ελληνική μουσική κοινότητα
327 μουσικόφιλοι online     89.888 μέλη
radio MusicHeaven
ακούστε ραδιόφωνο
ακούστε ζωντανά
στο μικρόφωνο
AlfaWolf
Μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο - Διονύσης Σαββόπουλος
e-Περιοδικό > Φταίνε Τα Τραγούδια
γράφει το μέλος gazakas Δημοσιεύθηκε στις 15 Νοεμβρίου 2006
Το Φλεβάρη του 1973 ο Νίκος Κοεμτζής από το Αιγίνιο της Πιερίας, μικροκακοποιός με κάποια πολιτική δράση, σκοτώνει τρεις ανθρώπους και τραυματίζει άλλους έξι σε νυχτερινό κέντρο και λίγο αργότερα καταδικάζεται σε θάνατο. Η ποινή μετατρέπεται σε ισόβια δεσμά και τελικά αποφυλακίζεται -πλήρως μεταμελημένος- με βούλευμα 23 χρόνια αργότερα. Πέντε χρόνια μετά, το 1978, ο Διονύσης Σαββόπουλος θα κάνει την ιστορία του Κοεμτζή τραγούδι στο δίσκο του «Ρεζέρβα»...
Αναγνώσεις:9333
Σχόλια:36
5/5

Το «Μακρύ Ζεϊμπέκικο για το Νίκο» αποτελεί μια από τις κορυφώσεις της δουλειάς του Σαββόπουλου για ποικίλους λόγους, όμως το θέμα και κυρίως η διάρκειά του, δεν επέτρεψαν να γίνει μια από τις διαχρονικές «επιτυχίες» του δημιουργού του. Εδώ, με οδηγό τους στίχους του, θα γίνει μια απόπειρα να παρουσιαστεί αυτό το τραγούδι-ποταμός και να εξηγηθούν οι λόγοι για τους οποίους νιώθω ένα περίεργο ρίγος κάθε φορά που το ακούω. Γνωρίζετε το τραγούδι; Ποιο είναι το άρωμα που παίρνετε εσείς από αυτό; Τι συναισθήματα ξυπνά μέσα σας;


Μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο

Σαββόπουλος Διονύσης
Μουσική/Στίχοι: Σαββόπουλος Διονύσης

Λοιπόν μολύβι και χαρτί, η απόγνωση άνοιξε λαγούμι.
Στοές που χώθηκαν με λάμψεις μαχαιριού σε ποιο στενό κελί;
Ψηλά με πέπλα αίματος, χλιμίντριζε η Σελήνη
-Δεν έχει ελπίδα, ελευθερία δεν ζητά, αλλά δικαιοσύνη-

Γεννήθηκε σ' ένα λασπότοπο, κοντά στην Κατερίνη.
Σκιές με λάμπες θυέλλης που γλιστρούν στου Άδη το πανί.
Ο Νίκος ήταν ο πρωτότοκος, τον άλλον λέγαν Δημοσθένη...
Βουβός δεσμός, εικόνα παιδική, σε άλλο χρόνο αναφλεγμένη.

Ο γέρος του είχε κρυψώνα το βουνό απ' το σαράντα πέντε
κι οι χωρικοί απ' τον φόβο των αρχών μακραίναν κι απ' τον γιο.
Κι αυτός τους έβλεπε στρωμένους στην δουλειά και μέσα του άναβε η μανία
του στριμωγμένου ανάμεσα στο πλήθος και την αστυνομία.

Ώσπου μια μέρα χωρίς αποσκευή, τσουλώντας της τρύπας του την ρόδα
κυλάει απ' την Μακεδονία ως εδώ, κι ακόμα που θα βγει;
Θα φεύγει πάντα για το άστρο που δεν φτάνει καμιά αστυνομία,
για τους φυγάδες αυτός ο ουρανός είν' η παρανομία.

Νίκο, αγγίζω το στοιχειό σας
Νίκο, μες τον υπόκοσμο της γλώσσας

Δυο καταδίκες, έξι χρόνια για κλοπή, τον είδα όταν βγήκε.
Κρατούσε πλέον μιαν απόσταση απ' την τρέλα, όχι για να σωθεί,
αλλά για να την σώσει, αν μ’ εννοείς· να, λόγου χάρη, ήθελε γάμο
και τότε τού 'παν «έλα σε μας για να προδώνεις». Δεν δέχθηκε στιγμή!

Κι απ' την βαθειά των υπογείων τους την λύσσα, κατέφυγε στην επαρχία,
μα όπου κι αν πήγε, το σήμα είχε σταλεί, στην Σαλονίκη τον τσακίσαν.
Σχεδόν τρεκλίζοντας ξανάρθε στην Αθήνα, και τότε πιάσαν την μνηστή του·
της είπαν λόγια, βοηθήσαν κι γονείς, ώσπου διέκοψε μαζί του.

Κι ωστόσο ζούσε τελείως σοβαρός, υπνοβατώντας σ' ένα κράτος
που θριαμβεύει με μιαν ατέλειωτη στριγκλιά -διαφυγή καμιά-
κρατώντας μόνο μια κρυφήν αναπνοή, των μπουζουξίδικων το γκέτο,
βαθιά εικόνα, που η έκσταση εκεί ακόμα λειτουργεί.
«Ν' ακούω,» έλεγε, «τα λόγια, την φωνή, και τ' αδελφάκι μου υψωμένο
να το κοιτάω στον χορό του μοναχό, και κάτι να παθαίνω»

Νίκο, σκυλάδικο Σαββάτο
Νίκο, σπασίματα γεμάτο

«Παραγγελιά», και περιμέναν καθισμένοι, και τα ηχεία το αναγγείλαν
κι όλα τα όργανα συλλάβαν το σκοπό για το χορό του Δημοσθένη.
Καθώς ανέβαινε, η πίστα ήταν γεμάτη, ακούστηκε να ουρλιάζει:
«Παραγγελιά!» γιατί το είδε το κακό με δρασκελιές να πλησιάζει.

Η πίστα άδειασε, μονάχα δυο αστυνόμοι, χορεύαν, γυρνώντας του την πλάτη.
Τότε τους έσπρωξε ο μικρός με μια στριγκλιά, «Δικό μου το κομμάτι!»
Τον ρίξαν κάτω σε γυαλιά κομματιασμένα, ξεφώνιζε όπως τον εσέρναν.
Σαν ένα φιλμ ιλιγγιώδες η ζωή τους, του Νίκου έκαψε τα φρένα.

Έξω απ' την τρέλα δεν είχε κάτι να πιαστεί, γιατί του το 'χαν διαλύσει.
Κατρακυλάει στον προβολέα των σκοταδιών του, στην φρικαλέα ατραξιόν του
με τόση βία που είναι αδύνατον να πω, τι έγινε εκεί κάτου.
Το δράμα όλο συντελέστηκε θαρρώ, στον χώρο του αοράτου.

Στον εαυτό του είπε «Νίκο, συγκρατήσου» τραβώντας κιόλας το λεπίδι.
Τον πρώτο που την έφαγε τον είδαν με μια ταυτότητα να σκύβει.
Σφαχτήκαν τρεις, μαχαίρωσε άλλους έξι, φωνές: «Ανοίχτε, θα μας σφάξουν!»
Τραβώντας έξω τον μικρό παραμιλούσε: «Εσένα δεν θα σε πειράξουν…»

Νίκο, σόι αλλοπαρμένο
Νίκο, τι έχεις καμωμένο

Μετά κατέφυγε στο σπίτι ενός γνωστού, μα ένιωσε ότι θα τον δώσουν
«Θα φύγω,» είπε, «με μια βάρκα ν' ανοιχτώ, φουρτούνες να με πνίξουν.
Να τρελαθούνε, που Νίκο να γυρεύουν, και Νίκο να μην βρίσκουν!»
Μα όπως βγήκε τους είδε σαν βαλέδες, ο ένας με τις χειροπέδες.

Τον εκυκλώσαν, βγαίναν απ’ τα γύρω μέρη, κρεμόταν η ζωή του
από ένα νήμα που δεν θα 'δινε σ' αυτούς, και πέταξε μαχαίρι.
Να αναγκαστούν να τον σκοτώσουν οι αστυνόμοι, μα εκείνοι τού 'ριχναν στα πόδια.
Σερνόταν κι έβριζε ώσπου ένας ταβερνιάρης, του 'δωσε μια με ένα καδρόνι...

Η δίκη του έγινε τον άγριο Νοέμβρη, το ένιωθε άραγε κι εκείνος;
Ο Τύπος πάντως τον πρόβαλε ανοιχτά σαν αιμοβόρο κτήνος.
Τα ίδια λέγαν και πολλοί προοδευτικοί· παράξενο δεν ήταν:
η σύμβασή τους διαισθάνθηκε σ' αυτόν, μιαν άλλη απειλή.

Το 'παν επίσης λαϊκοί ένα σωρό, στον συνεργάτη ενός εντύπου,
μα ο Μπιθικώτσης τον διώχνει και του λέει: «Πού να σου εξηγώ…»
Δεν είχε μάρτυρες εκτός τ' αφεντικό και τη νοικοκυρά του.
Οι δικηγόροι λέγαν ανώμαλη ψυχή, κοιτάξτε τα χαρτιά του.

Νίκο, χωριό συσκοτισμένο
Νίκο, ποιοι σ' έχουν κυκλωμένο;

Ο ίδιος ξέγραψε απ' αρχής τον εαυτό του, το είπε: «Πρέπει να πεθάνω!»
Μπήκε στον κόπο δηλαδή των δικαστών, μα αυτοί δεν μπήκαν στον δικό του.
Καθώς διηγόταν την ζωή του [σε κουφούς], θαρρούσα δεν θ' αντέξω.
[Το δικαστήριο λειτουργούσε μέσα εκεί, μα η δικαιοσύνη ήταν απ' έξω.]

Στα γράμματά του από την φυλακή, ο βίος δεν διαφέρει·
ασφυκτιούσε σαν ζώο μυθικό, εδώ όσο κι εκεί.
Μην είναι τάχα ένα ρίγος παραπέρα, που δείχνει απόσταση απ’ το δράμα
και μεταφέρει σαν ιπτάμενο ένα θαύμα, της δικαιοσύνης την γαλέρα;

Η τέχνη μου έζησε παράξενες στιγμές, και από δίκιο ξέρει.
Τα κίνητρά του δεν ήταν ταπεινά, τον βλέπω σε αργές στροφές
σαν μια Θεότητα που λύει τον πανικό της και διαστέλλεται ξεσπώντας
στ' ανυποψίαστα μπουλούκια του γλεντιού, που βιάζουν το άσυλό της.

Η ουρά που αυξαίνει φτύνοντάς τον ας λυσσάει, με τον ζουρλομανδύα
και με τα ηλεκτροσόκ να τον κλονίσει, θα λάβει ότι της αξίζει
στους λαβυρίνθους του εφιάλτη οδηγημένη, αιώνια, δίχως σωτηρία,
στην τακτική δουλεία του δικαστή, που δεν καταλαβαίνει.

Νίκο, ποτέ δεν θα 'ναι έτσι.
Νίκο, είν' η αρρώστια που μας σώζει
καθώς σε φέρνει πιο μακριά κι απ' το κελί σου,
Νίκο, στον ουρανό της μουσικής σου.



Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι το πρώτο που κάνει εντύπωση τόσο στον ακροατή του τραγουδιού όσο και στον απλό αναγνώστη των στίχων του είναι η πολύ μεγάλη έκτασή του. Πραγματικά, το τραγούδι διαρκεί ολόκληρα 13:28 λεπτά (περίπου) και γραμμένο καταλαμβάνει ούτε λίγο ούτε πολύ 90 στίχους –χωρίς να επαναλαμβάνεται ούτε ένας ως ρεφραίν. Δεδομένου όμως του θέματος αλλά και των κειμενικών στόχων, αυτή η «μακρηγορία» μπορεί να εξηγηθεί και να θεωρηθεί δικαιολογημένη.
Το τραγούδι είναι εμφανώς μια έμμετρη αφήγηση, στην οποία παρεμβάλλονται διάσπαρτα τα άμεσα και έμμεσα σχόλια του δημιουργού και κλείνει με την προσωπική κατάθεση του ίδιου του Σαββόπουλου για όσα αφηγήθηκε. Ευφυώς ο Σ. επέλεξε να ντύσει μουσικά την αφήγησή του με ένα ζεϊμπέκικο (αφού για ένα ζεϊμπέκικο έγινε το φονικό), πειραγμένο και πολύπλοκο όμως σε αρκετά σημεία, με μια ιδιαίτερη ενορχήστρωση, αφήνοντας παράλληλα το Θανάση Πολυκανδριώτη να κεντά με το μπουζούκι του αυτά που δε μπορεί να πει η γλώσσα για αυτόν τον μυστήριο χορό.


Οι στίχοι

Ο Σ. ξεκινώντας δεν επικαλείται, όπως ο Όμηρος στα έπη του, κάποια Θεά ή Μούσα για να τον βοηθήσει, αλλά αντίθετα αυτό που τον παρακινεί είναι η «απόγνωση», το πνίγος κάποιου που θέλει να πει και τη δική του άποψη για το πώς και γιατί έγιναν τα πράγματα. Προσέξτε τη μεταφορά του Σ.: η απόγνωση σκάβει λαγούμι για να βγει στη φόρα, στη δημοσιότητα, στην επιφάνεια, όπως πολλές φορές σκάβουν τέτοια λαγούμια και οι φυλακισμένοι για να δραπετεύσουν! Από την πρώτη στροφή ήδη μας προετοιμάζει για τους άξονες γύρω από τους οποίους θα κινηθεί: «αίσθηση κλειστοφοβίας/ασφυξίας» (απόγνωση, λαγούμι, στενό κελί), «φρίκη/παράλογο» (λάμψεις μαχαιριού, πέπλα αίματος, σκιές, χλιμίντριζε η σελήνη) και «δικαιοσύνη.» Σ’ αυτό το τελευταίο αξίζει να σταθούμε λίγο παραπάνω: ο Νίκος και εξ ονόματος του ο Σ. μας ξεκαθαρίζει από την αρχή (πριν καν ακούσουμε ποιο είναι το έγκλημά του) ότι δε δηλώνει αθώος, δε θέλει να αφεθεί ελεύθερος –κάτι που μας υπενθυμίζεται και αργότερα στην αφήγηση. Το μόνο που ζητά είναι να αποδοθούν οι σωστές διαστάσεις στο έγκλημά του, να αντιμετωπιστεί δίκαια και -κυρίως- να τον καταλάβουμε. Είναι πολύ σημαντικό να το έχουμε υπόψη μας αυτό για να ξεμπερδέψουμε μια και καλή με τις αυταπάτες όσων μιλούν για ηρωοποίηση του εγκλήματος και αυτού που το διέπραξε.
Στη δεύτερη στροφή μας δίνονται σύντομα τα απολύτως απαραίτητα σχετικά με την καταγωγή του: ένα φτωχό χωριό στην Κατερίνη (το Αιγίνιο), παιδικά χρόνια στα οποία συμπλέκεται το Θέατρο Σκιών (κυριολεκτικό και μεταφορικό) και ο θάνατος, και η ύπαρξη ενός αδερφού, στην περιγραφή της σχέσης του οποίου με το Ν. προοικονομείται τραγικά η μοίρα που θα τους δέσει πολύ αργότερα. Είναι το μικρό αδερφάκι που ο Ν. πάντα θα προσέχει…
Έπειτα μας δίνεται μια πληροφορία για τον πατέρα του: «είχε κρυψώνα το βουνό απ’ το ‘45» και οι υπόλοιποι συγχωριανοί κρατούσαν και το Νίκο σε απόσταση επειδή φοβόντουσαν τις Αρχές. Γιατί; Χωρίς να κάνω έρευνα, υποθέτω πολύ βάσιμα ότι ο πατέρας ήταν κομμουνιστής αντάρτης που είχε καταφύγει στο βουνό και πολεμούσε στον εμφύλιο. Στίγμα λοιπόν και απομόνωση από τα παιδικά ήδη χρόνια. Και ο θυμός μαζί με την απόγνωση αρχίζουν να φουντώνουν. Εδώ ο Σ. χρησιμοποιεί μια εικόνα που περιγράφει ανάγλυφα ένα πολύ επικίνδυνο συναίσθημα. Σκεφτείτε, είναι σαν να μας λέει, έναν άνθρωπο που βρέθηκε άθελά του ανάμεσα σε αστυνομικές δυνάμεις και σε διαδηλωτές και τότε θα καταλάβετε την ασφυκτική αδυναμία που ένιωθε ο Ν. από μικρός.
Το χωριό λοιπόν δεν τον χωρά. Παίρνει τη μιζέρια του, το κενό της ζωής του, την «τρύπα» του, την σηκώνει έτσι κυκλική που είναι και την κάνει ρόδα που τον φέρνει μέχρι την Αθήνα και ακόμα «πιο μακριά»: μέχρι τους κύκλους της παρανομίας. Γίνεται ένας φτωχοδιάβολος που βρίσκει έναν δικό του μικρόκοσμο όπου νιώθει «κάποιος», πέρα και έξω από την υποχρέωση να δίνει λόγο στους υποκριτές «νοικοκυραίους» και στην αστυνομία.


Νίκο, αγγίζω το στοιχειό σας
Νίκο, μες τον υπόκοσμο της γλώσσας


Εδώ έχουμε και την πρώτη αποστροφή του Σ. προς τον ίδιο το Νίκο. Από εδώ και πέρα, ανά τέσσερις στροφές θα του απευθύνει το λόγο σε μια προσπάθειά του να συνομιλήσει μαζί του, να τον κατανοήσει (επαναλαμβάνω: όχι να τον δικαιολογήσει). Η αίσθησή μου είναι ότι εδώ εννοείται η αργκό του υποκόσμου ως δείγμα του άλλου κόσμου στον οποίο ανήκουν οι παράνομοι.
Οι οποίοι να μεν ζουν σε έναν άλλο κόσμο, αλλά πάντα μέχρι να προσγειωθούν στην σκληρή πραγματικότητα. Ο Ν. τελικά συλλαμβάνεται, καταδικάζεται για κλοπή και τρώει έξι χρόνια. Στη στροφή αυτή ο Σ. μας επιφυλάσσει μια από τις ωραιότερες εικόνες που έχει πλάσει ποτέ: ο Ν. αποστασιοποιείται από την τρέλα του (την παρανομία; τις αυτοκαταστροφικές του τάσεις; Την αίσθηση της ασφυξίας;) όχι γιατί φοβάται μήπως η τρέλα του τον βλάψει αλλά γιατί θέλει να προφυλάξει την τρέλα του, να την κρατήσει ασφαλή και αλώβητη σαν κάτι πολύτιμο, που τον κρατάει ζωντανό (αλήθεια, πέρα από το Ν. πόσοι δεν έχουμε νιώσει κάτι παρόμοιο;). Ετοιμάζεται να φτιάξει μάλιστα και τη ζωή του, όμως για το Κράτος είναι η κατάλληλη ευκαιρία: ευάλωτος, από αριστερή οικογένεια, με λερωμένο το ποινικό μητρώο και οικονομικά προβλήματα, είναι το ιδανικό άτομο για να γίνει πληροφοριοδότης της Αστυνομίας, «καρφί» αν θέλετε. Κι αυτός αρνείται!
Κάτι τέτοιο δεν περνά έτσι για το βαθύ Κράτος της εποχής εκείνης. Ο Σ. μας δίνει με τη φράση «η βαθιά λύσσα των υπογείων τους» μια αξιοθαύμαστα πυκνή περιγραφή της βίας, της αυταρχικότητας και της μυστικότητας με τις οποίες λειτουργούσαν τότε οι μηχανισμοί –κρατικοί και παρακρατικοί. Δεν τους ξεφεύγει ούτε στην επαρχία όπου τρώει της χρονιάς του και σαν να μην τους φτάνει αυτό βάζουν το χεράκι τους για να μη γίνει και ο επικείμενος γάμος του. Ο Ν. πλέον φαίνεται ότι είναι ορκισμένος εχθρός του Κράτους και ιδιαίτερα των ένστολων εκπροσώπων του και αντιστρόφως.
Και τι ήταν αυτό που τον κράταγε ζωντανό; Τι τον ανέβαζε πλέον; Να πηγαίνει σε αμφιβόλου φήμης ξενυχτάδικα και να βλέπει το αδερφάκι του το Δήμο να χορεύει μόνο του στην πίστα, το ζεϊμπέκικο που είχαν παραγγείλει. Νόμος άγραφος στους χώρους αυτούς η «παραγγελιά» να χορεύεται μόνο από αυτόν που τη ζήτησε. Όποιος τον παρέβαινε, πήγαινε γυρεύοντας καβγάδες…«Ν' ακούω,» έλεγε, «τα λόγια, την φωνή, και τ' αδελφάκι μου υψωμένο να το κοιτάω στον χορό του μοναχό, και κάτι να παθαίνω». Σα να τον βλέπω μπρος μου να παθαίνει αυτό το κάτι ακούγοντας σπουδαία ζεϊμπέκικα από αδιάφορες ίσως φωνές και βλέποντας ταυτόχρονα τον αδερφό του να χορεύει…
Μέχρι εδώ το τραγούδι μας έχτισε το προφίλ του Νίκου. Ποιος ήταν, τι έκανε, πώς έγινε αυτός που ήταν. Ένας άνθρωπος στα όρια, ένας άνθρωπος που «λίγο θέλει.» Μια ζωή που δείχνει να προετοιμάζει το κακό που τελικά θα συμβεί. Και όλα αυτά με συντομία, ευθύτητα και αμεσότητα. Μουσική υπόκρουση μόνο μια κιθάρα αρχικά που σιγά-σιγά συνοδεύεται και από τα άλλα όργανα –όχι ακόμα όμως από το μπουζούκι, που πρωτοεμφανίζεται εδώ, πριν από τη σκηνή του δράματος για να μας εισάγει στο κλίμα ενός σκυλάδικου κάποιο Σαββατόβραδο με το κέφι να έχει ανάψει και τα σπασμένα πιάτα να έχουν γεμίσει την πίστα (σε όποιους αρέσει το μπουζούκι και δεν έχουν ακούσει τον Πολυκανδριώτη στο τραγούδι αυτό έχω να πω ότι χάνουν μερικά από τα ωραιότερα σόλο μπουζουκιού σε ελληνικό τραγούδι).


Νίκο, σκυλάδικο Σαββάτο
Νίκο, σπασίματα γεμάτο


Τέσσερις στροφές. Τέσσερις στροφές αρκούν για να αποδοθεί όλη η ένταση και η φρίκη ενός από τα πιο σοκαριστικά εγκλήματα της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Τα αδέρφια παραγγέλλουν τραγούδι (σημ: τις «Βεργούλες»). Ο Δήμος σηκώνεται να χορέψει, αλλά η πίστα δεν έχει αδειάσει από τους άλλους θαμώνες. Φωνάζει (ο Νίκος; Ο Δήμος;) «Παραγγελιά!» γιατί νιώθει το «κακό» να έρχεται γοργά (τι μεταφορά! «με δρασκελιές να πλησιάζει») και η πίστα αδειάζει. Όχι τελείως όμως…Δύο αστυνομικοί που ξέρουν τα αδέρφια εξακολουθούν να χορεύουν επιδεικτικά στην πίστα αγνοώντας τους. Ο Δήμος τους σπρώχνει και τους ζητά το κομμάτι του. Εκείνοι τον ρίχνουν κάτω και τον σέρνουν στα σπασμένα πιάτα. Αυτό ήταν. Ο Νίκος θολώνει. Όλη τους η ζωή περνάει μπρος του και η τρέλα του χάνει κάθε λογικό αποκούμπι εκείνη τη στιγμή.
Η στροφή «Έξω απ’ την τρέλα…» είναι συγκλονιστική. Ο Ν. μανιάζει γιατί δεν του απομένει να κάνει τίποτα άλλο. Η φρίκη είναι εδώ. Ο εχέφρων άνθρωπος εξαφανίζεται. Ο δημιουργός μόλις που μπορεί να ψελλίσει την αδυναμία του να περιγράψει αυτό που συνέβη στα έγκατα της ψυχής του φονιά. Έξω από την τέχνη δεν έχει κάτι να πιαστεί και το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να χρησιμοποιήσει εικόνες που φέρνουν ίλιγγο, πνευματικό και συναισθηματικό: « προβολέα των σκοταδιών του», «φρικαλέα ατραξιόν», «χώρο του αοράτου.»
Και το φονικό αρχίζει. Ο Ν. τραβά το σουγιά και βαρά όπου να ‘ναι, στο ψαχνό. Χτυπά και ξαναχτυπά τυφλωμένος. Τρεις νεκροί, έξι τραυματίες…Το κέντρο μετατρέπεται σε σφαγείο και φεύγοντας ο μακελάρης θυμάται να (παρα-) μιλήσει με μια απίστευτη τρυφεράδα στον αδερφό του: «Εσένα δε θα σε πειράξουν».
Η περιγραφή του φονικού τοποθετείται ακριβώς στο κέντρο του τραγουδιού, τόσο σε επίπεδο μορφής, αφού προηγείται και έπεται ο ίδιος αριθμός στροφών και στίχων, όσο, κυρίως, σε επίπεδο σημασίας, αφού είναι το κομβικό σημείο στη ζωή του Ν. Σε αυτό οδηγούσε όλη του η ζωή ως τότε και αυτό είναι η αφετηρία για την οριστική και αμετάκλητη αλλαγή της.


Νίκο, σόι αλλοπαρμένο
Νίκο, τι έχεις καμωμένο;


«Τι έχεις καμωμένο;» τον ρωτάμε και εκείνος, καθώς συνέρχεται σιγά σιγά, φαίνεται να συνειδητοποιεί τι έχει κάνει. Αφαίρεσε ζωές και πρέπει να πληρώσει με το ίδιο νόμισμα· αυτό του υπαγορεύει ο δικός του ιδιότυπος κώδικας τιμής. Ξέρει όμως τι τον περιμένει αν πέσει στα χέρια της αστυνομίας και αποφασίζει να «φύγει» όπως θέλει ο ίδιος. Σκέφτεται να ανοιχτεί στη θάλασσα και να τον πνίξουν τα κύματα. Τελικά το σχέδιό του δεν πραγματοποιείται γιατί το ανθρωποκυνηγητό της αστυνομίας τον εντοπίζει. Οι αστυνομικοί τον περικυκλώνουν και ο Ν. βγάζει το μαχαίρι του. Κρατώντας όπλο οι αστυνομικοί μπορούν να τον πυροβολήσουν και να τελειώσει εκεί η ιστορία. Αυτό αποζητά το κυνηγημένο αγρίμι και απ’ αυτό γραπώνεται πλέον η λογική του. Προσέξτε τη φράση: «κρεμόταν η ζωή του από ένα νήμα που δε θα ‘δινε σ’ αυτούς.» Μην είναι τάχα αυτό ακριβώς που αποζητούσε ο Ν. από τα παιδικά του χρόνια; Να πάρει επιτέλους ο ίδιος τον έλεγχο της ζωής του που βρισκόταν πάντα στα χέρια ή στα πόδια ή στα στόματα των άλλων; Ή τουλάχιστον, αφού δε μπόρεσε να ελέγξει τη ζωή του, να κρατήσει ο ίδιος το ψαλίδι που θα κόψει το νήμα της;
Η τραγωδία όμως έχει παιχτεί νωρίτερα εκείνη τη νύχτα και πλέον έχει αποχωρήσει αφήνοντας τη θέση της στην παρωδία. Ο Ν. δεν πέφτει σαν «άντρας», όπως θα όριζε την έννοια εκείνος, αλλά σέρνεται σαν πληγωμένο σκυλί, καθώς οι αστυνομικοί κάνοντας μια φορά –γιατί ειδικά αυτή τη φορά;- αυτό που ακριβώς προβλέπεται στις περιπτώσεις αυτές τον πυροβολούν στα πόδια και ένας ταβερνιάρης έρχεται να ολοκληρώσει τη δουλειά τους για να πέσει επιτέλους στα χέρια τους ο φονιάς.
Η δίκη του αρχίζει σύντομα και όπως είναι επόμενο στα μάτια του κόσμου με τη βοήθεια των εφημερίδων ο Ν. παρουσιάζεται σαν ένα «αιμοβόρο κτήνος», μα δεν είναι μόνο αυτοί που τον στέλνουν δια μιας στα Τάρταρα. Το ίδιο εύκολα τον «καταδικάζουν» και πολλοί προοδευτικοί διανοούμενοι και καλλιτέχνες που δεν μπορούν να καταλάβουν, που δεν μπορούν να τον εντάξουν πουθενά. Βλέπουν και αυτοί -παρά τον «προοδευτισμό» τους- με έναν συγκεκριμένο τρόπο τον κόσμο και την κοινωνία και σε αυτή την οπτική δε χωράνε άνθρωποι σαν το Ν. -πολύ περισσότερο μάλιστα όταν κάνουν πράγματα σαν το έγκλημά του. Το ανεξήγητο, το ανένταχτο, το ξένο πάντα βιώνεται ως απειλή από τον οποιονδήποτε. Τι να καταλάβουν οι φτωχοί…
Ρώτησαν και λαϊκούς τραγουδιστές μια και το φονικό είχε γίνει σε λαϊκό κέντρο, αλλά κι αυτοί τον καταδικάζουν μετά βδελυγμίας. Φυσικό είναι· το λαϊκό τραγούδι δεν πρέπει να συνδεθεί ούτε για μια στιγμή με έναν άνθρωπο που έφτασε στα άκρα τους κώδικες αυτής της κουλτούρας, αυτού του χώρου. Υπάρχει ένα άγχος να μην συνδεθεί το λαϊκό τραγούδι με τέτοιου είδους συμπεριφορές. Μονάχα ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, λαϊκός τραγουδιστής με αριστερό παρελθόν, υποψιασμένος και περισσότερο γνώστης των καταστάσεων ή ίσως αντιδρώντας ενστικτωδώς, δε δέχεται να συμπράξει μαζί τους και λέει στο δημοσιογράφο που τον ρωτά: «Πού να σου εξηγώ…», αφήνοντας ανείπωτη και μετέωρη τη φράση που συνήθως ακολουθεί: «Σάμπως θα καταλάβεις;»
Για μάρτυρες υπεράσπισης ούτε λόγος βέβαια… Το αφεντικό και η νοικοκυρά του απλά μιλούν μπας και ελαφρύνουν τη θέση του, προφανώς αναφέροντας θετικές πλευρές του χαρακτήρα και της συμπεριφοράς του, ενώ οι δικηγόροι παίζουν το χαρτί της «ψυχικής ανωμαλίας», της τρέλας, της μανίας. Μάταια όμως…


Νίκο, χωριό συσκοτισμένο
Νίκο, ποιοι σ' έχουν κυκλωμένο;


«Πρέπει να πεθάνω!» Μα τι συμβαίνει; Το αναίσθητο κτήνος ζητά την τιμωρία του; Όχι, το παιχνίδι δεν παίζεται έτσι! Πρέπει να παραμείνει μέχρι το τέλος πωρωμένος και να εκλιπαρεί για επιείκεια… Η δήλωσή του είναι τόσο εξωπραγματική που περνά έτσι, χωρίς να της δώσει κανείς σημασία. «Υπερασπιστικά τεχνάσματα!» «Φτηνοί συναισθηματικοί εκβιασμοί!»… Ο Ν. το πιστεύει όμως. Το μόνο που θέλει –συγχωρείστε τον για την αδυναμία του- είναι να διηγηθεί τη ζωή του, να δείξει πώς έφτασε ως εδώ, ως τη στιγμή που ζητά το θάνατό του. Του κάκου… Είναι σα να μιλά σε κουφούς. Δε ζητά αθώωση, ζητά δικαιοσύνη, αλλά η τυφλή Θέμιδα έχει πάρει φαίνεται το μπαστούνι της και παραπαίει τρεκλίζοντας έξω από το δικαστικό μέγαρο. [Οι φράσεις στις αγκύλες δεν ακούγονται στο τραγούδι, αφού η λογοκρισία της εποχής ζήτησε την αφαίρεσή τους… είπαμε, ελευθερία έκφρασης, αλλά όχι και να λέμε ό,τι θέλουμε για τη δικαιοσύνη και τους λειτουργούς της! Στη θέση τους στο τραγούδι υπάρχουν κάποιοι ήχοι σαν κι αυτούς που ακούγονται όταν βάζουμε να παίξει πολύ γρήγορα ένα ηχητικό απόσπασμα. Αν κάποιος γυρίσει ανάποδα το βινύλιο ή έστω παίξει με κάποιο πρόγραμμα ανάποδα το σημείο αυτό στον Η/Υ, θα ακούσει τις φράσεις που κόπηκαν, καθώς και αποσπάσματα από κάτι που μοιάζει με παιδικό παραμύθι με φράσεις όπως «Βρισκόμαστε στη Φαρμακοχώρα κι εγώ είμαι η Ασπιρίνη, ίσως να με έχετε ακουστά», και επίσης φράσεις από τηλεοπτικά ή ραδιοφωνικά προγράμματα και διαφημίσεις].
Η καταδίκη είναι αυτονόητη και δεν αναφέρεται καν (εξάλλου όλοι ξέρουν την απόφαση).Ο Ν. λοιπόν κλείνεται στη φυλακή. Στέλνει γράμματα και αυτό που φαίνεται είναι ότι η «φυλακή» που ήταν μέχρι τότε ολόκληρη η ζωή του έχει απλά αποκτήσει και τέσσερις τοίχους.

Στο σημείο αυτό τελειώνει η αφήγηση της ιστορίας του Ν. Ο Σαββόπουλος όμως δε μένει εκεί. Θέλει να σχολιάσει και ο ίδιος άμεσα ό,τι συνέβη και τότε το τραγούδι απογειώνεται. Όλα τα όργανα μπαίνουν δυναμικά στο παιχνίδι, η ένταση ανεβαίνει και ο λόγος του γίνεται λυρικός αγγίζοντας πλέον την ποίηση. Οι λέξεις και οι φράσεις ανεβοκατεβαίνουν σα σφυριά, η μια μετά την άλλη, στο ρυθμό του ζεϊμπέκικου, προσπαθώντας να εντυπωθούν μέσα μας τόσο με τον ήχο τους όσο και με το σημασιολογικό φορτίο που μεταφέρουν. Κάθε φράση είναι συγκλονιστική, κάθε στίχος κόβει την ανάσα. Ακούστε τις τελευταίες στροφές του τραγουδιού ή διαβάστε τις δυνατά και προσέξτε το ηχητικό αποτέλεσμα. Το τραγούδι σταδιακά απογειώνεται για να φτάσει τελικά στον ουρανό της μουσικής –όχι μόνο του Νίκου αλλά σε εκείνον τον κόσμο που οι λέξεις μοιάζουν με πυροβολισμούς και οι νότες με κανονιές, σε έναν κόσμο που όλοι είμαστε επιτέλους ελεύθεροι:


Νίκο, ποτέ δεν θα 'ναι έτσι.
Νίκο, είν' η αρρώστια που μας σώζει
καθώς σε φέρνει πιο μακριά κι απ' το κελί σου,
Νίκο, στον ουρανό της μουσικής σου.


……………………………………………………………………………………………………………..

Έγραψα πολλά και φορτίστηκα και πάλι όπως πριν 11 χρόνια όταν πρωτοάκουγα το τραγούδι αυτό. Ίσως είπα πολλά, ίσως παρέλειψα άλλα, ελπίζω όμως να μετέδωσα έστω και λίγα από τα όσα νιώθω κάθε φορά που το ακούω και πάλι. Αντί επιλόγου, επειδή κάποιοι μπορεί να αντιδράσουν ή να παρανοήσουν, θα ήθελα να θυμηθώ κάτι ιδιαίτερα ταιριαστό με την περίσταση που είπε ένας από τους μεγαλύτερους και πιο παρεξηγημένους φιλοσόφους, ο Μπαρούχ Σπινόζα: «αντί να περιγελάσω, να οικτίρω ή να καταραστώ της ανθρώπινες πράξεις μερίμνησα με ιδιαίτερη φροντίδα να τις κατανοήσω».



Ευχαριστώ όσους είχαν το κουράγιο να φτάσουν μέχρι εδώ και δεν έπεσαν από εξάντληση ήδη :-Ρ . Ιδιαίτερες ευχαριστίες στον καλό μου φίλο τον Αποστόλη από τα Γρεβενά (Mythos) που συζήτησε μαζί μου διάφορα σημεία του τραγουδιού και μου έστειλε αποκρυπτογραφημένο το ηχητικό απόσπασμα από το λογοκριμένο κομμάτι.

gazakas
Σχόλια (36)


Για να στείλετε σχόλιο πρέπει να είστε μέλος του MusicHeaven. Παρακαλούμε εγγραφείτε ή συνδεθείτε

semplice
15.11.2006, ώρα 05:17:28
Πέντε το πρωί μόλις τα διάβασα ..δεν μπορώ να ηρεμήσω γιατί ανατρίχιασα πολλές φορές ..και αυτό γιατι δεν υπάρχει κάτι τραβηγμένο στην ιστορία σου.Ειναι ατόφια όλα. Τα' ζησα όπως τα γραψες.Και έχει περίσσευμα ανθρωπιάς αυτό που έκανες.Μπράβο σου.Εγω είμαι, ναι που αρπαζόμαστε για την Σέρβους και τον Σαντάμ.Ο "εξωγήινος".
lemonc
15.11.2006, ώρα 10:18:26
Πολύ καλή ανάλυση ενός καταπληκτικού έργου του Σαββόπουλου! Το μακρύ ζειμπέκικο που εκτός απ'την ιστορία του Νίκου Κοεμτζή είναι και η ιστορία πολλών ανθρώπων της γενιάς του με παρόμοιες καταβολές.Ήθελα να πω πως ο Κοεμτζής σήμερα πουλάει βιβλία με την αυτοβιογραφία του,κυρίως στο Μοναστηράκι,και πολύ συχνά διηγείται πολύ ενδιαφέρουσες ιστορίες.
vasiloukos
15.11.2006, ώρα 10:26:27
''Νίκο, ποτέ δεν θα 'ναι έτσι.
Νίκο, είν' η αρρώστια που μας σώζει
καθώς σε φέρνει πιο μακριά κι απ' το κελί σου,
Νίκο, στον ουρανό της μουσικής σου...''

Και επίσης:

''Εσύ όμως λέει δε θα σαι απ' αυτούς
θα σηκωθείς και θα χορέψεις παραγγελλιά Βεργούλες και με δείρανε
Κι όταν έρθουν να σου πουν τόπος και χρόνος για τέτοια πράματα
τράβηξε τη φαλτσέτα και θέρησε!!"

Κι ακόμα:

''Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο
που ξεπουλάν τη φάρα της
χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεϊμπέκικο
κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι
Η ΜΟΝΑΞΙΑ,
Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΑΣ ΛΕΩ,
ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΛΕΩ,
ΕΙΝΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ
ΠΟΥ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ ΣΑΣ
ΓΥΡΙΖΕΙ ΓΥΡΙΖΕΙ ΓΥΡΙΖΕΙ ΓΥΡΙΖΕΙ ΓΥΡΙΖΕΙ ΓΥΡΙΖΕΙ ΓΥΡΙΖΕΙ ΓΥΡΙΖΕΙ…''

[Κατερίνα Γώγου]

Κι ένας Κομετζής για επίλογο:

''Όταν ήμουν στην απομόνωση, στο κελί του μελλοθανάτου, έκανα πολλές φορές την ερώτηση αυτή στον εαυτό μου, αν πράγματι είμαι παράνομος και κακοποιός. Και είδα ότι, όσες φορές έκανα την παρανομία, μου το επιβάλανε να το κάνω οι συνθήκες της ζωής. Γιατί κ α κ ό ς γίνομαι μόνο όταν με ενοχλήσουν οι άλλοι και πάντα αμύνομαι σαν το άγριο ζώο. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με κυριεύει όταν τύχει και νιώθω ότι με αδικούν. Γίνομαι τρομερά νευρικός και νιώθω το πρόσωπό μου να μουδιάζει ολάκερο, σαν να μην είναι δικό μου. Επίσης τα μάτια μου τα νιώθω σαν να πετάνε διακεκομμένες φωτιές. Εκείνη τη στιγμή, αν μου αντισταθείς, κινδυνεύεις να σου επιτεθώ. Αν μου πεις ένα συγνώμη ή μια γλυκιά κουβέντα και την πάς πάσο, με αφοπλίζεις αμέσως από αυτό το κακό διαμόνιο που με κυριεύει, και απάνω σ' ένα λεπτό της ώρας τα ξεχνάω όλα και γίνομαι πολύ φυσιολογικός άνθρωπος. Δεν ξέρω να το εξηγήσω πού οφείλεται αυτό. Πώς γίνεται απότομα να μου ανεβαίνουν τα νεύρα και απότομα να μου κατεβαίνουν, μόλις δεν βλέπω αντίδραση στον αντίπαλό μου. Ευτυχώς που το χω αντιληφθεί αυτό το κακό διαμόνιο - μόλις δω να τεντώνουν τα νεύρα μου και αρχίσει να μουδιάζει το πρόσωπό μου, κάνω μεταβολή και φεύγω σαν κανένα κυνηγημένο ζώο, και κλείνομαι μόνος μου και μέχρι να ηρεμήσω...''

Συγχαρητήρια για το άρθρο!
rapsodos
15.11.2006, ώρα 11:44:11
Υπέροχο !!!!!!!!!
XeniaRodo
15.11.2006, ώρα 12:21:08
Έχω συναντήσει πολλές φορές έναν άνθρωπο στο Mοναστηράκι-Θησείο να πουλάει βιβλία. Mου είχαν πει ότι απλά κάποια στιγμή είχε μπει φυλακή. Δεν ήξερα όμως την ιστορία του. Έχει διαβάσει κανείς το βιβλίο;
Συγχαρητήρια για το άρθρο... και ευχαριστούμε πολύ.
movflower
15.11.2006, ώρα 12:23:02
gazakas, υπέροχο άρθρο.
δεν έχω ποτέ ακούσει το συγεγκριμένο τραγούδκι και η όλη ιστορία μου ήταν παντελώς άγνωστη. συγκινήθηκα.
δεν είναι υπέροχο όταν ένας τραγουδοποιός δίνει τόσο χρόνο και αγάπη για να φτιάξει ένα μικρό έργο για την ζωή κάποιου απλού ανθρώπου;

άρχισα ήδη το ψάξιμο για να ακούσω και το αναφερόμενο Ζεϊμπέκικο.

Σ' ευχαριστώ.
Lansetris
15.11.2006, ώρα 14:15:01
Μεγάλε Αντώνη, αυτή ήταν ανάλυση για σεμινάριο!!! Η "μεγάλη ανατριχίλα"...συγκλονιστικό κείμενο για ένα κορυφαίο τραγούδι. Μπράβο!!!
Shakti_
15.11.2006, ώρα 17:11:30
Πάρα πολύ ωραία ανάλυση, με ευαισθησία και ιδιαίτερη φροντίδα διακρίνω. Δεν κουράζει καθόλου, κι΄άλλο τόσο να ήταν! Η γραφή εξαιρετική και ρέουσα, με σεβασμό στα γεγονότα. Συγχαρητήρια!!

gazakas
15.11.2006, ώρα 17:48:16
Παιδιά, σας ευχαριστώ όλους, "γήινους" και "εξωγήινους", σαββοπουλικούς και μη. Είχα μεγάλο άγχος και τρακ, αφού είναι η πρώτη μου δημοσίευση και μάλιστα με έκταση που κάθε άλλο παρά ελκύει τον αναγνώστη της. Αφήστε που δεν ήξερα αν θα αγγίξει το τραγούδι αυτό -άγνωστο πλέον στους περισσότερους- και κάποια άλλα μέλη εκτός από μένα. Ειλικρινά νιώθω μεγάλη συγκίνηση διαβάζοντας τα σχόλιά σας...
Stam_23
15.11.2006, ώρα 22:49:20
Απλα, ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ!!!
thank
16.11.2006, ώρα 00:26:07
Σχολια δεν χωρούν. Ευγε για την προσέγγισή σου και τον λόγο σου. Πήρες την ιστορία, τα προσωπα, την εποχή και βέβαια το κομματι, ταξίδεψες σε αυτά με σεβασμό και κρίση. Στη συνέχεια μας χάρισες την εμπειρία του ταξιδιού σου. Σπάνια βρίσκει κανείς τέτοια κείμενα Κουράστηκες γι αυτό Αντώνη. Εβαλες την ψυχή σου σε δοκιμασία. Φαίνεται. Εγώ σ' ευχαριστώ πολλαπλά. Να που οι αγωνίες που ειχες τόσο καιρό για το κείμενό σου, βρήκαν απαντήσεις.

Και ένα τελευταίο. Διάβασα την αυθόρμητη παρατήρηση της movflower (νομίζω πως ειναι αυτή, ελπίζω να μη μπέρδεψα τα νικς). Δεν το ήξερε. Και το ψάχνει τώρα. Χάρη σε σένα. Θυμήθηκα 2 συζητήσεις μας, μία ιντερνετικη και μια κανονική, ζωντανή. Που λεγαμε για το που πανε αυτά που γράφονται εδω. Ειχες και τότε αυτήν την αγωνία. Ε όταν πρόκειται για κείμενα εμπνευσμένα Αντώνη, ναι, ισως και να πιανουν τόπο. Πήρες μια απάντηση. Οσο για μενα, μία ακόμα επιβεβαίωση για το ότι αισθάνομαι τυχερός που έχω γνωρίσει εσένα και τη σκέψη σου. Μακάρι το παιδί μου να συναντάει εκπαιδευτικους με σκέψη και τρόπο σαν τα δικά σου. Ευχαριστώ και πάλι.

jorge
16.11.2006, ώρα 11:03:50
Θα 'θελα να σ' είχα δάσκαλο στα γυμνασιακά μου χρόνια Αντώνη. Και ανάμεσα στα λογοτεχνικά κείμενα του ΟΕΔΒ να μας πέταγες που και που τέτοιες εκπλήξεις. Ελπίζω να έχεις βρει τις συνθήκες στο σχολείο που εργάζεσαι, ώστε κείμενα σαν κι αυτό να βρίσκονται μέσα στο μάθημά σου. Πραγματικά συγχαρητήρια.
Kkandral
16.11.2006, ώρα 19:45:30
Το Μακρύ ΖεΙμπέκικο το άκουσα πριν 22 χρόνια και έκτοτε το ακούω συνέχεια.
Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι πόσο διαφορετικά , ανάλογα με τη κάθε εποχή και την εκάστοτε ηλικία - εμπειρία , ακούς το συγκεκριμένο τραγούδι.

Χώρια από το τετριμμένο θέμα ... έπρεπε να σκοτώσει; ... τι τον οδήγησε; ... ήταν εν βρασμώ ψυχής ; ... η κοινωνία τότε , οι πρακτικές της αστυνομίας ... Οι επιπτώσεις του Εμφυλίου ... Η Δεξιά , το παρακράτος ... η αγανάκτηση του Αριστερού... κι όλα αυτά.

Στα 20 μου , άκουγα και επικέντρωσα τη προσοχή μου στις δικτατορικές εποχές των δικαστηρίων και στις τακτικές δουλίες των δικαστών που δεν καταλαβαίνουν. Τότε που δίκαζαν με κριτίριο τα πολιτικά φρονήματα και σε μία γλώσσα τελείως ξύλινη και ακαταλαβίστικη για το λαό. Μιλάω για τη καθαρεύουσα (τη γλώσσα των δικαστηρίων) και εν γένει τις πρακτικές των εποχών εκείνων. Με λίγα λόγια την εποχή εκείνη ένας λαϊκός και δη αριστερός που δεν μιλούσε τη γλώσσα των δικαστών ... ήταν καταδικασμένος από χέρι.

(αναφέρομαι στο δικονομικό έγκλημα που συντελέστηκε τότε που δεν του αναγνωρίστηκε στο Νίκο το ελαφρυντικό του βρασμού ψυχής)



Στα 30 μου , κουρασμένος από τις πολλές αναλύσεις πάνω στην υπόθεση Κοεμτζή , είδα τελείως τυχαία την ταινία (δεν θυμάμαι τον τίτλο) που είχε την ιστορία αυτή του Κοεμτζή. Καθώς έβλεπα τα πλάνα της ταινίας ένιωθα ότι τη έχω ξαναδεί. Διότι ο Σαββόπουλος με φοβερή μαεστρία καταφέρνει μέσα σε 13 λεπτά με 90 στίχους να ξεδιπλώνει τόσες παραστάσεις στο μυαλό με εκπληκτική λεπτομέρεια. Είναι ίσως το μοναδικό μυθιστορηματικό τραγούδι που υπάρχει.

Στα 40 ένιωσα το Νίκο σα δικό μου άνθρωπο. Τον πέτυχα στη Βαρβάκειο 6 το πρωί και έτρωγε σούπα.Τον κοίταξα λίγο επίμονα γιατί ήταν ένας γλυκύτατος μεσήλικας , πράος και κουρασμένος από τη ζωή. Του κούνησα το κεφάλι , τον χαιρέτησα και φεύγοντας , του είπα :
" Θα φύγω με μια βάρκα ν' ανοιχτώ ... φουρτούνες να με πνίξουν"
xrispari
21.11.2006, ώρα 18:42:29
tha thela kai go na ekfraso ton thaymasmo mou gia to panemorfo kommati tou Sabbopoyloy kai na sugxaro ton filo gia to arthro tou... Exo na kano mia paratirisi pou isos tha kanei entiposi se osous tin diabasoun....O idios o Sabbopoulos exei paradextei poso epphreasthke apo ton Bob Dylan...An kapoios exei akousei i exei diabasei tous stixous toutragoudiou tou Bob Dylan "Joey" apo to album"Desire" tou Dylan to 1976, eimai sigouros oti tha tou kanei entiposi to poso moiazoun ta duo kommatia...I domi tou refrain(Niko...,niko-Joey....,joey),skorpoioi stixoi("O Nikos itan o prototokos ton allon legan Dimostheni"-Larry was the oldest Joey was next to last",,,{einai kai alla}),i anti metopisi tou 'kakopoiou' apo ton kallitexni, kathos kai i parousiasi twn logvn pou tous odigisan sto egklima parousiazoun polles omoiothtes...Alloste den einai tyxaio oti o diskos tou Dylan kyklogorise ligo meta ton disko toy"Nioniou"...Ayta ta anafero ws stoixeia pou kata tin gnvmi mou tha kanoun entiposi kai san kati pou ki ego an den to parathrousa tha m arese na to anaferei kapoios allos...Se kammia periptosi den thelo na meioso (poios eimai ego gia an to kano allvste??????) ton Nionio ton opoio thaumazo kai to sygkikrimeno kommati pou einai aristoyrghma kai kata thn tapeinh moy apopsi poli anotero apo ayto toy Dylan....Alloste o Sabbopoylos pairnei ksekathara thesi toso oson afora tin thesi tis dikaiosinis apenanti sto peristatiko,xoris na ksexna omos ton rolo tis texnis tou, apogeionontas etsi to kommati....Ayta...Ksana sygxarhthria gia to arthro..Perimeno sxolia...Eimai sigouros oti se pollous tha kanei entyposi...Kai an kapoios diafonei eimai prothymos na ton akouso na to dikaiologrei.....
avgi
21.11.2006, ώρα 20:55:36
Καταρχήν gazakas να σε συγχαρώ για το άρθρο σου! Αν και αρκετά μεγάλο το διάβασα με μεγάλη ευχαρίστηση..
να ρωτήσω όμως κάτι? όταν άκουσα το τραγούδι έβλεπα και τα λόγια που είχες γράψει εσύ και έχω την εντύπωση ότι στον 2ο στίχο δεν λέει σκιές αλλά στοές..
Απλά ήθελα να σου το πω! είτε λάθος σε αυτό το μικρούλικο σημείο είτε σωστό όμως και πάλι συγχαρητηρια, το απόλαυσα πάρα πολυ:)
petros200
21.11.2006, ώρα 21:19:04
gazakas
thelo kai ego na se sygxaro gia to arthro sou. entuposiastika alla dustixos den akousa akoma toulaxiston to tragoudi.
kai pali sygxartiria
Cily
29.11.2006, ώρα 22:08:33
Μετά απο αυτήν την ανάγνωση σίγουρα θα παω να διαβάσω το βιβλίο του Κοεμτζη που μου έφεραν και δυστυχώς, ντρέπομαι που το λέω .....το περιφρονούσα.
louvainlln
31.01.2007, ώρα 01:06:59
Παιδιά για να έχετε μια ολοκληρωμένη εικόνα, μετά απο αυτό το πολύ ωραίο post, δείτε την ταινία "η Παραγγελιά", που αναφέρεται ακριβώς σε αυτό το περιστατικό, με τον Αντώνη Αντωνίου στο ρόλο του Ν.Κοεμτζή και την αξέχαστη Κατερίνα Γώγου στο ρόλο της αφηγήτριας!Αξίζει πραγματικά...


Σχόλια από άλλες δημοσιεύσεις



πρόσφατες δημοσιεύσεις

Φταίνε Τα Τραγούδια

ΓΙΝΕ ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ

Το e-Περιοδικό του MusicHeaven αποτελείται από δημοσιεύσεις που στέλνουν εθελοντικά τα μέλη της μουσικής μας κοινότητας. Ως εκ τούτου, πρόκειται για ένα ανεξάρτητο, πολυφωνικό και υγιές μουσικό ηλεκτρονικό περιοδικό, που προσπαθεί να ασχοληθεί με όσα δε μας προσφέρουν τα σύγχρονα media.

Αν θέλετε να προσφέρετε κι εσείς στην προσπάθεια, στείλτε μια δημοσίευση.

Έχετε απορίες; Ελάτε στις Συχνές Ερωτήσεις

έγραψαν ιστορία
Μικρή πατρίδα
του μέλους ageras
Ace Of Spades - Motorhead
του μέλους CHE
αξιολόγηση άρθρου


Για να αξιολογήσετε τη δημοσίευση πρέπει να είστε μέλος του MusicHeaven.
Μπορείτε να εγγραφείτε ή να συνδεθείτε

τελευταία σχόλια
σε άλλα άρθρα