Ο Γιώργος Κριμιζάκης αφηγείται τη διαδρομή του από τις μπουάτ της Πλάκας στα τραγούδια που σημάδεψαν την ελληνική δισκογραφία.

Ο συνθέτης Γιώργος Κριμιζάκης, δημιουργός αξέχαστων επιτυχιών με τον Μιχάλη Βιολάρη, τον Τόλη Βοσκόπουλο, τον Χάρρυ Κλυνν, τον Νίκο Νομικό, τον Γιάννη Πουλόπουλο, τη Μαρινέλλα και άλλους, μας διηγείται την υπέροχη διαδρομή του στον κόσμο της ελληνικής δισκογραφίας!
Γιώργος Κριμιζάκης: Γεννήθηκα στο Ηράκλειο, στην Κρήτη, το 1943. Ο πατέρας μου είχε στο Ηράκλειο το μεγαλύτερο κατάστημα με παπούτσια. Η αδελφή μου μάθαινε πιάνο με μία καθηγήτρια, την Ισμήνη Κοκκινάκη. Τότε τα παιδιά μάθαιναν πιάνο στα σπίτια, δεν πηγαίναν στα ωδεία, κι ερχόταν η καθηγήτρια στο σπίτι, όπου είχαμε πιάνο, κάθε Τετάρτη και Παρασκευή. Μία Παρασκευή, λοιπόν, είχε έρθει η Κοκκινάκη στο σπίτι μας 10 λεπτά πιο μπροστά γιατί είχε τελειώσει πιο νωρίς από κάποια άλλη δουλειά. Έπαιζα στο πιάνο και με το που ακούω να χτυπάει το κουδούνι σηκώθηκα κι έφυγα. Ανοίγει, λοιπόν, η μάνα μου και λέει η Κοκκινάκη:
- Α, σήμερα είναι πολύ μελετηρή η Μαρίνα.
- Μα… η Μαρίνα δεν είναι εδώ.
- Και ποιος παίζει πιάνο;
- Ο αδελφός της, ο Γιώργος.
- Και που μαθαίνει πιάνο;
- Δεν μαθαίνει.
- Φερ’ τον εδώ πέρα!
Και με ρωτάει:
- Πας σε ωδείο;
- Όχι.
- Και πώς το παίζεις αυτό το πράγμα;
- Το άκουγα από την αδελφή μου και από εσάς που της διδάσκατε.
- Είσαι ταλέντο! Θα σου κάνω δωρεάν μαθήματα!
Αργότερα, ο πατέρας μου με έστειλε στην Ιταλία να μάθω σχεδιαστής παπουτσιών μόδας. Πήγα, έμαθα και γύρισα. Πήγα με κοντά παντελονάκια και ήρθα με μακριά. Όταν άρχισα να κάνω παπούτσια για πελάτες και πελάτισσες του πατέρα μου, είχα τόσο μεγάλη αποδοχή από αυτούς, που ο πατέρας μου μού έλεγε να πάω στην Αθήνα, επειδή είχε πολλούς συναδέλφους του -Σεβαστάκης, Μουρατίδης… ήταν πολλοί- μήπως εξελιχθώ περισσότερο. Κάποια στιγμή, ήταν Σαββατοκύριακο, ένας φίλος μου μού λέει:
- Πάμε στην Πλάκα;
- Πάμε!
Ήτανε Απόκριες. Εγώ δεν ήξερα τι είναι η Πλάκα. Υπήρχανε οι μπουάτ τότε και πήγαμε στις Εσπερίδες. Ήτανε ένα μαγαζί-μπουάτ του Γιάννη του Αργύρη. Πήγαμε εκεί πέρα, μου άρεσε πάρα πολύ σαν χώρος και σαν μαγαζί που δεν έχω ξαναδεί -δεν υπήρχανε στο Ηράκλειο μπουάτ- και κάτσαμε μέχρι αργά. Όταν τελειώσανε και έφυγε ο κόσμος, 2 η ώρα, μέχρι να ‘ρθει ο λογαριασμός μας να πληρώσουμε λέω στον Αργύρη:
- Να κάτσω λίγο στο πιάνο;
- Παίζεις πιάνο;
- Όχι. Ερασιτεχνικά.
Και κάθισα και έπαιξα κάνα δυο τραγούδια, που τα έπαιζα ερασιτεχνικά, τα «Παιδιά Του Πειραιά» και τέτοια, και με ρώτησε:
- Πώς σε λένε;
- Γιώργο!
Δεν του είπα το επίθετό μου.
- Πού μένεις;
- Στη Νέα Ελβετία.
Πληρώσαμε και φύγαμε. Κάποια στιγμή, λοιπόν, του έφυγε ο πιανίστας από τις Εσπερίδες γιατί πήγε στρατιώτης, και στη μέση της σεζόν δεν μπορούσαν να βρούνε πιανίστα γιατί όλοι ήταν αγκαζαρισμένοι, οπότε με θυμήθηκε ο Γιάννης.
- Το παιδάκι αυτό που έπαιζε, ο Γιώργος; Να τον βρούμε;
- Πού να τον βρούμε;
- Στη Νέα Ελβετία!
Πάνε στη Νέα Ελβετία και ρωτάνε:
- Ξέρετε κάποιον Γιώργο που ξέρει πιάνο;
Πουθενά! Εκεί που ήταν να φύγουν οι άνθρωποι, πήγανε στον χασάπη της πλατείας.
- Μάλλον θα ξέρει αυτός.
- Ε, άμα δεν ξέρει αυτός, πάμε να φύγουμε.
- Μήπως ξέρετε κανέναν πιανίστα Γιώργο;
- Δυστυχώς, δεν ξέρω κανέναν. Αλλά, αν θέλετε, χτυπήστε το κουδούνι σ’ εκείνη την πολυκατοικία απέναντι. Είναι μία κοπελίτσα που παίζει πιάνο, μήπως είναι κανένας συνάδελφός της και τον ξέρει αυτή.
Πάει ο Γιάννης, χτυπάει το κουδούνι που του είπε ο χασάπης, και ανοίγω εγώ! Μόλις με βλέπει ο Γιάννης τρελάθηκε.
- Εδώ είσαι και σε ψάχνω; Έχω φάει όλο τον κόσμο!
- Τι με θέλετε;
- Να έρθεις στο μαγαζί για πιανίστας!
- Δεν κάνω εγώ για τέτοια πράγματα διότι παίζω εντελώς ερασιτεχνικά αφενός, και από την άλλη ξέρω μόνο 2-3 πραγματάκια.
- Βρε, έλα στο μαγαζί και θα μάθεις κι άλλα!
Να μην τα πολυλογώ, πήγα εκεί, στο μαγαζί, αλλά τη δεύτερα μέρα που πήγα σαν μεροκαματιάρης, με είδε ο Γιάννης ο Αργύρης που έκλαιγα.
- Τι έχεις, ρε Γιώργο;
- Δεν ξέρω κομμάτια και ο κόσμος με ρωτάει «παίξε κάτι άλλο, το ξέρεις αυτό;» και ντρέπομαι.
- Δεν πας σε κάνα ωδείο;
- Δεν έχω λεφτά, πρώτον, για ωδεία και δεν έχω στο σπίτι μου πιάνο για να μελετάω.
Μου δίνει τα κλειδιά από τις Εσπερίδες και μου λέει:
- Από σήμερα μένεις εδώ να μελετάς! Και μετά θα σου φέρω εγώ έναν πιανίστα που είναι ο καλύτερος της Ευρώπης. Ο Σπύρος Μιχαηλίδης! Και θα σου μάθει αυτός δωρεάν.
Μέσα σε 25 μέρες, που μου έκανε μάθημα ο Σπύρος, γίναμε φίλοι και ερχόταν κάθε μέρα στην μπουάτ και μου έδειχνε και έβγαλα ύλη πέντε ετών ωδείου. Εγώ, 23 ετών τότε, τις πρώτες μέρες συνέχισα να πηγαίνω στο μαγαζί του πατέρα μου, του ζωγράφισα τα διάφορα σχέδια, αλλά είχα αποφασίσει τόσο πολύ να ασχοληθώ με τη μουσική, που τα παράτησα όλα. Του λέω:
- Μπαμπά, θα κάνω αυτό που μου αρέσει, πάρε κάποιον άλλον στη θέση μου.
Δεν έφερε καμία αντίρρηση ο πατέρας μου. Διέκοψα αυτό που έκανα σαν σχεδιαστής γιατί άρχισα να δίνομαι στη μουσική και έπεσα με τα μούτρα στα μαθήματα που μου έκανε ο Μιχαηλίδης.
ΣΤΕΛΛΑ – Κώστας Βενετσάνος
(1969, μουσική: Γιώργος Κριμιζάκης, στίχοι: Σώτια Τσώτου)
Γ.Κ.: Κάποια στιγμή, μου λέει ο Γιάννης ο Αργύρης:
- Να γράψουμε ένα τραγούδι μαζί;
- Τι θα γράψουμε μαζί;
- Εγώ θα σου γράψω τους στίχους κι εσύ θα βάλεις τη μουσική. Να δούμε. Θα πετύχουμε κάτι;
Μου έδωσε έναν, το κάνω, τρελάθηκε αυτός, αρχίζει και το τραγουδάει το βράδυ στο μαγαζί, περάσανε μήνες και ένα-δυο χρόνια, και άρχισα να δυναμώνω εγώ μέσα μου, είχα και την κάλυψη των μαθημάτων του Μιχαηλίδη, και είχε ανοίξει τότε ένα μαγαζί ο Νίκος ο Καζής, ο ηθοποιός, τα Ταβάνια, μια μπουάτ, και μου πρότεινε να πάω εκεί να αναλάβω την μπουάτ. Είχε πάρει τη Μαρίζα την Κωχ σαν πρώτο όνομα, που είχε έρθει από τη Γερμανία, και πήγα εγώ και ήταν εκεί πέρα και ο Γιάννης ο Πάριος, άγνωστος εντελώς τότε, και μία άλλη κοπελίτσα. Και μου λέει:
- Εσύ δεν θα ασχοληθείς μ’ αυτούς. Θα παίζεις με την Μαρίζα την Κωχ, αλλά θα βγαίνει ο Πάριος με κάνα δυο τραγουδάκια που θα λέει με κιθάρα και μετά θα βγαίνεις εσύ με την Κωχ.
Κάποια στιγμή, λοιπόν, μου λέει ο Νίκος ο Καζής:
- Εδώ στη μπουάτ, συνηθίζεται να έρχεται μία φορά την εβδομάδα ένας καλλιτέχνης επώνυμος για να μαζεύουμε κόσμο. Και θα φέρω τον Κώστα τον Βενετσάνο, που έχει την τηλεοπτική εκπομπή «Χαρούμενη Αθήνα», οπότε καν’ του καμιά προβίτσα κάνα δυο τραγουδάκια, να τα πει, να τελειώνουμε.
- Εντάξει.
Έρχεται ο Κώστας και μου λέει:
- Ρε Γιώργο, δεν μου δίνεις κανένα δικό σου τραγουδάκι να πούμε; Γιατί αν πω ένα τραγούδι του Βοσκόπουλου, θα με συγκρίνουνε και θα με βρούνε σκάρτο.
- Πρέπει να βρω έναν στίχο…
- Έχω φέρει μαζί μου στιχουργό που θέλει να σε γνωρίσει. Να στη φέρω;
- Πού την έχεις;
- Στο αυτοκίνητο!
Την φέρνει. Ήταν η Σώτια Τσώτου. Έκανε τότε γνωριμίες με νέους καλλιτέχνες. Με γνωρίζει και της λέω:
- Πρέπει να μου φέρεις κάτι δικό σου, για να δω αν ταιριάζουν τα χνώτα μας.
- Σου έφερα ένα. Παρ’ το και όποτε το κάνεις πάρε με τηλέφωνο.
Μου δίνει το τηλέφωνό της.
- Πότε να σε πάρω τηλέφωνο;
- Μέχρι τις 6 το πρωί, εγώ όλο το βράδυ εργάζομαι. Από τις 6 το πρωί και μετά κοιμάμαι και την άλλη μέρα πάλι δουλειά στις 6 το απόγευμα.
Μου έδωσε το «Είναι νωρίς για δάκρυα Στέλλα». Αυτό είναι το πρώτο τραγούδι που μου έδωσε. Καθώς οδηγούσα, όταν έφυγα από την μπουάτ να πάω σπίτι μου, μέσα μου το δημιουργούσα. Με το που πάω στο σπίτι, το παίζω αυτό που είχα σκεφτεί και λέω να πάρω τη Σώτια να της το πω. Την παίρνω, λοιπόν, τηλέφωνο.
- Σώτια, είμαι ο Γιώργος ο Κριμιζάκης.
- Έλα! Θες κάτι να διορθώσεις;
- Όχι, θέλω να σου το παίξω.
- Ποιο να μου παίξεις;
- Το τραγούδι που μου έδωσες!
Μόλις το παίζω, μου λέει:
- Από σήμερα παντρευόμαστε! Ό,τι θέλεις θα παίρνεις εμένα μόνο τηλέφωνο κι ό,τι τραγούδια έχω θα τα δίνω σε σένα! Και άμα θέλει κάποιος ένα τραγούδι, θα δω ποια δεν αρέσουν στον Γιώργο και θα του τα δίνω.
Έτσι άρχισε σιγά-σιγά η ζωή μου στον χώρο της καλλιτεχνίας. Κάποια στιγμή, μου λέει ο Γιάννης ο Αργύρης:
- Γιατί δεν πας στον Μάτσα να ακούσει τα τραγούδια σου;
- Ποιος είναι ο Μάτσας;
- Ένας που έχει τη μεγαλύτερη δισκογραφική εταιρεία! Τη Minos!
- Να πάω.
Πάω, λοιπόν, και, σαν πρώτη δουλειά που έκανα, του παρουσιάζω τρεις καλλιτέχνες. Τον Κώστα Βενετσάνο, με την «Στέλλα», τον Γιάννη Πάριο, που του έδωσα ένα τραγουδάκι να το πει, και τη Χαρούλα Αλεξίου. Αυτούς τους τρεις. Με το που κάνουμε την «Στέλλα», τρελαίνεται ο Μάτσας, με τον Πάριο κάναμε δύο τραγούδια, το «Τόπι» (1969) -«Αγάπη μου, αγάπη μου / δεν είν’ η αγάπη τόπι / να παίζουν οι ανθρώποι»- και το «Μια Γυναίκα κλαίει στη Βροχή», και μου είπε:
- Έλα αύριο να υπογράψουμε και να ετοιμαστείς να κάνεις κάτι για τη Χαρούλα!
Πάω την επαύριο και μου δίνει ένα συμβόλαιο 2%. Λέω:
- Δεν έβαλες την ενορχήστρωση!
- Έλα μωρέ! Αφού θα τα κάνεις εσύ αυτά, είναι δικά σου τα τραγούδια, δεν θα κάνεις αλλουνού!
- Όλες οι εταιρείες δίνουν για την ενορχήστρωση!
- Ε, βάλε έξι κατοστάρικα.
- Ο Πατσιφάς, η Λύρα, που είναι εταιρεία πολύ πιο μικρή από σένα, δίνει ενάμισι χιλιάρικο. Αν η Λύρα δίνει ενάμισι χιλιάρικο, εσύ πρέπει να δώσεις πέντε! Αλλά εν πάση περιπτώσει, δώσε μου ενάμιση χιλιάρικο.
- Έξι κατοστάρικα!
- Άμα δεν μου βάλεις ενορχήστρωση, δεν υπογράφω!
- Βάλε επτά κατοστάρικα.
Εκεί, λοιπόν, τσακωθήκαμε και πήγα στον Πατσιφά, όπου με πήγε ο Βιολάρης. Στο μαγαζί που έπαιζα στην Πλάκα, ήτανε η Χωματά με τον Βιολάρη ντουέτο. Μου λέει κάποια στιγμή ο Μιχάλης:
- Δεν θα μου δώσεις και μένα κάνα τραγούδι;
- Μιχάλη μου, δεν έχω έτοιμα τραγούδια ακόμα. Δεν γράφω πολλά. Δεν έχω σπίτι μου δέκα τραγούδια, να σου πω έλα να πάρεις. Έχω ένα τραγούδι που έχω βγάλει, τη «Στέλλα». Άμα θες να το πεις…
- Παίξ’το μου να το ακούσω.
Το παίζω.
- Μ’ αρέσει! Όχι μόνο θα το λέω, αλλά με αυτό θα κλείνω το πρόγραμμά μου!
Του το μαθαίνω, λοιπόν, αρχίζει και το λέει στο μαγαζί, πήγαινε ο κόσμος στα δισκάδικα και έλεγε:
- Θέλω την «Στέλλα» με τον Βιολάρη.
- Δεν υπάρχει τέτοιος δίσκος. Έχω μία «Στέλλα» που λέτε, αλλά την τραγουδάει ο Βενετσάνος.
- Όχι, με τον Βιολάρη!
- Δεν έχω.
Αυτό συνέβη σε ένα μαγαζί, σε δύο, σε τρία…, τον παίρνανε τον Πατσιφά στην εταιρεία, τότε ο Μαραβέλιας ήτανε στο λογιστήριο, και τον είχανε τρελάνει με την «Στέλλα» του Βιολάρη. Φωνάζει ο Πατσιφάς τον Βιολάρη.|
- Τι είναι αυτή η «Στέλλα» που μου ζητάνε;
- Ένα τραγούδι του Κριμιζάκη, που το έχει πει ο Βενετσάνος, και μου το έχει δώσει και το λέω στο μαγαζί και αρέσει πάρα πολύ.
- Να το κάνεις δεύτερη εκτέλεση!
Το κάνει δεύτερη εκτέλεση ο Βιολάρης και γίνεται χαμός με το τραγούδι αυτό. Το ένα συμβάν μετά το άλλο, ήταν η εποχή εκείνη που οι καλλιτέχνες ήτανε καλλιτέχνες. Δηλαδή εργάζονταν για το κάθε τραγούδι τους στα μαγαζιά, μα και στα δισκοπωλεία. «Περάστε να βγάλουμε μία φωτογραφία, κύριε Γιώργο, να την έχουμε». Κατάλαβες τι γίνεται; Τώρα δεν υπάρχουν δισκογραφικές. Για να κάνεις ένα τραγούδι σημαίνει πως εκείνη την στιγμή που το γράφεις τρελαίνεσαι με το «παιδί», αλλά μετά μπορεί να υπάρχουν άλλα ανώτερα, που σε κάνουν να ξεχνάς τα προηγούμενα και θυμάσαι τα πιο «ανεβασμένα».
Το «Έτσι Είμαστε» (1972, στίχοι: Σώτια Τσώτου), το έδωσα στον Γιάννη Πετρόπουλο και όταν το άκουσε είπε:
- Ρε συ, αν πούμε αυτό το τραγούδι θα χαλάσει ο κόσμος!
Και το τραγούδι πήρε το Β’ βραβείο στη Βουλγαρία. Θα σου πω ένα πολύ χαρακτηριστικό: η πρώτη μου γυναίκα, Μαρία Ζοάννου λεγότανε, ήτανε τραγουδίστρια. Και πάει στη Γερμανία να τραγουδήσει σε ένα μαγαζί. Με πήρε τηλέφωνο κι εγώ είχα εδώ πέρα έναν από τους στιχουργούς μου, τον Νίκο Μπακογιάννη. Ο αδελφός του, ο Παύλος, ήταν στη Γερμανία. Μου λέει, λοιπόν, η Μαρία:
- Θέλει να σου μιλήσει ο Παύλος.
Και μου λέει:
- Χαίρομαι που, έστω και τηλεφωνικά, γνωριζόμαστε. Θέλω να συναντηθούμε κάποια στιγμή. Γίνεται ένα φεστιβάλ εδώ πέρα στη Γερμανία και μέχρι τώρα είναι 27 χώρες που λαμβάνουν μέρος. Θέλεις να λάβεις μέρος με κανένα τραγούδι;
- Χώρα είμαι εγώ;
- Όχι, θα είσαι σαν συνθέτης των Ελλήνων του εξωτερικού.
- Αν μπορείς να το κάνεις αυτό…
- Στείλε μου μέχρι την Παρασκευή ένα τραγούδι έτοιμο, δηλαδή ενορχήστρωση, μουσική και στίχους από κάτω.
Λέω στη Σώτια:
- Σώτια, γράψε μου ένα τραγούδι.
Τότε είχαμε χούντα κι αυτή μου έγραψε τη «Συνωμοσία». «Συνωμοσία Των Παιδιών». Μου άρεσε εμένα σαν στίχος, το γράφω το τραγούδι, το στέλνω του Παύλου και μου λέει:
- Τι τραγούδι είναι αυτό;
- Δεν σου αρέσει;
- Δεν μπορείς αυτό να το στείλεις εσύ. Θα το στείλω εγώ.
- Επειδή φεύγω και πάω αύριο στο Παρίσι, πάρε το τηλέφωνο του ξενοδοχείου. Πότε γίνεται το φεστιβάλ;
- Την Κυριακή.
- Ωραία. Πήγαινε την Κυριακή εκεί και πάρε με τηλέφωνο να μου πεις τα αποτελέσματα.
Με πήρε, λοιπόν, την Κυριακή στο τηλέφωνο.
- Έλα, Γιώργο!
- Ναι. Πες μου κάνα νέο!
- Είμαστε πολύ ικανοποιημένοι!
- Τι σειρά πήρε; Πόσοι λάβανε μέρος;
- 27, κι εσύ 28.
- Τι θέση πήραμε; 20;
- Όχι, πιο πάνω.
- 15;
- Πιο πάνω, πιο πάνω.
- Ε, λέγε μου μην με τρελάνεις!
- Πειράζει που πήρες το πρώτο βραβείο;
- Σοβαρολογείς τώρα;
Έρχομαι στην Ελλάδα και μου λέει ο Πατσιφάς:
- Δεν μπορώ να το βγάλω αυτό.
«Συνωμοτήσαν τα παιδιά / κι είπαν θα βάλουνε φωτιά / στον κόσμο των γονιών τους / Όλα τους φαίνονται στραβά /… / τους λέει το λογικό τους / γιατί στη φτωχογειτονιά είναι τα σπίτια χαμηλά / τόσο μικρά, τόσο στενά, που ούτε η φτώχεια δεν χωρά / Και γίναν οι εκκλησιές τόσο μεγάλες και ψηλές, αφού κανείς φτωχός εκεί ούτε κοιμάται ούτε ζει». Θυμάμαι τους στίχους. Του 1970 ήταν αυτό [σ.σ.: τελικά το τραγούδι δεν κυκλοφόρησε ποτέ!]. Την ίδια εποχή γνώρισα τη Χαρούλα Αλεξίου. Είχε και φακίδες πάρα πολλές και μου την έφερε ο Κώστας ο Βενετσάνος, αλλά ήταν κι η Σώτια μαζί.
- Είναι από τη Θήβα και θέλει να κάνει καριέρα κάποια στιγμή. Να τη βοηθήσουμε;
Την είχα κάπου 7 μήνες τη Χαρούλα εδώ, σε καθημερινή βάση, σαν μαθήτριά μου. Ερχότανε 5-5:15, το απόγευμα, και έφευγε 9:30 το βράδυ. Τραγούδαγε πρώτα τα πιο κλασικά τραγούδια, Μοσχολιού και τέτοια, αλλά μιμείτο το ύφος το λαϊκό. Είχε τη λαϊκή χροιά η φωνή της. Της έκανα, λοιπόν, μαθήματα, «πες το αυτό έτσι», «ξαναπές το», έχω πάνω [στο στούντιο] μαθήματα με τη Χαρούλα, αποτυχημένα από κάποιους άλλους, δηλαδή είχανε έρθει πολλοί ηθοποιοί να τους μάθω να τραγουδάνε, αλλά άμα δεν αξίζει η φωνή όσο και να τους μάθεις δεν γίνεται. Για μένα δεν είναι φάλτσος κάποιος. Λένε «είναι φάλτσος αυτός, δεν κάνει». Δεν υπάρχει φάλτσος. Απλά, δεν ακούς καλά. Αν δεν ακούς καλά, δεν μπορείς να διορθώσεις αυτό που είναι λάθος. Αν άκουγες καλά, το λάθος θα το διόρθωνες. Με τη Χαρούλα βάλαμε 10 τραγούδια μπροστά και καθημερινά ήμασταν «πες το τώρα αυτό», «πες το τώρα εκείνο», «το ‘πες κάπως καλύτερα, να το πούμε κι αυτό κάπως καλύτερα» και «θα συνεχίσουμε αύριο». Δηλαδή, δεν κάναμε για να μάθουμε ρεπερτόριο, κάναμε για να διορθώσουμε το ύφος των τραγουδιών. Κάθε τραγούδι που βγαίνει από μένα, γίνεται θεατρικό μέσα μου και ύστερα βγαίνει. Έτσι έχω συνηθίσει από μικρό παιδί. Δηλαδή 20 χρονών αν έγραφα, όπως γράφω τώρα θα γράφω.
ΤΙ ΛΩΖΑΝΗ, ΤΙ ΚΟΖΑΝΗ – Μιχάλης Βιολάρης
(1973, μουσική: Γιώργος Κριμιζάκης, στίχοι: Γιάννης Κακουλίδης)
Γ.Κ.: Με τον Κακουλίδη γράφαμε πολλά τραγούδια. Ερχότανε σπίτι μου κάθε μέρα, απ’ το πρωί ως το βράδυ. Ξεκινήσαμε σατιρικά αλλά γράψαμε και πολλά «καθώς πρέπει» τραγούδια. Αυτό το τραγούδι, όμως, ήταν από τα λαϊκά -που δεν είχα ξαναγράψει εγώ λαϊκά. Επειδή ήξερα το ταλέντο που είχε, έκανα τα τραγούδια μου σαν θεατρικό μικρού μήκους. Σαν σίριαλ. Του άρεσε πάρα πολύ και του Γιάννη και μου λέει:
- Πιστεύω ότι άμα βάλεις μουσική σ’ αυτό, θα γίνει πάταγος!
Όταν μου το έδωσε, πραγματικά μου άρεσε και μένα και όταν το πήγα του Μάτσα -πριν μαλώσω μαζί του- και τον ρώτησα, μού λέει:
- Δεν κάνει για τον Βενετσάνο αυτό. Θα βρούμε άλλον τραγουδιστή.
Και μου λέει τον Νταλάρα.
- Πάρε το παιδί αυτό, λέγεται Νταλάρας, έχει πολύ ωραία λαϊκή φωνή και πρέπει να είναι στα μέτρα σου.
Όντως, μου τον στέλνει, καθόμαστε σπίτι και ήταν μια χαρά παιδί. Όμως, επειδή εν τω μεταξύ μάλωσα με τον Μάτσα και δεν μου ερχόταν να του το πω ή να του πω «έλα μαζί μου στην τάδε εταιρεία», του λέω:
- Γιωργάκη, θα τα ξαναπούμε εμείς. Επειδή έχω κάτι δουλειές να κάνω, δεν μπορώ να ασχοληθώ μαζί σου αυτή την στιγμή.
- Μαέστρο μου, όποτε μπορέσεις. Δεν είναι κάτι επείγον. Απλά ο Μάτσας μού είπε «είναι πολύ καλός συνθέτης ο Γιώργος Κριμιζάκης, έχε τον από κοντά».
- Ναι, αυτόν τον καιρό δεν μπορώ ν’ ασχοληθώ. Θα σε πάρω εγώ τηλέφωνο.
Κι έτσι το τραγούδι αυτό το έκανα στον Πετσίλα. Ο Πετσίλας ήταν τότε διευθυντής στην ΕΜΙ. Κάποια στιγμή, λοιπόν, μου λέει αυτός:
- Αυτό το τραγούδι θα κάνει δουλειά, αλλά επειδή είναι σατιρικό δεν μπορώ να σου δώσω πολλά ποσοστά. 1% θα σου δώσω κι αυτό επειδή είναι σατιρικό το τραγούδι.
Θεωρούσε ότι τα σατιρικά τραγούδια δεν πουλάνε. Και του λέω:
- Εγώ 4% παίρνω!
Τόσα είχα φτάσει να παίρνω από τον Πατσιφά. Μου λέει:
- Τι 4%; 1% κι αυτό επειδή είσαι εσύ!
- 4%!
- Έλα ρε Γιώργο, αφού δεν πουλάνε αυτά τα τραγούδια! Αυτό αν πουλήσει 3.000 θα σου ανάψω λαμπάδα!
- Δηλαδή, εσύ νομίζεις ότι πάνω από 3.000 δεν πουλάει;
- Άμα πουλήσει πάνω από 3.000 θα είναι ευτυχία!
- Εντάξει. Μέχρι τις 50.000 δεν θέλω φράγκο. 50.000+1 θέλω το 50%!
Τρελαίνεται ο Πετσίλας. Μην στα πολυλογώ, μου είπε αυτός, του είπα εγώ, φτάσαμε στο 3%. Φεύγω εγώ, πάω σπίτι μου και τη δεύτερη μέρα με παίρνει τηλέφωνο.
- Θα περάσεις αύριο από το γραφείο μου, που σε θέλω;
- Όχι, δεν μπορώ γιατί γράφω τραγούδια με τον Βιολάρη.
- Τη Δευτέρα μπορείς;
- Δευτέρα.
- Μη τύχει και δεν περάσεις τη Δευτέρα!
Πάω τη Δευτέρα, με αγκαλιάζει, με φιλάει και μου λέει:
- Ο Θεός με βοήθησε, απάνω στο πείσμα το δικό σου, να μην προβάλω το δικό μου πείσμα και να σου πω «μέχρι τις 50.000 που είπες, δεν παίρνεις φράγκο, και πάνω από τις 50.000 το 50%». Μ’ έσωσε ο Θεός!
- Γιατί;
- Γιατί έχουνε περάσει 17 μέρες κι έχει πουλήσει 1.200.000!
ΣΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ ΘΙΑΣΟΣ – Μαρινέλλα
(1975, μουσική: Γιώργος Κριμιζάκης, στίχοι: Σώτια Τσώτου)
Γ.Κ.: Πήγαμε στο στούντιο και μου λέει η Μαρινέλλα:
- Σε παρακαλώ, Γιώργο, πες το μια φορά εσύ με χαμηλή φωνή. Θέλω να στο κλέψω όπως το λες. Μετά θα πάω να το πω εγώ. Εσείς κλείστε μου τα φώτα, να μην σας βλέπω, κι άστε με να το πω μια φορά έτσι. Άμα το ακούσεις, πες μου «εδώ πέρα έκανες αυτό», «πάρε πιο μεγάλη ανάσα», «εδώ κάνε αυτό» κ.λπ. Εντάξει;
Πραγματικά, λοιπόν, πάω, της το λέω, μετά ανεβαίνω στο control, σβήνουμε τα φώτα, και λέω:
- Τραγούδα!
Όταν το τραγουδάει και τελειώνει, ανάβω τα φώτα του control, και -με είδε, δεν με είδε- κάνει έτσι και πέφτει κάτω. Λέω «κοίταξε τι ηθοποιός που είναι, που έκανε πως λιποθύμησε». Λέω:
- Έλα, Μαρινέλλα, σήκω πάνω! Έλα να τ’ ακούσεις. Είναι πολύ ωραίο!
Δεν μιλάει.
- Μαρινέλλα;
Δεν μιλάει. Κατεβαίνω κάτω με τον Γιάννη, τον ηχολήπτη, και είχε λιποθυμήσει. Στην πολυκατοικία πάνω ήταν ένας γιατρός, Τζωρτζάκης λεγότανε. Τον φωνάζει ο Γιάννης, ήρθε, τσέκαρε, της έκανε ένεση για να συνέλθει, είπε ένα τραγούδι κι έφυγε όλο το βράδυ. Δηλαδή, 4 αρχίσαμε, 4:15 με 4:30 να πήγε, μέχρι τις 10 που είχαμε στούντιο έφυγε. Δεν είπε άλλο τραγούδι. Το τραγούδι αυτό, όπως γράφτηκε τότε, είναι αυτό που μπήκε στον δίσκο. Δεν το ξαναγράψαμε μετά.
ΣΕ ΤΙ ΚΟΣΜΟ ΒΡΕΘΗΚΑ – Τόλης Βοσκόπουλος
(1975, μουσική-στίχοι: Γιώργος Κριμιζάκης)
Γ.Κ.: Ο Τόλης Βοσκόπουλος, όταν μου ζήτησε τραγούδια, μου λέει:
- Έλα το μεσημέρι να φάμε, να τα πούμε, και φέρε και κάνα τραγουδάκι.
Και πήγα. Ο Βοσκόπουλος ήταν παντρεμένος με τη Μαρινέλλα. Με το που πάω, μου λέει:
- Μου έφερες κανένα τραγουδάκι;
Του δίνω ένα τραγούδι που είχα γράψει και τους στίχους. «Δοξάζω τον Θεό και λέω / σ’ ευχαριστώ που ζω ακόμα». Σηκώνεται και φεύγει και λέω της Μαρινέλλας:
- Τι έγινε;
- Πήγε μέσα και κλαίει.
Έρχεται βουρκωμένος.
- Εγώ θα το πω αυτό το τραγούδι;
- Σ’ αρέσει;
Του δίνω άλλα 3-4 τραγούδια και μου λέει:
- Θα πάρω τον Μάκη!
Εγώ δεν είμαι πονηρός. Λέω, κάποιον παραγωγό θα έχει. Τον παίρνει και του λέει:
- Έλα, Μάκη! Βρήκα κάτι τραγούδια, άσε να μην σου πω τι τραγούδια! Τα καλύτερα της καριέρας μου!
- Πότε θέλεις να γράψεις;
- Την Παρασκευή!
- Η Παρασκευή είναι όλη μέρα δικιά σου!
Μου λέει ο Τόλης:
- Γιώργο, την Παρασκευή να έρθεις. Εντάξει; Από τις 8 το πρωί έως τις 4 το απόγευμα.
- Να πούμε και πόσα όργανα να βάλουμε…
Φωνάζει ο Μάκης [από το τηλέφωνο]:
- Όσα όργανα θέλει!
- Ποιος είναι αυτός, Τόλη; Να μου τον γνωρίσεις!
- Ποιον να σου γνωρίσω; Τον Μάκη;
- Ναι. Πρέπει να είναι σπουδαίος άνθρωπος για να δίνει τόσα πολλά!
- Τον Μάτσα δεν ξέρεις βρε;
- Τον Μάτσα έπαιρνες για να γράψουμε;
- Γιατί;
- Έχουμε μαλώσει και δεν…
Τον ξαναπαίρνει τηλέφωνο.
- Μάκη, ο Γιώργος μού είπε ότι…
- Έλα μωρέ, παιδιακίσια πράγματα, τόσα χρόνια πριν! Τα έχω ξεχάσει όλα! Εντάξει, απάνω σε μία στιγμή θυμού είπε κάτι αυτός, είπα κάτι εγώ εκείνη την στιγμή, τα έχουμε ξεχάσει όλα πες του! Καλημέρα!
Μου λέει ο Τόλης:
- Τα ‘χει ξεχάσει όλα αυτά.
- Εγώ δεν γράφω στον Μάτσα!
- Και τι θα κάνουμε τώρα;
Όταν τον είδα και σχεδόν έκλαιγε ξανά μπροστά μου γι’ αυτά τα τραγούδια, του λέω:
- Θα γράψω υπό την προϋπόθεση ότι ο Μάτσας δεν θα μπει στο στούντιο όσο είμαι εγώ μέσα. Είτε κάτω να διευθύνω ή απάνω στο control για να ακούω το τραγούδι, δεν θα μπει ο Μάτσας μέσα!
Και λέει ο Μάτσας:
- Ναι, ό,τι θέλει ο Κριμιζάκης!
Τελειώνω τα τραγούδια, με κλάματα εκεί όλος ο κόσμος, «τι τραγούδια είναι αυτά, ρε Τόλη», έρχεται η Μαρινέλλα να με αγκαλιάσει, κλαμένη κι αυτή, και μου λέει:
- Άσε να τα ακούσει ο άνθρωπος. Η εταιρεία δικιά του είναι. Άσε να μπει μέσα να το ευχαριστηθεί.
Μην στα πολυλογώ, είπα «πέστε του». Κι έτσι, μέσω του Βοσκόπουλου, μίλησα μετά από χρόνια ξανά με τον Μάτσα. Ο Βοσκόπουλος άμα συνειδητοποιούσε τι τραγούδια είχε να πει, μου έλεγε:
- Πρώτα θα φύγω εγώ και μετά θα φύγουν τα τραγούδια αυτά από το στόμα μου. Θα τα λέω όπου και να είμαι.
Έχω πάνω ηχογραφήσεις σε 10 διαφορετικές ηλικίες που το έλεγε. 40 χρονών, 50 χρονών, στο Ηρώδειο 70 χρονών… Με κατάλαβες; Θέλω να σου πω ότι πραγματικά δεν υπήρχε μέρα που να μην τραγουδήσει το τραγούδι αυτό. Δεν ήταν κάτι που το είπε για να «χαϊδέψει» εμένα. Όταν έκανα τον Βοσκόπουλο να κλαίει και να πει «άμα δεν το πω αυτό το τραγούδι θα πεθάνω», έφτασε η Μαρινέλλα να μου πει:|
- Θέλω ένα τραγούδι να μου κάνεις, όπως το «Σε Τι Κόσμο Βρέθηκα»!
Και της έκανα ένα άλλο τραγούδι, το «Αύριο» (1975, στίχοι: Σώτια Τσώτου), στην ίδια ρυθμική αγωγή που είχε και το τραγούδι του Βοσκόπουλου. Το είχε ερωτευθεί.
Έχω γράψει με πολλούς τραγουδιστές αλλά ξεχωρίζω τον Βοσκόπουλο και τον Πουλόπουλο -έλεγε τα «Ψέματα» (1977) και τρελαινόταν. Του Πουλόπουλου έπρεπε να του αρέσει το τραγούδι για να το πει, δεν του επιβαλλόσουν δηλαδή «πες αυτό το τραγούδι». Βέβαια, αυτό το έκανε ο συγχωρεμένος ο Πλέσσας, που τον έβγαζε πολλές φορές σε διάφορες ταινίες και τραγούδαγε ζωντανά και μπορεί κάποιο τραγούδι να μην του άρεσε του Πουλόπουλου αλλά το έλεγε επειδή θα έπαιζε στην ταινία. Σε άλλους, όμως, άμα δεν άρεσε κάτι δεν το έλεγε. Ξεχωρίζω επίσης τον Νομικό, τη Ρένα Κουμιώτη, τη Χωματά… Έχω τραγούδια με την Χωματά που είναι πολύ δύσκολα κι όμως τα είπε και χαρακτήριζε τον εαυτό της ότι ήταν τυχερή που συνάντησε εμένα. Ήταν πολύ καλή σαν τραγουδίστρια, μα και πολύ καλή και στην ψυχή. Ο Μιχάλης Βιολάρης έχει πει, επίσης, πολύ δύσκολα δικά μου τραγούδια. Με τον Μιχάλη έχουμε γράψει 70-80 τραγούδια. Τρία τραγούδια τού έδωσα για το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και τα τρία βραβευτήκαν: «Γύρνα Πίσω Αποστόλη» (1972), «Αν» (1974), «Κι Όμως Αγαπιόμαστε» (1977).
ΤΕΛΕΒΙΖΙΟΝ – Χάρρυ Κλυνν
(1978, μουσική-στίχοι: Γιώργος Κριμιζάκης)
Γ.Κ.: Με την πρώτη μου γυναίκα, τη Μαρία Ζοάννου, πήγαμε στην Αμερική, στο Σικάγο. Αυτή τραγουδούσε και εγώ έκανα πρόβες τα τραγούδια που θα έλεγε στο μαγαζί. Ήρθε, λοιπόν, εκεί πέρα ο Χάρρυ Κλυνν.
- Μαέστρο μου, σε παρακαλώ πολύ, θα ήθελα να με ακούσεις.
- Είσαι τραγουδιστής;
- Όχι, αλλά τραγουδάω ένα είδος σάτιρας και θα ήθελα να μ’ ακούσεις.
Κάποια στιγμή, λοιπόν, τον άκουσα. Είχε φέρει σε κασετοφωνάκι κάτι και έπαιζε, και το τραγούδαγε πάνω στην σκηνή. Είχε ηχογραφήσει μερικά τραγούδια και τα έκανε πιο σατιρικά, έκανε άλλα με γυναικεία φωνή, άλλα περιπαικτικά, και του λέω:
- Είναι πολύ καλό αυτό που κάνεις. Όποτε έρθεις στην Ελλάδα, πάρε με τηλέφωνο και έλα από το σπίτι να τα πούμε.
Του έδωσα το τηλέφωνό μου και του είπα ότι φεύγω π.χ. στις 20 του μηνός. Έφυγα εγώ στις 20 του μηνός και μετά από 2-3 μέρες, στις 23 του μηνός, με πήρε τηλέφωνο κι εγώ το χάρηκα γιατί νόμιζα ότι με έπαιρνε από την Αμερική.
- Μαέστρο μου, πήρα να δω τι κάνεις.
- Μια χαρά είμαι, Χάρρυ μου. Πότε θα έρθεις;
- Εδώ είμαι!
- Πού; Στην Ελλάδα;
- Ναι!
- Έλα από το σπίτι!
Ερχόταν κάθε μέρα από το σπίτι. Κάθε μέρα. Εγώ ήθελα να κάνω ζωντανή ηχογράφηση μιας εφημερίδας. Σαν ιδέα ήταν να κάνω το σατιρικό τραγούδι, να κάνω το πολιτικό τραγούδι, να κάνω τραγούδι για τη μόδα, να κάνω το τραγούδι που είναι για το ποδόσφαιρο, να κάνω δηλαδή μία εφημερίδα που να είναι ζωντανή. Ζωντανή ποια είναι; Ότι θα τραγουδάει ο Χάρρυ Κλυνν. Και του έβαλα την ιδέα να κάνουμε τη ζωντανή αυτή εφημερίδα. Η ιδέα του δίσκου ήταν δική μου. Το πρώτο τραγούδι που του έγραψα ήταν το «Τελεβιζιόν». Με δικούς μου στίχους. Τότε είχαμε δύο κανάλια. ΕΡΤ και ΥΕΝΕΔ. «Το ένα κανάλι μάς δείχνει ειδήσεις / το άλλο κανάλι δεν πιάνει καλά / κοιμάται ο πατέρας και μην τον ξυπνήσεις / αχ και να είχαμε κανάλια πολλά». Τώρα έχουμε 70 κανάλια και δεν μπορώ να δω κανένα. Με το που του λέω το πρώτο τραγούδι, τρελαίνεται. Με τον Χάρρυ Κλυνν έχω κάνει πολλά τραγούδια.
ΠΟΙΟΣ – Χάρρυ Κλυνν
(1978, μουσική-στίχοι: Γιώργος Κριμιζάκης)
Γ.Κ.: Δεύτερο τραγούδι, τρίτο τραγούδι, «Ποιος μου πήρε το μολύβι από τ’ αυτί μου / πώς θα γράψω τώρα γράμμα στην καλή μου. / Ποιος μου πήρε τη βεράντα από τον κήπο / Ποιος με πήρε απ’ το δωμάτιο και λείπω». Είναι βαθιά η φιλοσοφία του. Έχω γράψει, ένα, δύο, … πενήντα τραγούδια, πολλά από τα οποία είναι ανέκδοτα ακόμα. Πέντε-έξι που θα βρω απάνω, δεν έχουν ακόμα εκδοθεί. Δεν είναι ηχογραφημένα σε στούντιο, είναι πιάνο και φωνή -που τραγουδάω εγώ. Τα έχει τραγουδήσει για μένα ο Χάρρυ αλλά δεν προλάβαμε γιατί θα έπρεπε να κάνουμε πενήντα δίσκους. Κάποια στιγμή, λοιπόν, μου λέει ο Πετσίλας:
- Πάρε και τον Γιάννη Κακουλίδη που έχει ωραίο γράψιμο, άμα είσαι στρυμωγμένος και δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα.
Με τον Γιάννη γράψαμε πολλά τραγούδια μαζί και πολλούς δίσκους ατομικούς. Δεν κάναμε μόνο σατιρικά τραγούδια, κάναμε και ελαφρά πράγματα αλλά το περισσότερο ήταν πάνω στη σάτιρα. Έκανα τραγούδια με τον Γιώργο Μαρίνο, με στίχους που μου έχει γράψει ο Γιάννης Κακουλίδης. Τέλος πάντων, ο Κακουλίδης υπήρξε για μένα από τους κορυφαίους στιχουργούς μου, βέβαια με την Τσώτου έχω γράψει το 80% των τραγουδιών μου, αλλά έχω γράψει και με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, με τη Μάρω Μπιζάνη, τον Φώντα Φιλέρη, που ήταν ο άνδρας της Μάρθας Βούρτση, θέλω να πω ότι είχα πολλές επαφές με καλλιτέχνες. Η σάτιρα για μένα ήταν θέατρο. Δηλαδή να τραγουδάει ο τραγουδιστής ένα τραγούδι και να λύνεται ο άλλος από κάτω στα γέλια. Αυτό ήθελα να κάνω και αυτό το πέτυχε και ο Γιώργος Μαρίνος. Όταν έβγαζα ένα τραγούδι δικό μου και του το έδινα, έλεγε:
- Θα το πω στο μαγαζί και θα σου πω αύριο τι θα γίνει.
Τρελαινόταν ο κόσμος γιατί μετά ο Μαρίνος, σαν ηθοποιός, το έπαιζε αυτό θεατρικά, αλλά επηρεαζότανε από το ύφος που το έλεγα εγώ. Έχω πάνω στο στούντιο τραγούδια που τα τραγουδάω εγώ και μετά θα θυμάσαι πώς το είπα εγώ και πώς το είπε ο Χάρρυ Κλυνν, πώς το είπε ο Γιώργος Μαρίνος, κατάλαβες; Εγώ γράφω πολύ θεατρική σάτιρα.
ΤΟ ΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΛΟΧ ΝΕΣ – Χάρρυ Κλυνν
(1978, μουσική: Γιώργος Κριμιζάκης, στίχοι: Κώστας Τριπολίτης)
Γ.Κ.: Ο Χάρρυ Κλυνν μού πρότεινε τον Τριπολίτη. Έτσι έκανα τις πρώτες γνωριμίες, μέσω του Χάρρυ Κλυνν, με άλλους στιχουργούς. Δεν μ’ αρέσανε πολλά πράγματα, αλλά κράτησα αυτά που ήταν πιο κοντά σε μένα. Δεν θυμάμαι ακριβώς, αλλά με τον Τριπολίτη κάναμε δυο-τρία πράγματα. Και τον «Κύριο Χατζηλάστιχο». Δεν μπορούσα να τα κάνω όλα όσα μου δίνανε αλλιώς θα κάναμε 50 δίσκους με τον Χάρρυ Κλυνν. Δεν γινόταν αυτό το πράγμα. Αλλά με τον Χάρρυ Κλυνν έκανα πολύ μεγάλη δουλειά και θεατρικά έργα πολλά.
ΔΩΣΤΕ ΜΟΥ ΜΟΛΥΝΣΗ – Χάρρυ Κλυνν
(1979, μουσική: Γιώργος Κριμιζάκης)
Στον δίσκο γράφει «κείμενα Γιάννης Κακουλίδης-Χάρρυ Κλυνν» αλλά δεν ξέρουμε ποιος έγραψε τι.
Γ.Κ.: Κοίταξε να δεις. Καθόμασταν σ’ ένα τραπέζι τρεις, τέσσερις, πέντε, και μια ιδέα έλεγε ο Κακουλίδης, π.χ. «Δώστε μου μόλυνση και πάρτε την ψυχή μου». Εάν, λοιπόν, έγραφε έναν στίχο ο ένας, συμπλήρωνα εγώ από κάτω να κάνω ομοιοκαταληξία. Δεν ήταν, δηλαδή, ένας. Το 90% της γραφής μου είναι το πώς θα το πει το τραγούδι.
ΟΥΓΚΑΓΚΑ-ΜΠΟΥΜ-ΜΠΟΥΜ – Χάρρυ Κλυνν
(1979, μουσική: Γιώργος Κριμιζάκης, στίχοι: Γιάννης Κακουλίδης, Χάρρυ Κλυνν)
Γ.Κ.: «Ουγκάγκα-μπουμ-μπουμ, χι γκάπα γκουμ μπιρλί γκαγκά / αούγκιγκι αούγκιγκι μπάγκαλα γκαουγκακά». Απλώς μου έφερε έναν στίχο ο Γιάννης ο Κακουλίδης με τον Χάρρυ Κλυνν, μια μέρα σπίτι μου, και μου λένε:
- Σ’ αρέσει αυτό;
Μου άρεσε το «Ουγκάγκα Μπουμ». Είναι κάτι που θέλουν να πουν τα παιδάκια που δεν ξέρουν ακόμα ελληνικά καλά και λένε μόνο «μαμά», «μπαμπά» και ακατάληπτα. Αυτό μου άρεσε στο «Ουγκάγκα-Μπουμ-Μπουμ». Μου το άφησαν και, όταν το έπαιξα, μου λέει ο Κακουλίδης:
- Αυτό θα γίνει υπ’ αριθμόν ένα!
Όπως το «Τι Λωζάνη, Τι Κοζάνη». Κι έτσι έγινε.
ΔΡΟΣΟΣΤΑΛΙΑ ΜΟΥ – Νίκος Νομικός
(1980, μουσική: Γιώργος Κριμιζάκης, στίχοι: Σώτια Τσώτου)
Γ.Κ.: «Μικρή μου αγάπη, δροσοσταλιά μου». Στίχοι της Σώτιας Τσώτου. Τότε ήτανε στο κρεβάτι άρρωστη η Σώτια και έκανε βλακείες πολλές. Έδινε στον Χατζή π.χ. δύο τραγούδια και ζήταγε ένα χιλιάρικο. Εγώ αυτά δεν τα έκανα γι’ αυτό και ψιλοτσακωθήκαμε με τη Σώτια τότε. Κάποια στιγμή τα πούλαγε τα τραγούδια της και μένα δεν μου άρεσε αυτό το πράγμα. Το τραγούδι αυτό γράφτηκε στην ΕΜΙ. Μου είπε:
- Είναι ένα πολύ καλό παιδί, που τραγουδάει πολύ ωραία, και με παρακαλώ να του κάνουμε μερικά τραγούδια.
- Ε, φέρ’ τον.
Μου έδωσε ένα τραγούδι, τη «Δροσοσταλιά». Το έκανα, τρελάθηκε ο Νίκος μόλις το έπαιξα.
- Θα μου κάνεις και άλλα;
- Και βέβαια θα σου κάνω κι άλλα! Τι, εκεί θα μείνουμε;
Έτσι, σαν τις συνεργασίες που γίνονταν στις μπουάτ.
ΜΑΛΑΚΑ, ΠΙΟ ΜΑΛΑΚΑ – Χάρρυ Κλυνν
(1984, μουσική: Γιώργος Κριμιζάκης, στίχοι: Γιάννης Κακουλίδης)
Γ.Κ.: Εδώ, όπως ήμασταν κι οι τρεις, γράψαμε τον πρώτο στίχο. Μετά το υπόλοιπο το έγραψα εγώ. Είπαν τα παιδιά, σε καθημερινή βάση που βρισκόμασταν, να κάνουμε κι αυτό, κι όταν έγραψα το «Μαλακά, Πιο Μαλακά» λέω:
- Παιδιά, αφήστε τα. Έχω μια ιδέα!
- Τι ιδέα;
- Στο «Μαλακά, Πιο Μαλακά» να βάλουμε αλλού τον τόνο.
Και το έκανα όλο έτσι, ώστε όταν το ξαναπείς να πεις αναγκαστικά τη λέξη «μαλ…».

Υ.Γ. Η συνέντευξη έγινε στην οικία του Γιώργου Κριμιζάκη γι' αυτό και ευχαριστώ θερμά τον ίδιο και τη σύζυγό του, Μαρία, για τη φιλοξενία τους!
Αν σου αρέσει να γράφεις για μουσικά θέματα, σε περιμένουμε στην ομάδα συντακτών του ιστορικού, ανεξάρτητου, πολυφωνικού, υγιούς και δημοφιλούς ηλεκτρονικού περιοδικού μας.
Στείλε το άρθρο σου
σχολιάστε το άρθρο