αρχική σελίδα MusicHeaven κεντρική σελίδα του blog περισσότερα Blogs

Home
ΜΟΥΣΙΚΗ, ΤΕΧΝΕΣ, ΛΟΓΟΣ
Η ΜΟΥΣΙΚΗ, ΟΙ ΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΕΞΥΨΩΝΟΥΝ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ.
27 Μαΐου 2008, 23:42
ΤΟ ΚΑΠΕΛΟ!...



ΔΙΗΓΗΜΑ του ΓΙΑΝΝΗ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΥ

Εκείνο το πρωινό της πρώτης Αυγούστου του 1953 το περίμενα από πολλές μέρες πριν. Τόσο που μετρούσα τις μέρες με μεγάλη αγωνία, σαν τον φαντάρο που πρόκειται να απολυθεί από τον στρατό.

Μία αγωνία ανάμεικτη με χαρά και χίλια δύο άλλα συναισθήματα με είχαν καταλάβει. Θα πήγαινα στην κατασκήνωση. Μα αυτό όμως που με είχε κάνει τόσο πολύ να αγωνιώ ήταν που για πρώτη φορά θα έβλεπα από κοντά ολοζώντανη τη θάλασσα, που μόνο από τις ζωγραφιές του βιβλίου της Δευτέρας τάξης του σχολείου είχα δει.

Με τη φαντασία μου την έκανα πολύ γαλάζια, πότε γαληνεμένη και πότε τρικυμισμένη και αφάνταστα αλμυρή. Το είχα ακούσει εξάλλου που το έλεγε η μάνα μου σε ένα τραγούδι που το τραγουδούσε συχνά, με την αγγελική της φωνή να μου χαϊδεύει τα αυτιά. Και μου έμεινε.

Και δεν έμενε παρά να το διαπιστώσω. Με το που θα έμπαινα στη θάλασσα όταν θα μας πήγαιναν οι Δάσκαλοι για μπάνιο, θα έβαζα μια γουλιά στο στόμα μου και θα καταλάβαινα…

Έτσι το πρωινό με βρήκε χωρίς να έχω κλείσει μάτι όλη τη νύχτα. Απλά έκλεινα τα μάτια μου και σκεπτόμουν. Σκεφτόμουνα το βαθύ της γαλάζιο χρώμα, τη δροσερή της αύρα, τα καράβια που θα την διέσχιζαν και που ήθελα να μπω μέσα σε ένα από αυτά και να ταξιδέψω. Τα πλατσουρίσματα και άλλα παιχνίδια όταν θα μας πήγαιναν για μπάνιο και χίλια άλλα δυο.

Η μάνα μου αποβραδίς μου είχε ετοιμάσει τα μπογαλάκια μου και μου τα έβαλε μέσα σε ένα σάκο. Σηκώθηκα στις επτά από το κρεβάτι μου, ντύθηκα και φόρεσα το αγαπημένο μου καπέλο με τις πράσινες και άσπρες ρίγες, που είχε τα χρώματα της αγαπημένης μου ομάδας, που με έκανε να κλαίω είτε νικούσε είτε έχανε. Τα χρώματα του Παναθηναϊκού.

Με το καπέλο στο κεφάλι καμάρωνα, είχα πάντα και ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπο του αντικατόπτριζε την παιδική μου αγνή ψυχή. Γιατί ήμουν καλοσυνάτο, ήσυχο και χαρούμενο παιδί.

Στις οκτώ παρά τέταρτο αφού με φίλησαν και με αποχαιρέτησαν η μάνα μου και τα αδέρφια μου και μου έδωσαν τις ευχές τους να περάσω καλά στην κατασκήνωση, με πήρε ο πατέρας μου από το χέρι και με κατέβασε στην πλατεία, όπου περίμενε ένα παλιό μεγάλο φορτηγό. Εκείνα τα χρόνια ήταν ελάχιστα τα λεωφορεία και τα χρησιμοποιούσαν μόνο για τις υπεραστικές συγκοινωνίες.

Καμιά πενηνταριά παιδιά στοιβαχτήκαμε στην πλατφόρμα του και ένας αγαπημένος ηρωικός δάσκαλος που θα μας συνόδευε, ανέλαβε σαν επικεφαλής την ευθύνη του ταξιδιού. Λίγο πριν ξεκινήσουμε μας είπε:

-Παιδιά θέλω να είστε υπάκουοι, να κρατά ο ένας τον άλλον και τα μεγαλύτερα παιδιά να προσέχουν τα μικρότερα, μη μας τύχει τίποτα κακό και τραυματιστεί κάποιο παιδί. Θα είναι μεγάλη δυστυχία για μένα να συμβεί αυτό.

Στο δρόμο θα τραγουδάμε, θα λέμε αστεία και αν με ακούτε, το απόγευμα θα φροντίσω να σας πάω για μπάνιο στη θάλασσα.

-Ναι, κύριε φωνάξαμε όλοι μαζί. Θα είμαστε ήσυχοι; Ναι, επαναλάβαμε.

Ήταν φτωχός ο κόσμος τότε και δεν υπήρχαν πολυτέλειες . Εγώ πρώτη φορά έκανα τέτοιο ταξίδι. Φύγαμε.

Σε δύο ώρες και ένα τέταρτο φτάσαμε κοντά στον προορισμό μας. Από ψηλά, από μια στροφή του δρόμου αντίκρισα για πρώτη φορά τη θάλασσα. Άνοιξα διάπλατα τα μάτια μου βλέποντας μέσα από τα κενά που άφηναν μεταξύ τους οι πλαϊνοί μου.

Η θάλασσα μου φάνηκε σαν μια μεγάλη λεκάνη γεμάτη με νερό με γαλάζιο χρώμα, που το διέκοπταν άσπρες γραμμές από τα κύματα που πρέπει να ήταν πολύ μικρά. Η αύρα, το δροσερό αεράκι, έμπαινε κατ’ ευθείαν μέσα στα στήθια μου, φέρνοντάς μου το άρωμα της θάλασσας και δίνοντάς μου μια φοβερή ευεξία.

Σε λίγο το αυτοκίνητο πήρε τον ολόισο δρόμο που οδηγούσε στην κατασκήνωση. Πλάι ήταν τα χωράφια με σπαρτά καταπράσινα, μάλλον σιτάρια ήταν. Το αυτοκίνητο ανέπτυξε ταχύτητα. Τότε ο αέρας μου πήρε το αγαπημένο μου καπέλο και αυτό αφού έκανε μερικές ακανόνιστες κινήσεις στον αέρα, πήγε και προσγειώθηκε στο παρακείμενο καταπράσινο χωράφι. Άρχισα να κλαίω γοερά και να φωνάζω.

-Το καπέλο μου, το καπέλο μου.

Έντρομος ο δάσκαλος προσπάθησε να με πιάσει και ο οδηγός ακούγοντας τις φωνές, σταμάτησε το αυτοκίνητο. Εγώ ξέφυγα από τα χέρια του δασκάλου και με ένα σάλτο, σαν αίλουρος, πήδηξα από το τεράστιο ψηλό φορτηγό και διατρέχοντας με μεγάλη ταχύτητα το πλατωμα του δρόμου, μπήκα στο χωράφι. Από κοντά με κυνηγούσε κι ο δάσκαλος.

Αλλά ευκίνητος όπως ήμουν του ξέφυγα και άρχισα να ψάχνω κλαίγοντας συνέχεια για το καπέλο μου. Μπορεί να βρει κανείς ένα πράσινο καπέλο μέσα σε ένα καταπράσινο χωράφι; Όχι βέβαια. Ο δάσκαλος έφτασε κοντά μου.

-Γιάννο, πάμε να φύγουμε, σε παρακαλώ!

-Θέλω το καπέλο μου, του φώναξα κλαίγοντας.

-Πάει αυτό Γιάννο μου. Θα σου πάρω άλλο εγώ, μου είπε για να με καλμάρει.

Το καπέλο αυτό το είχα αγοράσει στο χωριό, με το τάλιρο που μου έδωσε ο πατέρας μου επειδή είχα πάρει άριστα στο απολυτήριο της Δευτέρας τάξης. Μου στοίχισε τρεισήμισι δραχμές. Με πήρε ο δάσκαλος στην αγκαλιά του και με φίλησε με αγάπη.

-Σώπα λεβέντη μου, μου είπε. Θα πάρουμε άλλο.

Χωρίς να φταίει ο ταλαίπωρος, βρήκε τον μπελά του.

Ησύχασα με όσα μου είπε ο δάσκαλος. Μόλις φτάσαμε στην κατασκήνωση, είπα στο δάσκαλο.

-Θέλω το καπέλο μου, θέλω το καπέλο μου. Ήταν αδύνατον να μην έχω το καπέλο μου. Εκείνος γύρισε και μου είπε συγκινημένος.

-Γιάννο μου θα πάω να σου το αγοράσω.

-Θέλω να έρθω κι εγώ μαζί σου. Θέλω να πάρω ένα ίδιο.

Λες και έφταιξε ο άνθρωπος που ο αέρας μου πήρε το καπέλο.

-Εντάξει, να τακτοποιηθούμε και μετά θα πάμε να το πάρουμε μαζί.

Πράγματι ύστερα από μία ώρα πήγαμε στο κοντινό χωριό με τα πόδια, ένα χιλιόμετρο πιο εκεί από την κατασκήνωση. Ψάξαμε στα λιγοστά μαγαζιά και σε κάποιο από αυτά, το βρήκαμε. Ήταν ακριβώς το ίδιο και ησύχασα.

Θέλησε ο δάσκαλός μου να το πληρώσει, αλλά εγώ δεν το δέχθηκα. Είχα δέκα δραχμές που μου έδωσε ο πατέρας μου όταν έφυγα, για να αγοράζω καμιά καραμελίτσα, στην διάρκεια των διακοπών.

-Όχι θα το πληρώσω εγώ, είπα στο δάσκαλο. Έχω λεφτά του είπα, σαν να είχα κανένα εκατομμύριο.

Ήμουν περήφανος και δίκαιος από τότε. Ο φτωχός μου, αγαπημένος δάσκαλος, γύρισε και μου είπε.

-Ας το, Γιάννο μου να το πληρώσω εγώ.

-Όχι, κύριε, επέμεινα εγώ.

Ήξερα πως το χρήμα τότε ήταν δύσκολο, πιο πολύ απ’ ότι σήμερα και ότι είχε μεγάλη αξία. Το έβλεπα αυτό στο σπίτι μου. Έτσι δεν δέχθηκα να το πληρώσει ο δάσκαλος.

Μετά από όλη αυτή την ιστορία γύρισα μαζί με το δάσκαλο στην κατασκήνωση γεμάτος χαρά. Ήταν ένα γεγονός που μου έμεινε σαν μια γλυκόπικρη ανάμνηση και μου θυμίζει τα χρόνια της ανέχειας, που όμως ήταν τόσο όμορφα, έτσι που να τα θυμάμαι με νοσταλγία.

Τα επόμενα χρόνια, σαν με συναντούσε ο δάσκαλος, με πείραζε, ενθυμούμενος το περιστατικό.

–Το καπέλο μου, το καπέλο μου, έκανε μισογελώντας και προσποιούμενος πως κλαίει.

Και εγώ γελούσα. Γελούσα με την καρδιά μου. Με εκείνο το πλατύ χαμόγελο, που το είχε αποτυπώσει εκατοντάδες φορές στις ασπρόμαυρες ερασιτεχνικές φωτογραφίες του ο αγαπημένος μου πατέρας. Που τόσο μ’ αγαπούσε!

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΣ 

 

 

 

 

 

 

 

 


- Στείλε Σχόλιο






Για να στείλετε σχόλιο πρέπει να έχετε συνδεθεί ως μέλος. Πατήστε εδώ για να συνδεθείτε ή εδώ για να εγγραφείτε.

Επιστροφή στο blog


ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Συγγραφέας
adreo
ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΣ
Μουσικοσυνθέτης
από ΝΕΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ



Περί Blog
blogs.musicheaven.gr/adreo

Σκοπός του BLOG μου είναι η προώθηση και προαγωγή της ΜΟΥΣΙΚΗΣ, οποιασδήποτε μορφής τέχνης (των λεγόμενων ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ) και του λόγου, (ΠΟΙΗΣΗ, ΣΤΙΧΟΣ, ΔΙΗΓΗΜΑ, ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ), σχετική αρθρογραφία και προσωπικές απόψεις, κρίσεις και εκτιμήσεις.








powered by Agones.gr - livescore

 






Tags

Γάτες να αφυπνιστούμε ολοι ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΣ www.musicheaven.gr/html/story.php?id=1523 ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΔΙΗΓΗΜΑ Η ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ




Επίσημοι αναγνώστες (7)
Τα παρακάτω μέλη ενημερώνονται κάθε φορά που ανανεώνεται το blogΓίνε επίσημος αναγνώστης!


Πρόσφατα...


Δημοφιλέστερα...




Αρχείο...


Φιλικά Blogs


    Links







    Ανάπτυξη MusicHeaven.gr, Hosting interTEN Όροι Χρήσης