ελληνική μουσική
374 online   ·  208.416 μέλη

αρχική > e-Περιοδικό > Βιβλίο & Μουσική

Γρηγόρης Παπαδογιάννης, Η πόλη πέρα απ το ποτάμι

Γιατί εκεί δεν έπαιζε όποιο όποιο  συγκρότημα. Έπαιζαν οι Ντεθ Μασίν, όνομα και πράμα, θα σου εξηγήσω παρακάτω.

Γρηγόρης Παπαδογιάννης, Η πόλη πέρα απ το ποτάμι

Γράφει ο Σπύρος Αραβανής (spiroos)63 άρθρα στο MusicHeaven
Ο Σπύρος Αραβανής γεννήθηκε το 1979 στον Πειραιά. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και είναι διδάκτορας Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης (Πανεπιστήμιο ΑΘηνών). (Συν)εργάζεται ως δημοσιογράφος και είναι  μέλoς της συντακτικ...
Τρίτη 19 Ιούλ 2011

Στην πλαγιά του Φαλακρού βουνού από τη μεριά της Χαμένης, πάνω στο πλάτωμα του Ακαμάτη έχει ένα δρομάκι που ανηφορίζει. Στο τέρμα του θα βρεις μια σπηλιά που είναι το άνοιγμα μιας στοάς να χάσκει ακόμη. Τώρα τελευταία είπανε πάλι ότι θα την κλείσουνε αλλά ποιος τολμάει. Τρεις φορές πήγαν να στομώσουνε την παλιά στοά στο αλατωρυχείο και τις τρεις σε μεγάλο κακό τους βγήκε. Τώρα λένε ότι περιμένουν ενισχύσεις από το κράτος. Χάσκει λοιπόν η τρύπα της στοάς και μέσα άμα μπεις, που δεν στο συνιστώ, σκοτάδι απλώνεται βαθύ και μια μυρουδιά αλλόκοτη. Εκεί μέσα παίχτηκε μια ιστορία παλιά και κάποιοι από μας σίγουρα θα θυμούνται που ανεβαίναμε κάποτε ως εκεί για ν’ ακούσουμε το συγκρότημα. Πολλοί ανέβηκαν ως εκεί λίγοι το συζητάνε σήμερα βέβαια. Γιατί εκεί δεν έπαιζε όποιο όποιο συγκρότημα. Έπαιζαν οι Ντεθ Μασίν, όνομα και πράμα, θα σου εξηγήσω παρακάτω.

Πρώτα όμως να πούμε για τη στοά, για τις στοές δηλαδή γιατί το παλιό αλατωρυχείο που κάποτε πρέπει να γνώρισε δόξες είχε πολλές στοές και διακλαδώσεις, χιλιόμετρα ολόκληρα λέγανε κάποιοι που ξέρανε. Διακλαδώσεις, κι άλλες στοές, τυφλές στοές κι άλλες στοές που οδηγούσανε σε περισσότερες στοές και τραινάκια μέσα και μηχανάκια που ρίχνανε νερό και τέτοια, ολόκληρη ιστορία. Άμα δεν ξέρεις τα κατατόπια εύκολα χάνεσαι και δεν ξαναβρίσκεσαι ποτέ. Γιατί να μπεις θα μου πεις; Θα σου πω. Αλλά πρώτα να σου πω λίγα ακόμη για τις στοές. Λοιπόν αυτές οι στοές, στενές, οι περισσότερες ίσα να χωράει το τραινάκι. παλιά είχανε και κάτι φανάρια και κάτι τοξάκια χαραγμένα στα τοιχώματα και κάποιες από αυτές οδηγούσανε, καμιά πεντακοσαριά μέτρα απόσταση από το άνοιγμα σ’ ένα μεγαλούτσικο στρογγυλό χώρο, σαν γηπεδάκι που είχε στη μια άκρη ένα ύψωμα και από την άλλη κατηφόριζε. Εκεί ήταν η πίστα. Τι χρησίμευε όταν δούλευε το ορυχείο δεν ξέρω. Πάντως υπήρχε και ήταν σχετικά εύκολο να τη βρεις αν ακολουθούσες τα σωστά τοξάκια, φανάρια και τέτοια βέβαια δεν προλάβαμε εμείς, έμπαινες με φακούς και κάποιοι πιο ψαγμένοι φέρνανε και πυρσούς και τους ανάβανε και προχωρούσανε και μετά τους αφήνανε γύρω γύρω στο γηπεδάκι όσο κρατούσε η συναυλία.

Ποια συναυλία; Η συναυλία των Ντεθ Μασίν. Τι ήταν τώρα αυτοί; Ήταν ένα γκρουπάκι που έπαιζε παλιό καλό χέβι μέταλ. Παλιό καλό για όσους γουστάρουνε βέβαια, αλλά όσοι δεν γουστάρανε δεν φτάνανε έτσι κι αλλιώς μέχρι την τρύπα. Η ιστορία αυτών των τύπων όπως μου την είπανε και μένα ξεκινούσε τη δεκαετία του εξήντα. Παιδιά τότε ακόμη παίζανε χέβι μέταλ, που τότε ακόμη δεν το ήξερε κανείς και ήταν, λένε πάλι, πολύ πρώτοι. Πολύ πρώτοι δεν θα πει τίποτα γιατί τότε ακόμη πόσοι να ήτανε τέτοιοι; Ελάχιστοι. Μετρημένοι στα δάχτυλα. Εμείς τότε, πριν κάτι χρόνια σου λέω, δεν είχαμε και τις τρελές εξόδους ούτε τα φοβερά πράγματα να κάνουμε και μπορεί ο άλλος κόσμος να άκουγε χέβι μέταλ αλλά εδώ στα μέρη μας δεν πάτησε ποτέ τέτοιου είδους γκρουπάκι. Μόνο αυτοί. Έλεγα όμως ότι είχαν ξεκινήσει τότε, το εξήντα. Θα σου πω τι λένε γι’ αυτούς, προτού ξαναγυρίσω στα δικά μας. Λένε λοιπόν ότι το γκρουπάκι ήταν φοβερό από την αρχή. Πολύ μπροστά, πολύ ψαγμένα πράγματα, πολύ προχωρημένα, όχι καραγκιοζιλίκια και τέτοια και αυτό μπορώ να το βεβαιώσω γιατί τους άκουσα τους ανθρώπους. Πάλι πετάγομαι μπροστά όμως.

Τότε λοιπόν, λένε, το εξήντα, αυτοί οι τύποι δεν προλάβανε να κάνουνε ούτε ένα δίσκο. Παίζανε μόνο σε κλαμπάκια και ανοιχτούς χώρους αλλά σε πολύ στενό κύκλο ακόμη. Ήταν μπροστά, είπαμε, δεν τους καταλαβαίνανε κιόλας. Πού παίζανε θα σε γελάσω. Μάλλον στην Αμερική. Παίζανε, παίζανε, κάποιος τους διπλάρωσε να κάνουν δίσκο, την έπεσε από κοντά κι ένας μανατζαραίος, βρεθήκανε οι άκρες και ήταν έτοιμοι να βγάλουν δίσκο. Τον πρώτο. Και μάλιστα είχανε κανονίσει με το που θα βγει ο δίσκος να δώσουν μια μεγάλη συναυλία. Την πρώτη τους πραγματικά μεγάλη συναυλία. Εκεί τώρα έγινε η ζημιά. Για το τι ακριβώς έγινε ο καθένας λέει τα δικά του. Άλλος ότι πλακωθήκανε μεταξύ τους για γυναικοδουλειές και μέχρι που ο μπασίστας μαχαίρωσε τον κιθαρίστα – ο κιθαρίστας είχε πράγματι μια χαραγματιά βαθιά στην άκρη του λαιμού μπορεί όμως να ήταν και σύμπτωση. Άλλος ότι τους έριξε η εταιρεία και τελικά δεν βγήκε ο δίσκος και μπήκανε μέσα στα γραφεία και τα κάνανε καλοκαιρινά και έτσι οι χαρτογιακάδες αποφασίσανε να τους σβήσουνε απ’ το χάρτη. Άλλος, ακόμη χειρότερα λέει ότι πήρε φωτιά το κλαμπάκι που παίζανε και μπορεί να βάλανε κι οι ίδιοι τη φωτιά. Άλλος ότι αρπάξανε φωτιά και πέσανε όλοι μαζί από μια ταράτσα ουρανοξύστη. Άλλος ότι έπεσε το αεροπλανάκι που τους είχανε δώσει για να κάνουν την πλάκα τους. Άλλος ότι πήρανε μια τρομερή δόση από κάτι και χαθήκανε στην έρημο. Ό,τι θέλει λέει ο καθένας. Σημασία έχει ότι δίσκος δεν έγινε ποτέ, η μεγάλη συναυλία δεν έγινε ποτέ κι ούτε ξανάκουσε ποτέ κανείς για τους Ντεθ Μασίν. Τέρμα.

Πάμε τώρα πάλι στην εποχή που έγινε το σκηνικό στα μέρη μας. Κάποια νύχτα, κάποιος που περνούσε από το παλιό αλατωρυχείο άκουσε μια φασαρία απόκοσμη. Ρίχνει μια ματιά και βλέπει στο βάθος του τούνελ κάτι ν’ αστράφτει. Δεν ξέρω τώρα αν ήταν μόνος του, λένε πως είχε και τη γκόμενα μαζί αλλά δεν το νομίζω, αν ήταν πολύ μάγκας και δεν φοβότανε, αν ήτανε πολύ περίεργος ή απλά αλαφροΐσκιωτος αλλά η ουσία είναι ότι μπήκε μέσα. Υπάρχουν και κάποιοι που λένε πως ήταν πράγματι αλαφροΐσκιωτος αυτός και ξυπνούσε κάθε βράδυ από ένα όνειρο παράξενο, με μια μουσική που τον ξεκούφαινε και κάτι τύπους που παίζανε εκεί στον ύπνο του, παλιό καλό χέβι μέταλ. Αυτοί οι τύποι που παίζανε όταν τέλειωνε ένα τραγούδι, του γνέφανε, έλα, έλα του λέγανε, πλησίασε, μη φοβάσαι, είμαστε οι Ντεθ Μασίν και αυτή είναι η πρώτη μας συναυλία. Έτσι λέγανε. Μια, δυό τρεις λοιπόν, ο τύπος πήγε να τρελαθεί κι επειδή βλέποντας το όνειρο κατάλαβε μέσες άκρες που παίζανε οι τύποι πήρε το δρόμο και κάποια νύχτα αντί να κοιμηθεί έφτασε μέχρι το παλιό αλατωρυχείο και τους άκουσε για πρώτη φορά λάιβ, που λέει ο λόγος. Όπως και να έγινε, το πράγμα άρχισε να διαδίδεται και κάποιες νύχτες, Παρασκευή προς Σάββατο, μετά τα μεσάνυχτα, γύρω στη μία αλλά όχι πιο αργά πήγαινες προς τα κει, άκουγες από μακριά τη μουσική, έμπαινες στη στοά, έβλεπες τις λάμψεις και προχωρούσες. Έφτανες στο γηπεδάκι που λέγαμε, η μουσική σιγά σιγά δυνάμωνε βέβαια και σε οδηγούσε και όταν έφτανες, έβλεπες στην πίστα ανεβασμένους τους Ντεθ Μασίν να παίζουν τρελό χέβι μέταλ, παλιό καλό χέβι μέταλ. Η μουσική ήταν ζόρικη, δυνατή βέβαια, μέχρι που πέφτανε χώματα από τα τοιχώματα και οι τύποι παίζανε γύρω στα τρία τέταρτα και ύστερα δίνανε μια και κυλούσανε πίσω από την πίστα ας πούμε και χανόντουσαν γιατί εκεί πίσω είχε μια στοά κατηφορική και θεοσκότεινη. Προτού τελειώσουν έλεγαν πάντα: Είμαστε οι Ντεθ Μασίν και αυτή είναι η πρώτη μας συναυλία. Ίσως να το λέγανε και στην αρχή, έτσι λένε όσοι πηγαίνανε από την αρχή, εμείς πάντα αργούσαμε. Επίσης όσοι ήτανε από την αρχή αρχή λέγανε πως η συναυλία κρατούσε πάντα το ίδιο και πως τα τραγούδια παίζονταν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Ούτε ένα σολάκι ούτε μια παραμόρφωση διαφορετική. Το ίδιο ακριβώς πράγμα πάντα. Σα να ήτανε, μπαίνεις στο νόημα τώρα; Σαν να ήτανε η ίδια συναυλία. Αυτή που δεν προλάβανε ποτέ οι άνθρωποι να κάνουνε. Τώρα βέβαια θα έπρεπε να ξέρω κι άλλες λεπτομέρειες. Πώς ήτανε αυτοί οι τύποι ας πούμε. Δύσκολο να το πω. Μόνο τον τραγουδιστή θυμάμαι λίγο, με κάτι μακριά μαύρα μαλλιά ως τη μέση και κάτι τατουάζ με σαύρες ένα σε κάθε του χέρι. Πρέπει να ήταν ψηλός και σίγουρα αδύνατος, αλλά αυτό είναι όλο που μπορώ να πω με σιγουριά. Τη φωνή του, ναι, τη θυμάμαι. Αυτήν δεν πρόκειται ποτέ να την ξεχάσω. Αυτή τη φωνή δεν την ξεχνάς ποτέ. Σα να σπαράζει όλη σου η ζωή μαζί. Έτσι μόνο μπορώ να την πω. Δεν ξέρω πως αλλιώς. Τους άλλους δεν τους θυμάμαι. Ο κιθαρίστας είπαμε είχε το σκίσιμο και ο μπασίστας δεν σήκωνε ποτέ τα μάτια του να μας κοιτάξει. Μόνο στο τέλος, εκεί που αποχαιρετούσαν και τα μάτια του ήταν παράξενα σα δυό μαύρες τρύπες. Αυτά θυμάμαι. Φορούσανε όλοι μαύρα αλλά μη με ρωτάς άλλες λεπτομέρειες. Δεν ήταν και εύκολο να τους θυμηθείς, ο τραγουδιστής ήταν λίγο πιο μπροστά, οι άλλοι πίσω στο σκοτάδι, είχαν και κάτι σαν μακιγιάζ, όχι καραγκιοζιλίκια, είπαμε, αλλά κάτι μαύρες σκιές πως τις λένε είχανε όλοι τους γύρω από τα μάτια. Επίσης ήταν ωχρό το πρόσωπό τους όσο ξεχώριζες, πολύ ωχρό. Θυμάμαι τώρα ότι περνούσανε πού και που νυχτερίδες πάνω από τα κεφάλια μας αλλά αυτό είναι λογικό, σε ορυχείο ήμασταν. Από το συγκρότημα άλλος κανείς δεν μιλούσε εκτός από τον τραγουδιστή. Αυτός έλεγε το γνωστό, είμαστε οι Ντεθ Μασίν, και ύστερα χάνονταν όλοι στο σκοτάδι. Κάποιοι που το παίζουν έξυπνοι ρωτάνε για τη μικροφωνική και τα ηχεία και τέτοια. Δεν ξέρω φίλε. Δεν είμαι και ειδικός. Είχε και σκοτάδι πάντα, σε ορυχείο είσαι, πόσο να φωτίσεις από τις φωτίτσες που είχαμε εμείς. Δεν θυμάμαι τίποτε άλλο να έχουνε, μόνο τα όργανα, τις δυό κιθάρες, το μπάσο και τα ντραμς. Κι όταν τέλειωναν έδιναν μια και χάνονταν πίσω και δεν έμενε τίποτε στη σκηνή, ας πούμε σκηνή, το ύψωμα αυτό που έπαιζαν. Ούτε γόπα από τσιγάρο. Νομίζω όμως πως δεν κάπνιζαν. Υπήρχαν παιδιά που έτρεχαν ξοπίσω τους αλλά όταν γυρνούσαν ύστερα από λίγο αν και δεν είμαι σίγουρος πως όλοι γυρίζανε, έλεγαν ότι είδαν μόνο σκοτάδι, τίποτε άλλο. Αυτά θυμάμαι και τη μουσική. Α, υπήρχε και μια γυναίκα, μια πανέμορφη γυναίκα, ψηλή και αδύνατη, ντυμένη πάντα με μαύροι πέτσινο σακκάκι και παντελόνι, και από μέσα ένα φανελάκι, μαύρο με άσπρα γράμματα στο στήθος, που έλεγαν Σουίτ Κάντι Ρέιν και από κάτω με πιο μικρά σε κίτρινο χρώμα, Ντεθ Μασίν. Χόρευε απίστευτα όσο κρατούσε η συναυλία και δεν την είχαμε ξαναδεί ούτε πριν ούτε τη συναντήσαμε μετά. Αυτή δεν ήταν από τα μέρη μας, το μόνο σίγουρο. Αν ήταν θα το ξέραμε. Αυτά. Ούτε τι φορούσαν καλά καλά δεν θυμάμαι μέσα στο σκοτάδι. Αυτή τη θυμάμαι γιατί ήταν δίπλα μας. Ποτέ δεν είδα κανέναν μαζί της. Τι έγινε μετά; Τι να γίνει μετά.

Δεν ξέρω πόσες φορές παίξανε. Όχι πολλές. Ίσως να κράτησε ένα καλοκαίρι όλη η ιστορία, ίσως και λίγο παραπάνω. Πάντως κάποια στιγμή σταμάτησαν. Πηγαίναμε εμείς, πηγαίναμε σχεδόν κάθε βράδυ εκεί ήμασταν και περιμέναμε αλλά δεν τους ξανακούσαμε ποτέ. Κάποια βραδιά έτσι απλά, τελειώσανε. Βέβαια μπορεί να μην ήταν και τόσο απλό, θα σου πω γιατί.

Όπως γίνεται με όλα τα πράγματα που αξίζουν είχαν ξεσηκωθεί και οι φιλήσυχοι που βέβαια δεν καταλαβαίνανε τι κάναμε εκεί ούτε τολμούσανε να πλησιάσουν για να δουν αλλά ήταν σίγουροι ότι κάτι κακό κάναμε. Γιατί μας βλέπανε ευτυχισμένους, γι’ αυτό. Φέρανε λοιπόν οι αλήτες μια μπουλντόζα εκείνο το καλοκαίρι και έφραξε τη στοά. Αυτό έγινε το πρωί. Έριξε η μπουλντόζα χώμα, και έφραξε την τρύπα. Και το βράδυ που πήγανε η στοά ήταν πάλι ανοιχτή. Όσο για τον μπουλντοζιέρη δεν ξαναμίλησε σε άνθρωπο. Δεν ξαναμίλησε. Δεν μπορούσε πια να μιλήσει. Έτσι συνεχίσαμε. Τη δεύτερη φορά έριξαν δυναμίτη και διαλύσαν εντελώς το άνοιγμα. Γκρεμίστηκαν οι μπροστινές στοές, βάλανε και κάτι απαγορευτικές πινακίδες προσοχή κίνδυνος και τέτοια. Όμως εμείς δεν χαμπαριάζαμε. Πάλι βρήκαμε την άκρη και μάλιστα τώρα έφτανες πιο εύκολα στο γηπεδάκι. Άσε που αυτοί με τους δυναμίτες, ήταν και ψαράδες από κεί ήξεραν την τέχνη, μείνανε χωρίς χέρια από τότε. Έτσι είναι αυτά. Τίποτα λοιπόν δεν βγάλανε, φάγανε τα μούτρα τους και οι συναυλίες συνεχίστηκαν.

Η ζημιά έγινε από μας μέσα. Στην αρχή φέρανε κάτι καφάσια και πουλούσανε μπύρες. Εντάξει μέχρι εδώ. Δεν ήθελες δεν έπαιρνες. Ύστερα όμως βρεθήκανε κάτι πονηροί και στεκόντουσαν στην είσοδο και τη φράζανε και ζητούσανε λεφτά. Και ξέρω, μη με ρωτάς πως αλλά το ξέρω, πως το γκρουπάκι δεν είχε καμιά σχέση μ΄ αυτούς. Όταν έγινε αυτό πρώτη φορά τους ρίξαμε δυό τρεις σφαλιάρες και ησυχάσανε. Ύστερα από καμιά βδομάδα όμως φέρανε κάτι μπρατσωμένους από άλλα μέρη και μας τα πήρανε κανονικά τα κτήνη. Τους θυμάμαι ακόμα ποιοι ήτανε αυτοί που τσεπώνανε τα εισιτήρια, ο ένας είναι τώρα δήμαρχος. Εκείνη τη βραδιά που το καταφέρανε και μας τα πήρανε ήταν η τελευταία. Εμάς δεν μας ένοιαζε που είχαμε πληρώσει αλλά εκείνους, τα παιδιά, το συγκρότημα, τους Ντεθ Μασίν τους ένοιαζε. Οι τύποι ερχόντουσαν από πολύ μακριά για να το ανεχτούν αυτό. Και κείνο το βράδυ, εκείνο το βράδυ το θυμάμαι καλά, ο τραγουδίστης βγήκε πάλι λίγο πιο μπροστά και είπε: Είμαστε οι Ντεθ Μασιν και αυτή ήταν η τελευταία μας συναυλία εδώ. Θα τα ξαναπούμε. Δηλαδή λίγο διαφορετικά από τις άλλες φορές. Αληθινά σου λέω ότι κάτι κατάλαβα. Ότι κάτι θα γινότανε. Και έγινε. Θυμάμαι και την τύπισα με τα πέτσινα, ενώ συνήθως χανότανε με το που τέλειωνε η συναυλία, τη θυμάμαι να κάθεται λίγο χάμω στο αλατωρυχείο σαν να σκεφτότανε κάτι σημαντικό ή να ήταν ζαλισμένη. Αν ήμουνα πιο ξεβγαλμένος τύπος θα της μιλούσα τότε αλλά δεν το έκανα. Ίσως έπρεπε. Δεν της μίλησα πάντως. Τι τα ψάχνεις τώρα. Η ουσία είναι πως οι Ντεθ Μασίν δεν ξαναπαίξανε. Στα μέρη μας τουλάχιστον. Μπορεί να παίζουνε κάπου αλλού. Μπορεί να ξαναρθούνε. Θυμάσαι τι είπε; Θα τα ξαναπούμε, είπε. Αυτό κάπως σαν να στοίχειωσε μέσα μας και από τότε τους περιμέναμε. Περάσανε τόσα χρόνια κι όμως ακόμη τους περιμένουμε. Όλο και περνάμε τάχα μου τυχαία από το μέρος εκείνο αργά κάποιο βράδυ. Τίποτε όμως. Άλλη μια φορά πήγαν να το κλείσουνε. Φέρανε μπετονιέρα και ρίξανε τσιμέντο. Κι ύστερα από μια βδομάδα πάλι η τρύπα ανοιχτή και γύρω γύρω τσιμέντο. Αυτός με την μπετονιέρα έγινε άγαλμα. Αλήθεια. Κάνα μήνα μετά εκεί που έριχνε κάτι μπετά, δεν πέφτανε τα μπετά, κατέβηκε να δει, κάπως μπερδεύτηκε και βρέθηκε στη μέση και έπεσε μεμιάς το τσιμέντο και χτίστηκε ολόκληρος. Άγαλμα έγινε σου λέω και τον πετάξανε με τα άλλα μπάζα στη χωματερή να μη μαθευτεί το πράγμα, και χρειαστεί να τον αποζημιώσουνε. Δεν τον έψαξε και κανείς εδώ που τα λέμε. Ακόμα εκεί είναι. Τώρα λένε πάλι ότι θα το κλείσουν το άνοιγμα. Ας το κάνουν. Δεν θα καταφέρουν τίποτε. Οι Ντεθ Μασίν δεν φάνηκαν ξανά αλλά η στοά δεν κλείνει. Και να σου πω το τελευταίο, αυτό όμως τώρα είναι απλώς λόγια. Λένε πως αν σταθείς για ώρα πολλή στο βράχο πάνω από τη στοά, τη νύχτα αργά, Παρασκευή αργά προς Σάββατο, θ’ ακούσεις μουσική. Μουσική που μοιάζει με εκείνη. Δεν ξέρω. Είπα κάτι πριν για τη μουσική. Λοιπόν, ανεβαίνω κι εγώ προς τα κει και καμιά φορά ακούω πράγματα. Ακούω κάτι που μπορεί να είναι ο αέρας που περνάει από τις στοές, τα κρωξίματα των νυχτερίδων, το παλιό αλάτι που κυλάει στα τοιχώματα, μπορεί να είναι και ήχος από σκουριασμένη ηλεκτρική κιθάρα. Τη μουσική εκείνη όμως ποτέ δεν την ξανάκουσα. Ποτέ δεν ξανάκουσα εκείνο το παλιό καλό χέβι μέταλ.

Το διήγημα εμπεριέχεται στο βιβλίο: "Γρηγόρης Παπαδογιάννης, Η πόλη πέρα απ΄το ποτάμι, εκδ. Publibook 2011" και αναδημοσιεύεται με την άδεια του συγγραφέα.

Γρηγόρης Παπαδογιάννης, Η πόλη πέρα απ το ποτάμι


Tags
Μουσικά Όργανα:κιθάρα



Γίνε ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ

Αν σου αρέσει να γράφεις, έλα στην ομάδα συντακτών του ανεξάρτητου, πολυφωνικού, υγιούς και δημοφιλούς ηλεκτρονικού περιοδικού του MusicHeaven και μοιράσου τις σκέψεις σου με τους πάνω από 4.000 καθημερινούς αναγνώστες του.

Στείλε μια δημοσίευση ή επικοινώνησε μαζί μας για απορίες!


σχόλια (1)

σχολιάστε το παραπάνω άρθρο:


Για να στείλετε σχόλιο πρέπει να είστε μέλος του MusicHeaven. Παρακαλούμε εγγραφείτε ή συνδεθείτε

Hastaroth Chat
Βετεράνος
#23129   /   19.07.2011, 20:31   /   Αναφορά
Πολύ ωραίο διήγημα!



Υπάρχει και μία ταινία τρόμου που λέγεται The Death Machine:

http://en.wikipedia.org/wiki/Death_Machine



Αλλά και ένα -πραγματικό- συγκρότημα (γιά την ακρίβεια,ένα μουσικό project στο οποίο συμμετέχουν κατά καιρούς διάφοροι μουσικοί.Περισσότερα εδώ:



http://www.reverbnation.com/daneandthedeathmachine


Πρόσφατα σχόλια

Αυτά τα διάβασες;