αρχική σελίδα MusicHeaven κεντρική σελίδα του blog περισσότερα Blogs

Home
Ηλιαχτίδες
Όπου μαυρίλα κλώθεται και γνέθεται./Ήλιοι μικροί γενείτε κι όλο αλέθετε.
29 Μαΐου 2014, 09:33
Μιλτιάδης Αποστόλου: ο δημιουργός της σελίδας και της ομάδας του Μενέλαου Λουντέμη
Σπουδαίοι Άνθρωποι  

Ελάχιστος φόρος τιμής στη μνήμη του φίλου μας...

...

20/8/84 – 8/5/2014

«Στις 20 Αυγούστου του 1984 γεννήθηκε ένα Αγόρι με πανέμορφα μάτια! Μόνο που οι Μοίρες εκείνη τη στιγμή θα πρέπει να απουσίαζαν…». Κανείς μας δεν μπορεί να εξηγήσει διαφορετικά γιατί «αυτό το Αγόρι έπρεπε να γνωρίσει μόνο το σκληρό πρόσωπο της Ζωής…»

Από πολύ νεαρή ηλικία παρουσιάστηκαν τα πρώτα προβλήματα στην υγεία του. Ως 8 χρονών είχε βιώσει ήδη δύο χειρουργεία και αποχή από όποια τρόφιμα περιείχαν γλουτένη και λακτόζη.

Το 1992 οι γονείς του, δύο υπέροχοι άνθρωποι, ο Ευάγγελος και η Γεωργία Αποστόλου πήραν την απόφαση να μετακομίσουν στη Γερμανία, για το καλό του Μίλτου…

Κάποιο χρωμόσωμα ήταν υπεύθυνο για τις δυσλειτουργίες του οργανισμού και προκαλούσε πολλά σοβαρά προβλήματα στο παιδί. Παρά τα 14 χειρουργεία που έγιναν στη Γερμανία, εκείνος, γεννημένος μαχητής,  τα ξεπερνούσε. Κατάφερε και τελείωσε το Γυμνάσιο και το Λύκειο του Μονάχου. Τελείωσε τη Σχολή Νοσηλευτικής Κοζάνης. Στη συνέχεια πέρασε στο Τμήμα Ψυχολογίας στη Φιλοσοφική Ιωαννίνων. Ήταν πανευτυχής, έκανε χιλιάδες όνειρα για το μέλλον, πετούσε…

Δυστυχώς, μετά την εξεταστική του δεύτερου εξαμήνου άρχισε να διαμαρτύρεται για έντονους πόνους.

Καλοκαίρι 2012: Κακοήθης Καρκίνος του Ιερού Οστούν. Χημειοθεραπείες, υπερθερμίες, ακτινοβολίες. Μετάσταση στον πνεύμονα…

Ο Μίλτος με υπομονή και γαλήνη αντιμετώπιζε όλες αυτές τις δυσκολίες…

Πάλευε, αγωνιζόταν να κρατηθεί στη ζωή, να μην πονέσουν, μην υποφέρουν οι δικοί του άνθρωποι, κι ας υπέφερε εκείνος τόσο…

8/5/2014

Ο κύριος Βαγγέλης, αυτός ο μπαμπάς-ήρωας, όταν διαπίστωσε ότι ο γιός του δεν άντεχε άλλο να  παλεύει, βρήκε τη δύναμη και ψιθύρισε στο αυτί του παιδιού του "Μιλτάκη, Αγόρι μου, άσε τον εαυτό σου ελεύθερο και ό,τι θέλει ας γίνει, εμείς είμαστε και θα είμαστε πάντα περήφανοι για σένα''. Σε 20 λεπτά περίπου έφυγε με ένα ελαφρύ χαμόγελο και ένα πρόσωπο γαληνεμένο...

Ο Μίλτος συμμετείχε σε πολλές ομάδες, είχε, γενικά, ενεργή παρουσία στο διαδίκτυο (Ptolman sto Youtube, We Love Movies), αλλά η μεγαλύτερή του αγάπη παρέμενε πάντα ο Μενέλαος Λουντέμης, του οποίου τη σελίδα και την ομάδα δημιούργησε το 2010.

Ένας άνθρωπος με παιδεία, μια ψυχή ευαίσθητη, ευγενική, που πίστευε σε έναν κόσμο δικαιοσύνης, ισότητας και ανθρωπιάς.

Όλοι όσοι τον γνωρίσαμε, έστω και διαδικτυακά, θα τον θυμόμαστε για πάντα με αγάπη και απέραντο σεβασμό, ως μαχητή, με καλλιέργεια και αξιοπρέπεια ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές…

Ηρακλής Κακαβάνης-Γιώτα Κοτσαύτη


1 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


28 Μαΐου 2014, 18:57
Η Καρδιά της Βασιλοπούλας (δ’ μέρος)
Κόκκινη κλωστή δεμένη...  

… Όταν την είδε το βασιλόπουλο έμεινε άφωνο. Τέτοια ομορφιά, τέτοια χάρη, ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν τα είχε φαντασθεί. Δεν έβγαζε τα μάτια του από πάνω της.

Ζήτησε αμέσως να γίνουν αρραβώνες, και μα χαρά το δέχθηκε ο βασιλιάς. Ευθύς πρόσταξε τις μουσικές να γυρίσουν στους δρόμους, για να μάθει όλος ο λαός την καλήν είδηση, και πρόσταξε να στρωθεί αμέσως τραπέζι μεγάλο και να φέρουν πάλι τα καλύτερά του κρασιά, για να πιει ο κόσμος στην υγειά του γαμπρού και της νύφης.

Αλλά όταν κάθησαν στο τραπέζι, ούτε να φάγει ήθελε το βασιλόπουλο ούτε να πιει, μόνο τη βασιλοπούλα ήθελε να κοιτάζει.

Αφού απόφαγαν και ο βασιλιάς και οι αυλικοί ήπιαν στην υγειά των αρραβωνιασμένων, βγήκαν όλοι στο χορό, και πήρε το βασιλόπουλο τη βασιλοπούλα και χόρεψαν με τόση χάρη, που όλοι γύρω στέκουνταν μαγεμένοι.

Όταν τελείωσε ο χορός, την πήρε το βασιλόπουλο να σεργιανίσουν το περιβόλι.

-Τέτοια βασίλισσα σαν εσένα δε θα φαντάζεται ο λαός μου, της είπε, ούτε η μητέρα μου δεν ήταν τόσο όμορφη!

Εκείνη ευχαριστήθηκε με τα κολακευτικά αυτά λόγια, και με το νου της έβαλε να γίνει αμέσως και βασίλισσα, για να έχει όλα τα μεγαλεία και τις δόξες.

-Πότε θα με κάμεις βασίλισσα;

Το βασιλόπουλο κοντοστάθηκε και την κοίταξε με απορία.

-Όταν γίνω εγώ βασιλιάς, αποκρίθηκε’ και ελπίζω να αργήσει αυτό πολύ ακόμα, για να ζήσει χρόνια πολλά ο πατέρας μου…

-Αχ, διέκοψε η βασιλοπούλα. Αν σε πάρω, θέλω να γίνω αμέσως βασίλισσα, για να φορώ το στέμμα και την πορφυρένια βασιλική στολή, που θα πηγαίνει τόσο καλά με την ομορφιά μου.

Τότε λυπήθηκε το βασιλόπουλο, που δεν αποκρίθηκε τίποτε. Εκείνη νόμισε πως παραδέχτηκε τα λόγια της, και του εξήγησε με τι τρόπο μπορούσε να γίνει αμέσως βασιλιάς.

-Θα πάρω το στόλο του πατέρα μου του βασιλιά, και όλο του το στρατό, και θα φύγομε μαζί, θα αποβιβαστούμε στο βασίλειό σου, χωρίς τίποτε να ξέρουν οι γονείς σου, και, καθώς θα είναι ανετοίμαστοι, θα μπουν οι στρατιώτες μας στο παλάτι, θα διώξουν τον πατέρα σου και θα γίνεις εσύ ρήγας κι εγώ ρήγισσα.

Το βασιλόπουλο, καθώς άκουσε αυτά τα λόγια, άρπαξε το κεφάλι του με φρίκη μέσα στα δυο του χέρια.

-Μα τι είσαι συ, βασιλοπούλα μου; ρώτησε. Γυναίκα είσαι ή θηρίο;

-Θέλω να γίνω βασίλισσα, αποκρίθηκε με πείσμα εκείνη’ αλλιώς δε σε παίρνω.

Απελπισμένο και ως την καρδιά θλιμμένο, της είπε το βασιλόπουλο πως τη θέλει γυναίκα του και πως θα την πάρει και πως τόσο θα την αγαπά, που θα την κάμνει και αυτή να μαλακώσει και να γίνει γλυκιά και καλή γυναίκα.

Άλλ’ αυτή δεν άκουε από τέτοια λόγια.

-Η’ βασίλισσα θα με κάμεις αμέσως, ή φύγε μονάχος.

-Θα με κάμεις να πάγω να πέσω στη λίμνη και να πνιγώ! της είπε το βασιλόπουλο.

-Και δεν πας; αποκρίθηκε.

Έτρεξε λοιπόν το βασιλόπουλο και ρίχθηκε στη λίμνη’ κι εκείνη το κοίταζε και ούτε ταράχθηκε, παρά όταν είδε τα νερά που τον σκέπασαν, σήκωσε τους ώμους της και γύρισε προς το παλάτι.

-Τι κουτός που ήταν! είπε. Δεν του αξίζει άλλο τέλος.

(συνεχίζεται...)


- Στείλε Σχόλιο


26 Μαΐου 2014, 10:54
Οι γειτονιές του κόσμου
Το ποίημα της εβδομάδας  

1.

…Έτσι μικρό ήταν τ’ όνειρό μας.

Μα τούτο τ’ όνειρο ήταν τ’ όνειρο

όλων των πεινασμένων και των αδικημένων.

Κι οι πεινασμένοι ήταν πολλοί

κι οι αδικημένοι ήταν πολλοί.

Και τ’ όνειρο μεγάλωνε –σιγά-σιγά μεγάλωνε-

-πάντοτε το ίδιο στρογγυλό και σαν τον ήλιο

και το ίδιο στρογγυλό σαν τον ορίζοντα,

ετούτο τ’ όνειρο των πεινασμένων,

τ’ όνειρο των αδικημένων

όλου του κόσμου.

2.

…Είναι μεγάλος τούτος ο άνεμος

είναι πελώριος τούτος ο άνεμος

είναι χαρούμενος, χαρούμενος,

ρίχνει τα τείχη που ύψωσαν ανάμεσα στους λαούς

ρίχνει τα τείχη του θανάτου

ρίχνει τα τείχη ανάμεσα στο νου και στην καρδιά

τα τείχη ανάμεσα σε σένα και σε μένα

κι ανοίγει διάπλατα, πάνου απ’ τον ένα κόσμο, του ήλιου το παράθυρο.

Ακούστε πώς σφυρίζει τούτος ο άνεμος

μέσα στις ματωμένες γειτονιές του κόσμου…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Καλή εβδομάδα


- Στείλε Σχόλιο


23 Μαΐου 2014, 09:15
Το διπλό παραμύθι
Διηγήματα και ιστορίες  

Δεν είμαστε πια παιδιά. Αγόρια και κορίτσια στο σπίτι μας, κοντεύαμε να γίνουμε της παντρειάς. Ωστόσο μας άρεσαν ακόμα τα παραμύθια της γιαγιάς.

Μα τώρα δεν ήσανε τα παραμύθια με τους δράκους και τις βασιλοπούλες, που ξέραμε. Τώρα η γιαγιά μας έλεγε πότε-πότε, όταν ήταν στις καλές της, ένα άλλο παραμύθι, που το είχαμε βγάλει: «το διπλό παραμύθι». Και το λέγαμε διπλό, γιατί δεν τόλεγε μονάχα η γιαγιά. Τόλεγε μαζί με τον παππού, καθώς καθόμαστε, το χειμώνα, κοντά στην πυροστιά. Εκείνη το άρχιζε κι εκείνος το αποτελείωνε ή έλεγε ο ένας και τον διόρθωνε ο άλλος, θυμίζοντάς του εκείνα, που ξεχνούσε. «Λέγε τώρα εσύ, γέρο…», τούλεγε καμιά φορά εκείνη. Κι εκείνος πάλι κάποτε την έκοβε στη μέση και της έλεγε: «Δεν το θυμάσαι καλά, γριά. Στάσου να το πω εγώ τώρα. Και λες εσύ παρακάτω»… Και έτσι οι δύο γέροι, ο παππούς και η γιαγιά, πιάνοντας ο ένας κι αφήνοντας ο άλλος, μας έλεγαν το παραμύθι. Το διπλό παραμύθι:

«Μια φορά κι ένα καιρό –το διπλό παραμύθι άρχιζε, όπως όλα τα παραμύθια –ήτανε ένας νιός και μια νιά. Και είχαν πιάσει μια τρανή αγάπη. Μα κι εκείνοι δεν ήξεραν πώς αγαπήθηκαν. Μήπως ξέρει κανένας πώς πιάνεται η αγάπη;…».

Έλεγε η γριά κι εκοίταζε πονηρά το γέρο της.

«Η αγάπη πιάνεται σαν το σινάχι», έλεγε, χωρατεύοντας ο γέρος. «Συναχώνεται κανείς και δεν το ξέρει πώς συναχώθηκε. Παρακάτω…»

Η γριά τούλεγε να σκάσει και ξακολούθαγε το παραμύθι της.

«Η νιά ήτανε μια αρχοντοπούλα, ξανθή και πανέμορφη, μοναχοθυγατέρα των γονιών της. Παυλίνα τη λέγανε και καθότανε στην εξοχή με τους γονιούς της, σ’ έναν παλιό πύργο, που είχανε κληρονομήσει πάππου προς πάππου. Εκεί είχε μεγαλώσει, μαζί με τη φουντωτή λεμονιά, που είχε φυτέψει ο πατέρας της στο χτήμα, όταν γεννήθηκε η μοναχοκόρη του, μαζί με το γαϊδουράκι, που έπαιζε μαζί του, όταν ήτανε και τα δυό μικρά, και μαζί με το μεγάλο τους τσομπανόσκυλο, που ήτανε γέρος τώρα κι άρρωστος και δεν μπορούσε να σύρει τα πόδια του. Και όμως ο καημένος ο γεροσκύλος είχε ίσια ίσια τα χρόνια της Παυλίνας, που ήτανε τώρα ολόδροση κοπέλα δεκαπέντε χρονών, σα μπουμπούκι τριανταφυλλιάς, που γλυκοσκάζει μιάν ανοιξιάτικη αυγή…».

Τα άλλα παραμύθια δεν την κούραζαν τόσο τη γιαγιά. Μπορούσε να λέει και ν’ ανιστορεί όλη τη νύχτα. Τούτο το παραμύθι όμως, φαίνεται, πως την κούραζε πολύ. Και ξανάπιανε πάλι το παραμύθι ο γέρος:

«Ας αφήσουμε τώρα την Παυλίνα κι ας πιάσουμε το νέο. Παύλο τον λέγανε. Ήταν ένας λεβέντης είκοσι χρονών και ήταν αξιωματικός στα πολεμικά καράβια. Φορούσε άσπρη στολή, σαν το χιόνι, με χρυσά γαλόνια και κουμπιά, και, όταν γύριζε απ’ τα ταξίδια του, πήγαινε να ιδεί την ξαδερφούλα του την Παυλίνα στον πύργο, γιατί ο πατέρας της Παυλίνας και η μητέρα του ήσαν πρώτα ξαδέρφια. Έτσι ο Παύλος, σαν ταξίδευε, λαχτάριζε πάντα τη στεριά, με τα λουλούδια της, και η Παυλίνα, σαν έμενε μοναχή της στον πύργο, λαχτάριζε τη θάλασσα, με τ’ αφρισμένα κύματά της».

Ο γέρος σταματούσε πάλι, αναστέναζε κι έλεγε στη γριά:

«Πες τα τώρα εσύ, γριά, που τα θυμάσαι καλύτερα».

Και η γιαγιά μας έλεγε τώρα, πώς είχανε αγαπηθεί ο Παύλος και η Παυλίνα, δίχως να τα καταλάβουν.

Εκείνος δεν της είχε πει ποτέ τίποτα. Κι εκείνη το ίδιο. Ώρες περπατούσανε μαζί στο έρημο δάσος, κατέβαιναν στις δασωμένες ρεματιές, βοηθούσε ο ένας τον άλλον, να περάσουνε τα τρεχούμενα νερά, σκαρφάλωναν στις ανηφοριές, και στα μονοπάτια γλυστρούσαν απ’ τα ξερά φύλλα των πεύκων, κρατώντας ο ένας το χέρι του αλλουνού, μιλιά όμως δεν βγάζανε. Λες και είχανε βουβαθεί…

«Λέγε τώρα, γέρο…».

Ο γέρος αναστέναζε κι έπιανε το παραμύθι εκεί, που το άφησε η γριά:

«Λες και είχανε βουβαθεί. Και μονάχα, όταν έφευγε εκείνος, να γυρίσει στη θάλασσα, εκείνη τούλεγε δακρυσμένη: Πότε θα ξανάρθεις πάλι; Μην αργήσεις. Κι εκείνος της έλεγε με μάτια βουρκωμένα: Μήπως είναι στο χέρι μου να πω πότε θα ξανάρθω; Η θάλασσα ορίζει. Τίποτε άλλο. Και δίνανε τα χέρια ν’ αποχαιρετισθούν. Και κρατούσε πολλή ώρα ο ένας το χέρι του αλλουνού, που έκαιγε, το κρατούσε, σα να μη μπορούσανε να τα χωρίσουνε. Αν αυτό θα πει «σ’ αγαπώ», τότε το είχανε πει ο ένας στον άλλον. Τίποτε άλλο όμως δεν είπανε ποτέ τους, όσον καιρό ο Παύλος ερχότανε στον πύργο απ’ τη θάλασσα και όσον καιρό η Παυλίνα, βλέποντας απ’ το παραθυράκι της ψηλής σοφίτας τη μακρινή θάλασσα, με τα λευκά πανιά, την παρακαλούσε να της τον φέρει… Λέγε τώρα, γριά, γιατί εγώ νύσταξα.

Μα τι να πει κι η γριά, που είχε νυστάξει κι εκείνη;

Δεν ήταν όμως και ανάγκη να μας τελειώσουν το παραμύθι ο γέρος κι η γριά. Τα παρακάτω τα ξέραμε. Ο Παύλος κι η Παυλίνα παντρευθήκανε, απόχτησαν παιδιά κι αγγόνια και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Ο Παύλος κι η Παυλίνα ήσαν ο παππούς και η γιαγιά μας. Και μας λέγανε το διπλό τους παραμύθι. Μα δεν το φτάνανε ποτέ ως το τέλος, οι δυό γέροι. Γιατί πάντα στο ίδιο μέρος, εκεί που παντρεύθηκε ο Παύλος την Παυλίνα, τους έπιανε νύστα και τους δυό και αποκοιμόντουσαν βαθιά, μπροστά στην πυροστιά, που σιγόσβηναν θλιβερά τα τελευταία της ξύλα…

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ


- Στείλε Σχόλιο


22 Μαΐου 2014, 19:52
...η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο από ένα παραμύθι...
Σπουδαίοι Άνθρωποι  

«…Όπως προχωρώ στο δρόμο, βλέπω περιβόλια, ποταμάκια και πεταλούδες που μου γνέφουν και μου λένε: Για περίμενε ένα λεπτό, έχω κάτι σημαντικό να σου πω!

Τα κολεόπτερα που παίζουν στον άνεμο είναι μεταμορφωμένες πριγκίπισσες. Οι λιβελούλες που πετούν πάνω από τα λιβάδια είναι πολεμιστές. Τα έλατα δε θέλουν να γίνουν χριστουγεννιάτικα δέντρα και πονάνε από το υπερβολικό φορτίο της διακόσμησης. Ακόμη και οι βελόνες του ραψίματος μπορεί να ξεσηκωθούν και να διαμαρτυρηθούν για την υπεροψία των πέντε δαχτύλων του ανθρώπινου χεριού, που τους στερούν την ελευθερία να κινούνται όπως θέλουν…»

Ένας σπουδαίος παραμυθάς, που άργησε να καταλάβει την αξία των ιστοριών του, όμως αγαπήθηκε τόσο πολύ από μικρούς και μεγάλους, σε όλο τον κόσμο…

«Ο Άντερσεν ξεπέρασε τα σύνορα της χώρας του, ξεπέρασε το χώρο και το χρόνο. Οι ιστορίες του αγαπήθηκαν εξίσου από μικρούς και μεγάλους, Βοήθησαν όσους τις διάβασαν να φορέσουν τα φτερά της φαντασίας και να πετάξουν στη χώρα της καλοσύνης και της αλήθειας, αναζητώντας την ομορφιά της ζωής. Στο μυαλό των παιδιών των επόμενων γενεών ο Άντερσεν είναι ένας πνευματικός καθοδηγητής. Με τις ιστορίες του λέει στα παιδιά ότι η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο από ένα παραμύθι: Αν έχεις ένα όνειρο, μπορείς να γράψεις για τον εαυτό σου μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία».

Από την προσεγμένη σειρά παιδικών βιβλίων των εκδόσεων Πατάκη «Μεγάλες Μορφές της Επιστήμης και της Σκέψης». Κείμενο: Li-Jung. Εικονογράφηση: KirillChelushkin. Απόδοση: Βαγγέλης Ηλιόπουλος.

 


- Στείλε Σχόλιο


21 Μαΐου 2014, 10:17
Η Καρδιά της Βασιλοπούλας (γ’ μέρος)
Κόκκινη κλωστή δεμένη...  

…Περνούσαν τα χρόνια, μεγάλωνε η βασιλοπούλα, και όλο γίνουνταν ομορφότερη κι εξυπνότερη, αλλά όλο και πιο εγωίστρια και άκαρδη. Οι γονείς της πάλι όσο πήγαινε πικραίνουνταν περισσότερο, γιατί έβλεπαν πως ολοένα λιγόστευε η αγάπη του λαού για την όμορφη μα άσπλαχνη βασιλοπούλα.

Μα κι αυτή δεν ήταν ευχαριστημένη.

Λύπη και οίκτο δεν γνώρισε, μα και χαρά δεν ήξερε τι θα πει. Όταν έβλεπε τις φιλενάδες της να φιλούν τη μητέρα τους απορούσε, γιατί αυτή δεν είχε όρεξη να φιλήσει τη δική της μητέρα.

Όταν άκουε τους άλλους να μιλούν για συγκίνηση, έλεγε μέσα της:

Τι είναι αυτό;

Μια μέρα, πέρασε ένας λαουτάρης από το νησί, και ο βασιλιάς πρόσταξε να ‘ρθει και να τραγουδήσει και να παίξει στο παλάτι μπροστά σ’ όλη την αυλή. Το βράδι, στον κήπο, ο λαουτάρης έπαιξε το λαούτο και τραγούδησε, είχε ωραία φωνή και ο βασιλιάς ευχαριστήθηκε πολύ, και τον πρόσταξε να πει κανένα τραγούδι της πατρίδας του.

Και τραγούδησε πάλι ο λαουτάρης, με τόση αγάπη είπε την ομορφιά της πατρίδας του και τον πόνο που βρίσκουνταν στα ξένα, που όλοι γύρω έκλαψαν.

Η βασιλοπούλα μόνο έμενε ατάραχη, και απόρησε γιατί να κλαίνε οι άλλοι, ενώ αυτή δεν αισθάνουνταν ούτε λύπη ούτε χαρά. Και όταν άκουσε τον βασιλιά, που πρόσταξε να δώσουν στον τραγουδιστή ένα σακί φλουριά, είπε θυμωμένη στον πατέρα της:

-Δε λυπήθηκες να πετάξεις τόσα φλουριά για έναν κουρελιάρη, που μας σκότισε τόση ώρα με τις φωνές του και με τα λαούτα του;

-Γιατί λες πως μας σκότισε; αποκρίθηκε ο βασιλιάς. Μας ευχαρίστησε απεναντίας, γιατί τραγούδησε με πόνο και με καρδιά!

Αλλά πάλι δεν κατάλαβε η βασιλοπούλα.

Επειδή όμως ήταν πολύ έξυπνη, αντιλαμβανουνταν πως κάτι της έλειπε που την έκανε διαφορετική από τους άλλους ανθρώπους, μα δεν ήξερε τι ήταν αυτό το κάτι. Και για να το εξηγήσει έλεγε μέσα της:

Εγώ είμαι εξυπνότερη από τους άλλους, και γι’ αυτό ούτε με πειράζει τίποτε, ούτε με συγκινεί.

Έγινε δεκάξι χρονών η βασιλοπούλα, και οι γονείς της συλλογίστηκαν πως ήταν πια καιρός να την παντρέψουν.

Στο γειτονικό βασίλειο ήταν ένα όμορφο βασιλόπουλο, γνωστό στον κόσμο για την παλικαριά του και την ευγένεια της ψυχής του. Ήταν προικισμένο με όλα τα ωραιότερα προτερήματα, και ο πατέρας του και η μητέρα του το λάτρευαν.

Η ομορφιά και η εξυπνάδα της βασιλοπούλας είχαν ακουστεί και στο δικό του βασίλειο και το βασιλόπουλο αποφάσισε να την πάρει αυτή γυναίκα του.

-Με την ευχή σας, είπε στους γονείς του, θα πάω να την ζητήσω.

Και του έδωσαν την ευχή τους, και ξεκίνησε το βασιλόπουλο για το νησί της βασιλοπούλας.

Όταν το έμαθε ο βασιλιάς, ετοίμασε μεγάλα πανηγύρια και μεγάλα ξεφαντώματα, γιατί το είχε τιμή του να κάμνει γαμπρό τέτοιο τρανό βασιλόπουλο.

Ένα φόβο μόνο είχε, και τον ξεμυστηρεύτηκε της βασίλισσας:

-Να μην τύχει και κάμει ή πει τίποτα η κόρη μας, που να λυπήσει το γαμπρό και να δει που δεν έχει καρδιά!

Φώναξε λοιπόν την κόρη της η βασίλισσα, της είπε πως έρχεται το γειτονικό βασιλόπουλο, και της εξήγησε πώς πρέπει να φέρεται. Αλλά με το φαντασμένο ύφος της αποκρίθηκε η βασιλοπούλα:

-Είμαι η πιο όμορφη και η εξυπνότερη του κόσμου, τιμή του είναι να με πάρει.

Κι έκλαψε πάλι η βασίλισσα, και δεν είπε τίποτα στην κόρη της.

Όταν την είδε το βασιλόπουλο…

(συνεχίζεται…)


2 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


19 Μαΐου 2014, 18:04
Ο γκρεμιστής
Το ποίημα της εβδομάδας  

Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ κι

ο κτίστης,

ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης.

Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.

Στου μίσους τα μεσάνυχτα τρέμει ενός πόθου αστέρι.

Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός, του χαλασμού

πατέρας,

πάντα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας.

Εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, εγώ κι ανοιχτομάτης’

του μακρεμένου αγναντευτής, κι ο κλέφτης

κι ο απελάτης

και με το καριοφίλι μου και με τ’ απεταλίκι

την πολιτεία στην κάνω ερμιά, γη χέρσα το χωράφι.

Κάλλιο φυτρώστε, αγριαγκαθιές, και κάλλιο

 ουρλιάστε, λύκοι,

κάλλιο φουσκώστε, ποταμοί και κάλλιο ανοίχτε τάφοι,

και, δυναμίτη, βρόντηξε και σιγοστάλαξε αίμα,

παρά σε πύργους άρχοντας και σε ναούς το Ψέμα.

Των πρωτογέννητων καίρων η πλάση με τ’ αγρίμια

ξανάρχεται. Καλώς να ‘ρθει. Γκρεμίζω την ασκήμια.

Είμ’ ένα ανήμπορο παιδί που σκλαβωμένο το ‘χει

το δείλιασμα κι όλο ρωτά και μήτε ναι μήτε όχι

δεν του αποκρίνεται κανείς, και πάει κι όλο προσμένει

το λόγο που δεν έρχεται, και μια ντροπή το δένει.

Μα το τσεκούρι μοναχά στο χέρι σαν κρατήσω,

και το τσεκούρι μου ψυχή μ’ ένα θυμό περίσσο.

Τάχα ποιος μάγος, ποιο στοιχειό του δούλεψε τ’ ατσάλι

και νοιώθω φλόγα την καρδιά και βράχο το κεφάλι,

και θέλω να τραβήξω εμπρός και πλατωσιές ν’ ανοίξω,

και μ’ ένα Ναι να τιναχτώ, μ’ ένα Όχι να βροντήξω;

Καβάλα στο νοητάκι μου, δεν τρέμω σας όποιοι είστε

γκρικάω, βγαίνει από μέσα του μια προσταγή:

Γκρεμίστε!

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Καλή εβδομάδα

 

Μια κορυφαία, κατά τη γνώμη μου, στιγμή της Ποίησης και τόσο επίκαιρη ε…Respect!


- Στείλε Σχόλιο


15 Μαΐου 2014, 09:28
Η παραλία με τα σπασμένα γυαλιά
Από άλλα ιστολόγια  

Καθόλου καλή διάθεση σήμερα, ας την ξορκίσουμε με μία όμορφη και ελπιδοφόρα ανάρτηση, "κλεμμένη" από την Μάνα.

........

"Είναι μια από τις παραλίες που θέλω να πάω. Ονομάζεται Glass Beach και βρίσκεται στην Καλιφόρνια.
Για πολλά χρόνια η παραλία αποτελούσε σκουπιδότοπο. Οι άνθρωποι πήγαιναν και έριχναν κάθε λογής ακαθαρσίες και σκουπίδια. Τόνοι σκουπιδιών, γυαλιά, συσκευές, ακόμη και αυτοκίνητα πετάχτηκαν εκεί. Μερικές φορές οι κάτοικοι για να μπορέσουν να χωρέσουν και άλλα σκουπίδια στην παραλία άναβαν τεράστιες φωτιές και έκαιγαν όσα καιγόταν.
Κάπου τη δεκαετία του ’60 οι αρχές της περιοχής αποφάσισαν πως δεν πήγαινε άλλο η κατάσταση. Διάφορα προγράμματα καθαρισμού πραγματοποιήθηκαν για να διορθωθεί η τεράστια οικολογική καταστροφή. Οργανώθηκαν εκστρατείες καθαριότητας, μαζεύτηκαν τα σκουπίδια… αλλά όχι όλα.
Επειδή, οι άνθρωποι πετούσαν τα σκουπίδια από ψηλά, ήταν αδύνατο να μαζευτούν τα σπασμένα γυαλιά και έτσι τα άφησαν εκεί.
Ότι δεν μπόρεσε να κάνει όμως ο άνθρωπος το έκανε η ίδια η φύση. Τις δεκαετίες που ακολούθησαν τα κύματα καθάρισαν την παραλία και την μεταμόρφωσαν σε μια από τις ομορφότερες παραλίες στον κόσμο.
Από τα σπασμένα γυαλιά, δημιουργήθηκαν εντυπωσιακά χρωματιστά πετραδάκια που καλύπτουν ολόκληρη την παραλία μέχρι σήμερα, προσφέροντας ένα μοναδικό θέαμα στους επισκέπτες της παραλίας.

Μια μέρα θέλω να την επισκεφτώ και να περπατήσω πάνω στα χρωματιστά πετραδάκια της.
Μέχρι τότε, θα τη θαυμάζω από τις φωτογραφίες και θα σκέφτομαι πως η ζωή είναι όπως η γυάλινη παραλία. Τα κακά πράγματα είναι αναπόφευκτα. Αρρώστιες, τσακωμοί, προβλήματα οικονομικά ακόμη και ο θάνατος. Δυστυχώς, αποτελούν μέρος της ζωής.
Σε κάθε ασχήμια, κρύβεται και μια ομορφιά. Ή όπως έλεγαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι ουδέν κακόν αμιγές καλού. Δεν λέω ότι από το θάνατο ενός ανθρώπου που αγαπούμε, μπορεί να βγει κάτι καλό. Αυτό, που λέω είναι πως όταν απομακρύνουμε τα σπουπίδια, αυτό που μας πόνεσε και μας στεναχώρεσε, μπορεί στο τέλος να δούμε τα σπασμένα γυαλιά να γίνονται πολύχρωμες πέτρες, στολίδια στην παραλία."

http://mana-mia.blogspot.gr/2014/05/blog-post_12.html


- Στείλε Σχόλιο


14 Μαΐου 2014, 10:03
Αποχαιρετισμός στον Μίλτο...
Σπουδαίοι Άνθρωποι  

Η μέρα σήμερα είναι φορτισμένη συναισθηματικά.

Σε λίγη ώρα θα αποχαιρετήσουμε τον Μίλτο μας...

Και λέω θα αποχαιρετήσουμε, γιατί, μπορεί το σώμα μας να μην είναι εκεί, η σκέψη μας όμως δεν λείπει από δίπλα του/τους ούτε λεπτό…

Λυπάμαι, λυπάμαι, λυπάμαι για χιλιάδες λόγους…

Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τα μηνύματά του και δεν μπορώ ακόμα να το πιστέψω…

Δεν πρόλαβα να σε γνωρίσω κι από κοντά…

Δεν πρόλαβα να σε βοηθήσω να δεις τυπωμένα τα τόσο όμορφα, μα γεμάτα πόνο κείμενά σου…

«Τα χρόνια που περνούν, αιώνες πάνω στην πλάτη μου.. κ γω βαστάζος τσακισμένων ονείρων σε να Γολγοθά δίχως τελειωμό... Και η ελπίδα ! Αυτή υπάρχει ακόμα κάπου μέσα στην καρδιά μου, σε μια γωνιά! Φοβισμένη αλλά πάντα αισιόδοξη πως η άνοιξη θα έρθει ! Και ας ετοιμαζόμαστε να υποδεχτούμε το χειμώνα κ ας προβλέπεται δύσκολος... Η άνοιξη θα έρθει, θα ανθίσουν όλα γύρο της και θα βγω κερδισμένος σε αυτό το κυνηγητό που χρόνια τώρα έχει ξεκινήσει...»

Γιατί;

Θα μπορέσει άραγε κανείς μας να απαντήσει σ’ αυτό το «γιατί»;

«Θρησκεία μου είναι η αγάπη μέσα μας και η πίστη για έναν πιο όμορφο και δίκαιο κόσμο. Έναν κόσμο για τον οποίο πρέπει να αγωνιστούμε σε αυτήν την ζωή κ όχι να περιμένουμε κάποια <<άλλη>> όπως μας λέει η θρησκεία μας για να ζήσουμε ειρηνικά»

Αυτός ήταν ο Μιλτιάδης Αποστόλου!

20-08-1984 - 08-05-2014.

Εγώ θα σε ξεπροβοδίσω με το τελευταίο κεφάλαιο του «Συννεφιάζει», του Μενέλαου Λουντέμη…

…με την ευχή και την ελπίδα, αγαπημένε μου φίλε, η τρυφερή σου ψυχή να βρήκε επιτέλους το δικό της «Μάικωβο»

...

«…Πήρα τον κατηφορικό δρόμο ολομόναχος. Το βράδυ ζύγωνε με κρύα πόδια. Θα μ’ έλιωνε σαν ένα έντομο που το πέτυχε στο δρόμο νυχτιάτικα. Προχώρησα τρία βήματα και σταμάτησα. Οι δυο γέροι φίλοι μου κούτσαιναν ακόμη πάνω στο δρόμο τσάκα τσάκα κι έφευγαν κατά το χωριό τους. Θα ήταν κανένα απόμακρο χωριό με λασπένια καλυβάκια… που τα βράδια θα ‘καιε η φωτιά και θα ‘ψηνε το μαγείρεμα και τα κάστανα. Ο γεράκος έφευγε χωρίς να γυρίζει πίσω. Αν γύριζε ακόμη μια φορά πίσω, αν μου ‘λεγε ακόμη μια φορά «έλα να το πάιμε το σπίτι με το Τραγιάν…» μπορεί και να πήγαινα. Μπορεί…

Μα δεν πήγα. Έστριψα και πήρα την άλλη ψαλιδιά. Κάπου εκεί γύρω, ανάμεσα σε κάποιο δάσος θα βρισκόταν το Μάικωβο. Μπορεί να ‘χαν καιρό να πάνε παιδάκια και να ‘ταν οι δρόμοι του κλεισμένοι από βάτα. Κάπου θα έλαμπε σ’ ένα ρουμάνι από κουμαριές για να ‘χουν και το χειμώνα τα παιδάκια το φρούτο τους.

Μ ά ι κ ω β ο.

Τώρα μου φάνηκε πως πρέπει να το ‘χω δει. Α, χωρίς άλλο. Μα κι αν πάλι δεν το ‘χω δει το ίδιο, έχω δει χωρίς άλλο τα παιδιά του. Σε κάτι βιβλία της Πρωτοχρονιάς. Κάτι παιδιά κοκκινομάγουλα κάτου από καμπάνες με κορδέλες. Σπίτια χωμένα μες στα τριαντάφυλλα. Κάτι αβγά μεγάλα που κάθεται ολάκερη η φαμίλια μέσα και τραγουδάει. Και το τζάκι να μη σβήνει ποτές… Μέσα βράζουνε ζεστές σούπες και κάτι φαγιά που τα τρως και κοκκινίζουνε τα μάγουλά σου σαν μήλα. Ύστερα γλυκά… ολάκερες καραβιές γλυκά. Ναι, αυτό θα ‘ταν! Κρίμα να μην το ξέρω από τότες για να σημαδέψω το δρόμο… Τώρα…

Κάθισα σε μια πέτρα και περίμενα να περάσει κανείς να τον ρωτήσω. Μα οι περαστικοί ήταν λίγοι. Κάτι βιαστικοί βρακάδες. Άπλωναν τα χέρια τους και «ααα…» κάνανε. «Νιέ ζναμ». Ρώτησα μια γερόντισσα Βλαδοβίτισσα, κουφή. Δεν πήρε χαμπάρι τι έλεγα. Αν περίμενα έτσι θα μ’ έβρισκε το βράδυ. Ξεκίνησα λοιπόν για τον κατήφορο κι όποιον αντάμωνα. Και δε στάθηκα άτυχος. Λίγο πιο κάτου,  σ’ ένα κατηφορικό περιβόλι, ένας βρακάς παππούς τρυγούσε τα κυδώνια του. Είδα τα γένια του και παρηγορήθηκα. Το ‘ξερα πια. Όλοι οι αξούριστοι μπαρμπάδες ήταν καλοί με τα παιδιά. Όπως οι εκκλησιές έχουν το σταυρό τους, έτσι κι οι γέροι έχουν το γένι τους για σημάδι της καλής τους καρδιάς.

-Καλημέρα, μπάιτσε…

Δε μ΄ άκουσε. Μουρμουρίζοντας μέσα στα γένια του ένα παλαιικό ντόπιο τραγούδι μάζευε τα κυδώνια του. Οι γέροι τραγουδάνε σαν τα μωρά. Κάνουν «α-ααα» και δεν ξεχωρίζεις τι λένε. Είναι και οι χαβάδες τους κλαψάρικοι…

-Μπάιτσε (πήδηξα το χαντάκι του). Καλησπέρα!

Ο τραγουδιστής έκοψε το τρύγημα και το τραγούδι. Με κοίταξε με το χωριάτικό του ξάφνιασμα, σαν παλιός γνώριμος του σπιτιού μας. Σβάρνισε με το δάχτυλό του τον ιδρώτα απ’ το κούτελό του και τον πέταξε στο χώμα.

-Τι χέλει, μαλέτσκο; Ντούνκι; Φάε…

Καθάρισε ένα κυδώνι απ’ το χνούδι του απάνου στο βρακί του και μου το ‘δωκε…

-Φάε…

-Όχι, μπάιτσε. Φχαριστώ.

-Γκιατί μπρε;

-Να, έτσι… Δε θέλω.

-Και τι χέλει;

Καθόμουνα και τον κοιτούσα… Αν με πιάσει στο ψιλό; Αν ο Ζλατάν ήτανε κάνας γερο-ψεύτης και μα κορόιδεψε; Μα η μέρα έφευγε. Θα με πρόφταινε η νύχτα στο δρόμο. Και τότες τι κάνουνε; Να φτάσεις νύχτα σε ξένο χωριό… Δεν κάνει… Θα μου πεις, ένα Μάικωβο δεν τα ξεσυνερίζεται κάτι τέτοια… Δε λέω… Μα πάλι… Ε, κι έπειτα; Εγώ θα τον ρωτήσω κι ό, τι γίνει έγινε!

-Μπάιτσε!

-Α…

-Μην και ξέρεις… μην άκουσες… μη

-Τι;

-Μην και ξέρεις κατά που πέφτει…

-Πχοιο;

-Μην έτυχε ν’ ακούσεις κατά πού πέφτει το… Μάικωβο;

Ο γέρος δεν πραξενεύτηκε καθόλου. Το γένι του γιόμισε γλύκα.

-Μάικωβο; Πώς, το κσέρει;

-(Αχ…) Και… πού είναι, μπάιτσε; Πού;

-Α; Κοίτακσε (ο γέρος άπλωσε τα χέρια του και τα ‘κανε δρόμους): Κοίτακσε… τα πάει… τα πάει… τα πάει… Έκει ένα χωριό. Ντεν είναι τη Μάικωβο, είναι την Όσλοβο. Τα πάει… τα πάει… τα πάει… Έχει άλλο χωριό. Ντεν είναι τη Μάικωβο, είναι τη Λέσκοβο. Τα πάει… τα πάει… τα πάει… Έκει άλλο χωριό. Είναι τη Μ ά ι κ ω β ο! (Ζεστάθηκα σαν να μου φορέσανε γούνα)!

-Φχαριστώ μπάιτσε. Και είναι μακριά, μπάιτσε; Ε; Είναι πολύ μακριά;

-Όκι. Ντυο τσιγκάρε.

-Φχαριστώ (μέσα μου θύμωσα λίγο με το γερο-Ζλατάν, τον ψεύτη). Φχαριστώ, μπάιτσε.

-Γκειάσο μαλέτσκο. Καλό στράτα. Τώρα χέλει ένα ντούνκι; Πάρ’ το ένα, το τρώει στο δρόμο.

-Φχαριστώ.

Το πήρα και ξαναπήδηξα το χαντάκι. Μα κάτι ακόμα έπρεπε να ξεκαθαρίσω , μια και τόνε βρήκα έτσι βολικό.

-Και… δε μου λες, μπάιτσε…

-Α…

-Είναι μεγάλο, ε;

-Πχοιο;

-Είναι μεγάλη πολιτεία, ε       

-Πχοιο;

-Μα το Μάικωβο, ποιο άλλο;

-Πολιτεία; Αααα φα!... φα!... φα!... Πολιτεία! Ααα φα, φα, φα!... (τι άσκημος που ήταν! Είχε και κάτι σάπια δόντια…) Αα… φα, φα, φα!

-Ώστε δεν είναι έτσι… Δεν είναι μεγάλο το Μάικωβο;

-Ααα… φα, φα, φα! Μιγκάλο; Ουφτώ κούκια! (οχτώ σπίτια). Ου, ου… φα, φα, φα…

Έσφιξα τις γροθιές μου.

-Γελάς; Γελάς και δεν ντρέπεσαι;… Κρίμα στα γένια σου! Αυτό μονάχα σου λέω… Κρίμα στα γένια σου.

-Αμπρέ!

Ο γέρος έκοψε ξαφνικά το χάχανο. Απόμεινε σαστισμένος, λυπημένος’ κι άπλωνε τα χέρια του. Ήθελε να με καλοπιάσει, και δεν έβρισκε τίποτα. Μοναχά αφουγκραζότανε σαν να βούιζαν γύρω στ’ αφτιά του μέλισσες. Έκρυψε και τα σάπια του δόντια.

-Αμπρέ… αμπρέ… Ολοένα αυτό έλεγε.

-Να και το παλιοκύδωνό σου!

Το γένι του ήταν σαν μαραμένος θάμνος. Άπλωσε το χέρι του. Έβλεπα κει ένα χωριάτικο χέρι να ρωτάει.

-Αμπρέ!... Αμπρέ, μαλέτσκο… Κλαίει; Γκιάτι…

-Δε θέλω να ξέρω κανένα σας! Είσαστε όλοι… -ήμαρτον Γιοβάν- όχι δεν είναι κανείς σας γαιδούρι! Είσαστε όλοι «μπίσκες»!

Έφευγα χτυπώντας δυνατά τα πόδια μου στο χώμα. Και τα πετραδάκια τρυπούσαν τις σόλες μου σαν μερμήγκια.

Δεν ήρθε πολύ ξοπίσω μου. Έμεινε κει πάνω απ’ το χαντάκι με το χέρι του απλωμένο. Η μιλιά του κρύωσε μες στα δόντια του. Έμενε’ κι ο αέρας του ανέμιζε τα μαλλιά. Το βλέμμα του κυνηγούσε τα βήματά μου. Όχι, δεν ήθελα να ξέρω κανένα τους.

Έφευγα. Είχα κιόλας χαθεί μες στα μεγάλα δέντρα του δρόμου. Έφευγα πατώντας άτσαλα τα φύλλα. Ήμουν σαν ολομόναχο χελιδόνι που δεν πρόφτασε ν’ ακολουθήσει τ’ αδέρφια του και το πήρε ο χειμώνας. Σε λίγο θα ήταν νύχτα΄ κι έτρεμα, μες στ’ απόβραχο… Έτρεμα μα έφευγα.

Κάτου στα ριζά, η βουβάλα έχυνε το γάλα της αφριστό… Ας το ‘χυνε. Εγώ δεν ήθελα τίποτα πια τώρα. Βιαζόμουνα να προσπεράσω το σύρραχο, να πάω σ’ ένα απάγκιο, να στρώσω στα πόδια μου κείνο το Μάικωβο και να χαϊδέψω σαν ακριβό γυαλί που μου το τσάκισαν. Κι ύστερα να πασκίσω να συνταιριάξω τα κομμάτια του, να τα κολλούσα –αν κολλούσε τα σπασμένα κομμάτια με δάκρυα.

Μα σαν προσπέρασα το βουναλάκι και βγήκα στο ξέφωτο, εκεί, στο τέλος του σύθαμνου, ένας άλλος κόσμος με περίμενε. Ένας κόσμος φωτερός, κάτασπρος! Ένα μαγικό χαλί που το ξεδίπλωσαν μπρος στα πόδια μου και μ’ άφησαν βουβό. Ένας κάμπος ανοιχτός, καταγάλανος, που κολυμπούσε στην καταχνιά του απόβραδου. Καταμεσής του ένας άσπρος δρόμος τον ρίγωνε στα δυο. Είχε τα μπράτσα του τεντωμένα απ’ ανατολή σε δύση. Το ‘να ακουμπούσε στα πόδια μου. Τ’ άλλο κυλούσε ως κάτου στα πέρατα κυνηγώντας τους καπνούς. Με τύλιξε μεμιάς η μυρουδιά του, γιομάτη άχερο κι αλογίσιο ιδρώ. Σ ι γ ο υ ρ ι ά.  Γιόμισ’ ο κόρφος μου. Τώρα θ’ αρπαχνόμουν απ’ αυτό το τεντωμένο σκοινί και σίγουρα –ποιος ξέρει;- μπορεί και εκεί κάτου στην άκρη του, μπορεί να ήταν σκαλωμένο το Μάικωβο.

-«Πάμε;»… Ήταν μια φωνή παλιά, συρμένη στην άπλα της δημοσιάς. Γνώριμη φωνή. Ρώτησα (τα σκονισμένα γένια του δρόμου σάλεψαν).

-Ποιος είσαι; ρώτησα. Ο μπάιτσε Γιοβάν; Ο μπάιτσε Ζλατάν;

-«Όχι»μου κάνει. «Είμαι ο μπάιτσε-Δ ρ ό μ ο ς…»

-Εσύ;… Εσύ; Ήρτες; Αλήθεια; Στάσου… άφησέ με να ψάξω τη σκόνη σου.

-«Πάμε;»

-«Ναι. Μα εγώ είμαι για το Μάικωβο. Αν συμφωνείς για το Μάικωβο…»

-«Πάμε, Κριφ… Εσένα ήρθα να πάρω».

Ένα αυλάκι καλοναρχούσε δίπλα του. Φαίνεται πως θα το ‘χε ο μπάιτσε-Δρόμος για να πλένει τα πόδια του απ’ τη σκόνη.

-«Θα ‘ρτεις;» ξαναρωτάει.

Συλλογιζόμουνα. Ένα κατσικάκι βέλαξε πίσω. Γύρισα. Ήταν βατραχάκι. Σε μεγάλο λούσο βρισκότανε. Φορούσε πλουμιστό γιλέκο και πέτσινα γάντια σταχτιά. Είχε βρει το Μάικωβό του!

-«Πάμε;», μου ξαναλέει ο δρόμος;

Μιλούσε ο Άι-Βασίλης, γερο-πλανευτής. Χρόνια τον ακολουθούσα –κι ήταν με άδεια σακούλια. Του ‘δινα το χέρι στα τυφλά, χωρίς να μου δείχνει τίποτα. Τώρα το χέρι του έδειχνε Μάικωβο.

Μ ά ι κ ω β ο ! Κάτι ασπρολόγαε στην άκρη του χεριού του. Μα η καταχνιά δε μ’ άφηνε να καλοδώ. Αχ! αν μπορούσε ο ουρανός να μου φέξει λίγο να δω πού πάω. Κι ο ουρανός μ’ ἀκουσε! Τράβηξε την κουρτινίτσα του σύννεφου και… «Ορίστε, Κριφ… μου λέει –δες…»

Είδα. Αααα!... Ναι, ναι… Αυτό ήταν. Ναι, αυτό ήταν! Να τα όλα. Τα σπίτια από φίλντισι. Θεόρατα σπίτια συννεφένια, χρυσά στο λούσιμο του ήλιου. Τζάμια που φεγγοβολούν και μου κάνουν το μάτι. Οι τρούλοι του γυαλίζουν σαν γλόμποι. Όλα είναι όπως τα ‘δειχναν τα βιβλία. Γιομάτα γιρλάντες, γιομάτα τριαντάφυλλα. Μάικωβο!... που είχε ζωή για τα παιδιά. Μάικωβο με τα μεταξωτά του. Να και μια τράνη λυγιστή γέφυρα που πέρναει σαν φέστονι πάνου απ’ το κεφάλι μας.

-«Ε, πάμε, λοιπόν, μαλέτσκο;» με ρωτάει ξανά.

Σηκώθηκα. Ήμουν τόσο ψηλός, που τα μαλλιά μου άγγιξαν την κορδέλα.

-«Πάμε;…..» με ξαναρωτάει για τελευταία φορά, και μου γαργαλάει το δάχτυλο με μια πετρίτσα. Έσφιξα το λουρί μου:

-Εντάξει!... Πάμε, μπάιτσε… Π ά μ ε!

............»

Καλό ταξίδι...

...

(Υσ: Για όσους δεν το γνωρίζουν, ο Μίλτος μας ήταν ο δημιουργός της σελίδας και της ομάδας του Μενέλαου Λουντέμη στο facebook…)

 


- Στείλε Σχόλιο


13 Μαΐου 2014, 08:57
Η Καρδιά της Βασιλοπούλας (β’ μέρος)
Κόκκινη κλωστή δεμένη...  

Πέρασαν χρόνια, η ευτυχία εξακολουθούσε στο νησί’ αλλά στο παλάτι, δεν ήταν πια η η χαρά σαν πρώτα.

Ο βασιλιάς και η βασίλισσα είχαν κρυφό και βαθύ καημό’ η κορούλα τους δεν είχε καρδιά. Και όσο μεγάλωνε, τόσο γίνουνταν πιο φανερός ο εγωισμός της.

Ήταν πολύ όμορφη και πολύ έξυπνη, όλες τις τέχνες τις είχε μάθει και με τους πιο σοφούς συζητούσε, και πολλές φορές φαίνουνταν πιο γραμματισμένη και απ’ αυτούς ακόμα.

Όλοι την θαύμαζαν, και διαλαλούσαν τη γνώση της και την ομορφιά της. Κανείς όμως δεν την αγαπούσε.

Η βασίλισσα το έβλεπε κι έκλαιγε κάποτε μυστικά, και θα έδινε όλα τα πλούτη του παλατιού της, για να δει στην κόρη της μια σπίθα καρδιάς.

Μια μέρα, η βασιλοπούλα έφθασε τρεχάτη στο δωμάτιο της βασίλισσας’ στο χέρι της βαστούσε ένα άσπρο λαγουδάκι.

-Για δες, μητέρα, τι νόστιμα που πηδά! είπε’ και με μια καρφίτσα τρύπησε το πλευρό του ζώου, που τινάχτηκε ξετρελαμένο από τον πόνο.

Η βασιλοπούλα ξεκαρδίστηκε.

-Δες, δες, μητέρα, τι αστείο! κι ετοιμάστηκε να ξαναρχίσει.

Η βασίλισσα αγανακτισμένη, άρπαξε το λαγουδάκι από τα χέρια της κόρης της και είπε με αυστηρότητα:

-Είσαι κακό και σκληρό κορίτσι’ βρίσκεις ευχαρίστηση βασανίζοντας το ζώο αυτό που δεν μπορεί να διαφεντευτεί. Θα ήθελες να σε τρυπούσα όπως τρύπησες το λαγουδάκι σου;

-Όχι! είπε χωρίς να ταραχθεί η βασιλοπούλα, γιατί τότε θα πονούσα.

-Λοιπόν, γιατί τρυπάς εσύ το λαγουδάκι; Και αυτό πονεί!

Η βασιλοπούλα κοίταξε τη μητέρα της με απορία, σα να της μιλούσε μια ξένη γλώσσα που δεν την εννοούσε.

-Μα αφού εγώ δεν πονώ, αποκρίθηκε.

Εκείνη τη μέρα η βασίλισσα έκλαψε πικρά.

Άλλη μια φορά, της χάρισε ο βασιλιάς ένα ωραιότατο καναρινάκι. Βαστούσε η βασιλοπούλα το κλουβί στο χέρι όταν πέρασε πλάι από τη λίμνη του κήπου και, για να δει πως κολυμπά το πουλάκι, του έκοψε τα φτερά και το έριξε στο νερό. Σπάραζε το καημένο χτυπώντας τα φτερουγάκια του με απελπισία, και η βασιλοπούλα ξακαρδίζουνταν στα γέλια.

Όταν έφτασε η βασίλισσα κοντά της, το καναρινάκι πνιγμένο δεν κουνούσε πια.

-Τι ανόητο, είπε η βασιλοπούλα στη μητέρα της’ ψόφησε γρήγορα-γρήγορα! Και όμως ήταν τόσο διασκεδαστικό και αστείο, καθώς τίναζε τα φτερά του για να βγει από το νερό!

Κι εκείνο το βράδι πάλι, έκλαψε πικρά η βασίλισσα.

Άλλη φορά, παραμονή της Πρωτοχρονιάς, η βασιλοπούλα στέκουνταν και κοίταζε με περιέργεια τη βασίλισσα που ζύμωνε τη βασιλόπιτα.

-Εγώ θα πάρω ο φλουρί, βέβαια! έλεγε η βασιλοπούλα.

-Θα το πάρει όποιος βρει’ αποκρίθηκε η βασίλισσα’ αυτό είναι τυχερό, σ’ όποιον πέσει.

Την ώρα που ήθελαν να κόψουν την πίτα, η βασίλισσα πρόσταξε να καλέσουν ένα φτωχό, να πάρει και αυτός το μερδικό του. Ίσα-ίσα, εμπρός στην πόρτα, στέκουνταν ένα αγοράκι κουρελιασμένο και τρέμοντας από το κρύο. Το έφεραν μέσα, και η βασίλισσα με συμπάθεια το φίλησε και πρόσταξε να το ντύσουν με ζεστά ρούχα. Μόνη της το κάθισε στο τραπέζι και του έδωσε να φάγει και να πιει. Αφού έφαγε και ζεστάθηκε, έφεραν την πίτα.

Ο βασιλιάς την έκοψε κι έδωσε στον καθένα το κομμάτι του με την τύχη του. Όλοι γύρευαν, με τα δόντια και με τα μάτια να βρουν το φλουρί, όταν με χαρά φώναξε το παιδάκι:

-Το βρήκα! και σήκωσε ψηλά το γυαλιστό χρυσό φλουρί.

-Ε! στην υγειά σου! είπε χαρούμενος ο βασιλιάς, σηκώνοντας το ποτήρι του.

Μα πριν προφτάσει το αγοράκι να πιάσει το δικό του, η βασιλοπούλα ρίχθηκε απάνω του και το κτύπησε στο κεφάλι με το ασημένιο πιάτο της.

-Δωσ’ μου το φλουρί! Δωσ’ μου το φλουρί! φώναξε έκω φρενών. Εγώ είπα πως το θέλω.

Με μεγάλη δυσκολία κατόρθωσαν να πάρουν το παιδί από τα χέρια της.

-Να του κόψουν το κεφάλι, φώναζε, και να μου δώσει το φλουρί!

Η βασίλισσα, αγανακτισμένη, της είπε:

-Θα σε δείρω εσένα, και δυνατά!

-Γιατί; ρώτησε με απορία η βασιλοπούλα.

-Δεν ξέρεις πως πονεί το καημένο υο παιδάκι, όταν το χτυπάς στο κεφάλι;

-Ναι, μα τι με μέλει εμένα; αποκρίθηκε η βασιλοπούλα. Μ’ αρέσει το φλουρί και θέλω να το πάρω’ σαν πονέσει πολύ θα μου το δώσει.

Ό, τι κι αν της έλεγε η μητέρα της ήταν χαμένα λόγια’ η βασιλοπούλα δεν καταλάβαινε. Κι εκείνη την νύχτα την πέρασε πάλι η βασίλισσα κλαίγοντας πικρά…

(συνεχίζεται)

 


3 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


12 Μαΐου 2014, 14:08
Στίχοι γραμμένοι πάνω στο νερό
Το ποίημα της εβδομάδας  

ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΟ ΝΕΡΟ

Η αντανάκλαση του φεγγαριού

στην επιφάνεια του νερού

τρέμει, συνέχεια φεύγει.

Πιάστε το! Εδώ είναι! Πιάστε το! Είναι εκεί.

Φεγγάρι, ψεύτικο, δεν είσαι εσύ σαν τη ζωή;

Κι-Νο-Τσουραγιούκι

 

ΜΑΤΑΙΗ ΑΝΑΜΟΝΗ

Μου είπε:

Θα ‘ρθε –αμέσως μόλις θα μπορώ.

Για ‘κείνη την υπόσχεση

σήμερα πια δεν απορώ

πόσο μακριές είναι οι νύχτες του Αυγούστου.

Μοναχός Σοσέι

 

ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Χειμώνας –κι όμως

πέφτουν από ψηλά

χιονονιφάδες άσπρα λουλουδάκια.

Μπορεί, μπορεί ψηλά πίσω απ’ τα σύννεφα

άνοιξη να είναι, άνθρωποί μου.

Κιοουάρα-Νο-Φουκαγιαμπου

 

Στίχοι γραμμένοι πάνω στο νερό, Ανθολογία ιαπωνικής ποίησης, μετάφραση Τάσος Γεωργίου, εκδόσεις Σμίλη.

Καλή εβδομάδα


- Στείλε Σχόλιο


11 Μαΐου 2014, 07:54
Χρόνια πολλά, μαμά!
Γιορτή της μητέρας  

Γιορτάζει η μάνα

Είπαν του ήλιου «γιορτάζει η μάνα»

κι εκείνος βάλθηκε μες φως τη γη να ντύνει.

Είπαν της θάλασσας «γιορτάζει η μάνα»

κι αμέσως έγινε η φουρτούνα της γαλήνη.

 

Το ‘μαθαν τα πουλιά, «γιορτάζει η μάνα»,

και το τραγούδι τους ξεχείλισε πλημμύρα.

Το ‘μαθαν τ’ άνθη, «γιορτάζει η μάνα»,

και μοσχοβόλησε η πλάση χίλια μύρα.

 

Τ’ άκουσε η βροχή, γι’ αυτό δεν έκλαψε,

δάκρυ δεν κάνει να κυλήσει αυτή τη μέρα.

Τ’ άκουσε ο ουρανός κι άνοιξε διάπλατα,

πέστε ευχές, μύριες ευχές για τη μητέρα!

 

ΕΛΕΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΛΑ-ΠΑΤΕΛΟΔΗΜΟΥ, Ποιήματα για την άνοιξη και το καλοκαίρι, εκδόσεις Πατάκη.

 

1.

Η γιορτή της μητέρας

Η δεύτερη Κυριακή κάθε Μάη είναι αφιερωμένη στη μαμά!

Η «γιορτή της μητέρας» ακούγεται για πρώτη φορά στην αρχαία Ελλάδα. Ήταν γιορτή της άνοιξης, όπου λατρευόταν η Γαία, η μητέρα Γη, μητέρα όλων των θεών και των ανθρώπων.

Αργότερα, το 1600, συναντάμε στην Αγγλία τη Mothering Sunday”. Αυτή η μέρα γιορταζόταν την 4η Κυριακή της Σαρακοστής προς τιμή όλων των μητέρων της Αγγλίας.

Η παγκόσμια γιορτή της μητέρας, όμως, ξεκίνησε το 1907 από μια γυναίκα από τη Φιλαδέλφεια, την Anna Jarvis. Η Anna ήταν δασκάλα και ήθελε να τιμήσει τη μητέρα της που είχε χάσει και η οποία, μετά το τέλος του Αμερικανικού Εμφυλίου, είχε κοπιάσει πολύ για να συμφιλιωθούν οι Βόρειοι με του Νότιους.

Περιοδικό Παράθυρο Junior, τεύχη 3 και 15.

 

2.

Μάνα, μητέρα, μαμά!!!

Η γιορτή της μητέρας έχει συμβολικό χαρακτήρα και δίνει σε όλους μας, μικρούς και μεγάλους, την ευκαιρία να εκφράσουμε την αγάπη και την ευγνωμοσύνη μας στη γυναίκα, που μας χάρισε τη ζωή. Οι μαμάδες, τρυφερές και γλυκές, υπερπροστατευτικές και παραδοσιακές, αυστηρές και απαιτητικές, προσφέρουν στα παιδιά τους αγάπη και ασφάλεια μ’ ένα γλυκό τους λόγο, ένα χάδι, ένα φιλί.

«Για την ελληνική κοινωνία ιδιαίτερα, η μορφή της μητέρας κατέχει κεντρική θέση, αφού συνοψίζει τις ιδέες της συνέχειας, της ασφάλειας, της θυσίας, της προσφοράς, της άνευ όρων αγάπης».

Η μητρική φιγούρα υπήρξε αγαπημένο θέμα όλων των μορφών τέχνης από την αρχαιότητα μέχρι και τις μέρες μας. «Μέσα από τα έργα αποτυπώνεται η σχέση μητέρας και παιδιού μέσα σε συνθήκες γαλήνης και ευτυχίας, αλλά και σε στιγμές οδύνης».

ΑΛΕΞΙΑ ΜΠΑΡΔΑΚΗ, Περιοδικό παράθυρο στην εκπαίδευση του παιδιού, τεύχος 86.

...

Χρόνια πολλά, μαμάδες!

 

 

 


- Στείλε Σχόλιο


08 Μαΐου 2014, 13:39
Καλό ταξίδι, Μίλτο...
Σπουδαίοι Άνθρωποι  

Χθες το βράδυ η Παναγιώτα, λίγο πριν κοιμηθεί, άρχισε ξαφνικά να κλαίει δυνατά και να με ρωτάει γιατί πεθαίνουν οι άνθρωποι. Με έβαζε να της υποσχεθώ πως δεν θα πεθάνω ποτέ. Η αλήθεια είναι ότι αιφνιδιάστηκα και δυσκολεύτηκα να την ηρεμήσω...


Και, βέβαια, να της εξηγήσω όσο πιο απλά και ανώδυνα μπορούσα...

Πώς εξηγείς σε ένα παιδί 5 χρονών τον θάνατο;...

Το βράδυ πέρασε δύσκολα, βαρύ, με μία αίσθηση άσχημη και μαύρη, που με κυκλώνει κατά διαστήματα αναίτια αυτές τις μέρες...

...
Όταν άνοιξα σήμερα το πρωί τον υπολογιστή...
Ο φίλος μας ο Μίλτος... 
Έφυγε...
"Βασίλεψε ήσυχα αποβραδίς", όπως λέει και ο αγαπημένος του Λουντέμης και "το μαχαίρι της λύπης βούλιαξε στην καρδιά μας"...
...
Τα λόγια, για άλλη μία φορά αποδευκνύονται, λίγα, φτωχά...

Καλό ταξίδι, Μίλτο μου, όπου κι αν πας... Πάλεψες τόσους μήνες παλικαρίσια, σε έναν άνισο και άδικο αγώνα...

Συλλυπητήρια στους γονείς, στην αδερφή του, στους ανθρώπους που τον αγάπησαν...
...
Λυπάμαι που δεν πρόλαβα να σε γνωρίσω κι από κοντά... Όμως σε θαύμασα και γω, σε αγάπησα και θα σε θυμάμαι σαν ένα γλυκό παιδί, που όσο κι αν ταλαιπωρήθηκε, όσο κι αν βασανίστηκε, όσο κι αν υπέφερε, δεν έσκυψε το κεφάλι κι ούτε έχασε το χαμόγελο και τους ευγενικούς του τρόπους...

...

:(


- Στείλε Σχόλιο


07 Μαΐου 2014, 22:27
Mati, the magic whisper
Τα βιβλία μας  

Και μεταφρασμένο στα αγγλικά!

http://www.saitabooks.eu/2014/05/ebook.91.html


- Στείλε Σχόλιο


06 Μαΐου 2014, 14:00
Η Kαρδιά της Bασιλοπούλας
Κόκκινη κλωστή δεμένη...  

Το υπέροχο αυτό παραμύθι έχει γράψει μία σπουδαία συγγραφέας. Επειδή είναι πολύ μεγάλο, θα παρουσιάζεται τμηματικά. Το όνομα της δημιουργού και του βιβλίου θα το αποκαλύψω στο τέλος!

Καλή ανάγνωση :)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα, και το βασίλειό τους ήταν ένα μεγάλο νησί. Ούτε πολύ όμορφο, ούτε πολύ πλούσιο ήταν το νησί τους. Είχε βουνά ψηλά, άγρια, χωρίς δέντρα, χωρίς πρασινάδα’ στις πέτρες και στους βράχους δε φύτρωνε χορτάρι για να βοσκήσουν οι ποιμένες τ’ αρνάκια τους. Κάτω στον κάμπο, ελιές και πάλι ελιές, με τα σταχτιά τους πένθιμα φυλλαράκια, κατέβαιναν ως τη θάλασσα’ πού και πού μόνο, πρασίνιζαν τα χωράφια, κι εδώ κι εκεί μερικά σπάνια δάση άπλωναν τη σκιά τους γύρω στις ρεματιές. Παντού όμως βράχοι, με τη γυμνή μαύρη τους ράχη, λες και πλάκωναν τη γη.

Σαν καλός άρχοντας ο βασιλιάς είχε φροντίσει να χτίσει πλοία πολλά, έμαθε το λαό του να δουλεύει χωρίς να χάνει τον καιρό του, και να βγάζει πολλών ειδών εμπορεύματα, που τα πήγαιναν ύστερα με το βασιλικό στόλο και τα πουλούσαν στα ξένα μέρη.

Έτσι λοιπόν, χωρίς να είναι πλούσια η γη τους, την αγαπούσαν οι κάτοικοι και δεν υπέφεραν και πολύ από φτώχεια, ούτε γύρευε κανένας ν’ αφήσει την πατρίδα του για να βρει πλούτη έξω από το νησί του. Το μυαλό και η δουλειά, αναπλήρωναν όσα δε χάριζε η γη.

Όλα τα καλά λοιπόν τα είχε ο βασιλιάς, την αγάπη του λαού, τα πλούτη που δίνει η εργασία και μια πολύ καλή βασίλισσα. Μόνο ένα πράγμα του έλειπε’ παιδί δεν είχε.

Τέλος πάντων το απέκτησε και αυτό’ ένα πρωί έμαθε με χαρά ο λαός όλος, πως γεννήθηκε στο παλάτι μια βασιλοπούλα.

Από τη χαρά του ο βασιλιάς κάλεσε στη βάφτιση όλο το λαό και όλες τις νεράιδες του νησιού. Τραπέζια έστρωσαν στους βασιλικούς κήπους, και όλα τα καλύτερα κρασιά του κελαριού τα έδωσε ο βασιλιάς , για να κεράσουν τον κόσμο που ήρχονταν να ευχηθεί υγεία και χαρά στο νεογέννητο κοριτσάκι.

Μέσα στο παλάτι, όλες οι νεράιδες είχαν μαζευτεί γύρω στην κούνια και έδιναν κατά σειρά του μωρού από μια ευχή.

Η μία είπε πως θα γίνει η πιο όμορφη του κόσμου. Άλλη πως θα τραγουδά σαν αηδόνι. Η Τρίτη πως καμιά δε θα παραβγαίνει στη χάρη μαζί της. Η τέταρτη πως η εξυπνάδα της δε θα έχει ταίρι. Άλλη της είπε πως θα έχει γνώση σαν τους πιο σοφούς της γης, κι έτσι ώσπου δεν έμειναν παρά μόνο δυο νεράιδες που δεν είχαν μιλήσει ακόμα.

-Εγώ, είπε η προτελευταία, δε θα της δώσω μόνο μια ευχή’ θα την προστατεύω από τη Ζωή και από κάθε λύπη. Με λένε Μοίρα, και θέλω η κόρη αυτή να μην κλάψει ποτέ.

Και, με το μαγικό ραβδί της, χτύπησε ελαφρά υη βασιλοπούλα στο στήθος, της πήρε την καρδιά, την έκλεισε σ’ ένα μικρό κουτάκι, πήρε το κλειδί και αμέσως χάθηκε από το δωμάτιο, πριν μπορέσει κανένας να τη σταματήσει.

Ο βασιλιάς και η βασίλισσα τρομαγμένοι όρμησαν στην κούνια, να δουν αν ζούσε το παιδί τους’ άλλ’ η βασιλοπούλα κοιμούνταν ήσυχη.

-Χωρίς καρδιά! μουρμούρισε η βασίλισσα, πώς θα μας αγαπήσει;

Και όλοι γύρω αντιλάλησαν:

-Χωρίς καρδιά, πώς θα μας κυβερνήσει όταν πεθάνει ο καλός μας βασιλιάς;

Όπου η χαρά έγινε θρήνος, και όλοι ξέσπασαν στα κλάματα.

Μια νεράιδα ακόμα έμενε’ σ’ αυτήν έστρεψε ο βασιλιάς.

-Και συ, κυρα-Νεράιδα, της είπε, δώσε μιαν ευχήν στο παιδί μας, ξέκανε το κακό που μας έκανε η Μοίρα!

-Να ξεκάνω αυτό που έκανε η δυνατότερή μου, δεν μπορώ, είπε η νεράιδα. Εγώ είμαι η Ζωή, και η Μοίρα με ορίζει! Μπορώ όμως να βοηθήσω τη βασιλοπούλα να ξαναβρεί την καρδιά της, αν καμιά μέρα τη θελήσει!

-Τώρα, τώρα! φώναξε η βασίλισσα, δώσε της τώρα την καρδιά της, κυρα-Ζωή!

-Όχι, είπε η Ζωή, αυτό δε γίνεται. Πρέπει να μεγαλώσει η βασιλοπούλα, και μόνη της να πάγει να τη φέρει. Ένα κλειδάκι μόνο θα της χαρίσω, εγώ, και μ’ αυτό θα ξαναβρεί την καρδιά της, όποτε την επιθυμήσει.

Και όσο μιλούσε, με μια χρυσή αλυσιδίτσα κρέμασε ένα χρυσό κλειδάκι στο λαιμό του μωρού.

-Όταν θελήσει, εξακολούθησε η νεράιδα, ας βγάλει το κλειδί από την αλυσίδα, και αυτό θα την οδηγήσει… Αλλά να ξέρετε, πως το δώρο που κάνει η Ζωή είναι βαρύ’ τη μέρα που θ’ αποκτήσει την καρδιά της, η βασιλοπούλα σας θα νιώσει αγάπη και χαρά, θα νιώσει όμως και όλο το βάρος και τους καημούς της ζωής.

-Τότε κράτησέ το! παρακάλεσε η βασίλισσα. Δε θέλω να κλάψει το παιδί μου!

-Όχι, είπε ο βασιλιάς’ να της το δώσεις, κυρα-Ζωή. Ας μάθει η βασιλοπούλα καημούς και πόνους για να γίνει άνθρωπος σωστός…

….

(συνεχίζεται)

 


4 σχόλια - Στείλε Σχόλιο


05 Μαΐου 2014, 09:28
ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΣΕ ΒΛΕΠΩ
Το ποίημα της εβδομάδας  

Χωρίς να σε βλέπω χωρίς να σου μιλάω

χωρίς ν’ αγγίζω ούτε μια σκιά απ’ το βήμα σου

χωρίς –πόσο γυμνός ακόμα θα ‘θελες να μείνω;

Μη με πιστεύεις, σε τίποτα μη με πιστέψεις.

Κι όταν εντάσσω τις στιγμές στα σίγουρα σχήματά μου

όταν ανασκευάζω το χαμόγελό σου

όταν αποκαλώ την ομορφιά φθαρτό περίβλημα

μη με πιστεύεις –κι όμως σου λέω την αλήθεια .

Δεν την αντέχω αυτή τη μάταιη ελπίδα

να επιζώ σε μια τυχαία σου σκέψη

μα κάθε βράδι να τη ζεσταίνω απ’ την αρχή.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Καλή εβδομάδα


- Στείλε Σχόλιο


01 Μαΐου 2014, 09:17
Πρωτομαγιά
Πρωτομαγιά  

Ο Μέλιος γύρισε στην πόλη και τριγύριζε τα σοκάκια σα χαμένο πρόβατο. Μασούσε λίγο λίγο τα κουλούρια του, και τώρα είχαν μείνει στην τσέπη του μόνο ψίχουλα. Σε μια στιγμή, γυρνώντας από ένα δρομάκι, άκουσε κάτι φωνές να τραγουδάνε ένα τραγούδι, που πρώτη φορά τ’ άκουε στη ζωή του. Πλησίασε. Και ξαφνικά βρέθηκε μπροστά σε κάτι ανθρώπους. Ήταν εφτά, οι πιο πολλοί παλικάρια, βαλμένοι «εφ’ ενός ζυγού», με μια παράξενη σημαία στην κορφή, που είχε ζωγραφισμένα απάνω της εργαλεία, και την κρατούσε ένας κοντούλης με πουτούρια, που τραγουδούσε κι αυτός με πολύ ψιλή φωνή. Γύρω γύρω είχε συναχτεί ντουνιάς και τους έβλεπε παραξενεμένος. Και λίγοι πιο πέρα ήταν ξαπλωμένοι στο χώμα κάτι χωροφύλακες και περιμένανε να τελειώσει το τραγούδι για να πυροβολήσουνε. Τόσην ώρα κάθονταν εκεί μπρούμυτα και σημαδεύανε.

Μα οι καλοί σου… οι τραγουδιστάδες το χαβά τους. Τραγουδούσανε όλο και πιο δυνατά το τραγούδι τους που είχε όλο κι όλο δυό στιχάκια, που έλεγαν για «δουλειά», γι’ «αργατιές» και για τέτοια.

Του Μέλιου πολύ του άρεσε. Αν μάλιστα είχε κι άλλα στιχάκια, θα του άρεσε ακόμα πιο πολύ. Παραμέρισε τον κόσμο και ζύγωσε περισσότερο. Ε! τι τρέχει, λοιπόν, εκεί;!! Τι γυρεύει ο διαβολόγερος ο παπουτσής σε κείνη την κομπανία; Σάστισε, μπερδεύτηκε, κι έκανε σα ζαλισμένο κοτόπουλο.

Ναι! Ανάμεσα στους τραγουδισταράδες, τελευταίο στη σειρά, ήταν ο γερο-μπαλωματής, που του ‘φτιαχνε τα παπούτσια του. Ο Μέλιος πήγε κοντά του και τον τράβηξε απ’ το σακάκι.

-Καλά, καλά… σε είδα… του λέει ο γέρος. Τραβήξου μόνο κατά ‘κει, γιατί αυτοί δεν το ‘χουνε σε τίποτα ν’ αρχινήσουνε τα «μπαμ» και τα «μπουμ».

-Μα γιατί; ρωτάει το παιδί. Να ‘ρθω κι εγώ μαζί σας να τραγουδήσω;

-Όχι. Καρτέρα λιγάκι ακόμη… Φεύγα τώρα κι έλα σε καμιά δεκαριά χρόνια.

Κείνη την ώρα ακούστηκε:

-Πύρρ!...

Καπνός σηκώθηκε. Βροντήξανε τουφέκια… Γυναίκες λιγοθυμήσανε. Σαν κατακάθισε ο καπνός, ο τόπος ήταν άδειος, όπως στα παραμύθια.

Η άλλη μέρα έπεφτε ίσα ίσα Σάββατο.

 

Αφανίστηκε ο Μέλιος να πάει στο γερο-παπουτσή να του εξηγήσει τι πήγαιναν να πουν όλα αυτά.

-Πρωτομαγιά ήταν, είπε ο γέρος. Τι ήθελες να κάνουμε;

-Και γιατί τραγουδούσατε;

-Γιατί ήταν πρωτομαγιά.

-Και τότε γιατί σας ντουφεκίσανε;

-Πάλι γι’ αυτό. Γι’ αυτό, μαθές. Γιατί ήταν πρωτομαγιά. Να με μπερδέψεις πας, ε, τριβολάκι! Ήθελα να είχα τη γλώσσα κείνου που κράταε την παντιέρα. Να σόλεγα για Τσικάγα και για τέτοια… Εγώ μόνο τα καταλαβαίνω. Κείνος τα λέει κιόλα. Άσε με κάτου!... Εσύ όλο τρως, εγώ όλο δουλεύω. Ο πλούσιος βυζαίνει το φτωχό και ο φτωχός βυζαίνει τον εαυτό του. Καλά δεν τα λέω; Δώσ’ μου οχτώ ώρες ύπνο. Δώ ‘μου κι οχτώ ώρες γράμματα. Χαλάλι σου οι άλλες οχτώ, να στις δουλέψω… Μα, κοίτα, ντε, και συ, κομματάκι, το θεό. Με σκολνάς. Τι θα φάω; Έχω και τη φαμίλια. Η όρνιθα πίνει νερό, λέει, μα τηράει και το θεό. Εσύ ούτε θεό τηράς… ούτε νόμο. Μα έχω κι εγώ το κολάι μου. Κατεβαίνω στη ρούγα και στα λέω μια χαρούλα… Δεν είμαι μοναχός… α χα!... Σε γελάσανε!... Τώρα;… Α χα χα! Αλλά!... Τι θάρρεψες; Μ’ αγριεύεις, ε; «Σκορπιστείτε» φωνάζεις. «Εδώ οι χωροφυλάκοι μου… Τούτοι γυρεύουνε ψωμί –που ακούστηκε; Και γυρεύουνε και γράμματα. Ακούς, μούτρα; Φωτιά…». Αστράφτουνε τα καριοφίλια… Ψάθα τα κορμιά οι σκλάβοι. Πρώτη Μαΐου… Εσύ τράβα για λουλούδια… Εγώ θα πάρω την παντιερούλα μου και θα κατέβω στο Τσικάγο. Ξέρεις πού ‘ναι το Τσικάγο; Αμερική και βάλε!... Θα μου ρίξουνε; Ε… ας μου ρίξουνε!...

-Ναι, αλλά σκορπάς…

-Σκορπάω. Σκορπάω, γιατί είμαι μια φούχτα. Αύριο θα ‘μια μιάν αλώνα και μεθαύριο ένας κάμπος ολάκερος. Κι άμα κοτάει, ας ρίξει. Άιτε, τώρα, φεύγα. Τ’ αποδέλοιπα θα στα μάθει η ρούγα. Γελάς, ε; Τι λες τώρα με το νου σου… «τον μπέρδεψα το γέρο». Άιτε, χάσου απ’ τα μάτια μου! Πρωτομαγιά σου λέει! «Ο Μάιος μας έφτασεν, εμπρός βήμα ταχύ». Κολοκύθια μετά ριγάνεως. Αυτό είναι πρωτομαγιά! Σαν την Ανάσταση… Ανάστα ο θεός κρίναι την γην. Πεινάς; Πεινώ. Φώνα να χορτάσεις. Εσύ ο άλλος πεινάς; Κι εγώ πεινώ. Γκάριξε κι εσύ να χορτάσεις. Σ’  αδικέψανε; Μ’ αδικέψανε. Έλα μαζί μου. Εσένα τον άλλον, σ’ αδικέψανε; Μ’ αδικέψανε. Έλα κι εσύ μαζί μου. Όλοι αντάμα αντάμα κι ο ψωριάρης χώρια. Ξέρεις ποιος είναι ο ψωριάρης;

-Όχι.

-Ο κιοτής. Ο μοναχοφάης. Σε γλέπω και θέλεις να γελάσεις με το γέρο κάτ’  απ’ το μουστάκι σου, ε; Μα δεν έχεις μουστάκι και τη γλυτώνεις… Άντε, λείψε απ’ το κεφάλι μου!... Εχμεταλλευτή της εργατουπορίας και της μάζας! Ακόμη δω είσαι; Μικρασιατικό κατάλειμμα της μάζας!

-Χμ!!... Δεν το λένε έτσι. Εγώ ρώτησα εχτές και μου το είπανε σωστά. Το λένε «μικροαστικό υπόλειμμα».

-Άι λείψε! Να τα μας! Εσύ θα μου πεις τώρα! Μικρασιατικό απόπλυμα της μάζας και της εργατουπορίας! Ούξου!...

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ, Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα

 

 


- Στείλε Σχόλιο


ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Συγγραφέας
yokor
ΓΙΩΤΑ
ΝΗΠΙΑΓΩΓΟΣ εν ανεργία, ΜΑΜΑ εν ενεργεία, φοιτήτρια μεταπτυχιακού τμήματος δημιουργικής γραφής ΕΑΠ
από ΦΛΩΡΙΝΑ



Περί Blog
blogs.musicheaven.gr/yokor

...Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε. Κι έχουμε για κατάρτι μας βιγλάτορα παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!






Ηλιαχτίδες

Προωθήστε κι εσείς τη σελίδα σας






Tags

... 25η Μαρτίου 28η Οκτωβρίου :( :) Book Tour E-book Sugar Mama Άνευ Άχρηστες γνώσεις και χρήσιμες πληροφορίες Αγαπημένες ιστοσελίδες Αγαπημένες Φράσεις Αινίγματα Αλέκος Παναγούλης Αλληλεγγύη Ανθρωπιά Αν είναι να μιλήσει κάποιος ας πει για την αγάπη Αναμνήσεις Αναστασία Ιουστίνη Ανθολογία πεζού ποιήματος Ανθρωπιά Ανθρωπιά Αλληλεγγύη Ανθρωπιά-Αλληλεγγύη Από άλλα ιστολόγια Από άλλες σελίδες Από αρχείο περιοδικών-εφημερίδων Από τα (παλιά) Ανθολόγια του δημοτικού Από τα (παλιά)Ανθολόγια του δημοτικού Από τη λαϊκή μας παράδοση Αποσπάσματα από βιβλία ΑΣΕΠ Βιβλία Βιβλία μας Βιβλίο Βιβλιοθήκη Γιάννης Ρίτσος Γιορτή της μητέρας Γιώτα Γραμματική της φαντασίας Γραφή Γρηγόριος Ξενόπουλος Διηγήματα Διηγήματα και ιστορίες Δικό μου Εαρινή Ισημερία Εικαστικά Εκδόσεις Αλάτι Έλληνες ποιητές Ελληνίδες ποιήτριες Ελληνική λογοτεχνία Ελληνική Λογοτεχνία Ένα κείμενο μία εικόνα Ένα κείμενο μία εικόνα Ενδοσχολική βία Σχολικός εκφοβισμός Επέτειος 17ης Νοεμβρίου Επέτειος Πολυτεχνείου Επικαιρότητα Εργασία και χαρά Εργαστήριο συγγραφής Εργαστήριο Συγγραφής Αλάτι Εργαστήριο συγγραφής-εκδόσεις Αλάτι Ευχάριστα :) Ευχάριστα :) Ευχές Η Σοφία των Λαών Η χρονιά των παραμυθιών Ηλιαχτίδες Ηλιαχτιδογενέθλια Ημερολόγια Θρησκευτικές γιορτές Ιστορίες Μπονζάι Ιστορίες να σκεφτείς Καλικάντζαροι Καλωσόρισμα! Κόκκινη κλωστή δεμένη... Κόκκινη κλωστή δεμένη... Κόκκινη κλωστή δεμένη… Κυρά-Σαρακοστή Λαογραφία Λεξικό εννοιών Λογοτεχνικά είδη Μαγικά! Μάρτης Μαρτίνγκες Μεγάλες προσωπικότητες Μενέλαος Λουντέμης Μια μαγική βραδιά! Μικροδιήγημα Μικρός Πρίγκιπας Μουσικές επιλογές... Μπομπιροκαταστάσεις Μυθολογία Μυθολογία και ζωγραφική Ξένες ποιήτριες Ξένη λογοτεχνία Ξένη Λογοτεχνία Ξένη πεζογραφία Ξένοι ποιητές Οδυσσέας Ελύτης Οικογενειακές υποθέσεις :P Όνειρα Παγκόσμια Ημέρα Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Αναπηρίες Παγκόσμια Ημέρα Παιδικου Βιβλίου Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης Παιδαγωγικά Παιδικά βιβλία Παιδική λογοτεχνία Παναγιώτα Χρυσοβαλάντω Πανελλήνια Ημέρα κατά της Σχολικής Βιας και του Εκφοβισμού Παραδοσιακά παιχνίδια παρελθόν παραμύθι Παράξενα και όμορφα Πασκόσμια Ημέρα Βιβλίου Πάσχα Περί παραμυθιών περιοδικό Πλανόδιον Ποίηματα Ποίηση Ποιητικές συλλογές Πορτραίτα λογοτεχνικών ηρώων Προσευχή Προσωπικά Πρωτομαγιά Πρωτομηνιά Πρωτομηνιά Αλλαγή εποχής Πρωτομηνιά-αλλαγή εποχής Πρωτοχρονιά Σκέψεις Σκέψεις... Σπουδαίοι Άνθρωποι Σπουδαίοι άνθρωποι Σχολείο Τα βιβλία μας Τα βιβλία μου Τα κακά τα στραβά και τα ανάποδα Τα παιδία παίζει Τζάνι Ροντάρι Τι να μας πουν κι οι ποιητές... Το πoίημα της εβδομάδας Το ποίημα της εβδομάδας Το ποιήμα της εβδομάδας Το ποίημα της εβδομάδας Παγκόσμια Ημέρα Τρελά κι αγαπησιάρικα Φιλόσοφοι Φλωρινιώτικα Φτιάξε ένα παραμύθι Χαϊκού Χιόνι Χριστούγεννα Χωρίς μουσική η ζωή θα ήταν ένα σφάλμα... Χωρίς μουσική η ζωή θα ήταν ένα σφάλμα…




Επίσημοι αναγνώστες (25)
Τα παρακάτω μέλη ενημερώνονται κάθε φορά που ανανεώνεται το blogΓίνε επίσημος αναγνώστης!


Πρόσφατα...


Δημοφιλέστερα...




Αρχείο...


Φιλικά Blogs


    Links







    Ανάπτυξη MusicHeaven.gr, Hosting interTEN Όροι Χρήσης