Ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση του Πάνου διάλεξα με μεγάλη δυσκολία πέντε από τα εκατοντάδες τραγούδια που αποτελούν το σάουντρακ (ή το πατατράκ) της ζωής μου. Έχουμε και λέμε λοιπόν:
του Σαββόπουλου -κουτσουρεμένοι φυσικά και οι δύο δίσκοι για να χωρέσουν σε μια 60άρα κασέτα (είχα μάθει μάλιστα τόσο καλά τις αλλαγές από το ένα τραγούδι στο άλλο στην κασέτα που ακόμα και σήμερα όταν ακούω ολόκληρους πια τους δίσκους αυτούς παραξενεύομαι που παρεμβάλλονται τα άλλα, τα "κομμένα"). Το κουφό δεν ήταν μόνο ότι αυτά τα τραγούδια άρεσαν σε έναν εννιάχρονο αλλά και το ότι είχα κολλήσει και με τα πιο σκοτεινά των δύο δίσκων, ιδίως με ένα από "Τραπεζάκια Έξω". Ήταν το Μυστικό Τοπίο, ένα τραγούδι που οι στίχοι του ακόμα και σήμερα αντιστέκονται σε εύκολες αναλύσεις και πλησιάζουν την καθαρή ποίηση. Φανταστείτε τώρα ένα παιδάκι, αδύνατο και με κάτι τεράστια γυαλιά (σα μάσκα αεροπόρου ήταν), να μην καταλαβαίνει μεν Χριστό, αλλά παρ' όλ' αυτά να τραγουδάει " Κι όπως σ' ένα τοπίο μυστικό, αντικριστά στο κήτος/ έτσι μια ευλογία που αγνοώ, με κρατάει στο δικό σου το μήκος" ή " Οι ρυθμοί μου λύσσαξαν μα δεν κρατούν τον ήχο/ της μοναξιάς σου όταν κλαις και χτυπάς τον τοίχο". Σουρεαλισμός! Η πρώτη μου λοιπόν επαφή με τον Σαββό μου έγινε λίγο ανορθόδοξα, μιας και ξεκίνησε από τη μέση και βάλε του έργου του (για κάποιους μάλιστα από το τέλος).
(Μικρούτσικος-Καββαδίας-Νταλάρας-Παπακωνσταντίνου-Κατσιμιχαίοι). Επειδή διακατεχόμουν από ενοχές, αφού η λυπητερή θα γινόταν ακόμα πιο θλιμμένη με αυτές τις επιπλέον αγορές, και επειδή δεν γνώριζα καθόλου (καλά, μη βαράτε!) τα ήδη μελοποιημένα ποιήματα του Καββαδία, αρχικά δεν πολυήθελα τον δίσκο. Ο πατέρας μου είπε: "Παρ' τον και θα με θυμηθείς!" και τελικά προστέθηκε κι αυτός στα ψώνια μας. Τις επόμενες ημέρες ομολογώ ότι τον είχα ψιλοαφήσει στην άκρη, αφού επανστατημένο νιάτο τότε, έλιωνα το εκρηκτικό "Αττικόν" και το "πολιτικό" "Συγγνώμη για την ’μυνα". Ώσπου ένα πρωινό με ξύπνησε ένα πιάνο στη διαπασών και η φωνή του Μικρούτσικου να τραγουδά για κάτι περίεργα ονόματα που κάποια μου θύμιζαν τη Βίβλο (Σημ, Εσθήρ, Ρουθ, κα.). Ακούγοντας τους Εφτά Νάνους στο S/S Cyrenia για πρώτη φορά, ένιωθα να με πλημμυρίζει αρμύρα και να ταξιδεύω στις εξωτικές ιστορίες του ναυτικού θείου μου. Ο Μικρούτσικος εδώ είναι συγκλονιστικός και στο πιάνο και στη φωνή. Από εκείνη τη μέρα και για μήνες έλιωσα το βινύλιο αυτό στο πικάπ και κάπου εκεί ξεκίνησε η αγάπη μου για τον Καββαδία και τη μελοποιημένη ποίηση.
και τα "Τραπεζάκια Έξω". Ήταν το Πριν το Τέλος κι εγώ με μια ψιθυριστή, ακατέργαστη φωνή της τραγουδούσα μέσα στην ησυχία της διαδρομής και στα μαγιάτικα αρώματα στίχους όπως το "Στα τραγούδια που λέγαμε οι δυο μας οι φωνές χαμηλώσαν/χαραγμένη καρδιά στο παγκάκι που μετά την προδώσαν" και "σκέψου να 'ταν το πάτωμα ασπρόμαυρο και να 'σουν το πιόνι"... Καμιά φορά η ευτυχία είναι απλή όσο και εύθραυστη...
Δέκα και βάλε χρόνια πριν από την εμφάνιση της punk, το τραγούδι αυτό με τον βρώμικο ήχο του, τα οργισμένα φωνητικά και εκείνη την κραυγή στο τέλος (I 've got blisters on my fingers), είναι πάντα ό,τι πρέπει για να χτυπηθώ μέσα κι έξω...