Τραγούδια που ράγισαν τη σχέση καλλιτέχνη και κοινού.

Για κάθε Rock συγκρότημα που σέβεται τον εαυτό του, οι fans έρχονται πριν από οποιονδήποτε άλλον. Όσο κι αν μπορεί να είναι δελεαστικό να προσπαθείς πού και πού να παίξεις για τους κριτικούς, οι άνθρωποι που γεμίζουν τις κερκίδες των σταδίων σε όλο τον κόσμο είναι ο λόγος που οι μουσικοί μπορούν να ζουν παίζοντας τη μουσική τους. Από την άλλη, ακόμα και τα μεγαλύτερα σχήματα όλων των εποχών, όπως οι Beatles, κατάφεραν κατά καιρούς να βρεθούν σε αντιπαράθεση με το κοινό τους.
Μπορεί να νομίζουμε ότι στη σημερινή εποχή, το fandom έχει φτάσει στο αποκορύφωμά του, όμως, η αλήθεια είναι πως, μέσα στα χρόνια, αμέτρητοι καλλιτέχνες έχουν ενώσει μάζες ανθρώπων γύρω από τους ήχους τους. Από τους Beatles μέχρι την Taylor Swift, το να γίνεις mega-watt καλλιτέχνης σημαίνει ότι έχεις λεγεώνες από fans και τις περισσότερες φορές, αυτό είναι κάτι θετικό. Οι fans αγοράζουν τους δίσκους και κρατούν ζωντανό το όνειρο του να ανήκεις σε ένα επαγγελματικό μουσικό σχήμα. Μπορούν όμως επίσης να γίνουν δικαστής, ένορκος και δήμιος αν κάνεις έστω και ένα βήμα έξω από τη γραμμή που έχουν συνηθίσει.
Προσπαθώντας να αλλάξουν τη συνταγή τους για να απευθυνθούν σε νέο κοινό, πολλά γκρουπ δοκίμασαν νέες ηχητικές κατευθύνσεις σε διαφορετικά τραγούδια, αποξενώνοντας μεγάλο μέρος της fanbase τους. Είτε η αλλαγή ήταν υπερβολική για τους καλλιτέχνες, είτε απλώς δεν ταίριαζε, οι fans ήταν παγερά αδιάφοροι όταν άκουσαν για πρώτη φορά αυτά τα κομμάτια, απορρίπτοντας τα αγαπημένα τους γκρουπ ως "ξεπουλημένα" ή ως καλλιτέχνες που έχασαν το νόημα τού ποιοι είναι.
Παρόλα αυτά, μια χούφτα συγκροτημάτων δέχτηκε την ίδια κριτική ακόμα κι αν δεν άλλαξε τον ήχο της. Μετά από δραστικές αλλαγές στο line-up, ή τη μετακίνηση σε άλλη δισκογραφική, αυτά τα τραγούδια παρουσίασαν μια νέα φάση στην ηχητική κατεύθυνση του γκρουπ, που οι fans δεν αγκάλιασαν ιδιαίτερα, οδηγώντας τα σε μια σκοτεινή περίοδο όπου έπρεπε να κάνουν ένα κοντρολάρισμα για να διορθώσουν τα πράγματα. Όταν κατάλαβαν το λάθος τους, δεν άργησαν να επιστρέψουν στις καλές σχέσεις με το κοινό τους, συνειδητοποιώντας ότι έπρεπε να παίξουν στα δυνατά τους σημεία και να παραδώσουν κομμάτια που θα ήταν καλλιτεχνικά ικανοποιητικά αλλά και ευχάριστα για τον βασικό πυρήνα των υποστηρικτών τους. Κάποιοι καλλιτέχνες το κατάλαβαν εγκαίρως, όμως, όσοι γύρισαν την πλάτη στους fans τους δεν κατάφεραν ποτέ να ανακάμψουν.
‘Heavy’ – Linkin Park
Καθώς οι ήχοι του nu-Metal ήρθαν και έφυγαν, φαινόταν πως οι Linkin Park ήταν το τελευταίο γκρουπ που στεκόταν όρθιο. Πέρα από καλλιτέχνες που μπορούσαν μόνο να παίζουν και να παραπονιούνται για τις προβληματικές οικογενειακές τους ζωές, οι Linkin Park κατάφεραν να ξεφύγουν από τα 00s με ένα δείγμα αξιοπρέπειας, φτάνοντας μέχρι και σε ατμοσφαιρικά μονοπάτια στο άλμπουμ A Thousand Suns. Αφού απέδειξαν ξανά τη μεταλλική τους δύναμη στο Hunting Party, η απόφασή τους να κινηθούν προς την αντίθετη κατεύθυνση ήταν υπερβολική για τους fans του Rock.
Παρότι οι Linkin Park δεν ήταν ποτέ μακριά από Pop ήχους στα πιο ραδιοφωνικά τους κομμάτια, το ‘Heavy’ έκανε ένα βήμα παραπάνω προς τη λογική του hit parade. Με τη συμμετοχή της Kiiara, την άνευρη παραγωγή και τα συνεχόμενα beats της δεκαετίας του ’10 από τον Mike Shinoda, το τραγούδι ακούγεται σαν να έχει σχεδιαστεί για να παίζει από τα ηχεία πολυκαταστημάτων κάθε καλοκαίρι μέχρι το τέλος του χρόνου. Παρότι οι στίχοι αποκαλύπτουν τις εσωτερικές μάχες του Chester Bennington, ο τόνος του τραγουδιού είναι ουσιαστικά απονευρωμένος από τον τρόπο ερμηνείας. Καθώς οι Linkin Park δεν κατάφεραν ποτέ να κυκλοφορήσουν ένα ουσιαστικό follow-up μετά τον θάνατο του Bennington λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ, το ‘Heavy’ παραμένει το τελευταίο τραγούδι που οι nu-Metal fans κατάφεραν να σπρώξουν στα charts.
‘Woman is the N***** of the World’ – John Lennon
Ο John Lennon δεν ήταν ποτέ άνθρωπος που ντρεπόταν για τις πολιτικές του απόψεις. Από την εποχή του ‘Revolution’, ο Lennon αγκάλιασε τον ρόλο του πιο πολιτικοποιημένου μέλους των Beatles, εξαπολύοντας τη μία επίθεση μετά την άλλη σε όλη τη διάρκεια των άλμπουμ του. Ενώ τα πρώτα του σόλο άλμπουμ ασχολούνταν με προσωπικές πολιτικές ανησυχίες, η επιλογή του να γράψει τραγούδια απευθείας εμπνευσμένα από την επικαιρότητα συνάντησε σφοδρή αντίδραση με την κυκλοφορία του Some Time In New York City. Εξάλλου, υπήρχαν ελάχιστες πιθανότητες να παίξει οποιοσδήποτε ραδιοφωνικός σταθμός ένα τραγούδι στο οποίο ένας λευκός χρησιμοποιεί φυλετική βρισιά στους στίχους. Σε αντίθεση με το συνήθως φωτεινό ύφος του Lennon, αυτό το τραγούδι δεν προσπαθεί να ωραιοποιήσει το θέμα, καθώς τραγουδά για τη θέση της μέσης γυναίκας και τον έμφυτο σεξισμό και μισογυνισμό που επικρατεί στον κόσμο και την έχει οδηγήσει σε αυτή την μειονεκτική θέση. Παρότι το μήνυμα στον πυρήνα του τραγουδιού είναι αρκετά σωστό, ο τρόπος με τον οποίο το παραδίδει ο Lennon είναι αδέξιος και άχαρος, σχεδόν σαν να χρησιμοποιεί τη λέξη μόνο για την πρόκληση, ώστε να αναγκάσει τους επικριτές να προσέξουν αυτά που λέει. Ο John Lennon μπορεί να έχει αρκετές επιτυχίες για μια ολόκληρη ζωή, όμως αυτή ήταν η πρώτη φορά που έβαζε το πολιτικό μήνυμα μπροστά από τη μουσική. Ο Lennon είχε ήδη εξασφαλίσει κάτι που ελάχιστοι καλλιτέχνες καταφέρνουν: μια θέση στη μουσική ιστορία που δεν κινδύνευε από καμία αποτυχία. Από τα τέλη όμως, της δεκαετίας του ’60, η σχέση του με τη μουσική άρχισε να αλλάζει. Τα πολιτικά του τραγούδια υπήρχαν από νωρίς, αλλά λειτουργούσαν κυρίως ως τέχνη με το μήνυμα να περνάει μέσα από τη μελωδία, την ατμόσφαιρα, την ποίηση. Κάποια στιγμή, γύρω στο 1971, αυτό αντιστράφηκε. Η πολιτική δεν ήταν πια υπόγεια, ούτε συμβολική, αλλά έγινε άμεση, ωμή, σχεδόν επιθετική. Οι στίχοι έμοιαζαν περισσότερο με συνθήματα παρά με τραγούδια και η μουσική έμοιαζε να ακολουθεί, όχι να οδηγεί. Δεν ήταν ότι ο Lennon "πουλούσε" την πολιτική του με την εμπορική έννοια, ήταν ότι για πρώτη φορά έδειχνε διατεθειμένος να θυσιάσει τη μουσική αν χρειαζόταν, προκειμένου να ακουστεί καθαρά το πολιτικό του μήνυμα. Εκείνη τη στιγμή, έμοιαζε σαν να μην τον ενδιέφερε αν το τραγούδι θα άντεχε στον χρόνο, αρκεί να λειτουργούσε ως όπλο στο παρόν. Και αυτό ακριβώς έκανε πολλούς να νιώσουν πως, για πρώτη φορά, η πολιτική προηγήθηκε της τέχνης. Εμένα πάντως, το κομμάτι μου άρεσε και δεν του γύρισα την πλάτη.
‘Creep’ – Radiohead
Αν οι Radiohead είχαν πάρει την ευκαιρία να κυκλοφορήσουν μόνο το ντεμπούτο άλμπουμ τους, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να μην θεωρούνταν σήμερα μουσικοί θεοί. Από τη στιγμή που μεγάλο μέρος του Pablo Honey βασίζεται στην αντιγραφή ιδεών από τη grunge σκηνή, το μισό υλικό μοιάζει με μισοψημένες προσπάθειες να υιοθετήσουν όσα είχε ήδη κάνει καλύτερα ο Kurt Cobain λίγα χρόνια νωρίτερα. Παρότι κατάφεραν να αποσπάσουν ένα hit από όλο αυτό, οι fans διατήρησαν μια απόσταση από το ‘Creep’. Παρά το εξαιρετικό hook με την παραμορφωμένη ηλεκτρική κιθάρα του Jonny Greenwood, το τραγούδι επισκιάστηκε σχεδόν ολοκληρωτικά από όσα ακολούθησαν. Μόλις λίγα χρόνια μετά το ντεμπούτο τους, οι Radiohead θα κυκλοφορούσαν πολύ πιο τολμηρές δουλειές, βουτώντας βαθιά στον πειραματισμό, κάτι που αποδείχθηκε πολύ πιο συναρπαστικό σε άλμπουμ όπως τα Kid A και OK Computer. Από τη στιγμή που οι fans κατάλαβαν τι πραγματικά μπορούσε να κάνει το συγκρότημα, ένα συγκεκριμένο κομμάτι του πιστού κοινού των Radiohead άρχισε να βάζει το τραγούδι στην άκρη, θεωρώντας ότι ωχριά μπροστά σε όσα είναι πραγματικά ικανοί να προσφέρουν. Παρότι πολλοί καλλιτέχνες καταλήγουν να δυσανασχετούν με το hit που τους έκανε διάσημους, αυτή είναι μία από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου οι fans μισούν το μεγαλύτερο hit ενός γκρουπ, σχεδόν όσο και το ίδιο το γκρουπ.
‘Why Can’t I’ – Liz Phair
Καθώς η indie Pop σκηνή άρχισε να γίνεται πιο έντονη στα μέσα της δεκαετίας του ’90, λίγοι στιχουργοί ήταν τόσο ανελέητοι όσο η Liz Phair. Παρότι διέθετε μερικές από τις πιο κολλητικές μελωδίες της εποχής της, η ικανότητά της να σου διαλύει την καρδιά με απόλυτη φυσικότητα στο Exile in Guyville έδειχνε μια δύναμη γραφής που για άλλους χρειάζονται δεκαετίες. Αν και η Phair ξεκίνησε δυναμικά στα πρώτα της άλμπουμ, μια κακή ιδέα άρχισε να της τριγυρίζει στο μυαλό με την έλευση των 00s. Με την άνοδο του Pop-flavoured Rock, η Phair εκμεταλλεύτηκε την τάση με το ομώνυμο άλμπουμ της, μετατρέποντας όλη την καλή φήμη που είχε χτίσει, σε ανούσια Pop. Παρότι πολλοί fans θεωρούν ολόκληρο το άλμπουμ ως το χαμηλότερο σημείο της δισκογραφίας της, το ‘Why Can’t I’ ήταν η πρώτη στιγμή που άρχισε να ξεφεύγει, με τους πιο άτολμους στίχους που κατέγραψε ποτέ. Εκεί που τα πρώτα της άλμπουμ είχαν σύνθετες ιστορίες για σχέσεις, εδώ πρόκειται για συναισθηματικό υλικό που ακόμα και Pop-punk μπάντες θα άφηναν για προσχέδιο. Αντί όμως, να αναγνωρίσει το λάθος της, η Phair συνέχισε σε αυτόν τον δρόμο —πιθανότατα αυτόν που ήθελε και η δισκογραφική της— φτάνοντας στο απόλυτο ναυάγιο, το Funstyle, με κομμάτια που μοιάζουν να έχουν γραφτεί επίτηδες για να μισηθούν από το κοινό της. Παρότι το Soberish την επανέφερε στη μουσική που την έκανε αγαπητή παλιότερα, η προσπάθειά της να παρουσιαστεί ως μια πιο ώριμη εκδοχή της Avril Lavigne δεν έπιασε.
‘Ebony and Ivory’ – Paul McCartney
Όσον αφορά τις σόλο καριέρες των Beatles, ο Paul McCartney ίσως να είναι ένας από τους πιο εύκολους στόχους. Η συνεργασία του με τον Stevie Wonder, σε ένα τραγούδι για τη φυλετική αρμονία θα έπρεπε να είναι βέβαιο hit. Αν και κυριάρχησε στα charts, οι fans δυσαρεστήθηκαν όταν το άκουσαν περισσότερες από μία φορές, θεωρώντας ότι η μελωδία και το ύφος ήταν υπερβολικά "ζαχαρωμένα", ακόμα και για τα μέτρα του Macca. Παρότι το κομμάτι κρύβει κάποιες ενδιαφέρουσες στιγμές σε επίπεδο ενορχήστρωσης, οι fans προτίμησαν να στραφούν στην πιο πειραματική πλευρά του Macca στο Tug of War, από το συγκινητικό αφιέρωμα στον John Lennon με το ‘Here Today’ μέχρι την πολύ ανώτερη συνεργασία με τον Wonder στο ‘What’s That You’re Doing’. Ο Macca έχει χτίσει την καριέρα του πάνω σε όμορφες μελωδίες, όμως η ποσότητα "ζάχαρης" σε αυτό το τραγούδι είναι αρκετή για να προκαλέσει "διαβήτη εξ επαφής".
‘I Was Made For Lovin’ You’ – Kiss
Αν υπήρχε ένα γκρουπ που ενσάρκωνε το Rock and roll στις ΗΠΑ των αρχών της δεκαετίας του ’70, αυτό ήταν οι Kiss. Μπορεί να μην ήταν οι καλύτεροι της εποχής τους, όμως η περσόνα κάθε μέλους, σε συνδυασμό με το εντυπωσιακό μακιγιάζ τους, τους έκανε ιδανικό γκρουπ για τους εφήβους της εποχής. Ο Paul Stanley, όμως, δεν είχε σκοπό να παίζει Rock για πάντα, και η βουτιά του στον κόσμο της Disco είναι κάτι που οι fans δεν του συγχώρεσαν ποτέ. Συνεργαζόμενοι για πρώτη φορά με τον συνθετικό «εγκέφαλο» Desmond Child, το ‘I Was Made For Lovin’ You’ αποτελεί μια σχετικά αξιοπρεπή προσπάθεια να ενταχθεί η Disco στον κόσμο του Rock. Παρότι δεν μπορεί να συγκριθεί με τραγούδια όπως το ‘I Feel Love’ της ίδιας περιόδου, δεν είχε σημασία τι πίστευαν οι φίλοι της Disco. Σημασία είχε πώς ένιωθαν οι fans των Kiss και αυτοί αντέδρασαν σαν να είδαν τα είδωλά τους να καίνε ολοσχερώς την αυτοκρατορία τους. Δεδομένου ότι τα μισά μέλη του συγκροτήματος δεν ήθελαν καν να ακολουθήσουν αυτή την κατεύθυνση, η επιτυχία του τραγουδιού λειτούργησε σαν βαρίδι στον λαιμό του γκρουπ, χαρίζοντάς του ένα νέο κοινό που ήθελε τη λαμπερή πλευρά του, ενώ ταυτόχρονα έπρεπε να ικανοποιούν τους fans που δεν ήθελαν ποτέ να τους δουν να απομακρύνονται από το Rock. Αν και η ένταση έχει μειωθεί με τα χρόνια, το συγκρότημα παίζει πλέον το τραγούδι σε μια βαριά παραμορφωμένη εκδοχή για να ικανοποιεί και τις δύο πλευρές.
‘Kokomo’ – Beach Boys
Το σύγχρονο πρότυπο για τον Pop σταρ εξακολουθεί να βασίζεται στο εγχειρίδιο των Beach Boys. Από τις εντυπωσιακές αρμονίες τους μέχρι το αψεγάδιαστο αυτί του Brian Wilson στην παραγωγή, άλμπουμ όπως το Pet Sounds θεωρούνται το απόλυτο μέτρο σύγκρισης για το τέλειο Pop άκουσμα. Ωστόσο, εν μέσω των σοβαρών προβλημάτων ψυχικής υγείας του Wilson, το γκρουπ πέρασε στα χέρια του Mike Love και το αποτέλεσμα ήταν ένα από τα πιο ανόητα Rock τραγούδια που δημιουργήθηκαν ποτέ. Επανερχόμενοι εμπορικά στα τέλη των 80s μέσω του soundtrack της ταινίας Cocktail, το ‘Kokomo’ έφερε ξανά τους Beach Boys στην κορυφή, με τις γνωστές αρμονίες και τον Love να τραγουδά για το πώς παίρνει την αγαπημένη του για διακοπές σε ένα νησί. Παρότι οι στίχοι δεν είναι βαθυστόχαστοι, το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν ότι το τραγούδι ακουγόταν απλώς χάλια λες και ο Love βρήκε έναν οδηγό "πώς να γράψεις τραγούδι" για άσχετους και να τον ακολούθησε κατά γράμμα, σπρώχνοντας το κομμάτι στα charts. Η επιτυχία του τραγουδιού αποδείχθηκε απλώς η αρχή του εφιάλτη. Το επόμενο άλμπουμ, Summer in Paradise, είχε τη χειρότερη παραγωγή που ακούστηκε ποτέ σε δίσκο των Beach Boys και έδειξε στον κόσμο πόσο απαίσιος ακούγεται ο Mike Love όταν προσπαθεί να ραπάρει (μεταξύ μας, δεν τον συμπάθησα ποτέ). Ο όρος "dad Rock" υπάρχει εδώ και χρόνια. Αυτό όμως, δεν είναι "dad Rock", Είναι "retirement Rock". Είναι η μουσική που φτιάχνουν γκρουπ όταν είναι πια πολύ μεγάλα για να αποτύχουν και δεν τους νοιάζει πλέον.
Self Portrait – Bob Dylan
Ίσως κανένας άλλος καλλιτέχνης να μην ήταν τόσο πρόθυμος να πετάξει την εμβληματική του θέση όσο ο Bob Dylan. Παρότι οι στίχοι του όρισαν τι σήμαινε για πολλούς η αντικουλτούρα των 60s, το βάθρο στο οποίο τον τοποθέτησε το κοινό του, τον έκανε να νιώθει άβολα από την αρχή, οδηγώντας τον σε συνεχείς αλλαγές ύφους. Αν και πολλοί folk fans εξοργίστηκαν τη στιγμή που ο Dylan έγινε ηλεκτρικός στα μέσα των 60s, τα πραγματικά προβλήματα άρχισαν να συσσωρεύονται με την κυκλοφορία του Self Portrait. Με στόχο να δημιουργήσει έναν δίσκο σκόπιμα ακατέργαστο, το μισό από αυτό το διπλό άλμπουμ αποτελείται από τις πιο αλλοπρόσαλλες καλλιτεχνικές επιλογές της καριέρας του. Όταν δεν πειραματίζεται με παράξενα είδη, διασκευάζει τραγούδια άλλων, παραδίδοντας μια παραμορφωμένη εκδοχή του ‘Boxer’ του Paul Simon και μουρμουρίζοντας τον κλασικό σκοπό του ‘Blue Moon’. Απαλλαγμένος προσωρινά από τη δημιουργική φόρμα που τον χαρακτήριζε για το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του, ο Dylan χρησιμοποίησε τον δίσκο ως ευκαιρία να αποτινάξει το παλιό του δέρμα και να ανοίξει τον δρόμο για μια πιο roots εκδοχή του εαυτού του αργότερα. Παρότι έχει κάτι το ειρωνικά αστείο το γεγονός ότι ο Dylan έφτιαξε έναν δίσκο σχεδιασμένο να είναι κακός, το αποτέλεσμα δεν είναι ιδιαίτερα ευχάριστο ούτε για το κοινό. Περίεργο άλμπουμ όντως. Έμοιαζε περισσότερο σαν να έβγαλε απ’ το συρτάρι κομμάτια ημιτελή που ήθελαν δουλειά ακόμα ή κομμάτια που ήταν για τα σκουπίδια, αλλά την τελευταία στιγμή αντί να τα πετάξει, σκέφτηκε να τα συγκεντρώσει όλα σε ένα διπλό άλμπουμ. Αργότερα, ομολόγησε σε μία συνέντευξη ότι όσα σπίτια κι αν άλλαζε, δεν μπορούσε να γλιτώσει απ’ τον κόσμο και τους δημοσιογράφους που μαζεύονταν απ’ έξω και σκέφτηκε να κάνει ένα κακό άλμπουμ για να τους απογοητεύσει, για να τον ξεχάσουν και επιτέλους να ησυχάσει. Αυτό, αναφέρεται και στη βιογραφία του. Παρεμπιπτόντως, το τραγούδι που έβαλα στο βίντεο, είναι το καλύτερο του άλμπουμ, μου αρέσει πολύ και θυμάμαι ότι το έπαιξα στο 1ο live του MusicHeaven στο Μπουρνάζι.
‘Nothing Else Matters’ – Metallica
Στους Metal κύκλους, οι Metallica κουβαλούσαν πάντα μια αμφιλεγόμενη φήμη. Είτε θεωρούνταν υπεύθυνοι για το πιο βαρύ Metal της δεκαετίας του 1980, είτε το πιο "μεσαίο" Metal συγκρότημα όλων των εποχών, που απευθυνόταν σε fans που απλώς ήθελαν δυνατές, παραμορφωμένες κιθάρες και τραγούδια για τις σκοτεινές πλευρές της ζωής. Όποια πλευρά κι αν είχε δίκιο, οι επικριτές τους πέρασαν στην αντεπίθεση τη στιγμή που άκουσαν για πρώτη φορά το Black Album. Παρότι ολόκληρος ο δίσκος είχε στόχο να απλοποιήσει τη φόρμα των Metallica, το ‘Nothing Else Matters’ ήταν μια αλλαγή ρυθμού που κανείς δεν περίμενε. Με λεπτά αρπίσματα και τον James Hetfield να τραγουδά για την αγάπη του προς τη γυναίκα του, το κομμάτι θύμιζε μια μπαλάντα hair Metal με τη δύναμη και την ένταση ενός Metal τραγουδιού. Αν και ο Hetfield ήταν αρχικά απρόθυμος να το κυκλοφορήσει, ο Lars Ulrich τον έπεισε να το δοκιμάσει, μετατρέποντάς το σε ένα από τα μεγαλύτερα hits της μπάντας. Όπως αποδείχθηκε, όμως, οι φόβοι του Hetfield είχαν βάση. Οι fans εξοργίστηκαν, βλέποντας το τραγούδι ως προδοσία του Metal κώδικα, κατηγορώντας το συγκρότημα ότι υπέκυψε στο "ξεπούλημα". Παρότι οι Metallica θα ακολουθούσαν ακόμα περισσότερες στροφές τα επόμενα χρόνια, το ‘Nothing Else Matters’ παραμένει ένα από τα καλύτερα τραγούδια τους και παρ’ όλο που δεν υπήρξα ποτέ μου Metal-άς, θέλω να κάνω μια διακριτική υπενθύμιση ότι κανένα συγκρότημα δεν μπορεί να κάνει λάθος όταν γράφει από καρδιάς. Παρ’ όλα αυτά, θυμάμαι πως με φώναξε κάποια στιγμή η αδελφή μου:
"Γιώργο, ξέρω πως δεν ακούς Heavy Metal, αλλά θέλω να ακούσεις ένα τραγούδι από τους Metallica".
"Ωχ!"
Το έβαλε έπαιξε, το άκουσα και η αντίδρασή μου:
"So what?"
‘Revolution 9’ – Beatles
Υπήρχε σοβαρή πιθανότητα κάθε fan των Beatles που άκουγε το White Album να αντιμετωπίσει αρκετά προβλήματα. Καθώς τα μέλη του συγκροτήματος δεν βρίσκονταν στην ίδια δημιουργική σελίδα, το μοναδικό διπλό άλμπουμ πρωτότυπου υλικού τους περιείχε στυλ που κυμαίνονταν από επιθετικό Rock and roll μέχρι folk μπαλάντες. Αν και το εκλεκτικό αυτό μείγμα δεν ήταν από μόνο του πρόβλημα, η πειραματική πλευρά του John Lennon γύρισε μπούμερανγκ με το ‘Revolution 9’. Ως πνευματικός διάδοχος του πρόσφατου single με το ίδιο όνομα, το προτελευταίο κομμάτι του άλμπουμ είναι ένα έργο musique concrète από τον Lennon και τη Yoko Ono, σχεδιασμένο να μεταφέρει στον ακροατή την αίσθηση της επανάστασης. Με ορισμένα πραγματικά τρομακτικά ηχητικά εφέ, το τραγούδι έγινε άμεσα αντιπαθές σε πολλούς fans των Beatles, που αναρωτήθηκαν πού είχε χαθεί ο ευφυής Lennon μέσα σε κραυγές και στη Ono να επαναλαμβάνει φράσεις όπως «you become naked» στο μικρόφωνο. Δεν ήταν μόνο οι fans που μπερδεύτηκαν. Ακόμα και ο McCartney πίεζε τον Lennon να αφήσει το κομμάτι εκτός άλμπουμ, θεωρώντας ότι δεν συνδεόταν με τα υπόλοιπα τραγούδια. Παρότι ο Lennon πάντα επέμενε να εκφράζεται όπως ήθελε, το ‘Revolution 9’ μοιάζει περισσότερο με κατάλοιπο από τα πειραματικά του έργα με την Ono, παρά με οτιδήποτε πραγματικά συνδεδεμένο με τους Beatles.
Αργότερα, εμείς τα "ψαχτήρια", ανακαλύψαμε την σχέση του Lennon με τον αριθμό 9 και αρχίσαμε να ψάχνουμε τα ανάποδα παιξίματα και ένα σωρό άλλα πράγματα που μπορείτε να διαβάσετε στο άρθρο μου: Ο John Lennon και ο αριθμός 9 (https://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=News&file=article&id=509)
Κλείνοντας, θέλω να προσθέσω πως η ιστορία αυτών των τραγουδιών δεν είναι μόνο για λάθη ή για αποτυχίες. Είναι για τη στιγμή που η μουσική γίνεται καθρέφτης των ανθρώπινων συναισθημάτων, της αγάπης, της οργής, της απογοήτευσης και της έκπληξης. Είναι η στιγμή που ο καλλιτέχνης ανοίγει την ψυχή του και οι fans ανταποκρίνονται, ή όχι. Κάθε μία από αυτές τις ρήξεις, κάθε απογοήτευση, κάθε "λάθος" που έγινε σημείο τριβής, κρύβει μέσα της μια αλήθεια: ότι η σχέση μεταξύ καλλιτέχνη και κοινού είναι ευάλωτη, πολύτιμη και αναπόφευκτα ανθρώπινη. Όταν ένα τραγούδι σε πληγώνει ή σε ξαφνιάζει, σημαίνει ότι κάτι μέσα σου, κάτι βαθιά προσωπικό, έχει αγγίξει ο ήχος και οι στίχοι. Κάποια τραγούδια επανεκτιμήθηκαν. Κάποια όχι. Όλα όμως αφήνουν ένα σημάδι. Κι ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο της μουσικής: να σε κάνει να νιώσεις, να θυμώσεις, να αγαπήσεις, ακόμα κι όταν η στιγμή είναι δύσκολη. Στο τέλος, αυτό που μένει δεν είναι η αποδοκιμασία ή η σύγκρουση, αλλά η εμπειρία του να έχεις ζήσει τον ήχο, τον στίχο, τη στιγμή… μαζί με όσους την μοιράστηκαν.
Υ.Γ.
Κάθε τραγούδι που αναφέρθηκε εδώ (ή όχι), θυμίζει κάτι απλό και ταυτόχρονα βαθύ: η μουσική δεν είναι μόνο ψυχαγωγία. Είναι καθρέφτης συναισθημάτων, μάρτυρας στιγμών και, πολλές φορές, γέφυρα ή χάσμα ανάμεσα στον καλλιτέχνη και στο κοινό. Κι αν κάποιο κομμάτι σε έκανε να θυμώσεις ή να απογοητευτείς, ίσως απλώς σε έκανε να νιώσεις πραγματικά και τελικά, αυτό είναι που μετράει περισσότερο από όλα.
Γιώργος Μπιλικάς
Μουσικά Είδη:DiscoHeavy MetalMetalPopRockRock and RollΚαλλιτέχνες:TugDesmond ChildJohn LennonPaul McCartneyStevie WonderAvril LavigneBob DylanKissLinkin ParkMetallicaRadioheadTaylor SwiftΜουσικά Όργανα:κιθάραΜουσική Γενικά:συνέντευξη
Αν σου αρέσει να γράφεις για μουσικά θέματα, σε περιμένουμε στην ομάδα συντακτών του ιστορικού, ανεξάρτητου, πολυφωνικού, υγιούς και δημοφιλούς ηλεκτρονικού περιοδικού μας.
Στείλε το άρθρο σου
σχολιάστε το άρθρο