ελληνική μουσική
182 online   ·  204.565 μέλη


αρχική > e-Περιοδικό > Aρθρα

Σταύρος Κουγιουμτζής. Ένας μαικήνας που έγινε πουλί

Ο Σταύρος Κουγιουμτζής ως άνθρωπος, μουσικός, συνθέτης και λογοτέχνης απ' τα '60s ως τις 12 του Μάρτη.

Σταύρος Κουγιουμτζής. Ένας μαικήνας που έγινε πουλί

Γράφει ο Κωνσταντίνος Κόττης (konstantinosoa)9 άρθρα στο MusicHeaven
Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, που πέρα από την καθοριστική συμβολή στο δικό τους επιστητό, αγγίζουν με κάποιο μεταφυσικό τρόπο τις καρδιές των ανθρώπων. Ένας εξ αυτών για εμένα, που έφερα μέσα μου από την στιγμή που άκουσα έργα του (ή τον ίδιο σπάνια να αφηγείται), υπήρξε ο μουσικός, συνθέτης και λογοτέχνης Σταύρος Κουγιουμτζής. Δεν ξέρω αν ήταν η συγκυρία της στιγμής ή ένα χάρισμα που ενεργοποίησε μέσα μου κάποιο λόγο των όντων (για να παραφράσω τον Πλωτίνο ή τον Μάξιμο τον ομολογητή). Κάθε ψυχική μου πόρτα, άνοιγε και ανοίγει πάντα στο άκουσμα των έργων του, στο σπάνιο άκουσμα της φωνής του, στο λογοτεχνικό και ποιητικό του λόγο.

Γεννήθηκε το 1932 σε μια πολυπολιτισμική τότε πόλη, τη Θεσσαλονίκη και ειδικά το Επταπύργιο, την αρχαία και βυζαντινή ακρόπολη της. Εκεί όπου έμεναν κυρίως Τούρκοι και με την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών του 1922-24, εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες. Πρόσφυγας και ο ίδιος. Άνθρωποι που ανεβοκατέβαιναν την πόλη, για ένα μεροκάματο στις αγορές και το λιμάνι της. Εκεί όπου από την αρχαιότητα, εντοπίζονταν τα πιο εύρωστα και ασφαλή σπίτια, είχε εγκατασταθεί η τραγωδία της προσφυγιάς με το ποινικό και πολιτικό εγκλεισμό (Γεντί-Κουλέ). Η συμβίωση του μετέδωσε μουσικές ανατολικές, στίχους του πόνου, και την εικόνα των φυλακών στα 500 μέτρα. Το αριστούργημα του Καλδάρα «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι», το είχε πάντα στην ψυχή ως πρότυπο μεγάλου τραγουδιού.

Υπήρξε αριστούχος του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης, χωρίς όμως να αποτάξει από επάνω του την αγάπη για το λαϊκό τραγούδι. Ο Μπάχ ειδικά, αλλά και άλλοι μεγάλοι κλασσικοί, θα του ασκήσουν μεγάλη επίδραση. Παίζει ως μουσικός για να βγάλει τα προς το ζήν, ακόμα και σε κακόφημα μαγαζιά. Γρήγορα ήρθε στη ζωή του η αγαπημένη του Αιμιλία και το βιοποριστικό ήταν θεμελιακό ζήτημα, ειδικά για την κάστα των μουσικών. Το 1962 γράφει την πρώτη μορφή του «Μη μου θυμώνεις μάτια μου», καθώς έβλεπε ένα τοίχο στρατοπέδου, ένα δένδρο από έξω και ένα δένδρο από μέσα. Αυτός στρατιώτης, αλλά το πουλί μπορούσε να πηδάει από το ένα δένδρο στο άλλο, να μπαίνει και να βγαίνει στο στρατόπεδο όποτε ήθελε. Ταλαντεύτηκε ανάμεσα στη λεγόμενη σύγχρονη συμφωνική μουσική και το τραγούδι. Ανάμεσα στη κοινωνική καταξίωση και το υποδεέστερο τραγούδι, όπως πίστευαν τότε. Λίγο οι παιδικές του μνήμες, λίγο ο βιοπορισμός και τέλος η άνθηση στη δισκογραφία μέσω του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι, ήγειραν την πλάστιγγα στο τραγούδι. Όμως η τεχνολογία ακόμα ήταν ανασταλτικός παράγοντας για το τραγούδι του. Υπήρξε άφθαστος στις ενορχηστρώσεις, χρησιμοποιούσε ένα μέσο αριθμό οργάνων (έως 7), απέρριπτε τα σεγόντα. Οι εισαγωγές του, άφησαν εποχή. Πώς, όμως, να το αποτυπώσεις αυτό, τότε, με τους μικρούς δίσκους των 45 στροφών, που είχαν χρονικούς περιορισμούς;

Σταδιακά, κάνει αισθητή την παρουσία του στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, με τις πρώτες εκδόσεις μεγάλων τραγουδιών. Το 1967 κατεβαίνει στην Αθήνα. Ηχογραφεί ξανά, κάπως επεισοδιακά, με τον Γ. Πουλόπουλο, το «Μη μου θυμώνεις μάτια μου». Την επόμενη χρονιά, η εταιρία του εμπιστεύεται, τον «πολύ» Γρηγόρη Μπιθικώτση. Ηχογραφούν μαζί το «Πού ‘ναι τα χρόνια» με κάποια επιτυχία και το «Να΄τανε το '21» της Σώτιας Τσώτου. Η επιτυχία είναι απίστευτη. Παρ’ όλα αυτά, ο Σταύρος με την Αιμιλία, τα βγάζουν δύσκολα πέρα. Συναυλία προσωπική, έκανε μόλις το 1983!

Το 1970 εκδίδει, με κύριο τραγουδιστή τον νέο τότε Γιώργο Νταλάρα, σε L.P. πλέον, τον κύκλο τραγουδιών «Να ‘τανε το 21». Θέμελης, Τσώτου, Δασκαλόπουλος και ο ίδιος, δεινός λυρικός ποιητής, χαρίζουν στο ελληνικό πεντάγραμμο, τον πρώτο από μια σειρά δίσκων αναφοράς. Πλέον με χρόνους που επιτρέπουν μεγαλύτερες εισαγωγές, καλύτερες ενορχηστρώσεις. Πλην του ομωνύμου, αριστουργήματα όπως το «Κάπου νυχτώνει», «Ο ουρανός φεύγει βαρύ», «Μ’ έκοψαν με χώρισαν στα δυό» και αρκετά ακόμα, ξεδίπλωσαν το ταλέντο αμφοτέρων.

Το 1971 ολοκληρώνει το «Όταν ανθίζουν πασχαλιές». Εκεί βρίσκουμε πέρα από το ομώνυμο, το «Γειά χαρά καλή» του Κ. Βάρναλη με τον Γ. Καλατζή, το «Χάντρα στο κομπολόι σου» και το «Ένας κόμπος η χαρά μου» με τον Γ. Νταλάρα. Συμμετέχει όμως και σε δίσκους τραγουδιστών (π.χ. «Ήσουν ωραία» του Γ. Καλατζή, «Βασανάκι-βασανάκι» στον «Μέτοικο» του Γ. Νταλάρα, 6 τραγούδια στον Γ. Πάριο). Η δεινότητα του και η σύγκριση με αυτόν, θα οδηγήσει τον φίλο του Μάνο Λοΐζο, στην σύνθεση, ως στοίχημα, του περίφημου «Αχ χελιδόνι μου».

 

Το 1973 γράφει με τον Γ. Νταλάρα το «Ηλιοσκόπιο», ένα δίσκο σταθμό, που αναγνωρίστηκε για την ποιότητά του, αλλά όχι τόσο από τον κόσμο. Επρόκειτο για μελοποίηση του Γ. Θέμελη. Σε αυτόν υπάρχει τα πανέμορφα, δυναμικά και ταυτόχρονα ευαίσθητα «Πρώτο περιστέρι» σε ρυθμό τσάμικο, «Πρώτη ανάσταση», το συγκλονιστικό «Πώς να σε πάρω» με την Αιμιλία Κουγιουμτζή, και άλλα όπως το «Πάσχα των Ελλήνων» και το «Χασάπικο».

Το 1974, εκδίδεται ένας ακόμη δίσκος αναφοράς, οι «Μικρές Πολιτείες». Σε αυτόν ο Κουγιουμτζής συνεργάζεται με τους παλαιούς γνώριμους Α. Δασκαλόπουλο και Σ. Τσώτου, αλλά και με τον μεγάλο ποιητή Μάνο Ελευθερίου. Πολλά τραγούδια του και εδώ, είχαν μεγάλη, άμεση ή σταδιακή απήχηση: «Ήταν 5 ήταν 6», «Το πουκάμισο το θαλασσί», «Τώρα που θα φύγεις», «Δίψασα στην πόρτα σου», «Του κάτω κόσμου τα πουλιά», «Αν σε δω σε ξένα χέρια» κ.ά. Ο Γ. Νταλάρας, δίνει διαδοχικά ρεσιτάλ ερμηνείας. Με τον δίσκο αυτό, κάνει ουσιαστικά το ντεμπούτο της η νεαρή, τότε, Άννα Βίσση, με το καλύτερο, ίσως, τραγούδι της καριέρας της, το «Σ΄αγαπώ (Αχ περιστέρι μου)».

Το 1975, σχεδόν ως συνέχεια του προηγουμένου, ηχογραφείται ο δίσκος «Στα ψηλά τα παραθύρια». Το «Μη μου θυμώνεις μάτια μου», με την εισαγωγή του Χ. Νικολόπουλου, μένει στην ιστορία ύστερα από διάφορους ενορχηστρωτικούς πειραματισμούς. Ζεϊμπέκικα όπως το «Σαν σβησμένο καρβουνάκι», έρχονται σαν από δίσκους γραμμοφώνου, το «Όλα καλά» περιγράφει τον εφησυχασμό και την Κυπριακή τραγωδία. Πολύ αξιόλογα επίσης το «Κάποιος χτύπησε την πόρτα», το ομώνυμο του δίσκου από τον Λευτέρη Παπαδόπουλο και το δεύτερο καλύτερο τραγούδι της Άννας Βίσση, «Στα χρόνια της υπομονής».

Για τον Σταύρο Κουγιουμτζή, η μεταπολίτευση απετέλεσε ένα κρίσιμο ορόσημο. Με την πτώση της δικτατορίας, ήρθαν και κατέκλυσαν τη μουσική αγορά όλα τα λογοκριμένα. Το 1976 θα συνεργαστεί με την ανερχόμενη, τότε, Χαρούλα Αλεξίου στις «Λαϊκές Κυριακές». Από τη μεριά του, παρότι αριστερός, τα άμεσα και τα στρατευμένα δεν τα ήθελε. Από την άλλη, η Αλεξίου, προσπαθούσε εναγωνίως να χτίσει έντεχνο ρεπερτόριο με κοινωνικές μπαλάντες, παρότι δοξάζονταν στο σμυρναίικο και λαϊκό. Το αποτέλεσμα ήταν, ο Κουγιουμτζής να της γράψει κυρίως έντεχνα λαϊκά τραγούδια, αλλά ο πολύ καλός αυτός δίσκος, να καταλήξει «καταραμένος». Η Αλεξίου, σχεδόν ποτέ, δεν τον στήριξε στις συναυλίες της. Οι στιχουργοί ήταν βέβαια σπουδαίοι: Μ. Ελευθερίου, Λ. Παπαδόπουλος και για πρώτη φορά, νομίζω, ο Μ. Μπουρμπούλης. Η προτίμηση της Αλεξίου, προέκρινε λόγω μπαλάντας τους στίχους του τελευταίου: «Θα΄ταν 12 του Μάρτη», «Σου στέλνω χαιρετίσματα», «Πηνελόπη». Όχι ότι ήταν ελάσσονες δημιουργίες το «Χρόνια σαν βροχή» και «Απ΄τον περασμένο Μάρτη» του Μ. Ελευθερίου ή «Τα σκούρα μάτια» του Λ. Παπαδόπουλου. Τελικά, η ζωή είχε διαφορετική γνώμη, αφού η «12 του Μάρτη», πήρε την έσχατη ώρα την εκδίκησή της, έστω και λυπημένα.

Την επόμενη χρονιά, το 1977, είχαμε την συνεργασία του με τον Κ. Σμοκοβίτη. Σε αυτόν συμμετείχε και η αγαπημένη του Αιμιλία Κουγιουμτζή. Αυτή τη δουλειά ο συνθέτης την αισθάνθηκε «λιγότερη», σε σχέση με τις προηγούμενες. Δεν έλειψαν, όμως, η ποιότητα και οι επιτυχίες. Την τελευταία στιγμή, εντάχθηκε και ηχογραφήθηκε η επιτυχία του, «Το καλοκαίρι το μορτάκι» σε στίχους Ά. Δασκαλόπουλου. Αρκετά γνωστά έγιναν και τα τραγούδια «Το λεωφορείο» του Μ. Μπουρμπούλη και «Η μικρή οθόνη», επίσης του Α. Δασκαλόπουλου.

Σταδιακά ως δημιουργός, ακολουθούσε πιο εσωστρεφείς δρόμους. Επιπλέον η Minos κυριαρχούσε στην αγορά και αυτό είχε, μάλλον, αρνητικές επιπτώσεις στην κυκλοφορία δίσκων άλλων εταιριών. Το 1979, συνεργάζεται με την Lyra και την  θρυλική Βίκυ Μοσχολιού. Το ελληνικό κοινό, όχι εύκολο στις αλλαγές τεχνοτροπίας των καλλιτεχνών, δεν υποδέχθηκε ανάλογα τον δίσκο. Οι στίχοι των Μ. Μπουρμπούλη, Β. Τσιμπούλη και Ντ. Χριστιανόπουλου, θα δώσουν ωραία τραγούδια, σε πολύ καλές ενορχηστρώσεις. Μέσα σε αυτά και το εξαιρετικό «Δεν είμαι εγώ», αλλά και άλλα όπως τα «Η αγάπη μου για σένα», «Όμως δεν ξέρω», «Παράπονο μανιάτικο» και το «Όταν σε περιμένω» του Ντ. Χριστιανόπουλου. Με αυτόν τον δίσκο, ο κυρ Σταύρος θα κλείσει τη δεκαετία του '70. Σταδιακά αρχίζει και διευρύνεται το χρονικό χάσμα μεταξύ των δισκογραφιών του.

Την δεκαετία του '80 θα ανοίξει δημιουργικά το «Μικραίνει ο κόσμος» του 1982. Μια εξαιρετική δουλειά ως ποιητική ανθολογία: Παπαδιαμάντης, Σαχτούρης, Χριστιανόπουλος, Κόρφης, Σεφέρης, Ριτσώνης. Οι καλοί τραγουδιστές, όμως, βρίσκονται σε άλλες εταιρίες. Αυτό είναι ευδιάκριτο στο αριστουργηματικό «Μικραίνει ο κόσμος», όπου συμμετείχε ο Α. Καλογιάννης και έτσι διασώθηκε. Η δουλειά αυτή, ήταν από τις τελευταίες που άκουσε και αποδέχθηκε ο Μ. Λοΐζος, λίγο πριν «φύγει» το Σεπτέμβριο του ιδίου έτους.

Το 1983 πραγματοποιεί την πρώτη συναυλία του στην Αθήνα! Όπως ο ίδιος έλεγε "ο συνθέτης όφειλε να γράφει χωρίς να είναι απαραίτητο να γίνεται γνωστή η φάτσα του". Ο κόσμος κατέκλυσε το θέατρο, όπου με βασικό ερμηνευτή τον Γ. Νταλάρα, γέμισε ο αθηναϊκός ουρανός με τις μελωδίες του. Περίπου την ίδια εποχή έχουμε και τη φιλοτίμηση της κρατικής ΕΡΤ, για ένα αφιέρωμα σε αυτόν.

Το 1985, μετά από πιέσεις του Δημήτρη Μητροπάνου, η τότε Philips ψάχνοντας διαθέσιμους συνθέτες, καταλήγει από συγκυρία στον Κουγιουμτζή. Ήταν μια περίοδος που ο τραγουδιστής επιζητούσε εναγωνίως μια εναλλακτική δισκογραφική καριέρα πέρα από τα μεγάλα σουξέ του Τάκη Μουσαφίρη. Το κοινό του Μητροπάνου, πάντως, άργησε να αποδεχθεί την αλλαγή του αυτή. Έτσι ο σε στίχους του αξιόλογου Λ. Τεάζη δίσκος «Τα Νυχτέρια», αντιμετωπίσθηκε με σκεπτικισμό, όπως και «Τα Πικροσάββατα» των Μ. Θεοδωράκη και Λ. Παπαδόπουλου. Φυσικά και εδώ υπήρξαν, τραγούδια εξαιρετικά, όπως το «Παράπονό μου», «Είσαι ωραία σαν αμαρτία» κ.ά.

11 χρόνια μετά την τελευταία συνεργασία τους, ο κυρ Σταύρος θα σμίξει και πάλι με τον Γ. Νταλάρα. Ο δίσκος αυτός σε στίχους Μ. Ελευθερίου, Κινδύνη, Ριτσώνη, του ίδιου του συνθέτη και της Μαρίας Κουγιουμτζή, τον επανέφερε στις υψηλές πωλήσεις. Μεγάλη επιτυχία γνώρισε το τσιφτετέλι – συμμετοχή της Ελ. Αρβανιτάκη- «Κόκκινο φουστάνι». Ελάχιστοι ξέρουν πως είναι του κυρ. Σταύρου. Ο Γ. Νταλάρας, ευτύχησε να «καθαγιάσει», όπως ο συνθέτης τόνιζε χαρακτηριστικά, τραγούδια όπως το «Οι ελεύθεροι και ωραίοι», «Μην γυρεύεις ομορφιές», «Τα κατά Ματθαίον Πάθη», «Σ΄αυτήν την πόλη» και «Τρελοί και Άγγελοι (Ντύλαν Τόμας)».

 

Η δεκαετία του '90, θα τον βρει στη Θεσσαλονίκη και την Καλαμαριά. Είχε επιστρέψει λίγο πριν, στα 1988. Πλέον ηχογραφούσε σπάνια. Αγαπούσε τον μακρύ περίπατο της παραλίας, έκανε ραδιόφωνο και παρέδωσε εν ζωή 2 βιβλία: το «Ανοιχτά παράθυρα με κλειστά παντζούρια» και το «Στα διώροφα έμεναν οι όμορφες». Το 1993 θα γράψει ένα δίσκο για την γυναίκα της ζωής του Αιμιλία, το «Κάτι παιδιά που αγαπούνε το τραγούδι».

Το 1997 θα εκδώσει ένα μεγάλο του μεράκι, βυζαντινούς ύμνους σε λόγια μουσική. Ένα πρώτο δείγμα της, είχε παρουσιαστεί στην συναυλία του 1992 στη Θεσσαλονίκη με τον Γ. Νταλάρα και τη χορωδία του Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου σε διεύθυνση Χρ. Σταμούλη. Η επιλογή των ύμνων είχε γίνει με τη βοήθεια του Ντ. Χριστιανόπουλου. Τελικά το έργο θα ηχογραφηθεί μεν με τον ίδιο σολίστ, αλλά την χορωδία «Φον Μουσικάλις», υπό τον Α. Μυράτ. Το σε ρυθμό τσάμικου «Κύριε εκέκραξα», είναι για τον γράφοντα, η καλύτερη μεταφορά βυζαντινού ύμνου σε κοσμική μουσική.

Το 2000 θα κάνει τον προτελευταίο δίσκο του, το «Έβρεχε ο κόσμος». Οι στίχοι ήταν κυρίως δικοί του, κύρια ερμηνεύτρια η κόρη του Μαρία, ενώ σε συμμετοχές οι Γ. Χριστοδούλου και Γ. Νταλάρας. Εδώ το «Πώς να σου πω», έδειξε την δυνατότητα του για σύνθεση σε νέα ακούσματα, ενώ το πολύ αξιόλογο «Αυτός ο κόσμος», τους ανατολικούς «δρόμους».


Τέλος, το 2001 ηχογράφησε 18 παλαιά τραγούδια του, με την χορωδία του Δήμου Βόλου (διεύθυνση Δ. Καρκάλα). Ήρθε σαν πουλί, ηχογράφησε από αρχής με χορωδίες, έκλεισε με χορωδία, εκόμισε ως μαικήνας στην τέχνη και έφυγε σαν αποδημητικό πουλί για την αιωνιότητα.




Γίνε ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ

Αν σου αρέσει να γράφεις, έλα στην ομάδα συντακτών του ανεξάρτητου, πολυφωνικού, υγιούς και δημοφιλούς ηλεκτρονικού περιοδικού του MusicHeaven και μοιράσου τις σκέψεις σου με τους πάνω από 4.000 καθημερινούς αναγνώστες του.

Στείλε μια δημοσίευση ή επικοινώνησε μαζί μας για απορίες!


σχόλια (1)

σχολιάστε το παραπάνω άρθρο:


Για να στείλετε σχόλιο πρέπει να είστε μέλος του MusicHeaven. Παρακαλούμε εγγραφείτε ή συνδεθείτε



Σχόλια από άλλες δημοσιεύσεις