιά. Το «Πιο Καλή Η Μοναξιά» δεν είναι δικό μου, είναι δικό του. Ακούμπησε πάνω κει. Πολλά τραγούδια που τα ‘χω ξεκινήσει μ’ έναν τρόπο, ήρθαν συνάδελφοι ή φίλοι και ακουμπήσανε πάνω σ’ αυτά. Το «Κι Ύστερα Μου Μιλάς» που έγραψα με τον Λάκη Παππά στα χρόνια της χούντας, που ξεκίναγε από συμπερασματικό στίχο -δεν είχε ξαναγίνει στο ελληνικό τραγούδι αυτό το πράγμα- το πήρανε μετά με τη Μαρινέλλα και το κάνανε «Κι Ύστερα, Κι Ύστερα» κι ύστερα γράψαν κι άλλοι «κι ύστερα».

ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΜΑΖΙ – Γιάννης Πάριος
(1981, μουσική: Νίκος Λαβράνος)

Δ.Ι.: Το «Για Πάντα Μαζί», κατ’ αρχήν, είναι ένα από τα εμπορικότερα ελληνικά τραγούδια. Πουλήσαμε σ’ ενάμισι μήνα 600.000 δίσκους! Ερωτικό τραγούδι, αλλά ήτανε μαρς! Θούριος! Τραγούδαγε στον Ζυγό ο Πάριος και είχε την ορχήστρα ο Νίκος Λαβράνος, αδελφός του Γεράσιμου, ο οποίος είναι κρουστός. Πολύ καλός κρουστός. Και κάποια στιγμή, εκεί που ήμασταν στο καμαρίνι, μου λέει:
- Έλα ρε να γράψουμε για τον Πάριο ένα τραγούδι!

Λέω στον Γιάννη:
- Γιάννη, θες να κάνουμε ένα κομμάτι;
- Ετοιμάζω το δίσκο, έχουμε κάνει και τ’ άλλα… Να κάνουμε.
- Δώσε μου ρε Νίκο κάτι.

Και μου δίνει -τι να μου δώσει τώρα ο κρουστός…- έναν θούριο! Του λέω:
- Ρε, αυτό είναι για να πάμε στον πόλεμο! Αυτός είναι ερωτικός τραγουδιστής ο άνθρωπος!
- Δεν ξέρω…

Με κοιτάζει ο Πάριος και του λέω:
- Θα σου γράψω το πιο ερωτικό τραγούδι που έχεις τραγουδήσει ποτέ σου!  Θα κάνω κόντρα, ανάποδη κόντρα, και θα τον πάρω τον θούριο και θα τον βγάλω σαν δύναμη της αγάπης. Θα τον πάρω ανάποδα και θα το δεις!

Και του γράφω το «Για Πάντα Μαζί», του οποίου αν ακούσεις το ρεφρέν, αν βγάλεις το στίχο και κρατήσεις μόνο το ρυθμό, θα δεις ότι πάει «ταρα-τατατάμ, ταρα-τατατάμ, ταρα-τατατάμταμ ταρά-τατατάμ…», σαν να είσαι στην παρέλαση! Εμβατήριο είναι! Και μετά έπεσε απάνω ο Γιάννης με τον Νίκο και γλυκάνανε λίγο το κουπλέ στη μουσική. «Να μ’ αγαπάς να μη νιώθω μονάχος…», το τραβάει ο Γιάννης λιγάκι για να μπορέσει να το φέρει ο άνθρωπος, γιατί είναι κι αυτός καλός συνθέτης. Έχουμε γράψει και μαζί τραγούδια.

ΓΟΡΔΙΟΣ ΔΕΣΜΟΣ – Ρίτα Σακελλαρίου
(1984, μουσική: Σταμάτης Καλλιανός)

Δ.Ι.: Τη Ρίτα Σακελλαρίου την αρραβωνιάστηκα! Με αγάπησε και τα λοιπά… Δεν κάτσαμε πολύ καιρό αρραβωνιασμένοι, αλλά μείναμε πολύ ωραίοι φίλοι. Απλώς έγινε μία πολύ ωραία τελετή σ’ ένα κεντρικό μαγαζί στην Αθήνα, ήρθανε φωτογράφοι, ιστορίες, το ‘να τ’ άλλο, μου ζητήσανε δηλώσεις και τους είπα ότι καιρός ήτανε κάποτε η κουλτούρα να αρραβωνιαστεί το ρεμπέτικο. Ο Νίκος Καραγιάννης, ο παραγωγός της εταιρείας τότε, μου λέει:
- Θα κάνετε έναν δίσκο μαζί οπωσδήποτε!
- Κοίταξε, όπως είναι η Ρίτα αυτή τη στιγμή, εγώ δεν θα δοκιμάσω να κάνω κάτι συνηθισμένο. Έχω έναν φίλο μου μαθηματικό και οικονομολόγο, ο οποίος παίζει κιθαρούλα. Κι είναι και κουμπάρος μου. Θα κάτσω να γράψω κάποια τραγούδια μ’ αυτόν και θα κάνουμε έναν δίσκο της Ρίτας.
- Εντάξει!

Και έκατσα με τον φίλο μου, Σταμάτης Καλλιανός λέγεται -δεν έκανε άλλα πράγματα, μόνο αυτό έκανε- και το γράψαμε. Ο Σταμάτης έκανε κάποια χαριτωμένα πράγματα στην κιθάρα και βάλαμε τον Χάρη Ανδρεάδη που τα πήρε και τα έκανε τραγούδια. Έδινε συνεντεύξεις η Ριτάρα και έλεγε:
- Ένας οικονομολόγος μού γράφει τα τραγούδια μαζί με τον ποιητή μου!

Τους μπερδέψαμε όλους! Εγώ ήθελα να κάνω και λίγο χιούμορ, λίγο παιχνίδι. Δεν με νοιάζει γιατί έχω γερή κράση. Δεν κινδυνεύω σαν ποιητής με το να κάνω και… χαριτωμενιές. Δηλαδή είναι σαν τον Χατζιδάκι που έχει κάνει το «Νιάου, νιάου, βρε γατούλα». Το ξέρεις ότι το έχει κάνει ο Χατζιδάκις αλλά είναι ο Χατζιδάκις. Έτσι κι εγώ. Λέω να γράψω της Ρίτας, για να καλαμπουρίσουμε κιόλας. Ήμασταν μια ωραία παρέα, κάθε μέρα πηγαίναμε στο μαγαζί, ζούσαμε περίεργα πράγματα, η Ρίτα έτρωγε γαρδένιες, ερωτευμένη, και ο Διονυσίου ο Στράτος, ο φίλος μου, της έλεγε:
- Τί έχεις πάθει;

Εγώ το έπαιζα νονός της νύχτας ξαφνικά, όλα μπερδεμένα στη ζωή μου, ωραία όμως, μια φάση ήταν. Και της γράφω δυο τραγούδια, ένα τσιφτετέλι, «για να χορεύει ο κόσμος παιδί μου». Α, την πήρα και την πήγα στον Σταύρο Ξαρχάκο και του είπα:
- Θα σου τραγουδήσει και το «Δίχτυ» του Γκάτσου

Και το είπε πάρα πολύ ωραία. Ήθελα να έχει κι ένα βαρύ τέτοιο… Κι έτσι έβαλα και το «Δίχτυ» και της έκανα και τον «Γόρδιο Δεσμό» για να έχουμε ένα τσιφτετέλι για σουξέ. Και το πιο χαριτωμένο που της έκανα ήταν ένα παλιό σατιρικό απ’ τα χωριά: «Άλλη η δουλειά του ναύτη και άλλη του καντηλανάφτη». Δυο χαριτωμενιές, ας πούμε. Το τι πέσανε απάνω, Κωνσταντίνε, να με φάνε οι κουλτουριάρηδες και τα λοιπά… Τους έλεγα:
- Είσαστε κορόιδα! Δεν με γουστάρετε, όχι γιατί δεν με καταλαβαίνετε, αλλά ακριβώς επειδή με καταλαβαίνετε!

ΜΑΗ ΜΟΥ – Φίλιππος Νικολάου
(1985, μουσική: Νίκος Ιγνατιάδης)

Δ.Ι.: Μια καλή συνεργασία με τον Ιγνατιάδη, ο οποίος με παρακάλεσε να γράψουμε ένα ερωτικό τραγούδι και του λέω:
- Θα κάνουμε ένα ερωτικό τραγούδι αλλά για μένα θα είναι ένα τραγούδι που θα σχετίζεται ιδεολογικά με τον Μάη του ’68 και σαν θέμα θ’ ακουμπάει λίγο και το Πολυτεχνείο.

Όπως το «Κόκκινο Γαρύφαλλο», που είναι επίσης καθαρά για το Πολυτεχνείο. Δεν το διαφημίσανε έτσι ο Πάριος με την Αλεξίου, το πουλήσανε ερωτικό, βέβαια, από την εταιρεία, αλλά εγώ ξέρω ότι ακουμπάει εκεί. Και με τον Ιγνατιάδη κάναμε το «Μάη Μου», το οποίο ήταν από τα αγαπημένα τραγούδια του Φίλιππου Νικολάου. Αλλά για μένα είναι κοινωνικό τραγούδι. Γι’ αυτό και λέει «σ’ αυτή την πόλη που καίει μόνο η αγάπη δεν φταίει» κ.λπ. Ήτανε μία από τις δουλειές που έκανα ειδικά για τον Φίλιππο, που τον αγαπώ πολύ και είναι κύριος. Του έκανα κι άλλα τραγούδια του Φίλιππου αλλά κυρίως αυτό. Κι είναι και το μεγάλο του σουξέ, νομίζω.  

Δεν μου έχει συμβεί να πω «αυτό θα γίνει επιτυχία». Τις λίγες φορές που το ‘χω πει, βγήκε, αλλά μου έχει συμβεί πολλές φορές να μην δίνω σημασία σ’ ένα τραγούδι και να γίνει τελικά το σουξέ του δίσκου. Τέτοιο ήταν το «Φωτιά Στα Τρένα» (1972) του Πιτσιλαδή, με τη Ρένα Κουμιώτη. Ένα ζεϊμπέκικο πολύ ωραίο.

Μπορώ να σου πω και άλλα που έχουν και απίστευτες ιστορίες, δραματικές ιστορίες, όπως αυτό με τον Ζευγά (σ.σ. αναφέρεται στο τραγούδι «Μεσάνυχτα Της Κυριακής» που ερμήνευσε ο Δημήτρης Ζευγάς το 1972. Το τραγούδι περιλαμβάνει τους στίχους «Τώρα ποια στράτα περπατείς / αστέρι μου χαμένο / μεσάνυχτα της Κυριακής / κι εγώ σε περιμένω». Τραγική ειρωνεία: ο Ζευγάς σκοτώθηκε στις 20 Ιανουαρίου του 1980, ημέρα Κυριακή, και οι παραπάνω στίχοι επιλέχθηκαν από την οικογένειά του για να γραφτούν στην ταφόπλακα. Η τραγική σύμπτωση δεν σταματάει εδώ. Ο Ζευγάς τάφηκε ακριβώς απέναντι από τον αδελφό του Ιατρόπουλου!).

Από τα 1.000 τραγούδια μου περίπου, τα 500 τουλάχιστον έχουν ιστορία. Το τραγούδι «Στην Ελευσίνα Μια Φορά», του Δήμου Μούτση, ήταν μεγάλο σουξέ. Τότε βγαίνανε σε 45άρια. Και ουσιαστικά ήταν το πίσω από ένα άλλο τραγούδι που προβάραμε, το «Αναβοσβήνουν Οι Φωτιές» (1969), από τα πρώτα τραγούδια που είπε ο Μητσιάς στην καριέρα του και το πρώτο του με τον Δήμο Μούτση. Και στο πίσω, στο flip side που λέμε, μου λέει ο Δήμος Μούτσης:
- Θα βάλω από μία ταινία ένα τραγούδι, από ένα τετράστιχο που μου ‘χει γράψει ο Ανδρεόπουλος. Αν θες δώσε μου κι εσύ άλλο ένα να τα συμπληρώσω.

Και του έδωσα κι εγώ άλλο ένα τετράστιχο κι έγραψε την «Ελευσίνα». Κι εκεί πάλι έκανα πλάκα. Έγραψα «Έριξα πέτρα στο γιαλό / στο πέλαγο λιθάρι». Το ανάποδο δηλαδή! Στους στίχους γράφει μόνο Ανδρεόπουλος. Δεν έβαλε το όνομά μου ο Δήμος. Και δεν πήρα και τα ποσοστά. Πήρα τα ποσοστά από την άλλη πλευρά. Το τραγούδι μπήκε παντού και λέει «Ανδρεόπουλος». Όπως και το «Κόκκινο Γαρύφαλλο». Ο Ιγνατιάδης δεν έβαλε το όνομά μου. Δεν πειράζει, καθένας που κάνει κάτι ή δεν κάνει, κάποια τρύπα του γεμίζει μέσα του... Χαλάλι τους και στον Πάριο έχω χαρίσει τραγούδια και σ’ άλλους. Το δικό μου πηγάδι δεν στερεύει, υπάρχει υπόγεια φλέβα που βγάζει στον… ωκεανό, Κωνσταντίνε μου!




Γίνε ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ

Αν σου αρέσει να γράφεις, έλα στην ομάδα συντακτών του ανεξάρτητου, πολυφωνικού, υγιούς και δημοφιλούς ηλεκτρονικού περιοδικού του MusicHeaven και μοιράσου τις σκέψεις σου με τους πάνω από 4.000 καθημερινούς αναγνώστες του.

Στείλε μια δημοσίευση ή επικοινώνησε μαζί μας για απορίες!


σχόλια (0)

σχολιάστε το παραπάνω άρθρο:


Για να στείλετε σχόλιο πρέπει να είστε μέλος του MusicHeaven. Παρακαλούμε εγγραφείτε ή συνδεθείτε



Σχόλια από άλλες δημοσιεύσεις