αρχική σελίδα MusicHeaven κεντρική σελίδα του blog περισσότερα Blogs

Home
ΜΟΥΣΙΚΗ, ΤΕΧΝΕΣ, ΛΟΓΟΣ
Η ΜΟΥΣΙΚΗ, ΟΙ ΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΕΞΥΨΩΝΟΥΝ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ.
28 Μαρτίου 2009, 17:29
Ένας τρελός "Στρατηγός"


 

 

      

       Ο Νίκος Ζερτέας ήταν ένας υποσμηναγός της αεροπορίας, από αυτούς που οι γνωρίζοντες αυτά που συμβαίνουν στο στρατό, λένε πως έγινε αξιωματικός από «τρίτο νούμερο αρβυλοφύλακας».

Ήταν όπως όλοι αυτοί αγράμματος, αλλά και άξεστος και σκληρός. Είχε ένα βλέμμα αετίσιο και ήταν πολύ εκδικητικός, πράγμα που έκανε τα φτωχά σμηνιτάκια να μην τον συμπαθούν καθόλου. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος. Και μάλλον δεν ήταν και τόσο καλά στα μυαλά του. Γιατί πως αλλιώς εξηγείται που τους είχε κάνει το βίο τους αβίωτο; Ήταν ένας τύπος που συνεχώς ήθελε να επιδεικνύει το αξίωμά του στους ανυπεράσπιστους σμηνίτες.Εκείνοι μόλις τον έβλεπαν από μακριά εξαφανιζόντουσαν, γιατί την κράτηση την είχε πάντα στο στόμα του, συνήθως για το τίποτα. Άδικα έπαιρνε το μισθό του. Με το μυστηριώδες βάδισμά του που έμοιαζε με κουτσό, έχοντας το καπέλο του στραβά, όχι από μαγκιά αλλά από αδιαφορία, όργωνε σπιθαμή προς σπιθαμή το στρατόπεδο ψάχνοντας για παραβάτες, παντός είδους παραβάτες. Από αυτόν που τον στραβοκοίταξε, μέχρι αυτόν που πηδούσε τα συρματοπλέγματα παίρνοντας άδεια από τη σημαία-αλλά αλλοίμονο- δεν μπορούσε να τον πιάσει. Αν γνώριζε ποιος ήταν την άλλη μέρα τον έβγαζε αναφορά και έπεφτε η «λυπητερή».

Δέκα μέρες φυλακή ήταν το ψωμοτύρι του. Για ότι και αν έκανε κανείς. Δεν υπήρχε ενδιάμεση τιμή.Είχε και μια ειδική ποινή, αλλά αυτή την είχε για αστεία πράγματα. Την κράτηση. Συνήθως έξι μέρες.

Ο Στέλιος Τερτίπης ήταν ένα επαρχιωτόπουλο αδύνατο σαν μίσχος. Είχε πάει εθελοντής στην αεροπορία μόλις έπιασε τα δεκαοχτώ του χρόνια. Ήταν ένα καλό όμορφο παλικαράκι, πολύ ήσυχο, με ένα βλέμμα μελαγχολικό που έκρυβε τη σπίθα της δημιουργίας.Είχε μεγάλο ταλέντο στο τραγούδι και τη μουσική. Έφτιαχνε μάλιστα και τραγούδια ρομαντικά. Ήταν γραμμένος και στο ωδείο που απείχε δυο-τρία χιλιόμετρα από τη μονάδα.

Πήγε εθελοντής στην αεροπορία γιατί ο πατέρας του αρρώστησε βαριά και η οικογένεια δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στις οικονομικές υποχρεώσεις. Έτσι βρήκε πολύ σωστή την πρόταση του μεγαλύτερου αδελφού του Μανώλη να πάει στην αεροπορία ως εθελοντής να κάνει τη θητεία του, και μετά αδέσμευτος από τέτοιες υποχρεώσεις να προσπαθήσει να ορθοποδήσει στη ζωή. Ε, θα γινόταν και ο πατέρας εν το μεταξύ καλά και τα πράγματα θα ήταν πιο εύκολα.Συμφώνησε σε αυτό λοιπόν και έτσι βρέθηκε στην αεροπορία. Πήγε πρώτα στον Άραξο στο κέντρο εκπαίδευσης ,μετά στη Θεσσαλονίκη και μετά κατέβηκε στην Αθήνα στις αποθήκες υλικού της αεροπορίας.          Μια μέρα βγήκε αναφορά στο διοικητή του:

-Σμηνίτης βοηθός υλικονόμος Τερτίπης Στυλιανός. Κύριε διοικητά αιτούμαι την άδειά σας να μπορώ να έχω στη μονάδα την κιθάρα μου διότι είμαι σπουδαστής στο ωδείο, και να μπορώ να μελετώ σε ώρες που δεν θα είμαι υπηρεσία. 

-Α μπράβο παιδί μου. Μαθαίνεις μουσική ε; Τι θα γίνεις καλλιτέχνης; ή έτσι για χόμπι τη μαθαίνεις;

-Πρώτα ο Θεός κύριε Διοικητά, και με μεγάλη προσπάθεια ελπίζω να τα καταφέρω να γίνω καλλιτέχνης. Είναι το όνειρό μου.

-Ο δάσκαλός μου λέει πως έχω ταλέντο. Θα προσπαθήσω με όλη μου τη δύναμη.

-Εντάξει παιδί μου, έχεις την έγκρισή μου να μπορείς να έχεις την κιθάρα σου στη μονάδα, αλλά πρόσεχε, να είσαι συνεπής στις υποχρεώσεις σου.  Πήγαινε τώρα.

Ο παραλογισμός του στρατού στο φόρτε του. Να ζητάς άδεια για να έχεις μια κιθάρα στη μονάδα για να διαβάζεις. Λες και ζήταγε να φέρει βόμβα. Δύσκολες εποχές για τους στρατευμένους.

Να όμως που σε αυτή την απόφαση του διοικητή αντιδρούσε με τον τρόπο του ο Ζερτέας, που άρχισε το πρέσιγκ στον αδύναμο να αντιδράσει σμηνίτη Τερτίπη.Ούτε που σκεφτόταν το γαϊδούρι το πόσο μόνος ήταν, που δεν είχε ούτε ένα συγγενή στη μεγάλη πολιτεία να πάει να πει μια κουβέντα, να πιει ένα καφέ.Που να ήξερε τι αξία είχαν οι δυο-τρεις ώρες που πήγαινε στο ωδείο.

Ο Στέλιος πήγαινε στο ωδείο κάθε Τρίτη-Παρασκευή αν δεν ήταν υπηρεσία ή το επέτρεπε ο Ζερτέας. Με μεγάλη ανυπομονησία περίμενε τις μέρες αυτές. Πήγαινε στις τέσσερις το απόγευμα και πως νάταν τρόπος να έφευγε στις ένδεκα. Είχε και ωραία κορίτσια εκεί και φλέρταρε μαζί τους. Ήταν όμορφος καλός και σεμνός, χειριζόταν πολύ καλά τη γλώσσα και άρχισε σιγά-σιγά να έχει και «θαυμάστριες».

Ξαφνικά μια μέρα ο δάσκαλός του. του είπε:

-Στέλιο αποφάσισα να σε βγάλω στο τραγούδι. Θα αρχίσουμε από τα νοσοκομεία όπου όπως ξέρεις πάμε και κάνουμε παρέα στους ασθενείς. Θέλεις να έρθεις;

-Και βέβαια δάσκαλε θα έρθω. Μου κάνεις μεγάλη τιμή που με προσκαλείς. Πότε θα πάμε;

-Την άλλη Τετάρτη Στέλιο. Θα πάμε αυτή τη φορά στο Λοιμωδών. Ξέρεις εκεί που είναι πολλοί γιατρεμένοι λεπροί.

Του το τόνισε αυτό για τον προκαταλάβει και για να μην φοβηθεί πως θα κολλήσει λέπρα και δεν πάει.   

-Να δεις αγάπη που μας έχουν οι δύστυχοι, συνέχισε. Δεν περιγράφεται. Αισθάνονται βλέπεις εγκαταλειμμένοι και επιζητούν να τους επισκέπτονται οι συνάνθρωποί τους. Μη φοβάσαι, δεν υπάρχει θέμα μετάδοσης της ασθένειάς τους γιατί έχουν γιατρευτεί πλήρως και είναι πλέον ακίνδυνοι, του είπε με στόμφο. Θα έρθεις ε; 

-Μη το συζητάς δάσκαλε...και να ξέρεις θα σου χρωστώ χάρη. Μόνο να δω πως θα καταφέρω να πάρω άδεια γιατί ο Ζερτέας ο διοικητής μου με έχει στη «μπούκα». 

-Θα βρω εγώ την άκρη ότι και να γίνει. Την Τρίτη θα σε πάρω τηλέφωνο να σου πω το οριστικό ναι. Πάντως εγώ θέλω να έρθω και έχω μεγάλη επιθυμία να γίνει αυτό.    

-Εντάξει Στέλιο πάμε στο μάθημά μας τώρα.

Ο Ζερτέας τον Τερτίπη τον είχε στη μονάδα υπό συνεχή παρακολούθηση. Δεν τον άφηνε σε χλωρό κλαρί. Λες και τον είχε πιάσει αμόκ.Ο Τερτίπης όταν δεν είχε υπηρεσία κλινόταν στην αποθήκη τροφίμων όπου υπηρετούσε, ανέβαινε στο ψηλότερο σημείο κάνοντας σκαλοπάτια τα σακιά και ώρες ολόκληρες, όσο υπήρχε φως μελετούσε κιθάρα.

Ένα απόγευμα.. 

-Τερτίπη, που είσαι;

Τσιμουδιά ο Τερτίπης.

-Ξέρω πως είσαι μέσα και κάνεις πως δεν ακούς.  Παλιοτσογλάνι θα σε κανονίσω εγώ.

Έτσι χωρίς αιτία έβριζε ο Ζερτέας. Είχε πάντα μια τιμωρία για όλους αλλά για τον Τερτίπη την είχε πάντα στα χείλη του.Ήταν τόσο ήσυχο παιδί το καημένο, δεν πείραζε κανέναν, πειθαρχούσε στους ανωτέρους του. Και από σκοπιά; Όλο το ίδιο νούμερο. Δώδεκα-τρεις. Έτσι διέταζε ο Ζερτέας. Λες και ήθελε να τον εξοντώσει.

Και σαν να μην έφθανε αυτό. έβρισκε ο Ζερτέας χίλιους τρόπους να τον τιμωρεί.Μεγάλο το παράπονο του Τερτίπη. Τίνος να το έλεγε;

Ευτυχώς που είχε έναν πατριώτη σμηνία, που έκανε ότι μπορούσε για να τον βοηθά.

Ένα χόμπι που είχε ο Ζερτέας για να τιμωρεί τους ταλαίπωρους σμηνίτες, ήταν το χτύπημα του στρώματος κάθε κρεβατιού για να βλέπει αν έχει σκόνη. Αν είναι δυνατόν στρώματα τριάντα χρονών να μην έχουν σκόνη.Έτσι ο Στέλιος Τερτίπης κάθε πρωί στις πέντε φορτωνόταν το στρώμα του κρεβατιού του και κατέβαινε στην ακροθαλασσιά-ήταν κοντά στη θάλασσα η μονάδα-και για μισή ώρα περίπου το χτύπαγε με ένα ξύλο για να φύγει η σκόνη. Αλλά που; Άσε που ξυπνούσε και τους άλλους σμηνίτες και μερικοί νευρίαζαν και τον διαολόστελναν. Εκείνος δεν καταλάβαινε τίποτα. Κάθε πρωί κατέβαινε στην παραλία μήπως και γλυτώσει την τιμωρία. Η όλη υπόθεση του είχε γίνει ψύχωση.Όταν τέλειωνε το «χτύπημα», το φορτωνόταν πάλι, το ανέβαζε στο θάλαμο και περίμενε την έλευση του «στρατηγού» Ζερτέα.    

-Θάλαμος, προσοχή!

Όλοι κόκαλο. Ήρθε ο Ζερτέας. Πω-πω κόρδωμα.Ίσιαζε το κορμί του για να κάνει επιθεώρηση στα «κρεβάτια».Έπιανε από την άκρη, και χτύπαγε επιλεκτικά καμιά δεκαριά κρεβάτια. Μέσα σε αυτά πάντα και του Τερτίπη. 

-Τερτίπη έχει σκόνη το κρεβάτι σου. Τέσσερις μέρες κράτηση. 

-Μα είμαι τιμωρημένος από προχθές.     

-Δεν έχει σημασία. Ισχύει όταν τελειώσει.

-Κύριε διοικητά,. και  το ωδείο; Πως θα πηγαίνω στο μάθημα. 

-Δεν με ενδιαφέρει εμένα αν θα πας στο ωδείο. Εγώ θέλω στρατιώτες. Όχι μουσικούς, είπε με οργή.  

-Ναι αλλά εγώ έχω πάρει άδεια από το διοικητή μονάδος να πηγαίνω στο ωδείο. Τι εσείς θα μου στερείτε την ελευθερία επειδή δεν αγαπάτε τη μουσική; Είπε ξεχνώντας απάνω στο δίκιο του πως είναι σμηνίτης.     

-Σκασμός. Τέρμα είσαι τιμωρημένος.           Δάκρυσε ο Τερτίπης για την αδικία.     

-Τι του έκανα...Γιατί αυτή η συμπεριφορά; είπε σιγανά, μη τύχει και τον ακούσει ο Ζερτέας και την κάνει φυλάκιση. Δεν ήθελε και πολύ ο Ζερτέας να αποφασίσει φυλάκιση. Και μετά τι γίνεται;

Για την κράτηση όλο και κάτι θα έκανε ο πατριώτης του, ο σμηνίας Ράζος. Θα του το έλεγε και θα τον έβαζε συνοδό υλικών που κάθε μέρα τα πήγαιναν τα φορτηγά μέχρι το τραίνο και που τα είχαν ανάγκη οι μονάδες. Αυτό έγινε καμιά εικοσαριά φορές. Και φυσικά δεν έπαιρνε χαμπάρι ο Ζερτέας. Δεν του πήγαινε στο μυαλό πως ο Τερτίπης είχε τον «φύλακα άγγελό του» τον καλό πατριώτη του σμηνία. Έτσι τις μέρες της τιμωρίας του σχεδόν πάντα πήγαινε στο Ωδείο, την μεγάλη του αγάπη. Και όταν βρισκότανε εκεί μέσα ήταν πραγματικός βασιλιάς.

Μέχρι τώρα είχε συμπληρώσει έξη μήνες θητεία σε αυτή τη μονάδα και ο Ζερτέας του είχε «ρίξει» εξήντα τέσσερις μέρες κράτηση για «ένα στρώμα» που το είχαν στη μονάδα τουλάχιστον από τότε που ο Τερτίπης δεν είχε γεννηθεί.Ήταν ανεξήγητη αυτή η συμπεριφορά του Ζερτέα.

Αποφάσισε να του μιλήσει σε ώρα που δεν ήταν υπηρεσία. Που να τολμούσε όταν ήταν υπηρεσία. Θα τον κρέμαγε.   

-Κύριε Διοικητά μπορώ να σας μιλήσω;            

-Τι θέλεις; Έλα πέστο...απάντησε «τσιτωμένος ο  Ζερτέας.   

-Γιατί τόσο πολύ με κυνηγάτε; Να σας πω κάτι; Η μουσική είναι η ζωή μου.. και πρέπει να τη σπουδάξω. Είναι εκτός από τη μεγάλη αγάπη της ζωής μου, είναι και όρκος προς τους γονείς μου ότι θα τη μάθω οπωσδήποτε και θα γυρίσω στο χωριό μια μέρα με το πτυχίο. Μόνο που πρέπει αυτό να γίνει όσο το δυνατό πιο σύντομα. Και για τη μουσική είμαι αρκετά μεγάλος.   

-Και κάτι ακόμη για να καταλάβετε καλύτερα την κατάστασή μου.         

-Παίρνω εξήντα τέσσερις δραχμές από τη μητέρα πατρίδα.. μου στέλνει και ο πατέρας μου διακόσιες δραχμές το μήνα. Πληρώνω εκατόν πενήντα στο ωδείο και με τα άλλα περνάω το μήνα. Καταλαβαίνετε το πάθος μου για τη μουσική. Με τόσα λίγα χρήματα και σχεδόν τα μισά τα δίνω για τη σπουδή της Μουσικής. Με τόσες δυσκολίες και εσείς πρέπει να με τιμωρείτε για ένα στρώμα; Και να χάνω τα μαθήματα; Και να ξέρετε και κάτι άλλο.. Στις υποχρεώσεις μου απέναντι στην πατρίδα είμαι πολύ συνεπής. Ούτε μια φορά δεν αρρώστησα. Και δεν «λούφαρα» ποτέ μου.

Τα είπε ο καημένος ο Τερτίπης χωρίς να πάρει σχεδόν ανάσα και ξεθύμανε.Ο Ζερτέας τόση ώρα τον άκουγε με ένα ύφος γεμάτο απορία. Μάλλον δεν περίμενε τέτοιο ξέσπασμα από ένα μικρό «αδύναμο» σμηνίτη. 

-Τελείωσες; του είπε μαλακωμένος.

Ωστόσο έμεινε ασυγκίνητος και γυρνώντας το πρόσωπό του προς τον Τερτίπη του είπε λίγο αγριεμένα:  

-Εδώ είναι στρατός. Και εγώ δεν συγκινούμαι από τέτοια.    

-Εντάξει κύριε διοικητά. Όπως θέλετε εσείς.. του είπε απογοητευμένος.        

Την Τετάρτη που έπρεπε να πάει με το δάσκαλό του και τα άλλα παιδιά στο νοσοκομείο Λοιμωδών, ευτυχώς δεν ήταν τιμωρημένος.

Φαίνεται πως που τον έπιασε και του μίλησε λειτούργησε ανασταλτικά και παρ’ ότι εκείνο το πρωί το κρεβάτι του έβγαλε «ντουμάνι» τη σκόνη, δεν τον τιμώρησε.            Τηλεφώνησε στο δάσκαλό του.    

-Δάσκαλε, το απόγευμα θα έρθω στη γιορτή για τους λεπρούς. Χθες τελείωσε η τιμωρία μου.   

-Έχω βρει τον μπελά μου με ένα παλιάνθρωπο υποσμηναγό. Ευτυχώς σήμερα δεν με τιμώρησε.        

-Εντάξει παιδί μου. Θα χαρώ πολύ να έρθεις. Ξέρεις θα πάρεις το βάπτισμα του καλλιτέχνη, πράγμα πολύ θετικό για σένα.Έτσι είναι αυτά τα πράγματα. Δειλά-δειλά μπαίνεις στην τέχνη. Εντάξει; Στις τρεις πρέπει να είσαι εδώ.        

-Ναι δάσκαλε, θα είμαι.

Ο δάσκαλος ήταν ένας καλός άνθρωπος και πίστευε πολύ στο ταλέντο του Στέλιου Τερτίπη. Με κάθε τρόπο προσπαθούσε να τον βοηθήσει.

Ο Τερτίπης πήγε στο λοιμωδών με το γκρουπ των άλλων καλλιτεχνών. Γεμάτος αγωνία για την πρώτη του εμφάνιση.Ευτυχώς είχε μεγάλη επιτυχία.. και οι γιατρεμένοι λεπροί τον συγχάρηκαν και τον περιέβαλαν με αγάπη. Αγάπη που μόνο οι βασανισμένοι άνθρωποι μπορούν να δώσουν.Το ίδιο και ο δάσκαλός του αλλά και οι πιο παλιοί καλλιτέχνες του είπαν ενθαρρυντικά λόγια.

Η καρδιά του όμως λαβώθηκε με αυτά που είδε στους λεπρούς. Σε άλλον έλειπε η μύτη, σε άλλον τα χέρια σχεδόν αφανισμένα, σε άλλους τα πρόσωπα σκαμμένα από τη φοβερή αρρώστια. Του έκανε όμως εντύπωση που αυτοί οι άνθρωποι είχαν ξεπεράσει το πρόβλημά τους. Μόνο μια θλίψη απέπεμπαν τα μάτια τους που σε πολλούς και αυτά ήταν σχεδόν κατεστραμμένα.Παρ’ όλα αυτά ήταν πολύ χαρούμενοι και έδειχναν σχεδόν ευτυχισμένοι.

 Χαρά αισθάνθηκε και ο Τερτίπης και για την πρώτη του επιτυχημένη εμφάνιση αλλά και γιατί βρέθηκε κοντά σε αυτούς τους τόσο βασανισμένους ανθρώπους.Που να ήξερε ο Ζερτέας τι πρόσφερε η μουσική εκείνο το απόγευμα στους βασανισμένους λεπρούς; Δεν είχε καρδιά αυτός ο άνθρωπος. Μάλλον παρανοϊκός ήταν. Κάθε τόσο και λίγο ο Ζερτέας έβγαζε τα απωθημένα του τιμωρώντας τον αδύναμο να αντιδράσει Τερτίπη, λες και δεν ικανοποιούνταν με τίποτα. Έμοιαζε με αιμοβόρο ζώο που παίδευε τη λεία του, πριν την κατασπαράξει. Ήταν σαδιστής. Ο Τερτίπης δεν εύρισκε λόγια να τον χαρακτηρίσει.Ο Ζερτέας συνέχιζε να είναι ο μεγάλος τιμωρός.

Και ο Τερτίπης μέτραγε συνεχώς μέρες τιμωρίας. Παραμονές Χριστουγέννων είχε φθάσει τις ογδόντα.Ήταν τότε που του ήρθε η ιδέα να κάνει μια γιορτή στη μονάδα την παραμονή, έτσι για να σπάσει η μονοτονία και αυτοί που δεν θα πήγαιναν στα σπίτια τους να περνούσαν την άγια νύχτα όσο το δυνατόν καλύτερα.

Κανόνισε λοιπόν με κάποιους άλλους σμηνίτες που έπαιζαν λίγο κιθάρα και αρμόνιο και έναν που ήταν σχεδόν επαγγελματίας και στα πρόχειρα ετοίμασαν μια γιορτή. με τραγούδια παρλάτες και αστεία έτσι για να αλλάξει λίγο το τοπίο. Έφτιαξαν και στολές από χαρτί γυαλιστερό σε ασημί χρώμα που υπήρχε άφθονο μια και πολλά υλικά αεροπλάνων ερχόντουσαν τυλιγμένα μέσα σε τέτοιο χαρτί, που αν τις έβλεπαν επαγγελματίες μόδιστροι θα τους έδιναν συγχαρητήρια.        

Ήταν παρόν και ο Ζερτέας στη γιορτή. Βλοσυρός και αγέλαστος περιέφερε το βλέμμα του ερευνώντας τα χαρούμενα πρόσωπα των σμηνιτών που εκείνη την ώρα έδειχναν ευτυχισμένοι. Γέμισαν την άδεια τους ζωή ο Τερτίπης και οι υπόλοιποι με την πρόχειρη αλλά τόσο πετυχημένη γιορτή. Όταν τελείωσε η γιορτή ο διοικητής της μονάδας τους συγχάρηκε έναν-έναν με πολύ ζεστασιά. Ήταν σμήναρχος στο βαθμό και πολύ καλός άνθρωπος. Τους έδωσε και πέντε μέρες άδεια. Τελείως αντίθετη προσωπικότητα από τον Ζερτέα.

Ο Ζερτέας ούτε μια λέξη. Έφυγε σχεδόν αθόρυβα σαν βρεγμένος γάτος.Ο Τερτίπης βρήκε την ευκαιρία να πάει στο χωριό του.

Ήταν η δεύτερη φορά που έπαιρνε άδεια σε όλη του τη θητεία. Ή πρώτη ήταν όταν ήταν εκπαιδευόμενος στον Άραξο και ξεκίνησε να πάει για Χριστούγεννα αλλά ο καιρός δεν επέτρεψε το πέρασμα του Ρίου και έφτασε την δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων στο χωριό του, άυπνος, νηστικός και καταπονημένος. Ίσα που είδε τους γονείς του και τις αδελφές του για δυο-τρεις ώρες και μετά έφυγε να πάει στη μονάδα του πάλι.

Έτσι γεμάτος λαχτάρα έφυγε για το χωριό του. Του πονούσε τόσο πολύ για τους δικούς του που ούτε κατάλαβε πως έφτασε στον σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων.Όμως μόλις έφυγε το λεωφορείο, τότε ανακουφίστηκε.

Φοβόταν μήπως και συμβεί κάτι και τον ξανακαλέσει ο Ζερτέας στη μονάδα. Του είχε γίνει εφιάλτης ο Ζερτέας. Και ήθελε έξη μήνες για να απολυθεί...και πέρασαν οι μήνες στον ίδιο ρυθμό. Πάλι τιμωρίες, δυσκολίες, μοναξιές. Μια φορά το μήνα σινεμά, κανένα καφεδάκι μέσα-μέσα, ραντεβουδάκι όποτε μπορούσε με την συμμαθήτριά του στο ωδείο την Όλγα τη Σφενδόνη που τρελαίνονταν γι’ αυτόν. Λίγες ευτυχισμένες στιγμές που όμως τον κάνανε να νοιώθει βασιλιάς.

Αποστρατεύτηκε με εκατόν είκοσι τέσσερις μέρες κράτηση και είκοσι μέρες φυλακή χωρίς καμιά σημαντική αιτία. Αυτά τα γεγονότα σημάδεψαν τη ζωή του για αρκετά χρόνια.

Μα η ζωή και η τύχη -καλή ή κακή-, πάνε μαζί σαν δίδυμες αδερφές.  

Και μετά δεκαπέντε χρόνια:

Ο Τερτίπης έχει μεγαλώσει, έχει αποκατασταθεί ,είναι επαγγελματίας μουσικός καθιερωμένος. Έχει οικογένεια . Ένα μεσημεράκι ανεβαίνει την οδό Πειραιώς με το αυτοκίνητό του και με την άκρη του ματιού του βλέπει στο απέναντι πεζοδρόμιο τον Ζερτέα. Έχει γεράσει βέβαια. Φορά το καπέλο του στραβά όπως πάντα και βαδίζει χαζεύοντας .    

-Ζερτέα! Γέρασε. Τι κατάλαβες παλιάνθρωπε που μου είχες κάνει τη ζωή αβίωτη; Του φώναξε δυνατά. Ποιος θα σε θυμάται σε λίγο που θα αποστρατευτείς; Κανένας. Κανένας να είσαι βέβαιος.     

-Ποιος είσαι; Ποιος είσαι; Τον ρώτησε με αγωνία.    

-Αυτό θέλεις να μάθεις; Τερτίπης λέγομαι. Δεν με θυμάσαι ε; Δεν πειράζει που δεν με θυμάσαι.

Ούτε εγώ θέλω να σε θυμάμαι.   

-Άει στο διάολο παλιάνθρωπε. Και σπινάροντας έφυγε με ταχύτητα.        Σε ένα φανάρι πιο πάνω που τον έπιασε το κόκκινο, έγραψε σε ένα παλιόχαρτο στα γρήγορα. «Ζερτέας ο μεγάλος παλιάνθρωπος», λες και ήθελε να βγάλει το άχτι του. Και εκσφενδόνισε το χαρτάκι στον κάλαθο των αχρήστων που έχασκε ανοιχτός δίπλα στο πεζοδρόμιο. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που ασχολήθηκε με τον Ζερτέα  

 


1 σχόλια - Στείλε Σχόλιο





Σχόλιο από Oraclas (31.03.2009)
Ωραία η ιστορία σου Andreo, λίγο πολύ γνωστή, όλοι την έχουμε ζήσει, αλλάζουν μόνο τα ονόματα και οι τοποθεσίες.. Μόνο τα κολλημένα μυαλά παραμένουν 'αξίες' σταθερές..



Για να στείλετε σχόλιο πρέπει να έχετε συνδεθεί ως μέλος. Πατήστε εδώ για να συνδεθείτε ή εδώ για να εγγραφείτε.

Επιστροφή στο blog


ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Συγγραφέας
adreo
ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΣ
Μουσικοσυνθέτης
από ΝΕΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ



Περί Blog
blogs.musicheaven.gr/adreo

Σκοπός του BLOG μου είναι η προώθηση και προαγωγή της ΜΟΥΣΙΚΗΣ, οποιασδήποτε μορφής τέχνης (των λεγόμενων ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ) και του λόγου, (ΠΟΙΗΣΗ, ΣΤΙΧΟΣ, ΔΙΗΓΗΜΑ, ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ), σχετική αρθρογραφία και προσωπικές απόψεις, κρίσεις και εκτιμήσεις.








powered by Agones.gr - livescore

 




Tags

Γάτες να αφυπνιστούμε ολοι ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΣ www.musicheaven.gr/html/story.php?id=1523 ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΔΙΗΓΗΜΑ Η ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ




Επίσημοι αναγνώστες (7)
Τα παρακάτω μέλη ενημερώνονται κάθε φορά που ανανεώνεται το blogΓίνε επίσημος αναγνώστης!


Πρόσφατα...


Δημοφιλέστερα...




Αρχείο...


Φιλικά Blogs


    Links







    Ανάπτυξη MusicHeaven.gr, Hosting interTEN Όροι Χρήσης