(ή αλλιώς: Γιατί ο Bobby είναι ο σπουδαιότερος τραγουδοποιός όλων των εποχών;)

Το ερώτημα μπορεί να είναι έως και περιττό, αλλά είναι απολύτως θεμιτό. Οι απαντήσεις είναι πολλές, όμως η πιο καθοριστική βρίσκεται σε εκείνη την αίσθηση της ζωντανής, διαχρονικής υπέρβασης που διαπερνά το καλύτερο έργο του. Η ποίησή του είναι συγκλονιστική —αλλά δεν υπήρξε ο μόνος σπουδαίος ποιητής. Οι μελωδίες του σαγηνεύουν, αλλά το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τους Beatles. Η κοφτερή, σχεδόν επιθετική ερμηνεία του υπήρξε επαναστατική —αλλά με αντίστοιχο τρόπο και οι Kinks του επίσης αγαπημένου Ray Davies, ανέτρεψαν τα δεδομένα και η Joni Mitchell έφτασε εξίσου ψηλά, όπως και ο άλλος αγαπημένος, ο Neil Young. Ναι; Ναι!
Όμως: λόγια που να διαπερνούν το πνεύμα της εποχής όπως το «Like a Rolling Stone», έγραψε κανείς άλλος; Όχι! Μια αληθινή επανάσταση -τέτοια που το FBI να επιχειρεί ενεργά να την εξουδετερώσει, όπως συνέβη με το «Masters of War», πυροδότησε κανείς άλλος; Όχι! Έγραψε κανείς άλλος τραγούδι που να ώθησε 250.000 πολίτες να βαδίσουν προς την Ουάσινγκτον, όπως το «Blowin’ in the Wind»; Όχι! Γι’ αυτό ο Dylan είναι ο μεγαλύτερος. Δεν έγραψε απλώς σπουδαία τραγούδια. Έγραψε τραγούδια που είχαν σημασία. Και τα έγραψε πριν ακόμη μάθουμε πώς ακούγονται τα τραγούδια που έχουν σημασία.
Όλοι ξέρουμε ποια είναι η Johanna, που σε κάποιο άλλο σημείο την ονομάζει Madonna και σε ένα άλλο τραγούδι Ramona. Όσο για την Louise, είναι η μικρή αδελφή της, η Mimi, ενώ το "little boy lost", είναι ο ίδιος. Με μια επαναστατική ευφυΐα, ξεπήδησε μέσα από τις σελίδες του Jack Kerouac και του Allen Ginsberg και συνέχισε τη δική του αναζωογόνηση της διαχρονικής folk παράδοσης: την αποτύπωση της κουλτούρας πάνω στην κίνηση, τη στιγμή που γεννιόταν. Ο Dylan κοίταξε βαθιά τον κόσμο γύρω του και τον μετουσίωσε σε τραγούδια που αιμορραγούν —χτισμένα με τρεις συγχορδίες, ένα μπουφάν δανεισμένο από τον James Dean και μια φωνή που έμοιαζε να ανήκει σε όλους μας. Χωρίς να έχει τα παραμικρά διαπιστευτήρια για να γίνει σταρ, ο αινιγματικός και δύστροπος original vagabond, βγήκε από τις σκιές της παλιάς, αλλόκοτης Αμερικής και βρέθηκε να μαγνητίζει εκατομμύρια ανθρώπους με έναν νέο, ωμό και ηλεκτρισμένο τρόπο. Οι σύγχρονοί του ταράχτηκαν από την άναρχη παρουσία του. Και αν υπήρχε μία λέξη που κυριαρχούσε στο μνημείο επαίνων που του απέδωσαν, αυτή ήταν η ουσία. Από τον John Lennon μέχρι τον David Bowie, αμέτρητοι καλλιτέχνες αναγνώρισαν στον Dylan το σημείο καμπής της Rock μουσικής. Ήταν η στιγμή που μέσα σε έναν κόσμο που χρειαζόταν ήρωες με κάτι ουσιαστικό να πουν, συνειδητοποίησαν όλοι πως τα τρίλεπτα τραγουδάκια για πιασμένα χεράκια ανήκαν στο παρελθόν.
Έτσι, ήταν σχεδόν αναπόφευκτο ένας τόσο οξυδερκής νους να προσφέρει στον κόσμο το πρώτο διπλό album. Το Blonde on Blonde υπήρξε μια τολμηρή δήλωση που αψήφησε τη λογική των ραδιοφωνικών επιτυχιών. Ήταν τόσο ακριβό στην παραγωγή, που αμφισβήτησε ακόμη και την ιδέα ότι το έργο ενός δημοφιλούς καλλιτέχνη γίνεται πρωτίστως για το χρήμα. Χωρίς αυτή την προμηθεϊκή τόλμη, ίσως μεγάλο μέρος της εναλλακτικής κουλτούρας που ακολούθησε να μην είχε υπάρξει ποτέ. Ακόμη κι αν τα τραγούδια είχαν αποτύχει —κάτι που δεν συνέβη βέβαια— το ίδιο το concept θα αρκούσε για να φωτίσει ένα πιο τολμηρό μέλλον για την Rock μουσική. Ευτυχώς, τα τραγούδια όχι μόνο δεν απέτυχαν, αλλά εξακολουθούν να αντέχουν. Υπάρχει το παρεξηγημένο «Just Like a Woman»,
η αισθησιακή έλξη του «I Want You»,
η απελευθερωτική παραφροσύνη του «Rainy Day Woman #12 & 35», η πρωτοφανής 11λεπτη ερωτική εξομολόγηση του «Sad Eyed Lady of the Lowlands»,
το αριστουργηματικό «Visions of Johanna» και το «Stuck Inside of Mobile…», το τραγούδι που οι Rolling Stones θα ήθελαν να έχουν γράψει.
Στην πραγματικότητα, κάθε κομμάτι στέκει επάξια και κάποια πλησιάζουν το μεγαλειώδες. (Να σημειώσω εδώ, πως τα περισσότερα τραγούδια από αυτό το album, τα έπαιζα κάθε βράδυ στο Blue Note της Χαριλάου Τρικούπη, όπου κάθε χρόνο στις 24 Μαΐου, διοργάνωνα και πάρτυ για τα γενέθλια του αγαπημένου μου Bobby, στο οποίο πάρτυ έπαιζα αποκλειστικά μόνο δικά του κομμάτια και στο οποίο ήταν πάντοτε βέβαια καλεσμένος, αφού ποτέ δεν παρέλειπα να του στέλνω πρόσκληση. Πολλά μέλη του ΜΗ ήταν παρόντα σ’ αυτές τις εκδηλώσεις).
Όμως, δεν είναι τα μεγαλειώδη τραγούδια που κάνουν τον Dylan αυτό που είναι.
Οι Interpol έχουν γράψει σπουδαία τραγούδια και οι Gang of Four κυκλοφόρησαν albums που άλλαξαν τα δεδομένα. Αλλά πόσοι τα έχουν ακούσει; Η σύγχρονη κουλτούρα είναι γεμάτη από σημαντικά έργα που δεν αγγίζουν όμως τις μάζες. Η σπουδαιότητα δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει ακόμα και μετά την ακμή του Dylan, όμως, κανένα από αυτά τα έργα δεν πλησιάζει τον πύργο της επιρροής του. Η ικανότητά του να αρπάζει την κοινωνία από το πέτο και να τη σέρνει σε κάτι καινούργιο παραμένει απαράμιλλη. Θα μπορούσε κανείς να το αποδώσει στη συγκυρία. Είναι, πράγματι, βολικό να είσαι ριζοσπαστικός folk τραγουδοποιός και να εμφανίζεσαι λίγο μετά τη δολοφονία ενός προέδρου, σε μια εποχή που το «τίποτα καινούργιο κάτω από τον ήλιο» δεν είχε ακόμη ειπωθεί. Όμως η αλήθεια είναι πως ο Dylan δεν εμφανίστηκε απλώς στη σωστή στιγμή, αλλά έκανε κάτι πολύ πιο μεγάλο: όρισε την εποχή πριν ακόμη αυτή διαμορφωθεί.
Αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα στα albums που προηγήθηκαν του Blonde on Blonde. Ακόμη και σήμερα, ακούμε με δέος το «Visions of Johanna», το μοναδικό και αξεπέραστο αυτό Blues κομμάτι και εξακολουθεί να προκαλεί ανατριχίλα όταν λέει: «And I hope that you die, and your death will come soon», μέσα στο πεδίο της διαμαρτυρίας του «Masters of War». Το Highway 61 υπήρξε ένας κεραυνός: φώτισε τις δυνατότητες μιας εποχής στο χείλος του «κάτι» και ταυτόχρονα σταύρωσε τις αντιφάσεις που εμπόδισαν αυτό το «κάτι» να φτάσει ποτέ στην έκρηξή του. Κάνει το ίδιο το Blonde on Blonde; Ποια είναι η συνεκτική του γραμμή, πέρα από έναν πολυλογά καλλιτέχνη με μερικά ιδιόρρυθμα κομμάτια εν μέσω χωρισμού, για να δικαιολογηθεί η υπόσχεση ενός «πρωτοποριακού» διπλού album; Ναι, το «Just Like a Woman» είναι σπουδαίο. Αλλά λέει κάτι ουσιαστικά περισσότερο από όσα είχε ήδη πει το «Don’t Think Twice, It’s All Right»; Αν τα τραγούδια δεν ήταν τόσο δυνατά και αν ο δίσκος δεν ερχόταν αμέσως μετά τα Highway 61 και Bringing It All Back Home ώστε να παγιωθεί ως μέρος μιας ηλεκτρικής τριλογίας, ίσως να φαινόταν σαν την αρχή μιας συνειδητής υποχώρησης του Dylan από το προσκήνιο της κουλτούρας. Με τη μεγάλη διάρκεια και τα εκτεταμένα κομμάτια, αργότερα ανησύχησε ότι το album ήταν «πάρα πολύ αλλά όχι αρκετό». Όπως είπε στον Paul Zollo: «Πολλά από τα τραγούδια μου μου δίνουν αυτή την αίσθηση». Και ενώ δεν μπορείς να κατηγορήσεις το Blonde on Blonde ότι δεν είναι αρκετό, υπάρχουν ενδείξεις ότι συχνά άγγιζε το υπερβολικό. Το είπε ο drummer, Kenny Buttrey στον Clinton Heylin για το «Sad Eyed Lady»: «Μετά το δεύτερο ρεφρέν, το κομμάτι άρχιζε να χτίζεται μανιασμένα και όλοι τα δίναμε όλα, γιατί νομίζαμε ότι εκεί θα τελείωνε. Και τότε έπαιζε άλλη μια φυσαρμόνικα και γύριζε ξανά στο κουπλέ, και άντε ξανά από την αρχή. Μετά από δέκα λεπτά, κοιταζόμασταν και γελούσαμε. Είχαμε κορυφώσει πέντε λεπτά πριν. Από εδώ και πέρα, ξανά το ίδιο;» Παραμένει βέβαια ένα σπουδαίο κομμάτι -λέω τώρα εγώ- που το έγραψε στην προσπάθειά του να σώσει το γάμο του, όμως, αγαπητέ μου Kenny, θα μου επιτρέψεις να σου κάνω εγώ μία ερώτηση: «Έχεις ερωτευτεί αγόρι μου ποτέ σου; Και έρχεσαι τώρα να μας ορίσεις εσύ την χρονική διάρκεια ενός τραγουδιού και το πόσες φορές θα πούμε το κάθε κουπλέ ή το κάθε ρεφρέν; Όσες φορές θέλουμε θα το πούμε, ή μήπως πρέπει να σε ρωτήσουμε; Τι λέει ρε Bob;
Δεν υπάρχει οργή σαν εκείνη της πληγωμένης -αλλά και της θυμωμένης- πένας του Dylan (Blood on the Tracks). Στις κορυφαίες του στιγμές, την διοχετεύει για να βάλει τον κόσμο στη θέση του με αίμα, μελάνι και με μια φωνή που την έχουμε όλοι στην τσέπη μας. Το Blonde on Blonde είναι, αναμφίβολα, ένα κλασικό album. Όταν όμως ανακηρύσσεται ΤΟ κλασικό, συχνά μοιάζει να συμβαίνει ίσως επειδή αποτελεί την κορύφωση μιας τριλογίας που ο Bobby είχε ήδη οικοδομήσει.
Ίσως, τελικά, το ερώτημα να μην είναι αν το Blonde on Blonde είναι το σπουδαιότερο album του Bob Dylan —ή αν είναι το σπουδαιότερο album όλων των εποχών. Ίσως το πραγματικό του βάρος να βρίσκεται αλλού: στο ότι καταγράφει τη στιγμή που ένας άνθρωπος έφτασε τόσο κοντά στον ίδιο του τον εαυτό, ώστε να μην μπορεί πια να κάνει πίσω. Δεν υπάρχει εδώ στρατηγική, δεν υπάρχει σχέδιο καριέρας, δεν υπάρχει καν πρόθεση να αρέσει. Υπάρχει μόνο η επιμονή να ειπωθεί η αλήθεια όπως ακούγεται όταν σε πονάει, όταν σε κουράζει και όταν σε εκθέτει. Και αυτό είναι κάτι που η κουλτούρα σπάνια συγχωρεί, αλλά πάντα θυμάται.
Ο Dylan δεν έγινε σπουδαίος επειδή έγραψε καλύτερα τραγούδια από τους άλλους. Έγινε σπουδαίος επειδή δεν φοβήθηκε να αφήσει τα τραγούδια του να γίνουν μεγαλύτερα από τον ίδιο. Το Blonde on Blonde δεν ζητάει να το αγαπήσεις. Σε προκαλεί να το αντέξεις. Και αν το αντέξεις, σε αλλάζει. Εγώ δεν διστάζω να πω (το έχω πει άλλωστε -και δημόσια- πολλές φορές) ότι η τραγουδοποιία του μου άλλαξε τη ζωή. Όχι επειδή μου υποσχέθηκε κάτι, αλλά επειδή μου έδειξε τι συμβαίνει όταν κάποιος αρνείται να απλοποιήσει τον εαυτό του για να χωρέσει στον κόσμο.
Και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που, τόσα χρόνια μετά, επιστρέφουμε ακόμη εδώ. Όχι για να βρούμε απαντήσεις. Αλλά για να θυμηθούμε ότι κάποτε ένας τύπος με φυσαρμόνικα, τρεις συγχορδίες και λόγια περισσότερα απ’ όσα χωράει ο κόσμος, μας απέδειξε πως η τέχνη μπορεί να είναι ταυτόχρονα χαοτική, κουραστική, αστεία, σκληρή και απολύτως αναγκαία. Αυτό δεν είναι απλώς σπουδαίο. Αυτό είναι ανεξίτηλο.
Γιώργος Μπιλικάς
Μουσικά Είδη:BluesRockΜουσικά Όργανα:φυσαρμόνικαΚαλλιτέχνες:Allen GinsbergJohn LennonNeil YoungBob DylanDavid BowieMadonnaΜουσική Εκπαίδευση:συγχορδίες
Αν σου αρέσει να γράφεις για μουσικά θέματα, σε περιμένουμε στην ομάδα συντακτών του ιστορικού, ανεξάρτητου, πολυφωνικού, υγιούς και δημοφιλούς ηλεκτρονικού περιοδικού μας.
Στείλε το άρθρο σου
σχολιάστε το άρθρο