15 Μαΐου 2012, 00:36
Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν…(ή μήπως αρχίζουν να το σκέφτονται;) Σκέψεις...
Μετά από 13 ολόκληρες μέρες που λείπαμε από το σπίτι μας, επιστρέψαμε δριμύτεροι χθες. Με τα κορίτσια μας μεγαλύτερα, ακόμα πιο ζωηρά και ακόμα πιο έξυπνα. Η Παναγιώτα βέβαια δεν ήθελε με τίποτα να αφήσει το χωριό, τη γιαγιά, τους φίλους και τις τρέλες της, είχαμε κλάματα και δράματα, αλλά τελικά το πήρε απόφαση η καημενούλα μου… Το μικράκι μου τρελάθηκε μόλις είδε τα παιχνίδια του, αλλά περισσότερο τρελάθηκε μόλις είδε τον μπαμπά του… (Και βέβαια δεν παρέλειψε να κάνει χιλιάδες ζημιές μέσα σε δευτερόλεπτα…)
Έμεινα αρκετές ώρες μόνη μου αυτό το διάστημα, σκέφτηκα, αφουγκράστηκα, ένιωσα, βούτηξα βαθιά στο παρελθόν (αχ…), κοίταξα με μάτι τρίτου το παρόν, ταξίδεψα στο μέλλον(;), συνάντησα τον εαυτό μου και μίλησα μαζί του κοφτά και ξεκάθαρα… Πολλά συναισθήματα… Μεγαλώνουμε, ωριμάζουμε, αλλάζουμε όμως, είμαστε σε θέση να αποχωριστούμε, να ξεχάσουμε, να απαλλαχτούμε από ό, τι παλιό και ψυχοφθόρο;…
Δεν ξέρω, πάλεψα πολύ να καταλάβω , να δώσω μια απάντηση.( Αν κρίνω από τις εκλογές οι άνθρωποι άρχισαν να βιώνουν και να αντιλαμβάνονται την ανάγκη μιας ριζικής αλλαγής… Αλλά) είδα ότι δεν είναι εύκολο να αλλάξουμε, να ξεφύγουμε από τους δαίμονες που κουβαλάμε μέσα στην ψυχή μας… Θέλει πολύ προσπάθεια… Μεγάλη υπομονή… Επιμονή… Και όχι απαισιοδοξία… Όπου σταθώ κι όπου βρεθώ συναντάω ανθρώπους με μαυρισμένη την ψυχή, με τον φόβο να φωλιάζει μέσα τους… Τι θα γίνει, πως, γιατί… Άγχος κι αγωνία και μια τρομοκρατία απίστευτη… Γιατί; Αυτά τα «γιατί» είναι που με πνίγουν… Τι είναι αυτό που μας καθορίζει, που διαμορφώνει την προσωπικότητά μας, την πορεία της ζωής μας, το dna και τα γονίδια, ο τρόπος που μεγαλώνουμε, οι γονείς, τα βιώματά μας, το περιβάλλον, η τύχη, οι συγκυρίες… (Θυμάμαι στο Παιδαγωγικό ένας καθηγητής μας, στο βασικό ερώτημα της παιδαγωγικής ψυχολογίας αν το παιδί επηρεάζεται περισσότερο από τις κληρονομικές καταβολές ή από το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει, απαντούσε πως ένα παιδί, ένας άνθρωπος δεν είναι ένα φτερό, ένα πούπουλο που ο αέρας το παρασύρει ή στην μία ή στην άλλη κατεύθυνση και ότι η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση…)
Αμπελοφιλοσοφίες και μπερδεμένες βραδινές σκέψεις… Θα αποφύγω σήμερα τον ύπνο όσο μπορώ… Δε θέλω να κοιμηθώ… Είναι από τις ελάχιστες στιγμές στη ζωή μου, που, χωρίς να ξέρω το γιατί, θα ήθελα να καπνίζω και να πίνω, μήπως ξορκίσω της ψυχής τα απόκρυφα και ό, τι με βαραίνει χωρίς να μπορώ να το προσδιορίσω…
Καλό βράδυ και καλή αντάμωση στην Αλήθεια…
Υ.γ: ( Όχι, σας διαβεβαιώ, δεν τρελάθηκα ακόμη, απλά είμαι γεμάτη συναισθήματα και τώρα πάω να τα αφήσω πάνω στο χαρτί, να αδειάσω και να ηρεμήσω… -Μου λείψατε...)
| |
28 Απριλίου 2012, 14:10
Με λένε Γιώτα και, αφού είναι της μόδας, ακούστε και την δική μου εκδοχή… Γιώτα
Με λένε Γιώτα και τον Ιούλιο θα συμπληρώσω τέσσερα χρόνια άνεργη.
Τέλειωσα το 2003 το Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών και ξεκίνησα γεμάτη όνειρα και ελπίδες να υπηρετήσω μία βαθμίδα της εκπαίδευσης, που η σημαντικότητά της ακόμα δεν έχει γίνει αντιληπτή. Μια βαθμίδα που λάτρεψα, είχα και έχω μεράκι να ΥΠΗΡΕΤΗΣΩ. Ο ΑΣΕΠ όμως έκρινε τρεις φορές ότι δεν είμαι ικανή να το κάνω. (Παρόλο που για να περάσω στη σχολή μου έδωσα Πανελλαδικές εξετάσεις και πέρασα από τους πρώτους, παρόλο που τέσσερα χρόνια έδινα εξετάσεις και τελείωσα με βαθμό πτυχίου 8,37, παρόλο που δύο φορές ήμουν στους επιτυχόντες –την μία απ΄ αυτές διαγωνίστηκα ενώ ήμουν 8 μηνών έγκυος…) Αλλά, λένε, έτσι είναι το «σύστημα». Το «έφαγα».
Ο ΟΑΕΔ επίσης έκρινε ότι δεν έχω το κατάλληλο «μέσο» για να προσληφθώ σε κάποιο από τα προγράμματά του. Αλλά, λένε, έτσι είναι το «σύστημα». Το «έφαγα».
Στον ιδιωτικό τομέα υπήρχαν πάντα γνωστοί και μη εξαιρεταίοι «Γιάννηδες» και «Κώστηδες» και «Γιώργηδες» καρακλέφτες, που ήθελαν να εργάζομαι χωρίς να πληρώνομαι όπως θα έπρεπε για τις υπηρεσίες μου. Αλλά, λένε, έτσι είναι το «σύστημα». Το «έφαγα».
Η αγάπη μου για την λογοτεχνία με έκανε να γράφω μανιωδώς και να αναζητώ μία δημιουργική διέξοδο στην γραφή. Όμως οι εκδότες στην καλύτερη περίπτωση θέλουν να πληρώσεις για να δεις τη δουλειά σου τυπωμένη. Στην χειρότερη σαφώς σε αγνοούν και δεν ενδιαφέρονται να ρισκάρουν σε σένα τον νέο, άγνωστο, συγγραφέα από την Φλώρινα. Αλλά, λένε, έτσι είναι το «σύστημα». Το «έφαγα».
Με λένε Γιώτα και από τον Δεκέμβριο μέχρι και σήμερα ελάχιστα έχουμε δει τον ήλιο στην πόλη που ζω. Το πετρέλαιο είχε 1,04 ευρώ, όμως τα μικρά μου κορίτσια είχαν ανάγκη από ζέστη. Φυσικά δεν δικαιούμασταν το επίδομα ορεινών και μειονεκτικών περιοχών, γιατί «αποκλείεται να είχαμε ανύπαρκτο εισόδημα-σίγουρα κάτι κρύβουμε». (Από το φθινόπωρο το πετρέλαιο θα έχει 1, 40). Αλλά, λένε, έτσι είναι το «σύστημα». Το «έφαγα».
Με λένε Γιώτα και κάθε βράδυ πέφτω να κοιμηθώ με το άγχος της επόμενης ημέρας. Αν θα έχω να πληρώσω λογαριασμούς. Αν θα έχω να συντηρήσω τα παιδιά μου….
Με λένε Γιώτα και απορώ γιατί μένω ακόμα σ΄ αυτή την χώρα…
Αλλά όχι… Δε θα τους τη χαρίσω πια, ούτε θα τους κάνω τη χάρη να φύγω και να τους αφήσω ξέφραγο αμπέλι…
ΩΣ ΕΔΩ!
Τα «συστήματα» εμείς τα φτιάχνουμε και μεις τα τροφοδοτούμε.
ΩΣ ΕΔΩ!
Δεν θα συνεχίσω να τα "τρώω".
ΩΣ ΕΔΩ!
Με λένε Γιώτα και… προσεχώς ΔΕΝ θα ΕΙΝΑΙ καλά. Γιατί από δω και πέρα θα διεκδικώ και θα αγωνίζομαι. Τίποτα πια δε θα τους χαρίσω. Γιατί η ζωή, το αύριο και τα όνειρα ανήκουν στα παιδιά μου και στα παιδιά αυτής της γ@μημένης χώρας. Κανένας κλέφτης «ψευτοεξυπνάκιας» κουτοπονηροέλληνας δεν θα τους τα αρπάξει πια μέσα από τα χέρια τους… Το υπόσχομαι!!
Με λένε Γιώτα και κανονίστε την πορεία σας… Γιατί σας το είπα; Τέρμα οι ευγένειες! Προσεχώς…ΔΑΓΚΩΝΩ!!
| |
18 Απριλίου 2012, 20:23
Η υπομονή και τα όριά της Σκέψεις
Με απασχολεί έντονα τις τελευταίες μέρες το ζήτημα «υπομονή» . Μπορεί ο Δημόκριτος να μας ανακοινώνει ότι «μεγαλόψυχος είναι εκείνος που υπομένει τα πάντα με καρτερικότητα, ενώ μικρόψυχος εκείνος που δεν υπομένει και τα ασήμαντα», μπορεί η παροιμία να μας πληροφορει ότι «πέντε δράμια υπομονή αξίζουν μια οκά μυαλό» και μπορεί ο Κίπλιγκ στο «Αν» του να μας τάζει λαγούς με πετραχήλια («να περιμένεις αν μπορείς, δίχως να χάνεις την υπομονή σου, δική σου θα ναι τότε η γη»), εγώ όμως αναρωτιέμαι πολλές φορές(όλο και πιο συχνά το τελευταίο διάστημα) ως που πρέπει να φτάνουν τα όρια της. Και –πιστέψτε με- έχω έρθει πολλές φορές αντιμέτωπη με διλήμματα περί υπομονής ή όχι και στις διαπροσωπικές μου σχέσεις και στα επαγγελματικά και σε πολλούς άλλους τομείς της ζωής μου. Άραγε άξιζε όσες φορές έκανα υπομονή; Ήταν σωστή επιλογή όταν τα τίναζα όλα στον αέρα; Υπάρχει άραγε κανένας άλλος πλην του Χρόνου που θα μπορέσει να δώσει μια σαφή και έγκυρη απάντηση;
Συγκλίνω πια περισσότερο στο «τα τινάζω όλα στον αέρα». Μπορεί τα αποτελέσματα να μην είναι πάντα τα επιθυμητά, τουλάχιστον όμως θα νιώσεις και την λύτρωση του «αντιδρώ».
Αυτά τα ολίγα από μένα, αγαπητοί μου φίλοι(καιρό έχουμε να τα πούμε ε…), και Χριστός Ανέστη(ο Χριστός σταυρώθηκε μια φορά και κάθε χρόνο ανασταίνεται, εμείς να δω, που σταυρωνόμαστε κάθε μέρα πότε θα "αναστηθούμε").
| |
02 Απριλίου 2012, 15:53
Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου Παγκόσμια Ημέρα
 «Μια μελωδία μπορεί να διαρκέσει πιότερο από το τραγούδι ενός πουλιού και μια ιστορία μπορεί να διαρκέσει πιότερο απ΄ τα πλούτη του κόσμου.»
Dr Robin Gwyndaf
«Το βιβλίο δεν έχει στόμα κι όμως μιλάει. Διηγείται ένα σωρό ιστορίες και λέει ποιήματα και τραγουδάει και τραγούδια με τις νότες. Η μαμά διαβάζει, και το βιβλίο μιλάει με το στόμα της. Όταν μάθω και γω να διαβάζω, τότε το βιβλίο θα μιλάει με το δικό μου στόμα.
Α, όταν θα μάθω να διαβάζω, μήτε στιγμή δε θ΄ αφήνω σε ησυχία το βιβλίο΄ θα το βάζω να μου διηγείται ιστορίες, ώσπου να κουραστώ κι ως την ώρα που θα κλείνουν τα μάτια μου απ΄ τη νύστα. Τότε θα βάζω το βιβλίο κάτω απ΄ το προσκέφαλό μου και, μόλις ξυπνώ, θα το βάζω να μου λέει μια μικρή ιστορία…»
Ντόρα Γκάμπε (μετάφραση Γιάννης Ρίτσος)
Προς τιμήν ενός από τους σημαντικότερους παραμυθάδες όλων των εποχών, του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν είναι αφιερωμένη η σημερινή μέρα, η μέρα του παιδικού βιβλίου. Τα παραμύθια του έχουν ταξιδέψει στον χρόνο, έχουν συντροφέψει γενιές και γενιές, παραμένουν για ανεξίτηλα στις ψυχές μας και δίκαια κατέχει τον τίτλο του πιο γνωστού και αγαπητού παραμυθά.
Γεννήθηκε μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα σαν τη σημερινή, δηλαδή 2 Απριλίου, στη Δανία, από γονείς φτωχούς και βιοπαλαιστές. Με μία μητέρα προληπτική και με μία τάση προς τον αλκοολισμό και έναν πατέρα φιλήσυχο που αγαπούσε να διαβάζει θεατρικά έργα και ήταν παπουτσής. Και οι δύο τους λάτρευαν τον μικρό Χανς Κρίστιαν και έκαναν ότι περνούσε απ΄ το χέρι τους για να είναι χαρούμενος. Εκείνος συχνά καθόταν με τα μάτια κλειστά και ονειρευόταν να γίνει πλούσιος και τρανός σαν πρίγκιπας. Διέφερε αρκετά από τα παιδιά της ηλικίας του και δεν έπαιζε σχεδόν ποτέ μαζί τους. Επισκεπτόταν συχνά ένα ψυχιατρείο, στο οποίο εργαζόταν η γιαγιά του και πολλές από τις ιστορίες του τις εμπνεύστηκε από τους τροφίμους του, που τον αγαπούσαν πολύ. Τρελαινόταν να αφηγείται ιστορίες και να τραγουδάει μπροστά σε κόσμο. Η μητέρα του συχνά τον πήγαινε σε μάντισσες, για να μάθει το μέλλον του. Μία απ΄ αυτές είχε προβλέψει πως «μια μέρα ολόκληρη η Όντενσε θα φωτιστεί προς τιμήν του». Ήταν φιλάσθενος και είχε «αλλόκοτο» παρουσιαστικό, πολύ ψηλός και αδύνατος, με μεγάλη μύτη και μακριά ξανθά μαλλιά.
Με την επιμονή και τον αυθόρμητο χαρακτήρα του κατόρθωσε σταδιακά να κάνει τα όνειρά του πραγματικότητα. Το φτωχό αγοράκι από την Όντενσε ήταν ένας πασίγνωστος παραμυθάς και σύχναζε πια σε βασιλικά σαλόνια, όχι μόνο στη Δανία, αλλά και στη Γερμανία, σχεδόν σ΄ ολόκληρη την Ευρώπη.
Κάθε παραμύθι του έκρυβε πίσω του μια πραγματικότητα, έβλεπε ένα παραμύθι σε κάθε εμπειρία της ζωής του. Η ειρωνεία είναι ότι, ενώ έγινε τόσο αγαπητός σε όλο τον κόσμο, ο ίδιος δεν ευτύχησε ποτέ να δεσμευτεί, παρόλο που αναζητούσε πάντα τον μεγάλο έρωτα.
Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στο βιβλίο Το φτωχό αγόρι από την Όντενσε, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγκυρα.
| |
23 Μαρτίου 2012, 16:42
Άννα Αχμάτοβα: μια παράξενη και πονεμένη μορφή(α΄μέρος) Ξένες ποιήτριες
 Η Άννα Αχμάτοβα, που το πραγματικό της όνομα ήταν Άννα Αντρέγιεβνα Γκορένκο, γεννήθηκε στις 25 Ιουνίου 1889, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, κοντά στην Οδησσό, στο Μπαλσόι Φοντάν. Ο πατέρας της ήταν μηχανικός και καθηγητής μαθηματικών στις σχολές του πολεμικού ναυτικού.
Η μητέρα της, που αρχικά οι γονείς της την είχαν εξαναγκάσει να παντρευτεί, σε ηλικία δεκαέξι ετών, έναν πενηντάχρονο κτηματία, τον είχε εγκαταλείψει για να ξαναπαντρευτεί, αυτή την φορά από έρωτα, με τον Αντρέι Αντόνοβιτς Γκορένκο. Ανήκε στην επαναστατική ομάδα «Η θέληση του λαού». Η Αχμάτοβα μιλούσε γι΄ αυτό με περηφάνια: ήταν ένα σημάδι τόλμης για μια νεαρή γυναίκα. Η Άννα είχε δύο αδελφές και δύο αδελφούς.
Έναν χρόνο μετά τη γέννησή της, η οικογένεια εγκαταλείπει τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας για να εγκατασταθεί στο Τσάρσκογιε Σελό, στα περίχωρα της Αγίας Πετρούπολης. «Οι πρώτες μου αναμνήσεις», λέει η Αχμάτοβα, «είναι από το Τσάρσκογιε Σελό: η πράσινη και υγρή μεγαλοπρέπεια των πάρκων, τα λιβάδια όπου με πήγαινε η νιάνια μου, ο ιππόδρομος όπου κάλπαζαν μικρόσωμα ποικιλόχρωμα αλογάκια, ο παλιός σιδηροδρομικός σταθμός». Επρόκειτο να μείνει εκεί μέχρι τα δεκαέξι της χρόνια, περνώντας τα καλοκαίρια στα περίχωρα της Σεβαστούπολης, στις ακρογιαλιές του όρμου Στρέλτσι, όπου σύμφωνα με τη δική της έκφραση, γίνεται φίλη με τη θάλασσα. Οι πιο δυνατές εντυπώσεις είναι εκείνες που της άφησε η Χερσόνησος, αρχαία ελληνική πόλη. «Η παιδική μου ηλικία ήταν παγανιστική», λέει σ΄ ένα σχέδιο αυτοβιογραφίας.
Σε ηλικία πέντε ετών, ακούγοντας τα μαθήματα που ο καθηγητής έκανε στα μεγαλύτερα παιδιά, αρχίζει να μιλάει γαλλικά. Στα εφτά της χρόνια μαθαίνει ανάγνωση από το αλφαβητάριο του Τολστόι. Στα έντεκά της χρόνια γράφει το πρώτο ποίημά της με τίτλο «Φωνή». Σε ηλικία δεκατριών χρονών γνώριζε ήδη από το πρωτότυπο τον Μπωντλαίρ, τον Βερλαίν και άλλους Γάλλους καταραμένους ποιητές.
Το πρώιμο ταλέντο της ευνοείται από το περιβάλλον στο οποίο ζει. Η ποίηση για αυτήν δεν αρχίζει με τον Πούσκιν ή τον Λέρμοντοβ, όπως συνήθως, αλλά με τον Ντερζάβιν και τον Ντεκράσοβ, των οποίων τα ποιήματα η μητέρα της ήξερε από μνήμης. Τα πρώτα κείμενά της δεν έχουν διασωθεί.
Η Άννα Αχμάτοβα σπουδάζει στο λύκειο θηλέων του Τσάρσκογιε Σελό. «Στν αρχή δεν τα πήγαινα καλά, μετά κάπως καλύτερα, πάντα, ωστόσο, απρόθυμα», ομολογεί.
Το 1905 οι γονείς της χωρίζουν, ο πατέρας παίρνει τη σύνταξή του και η μητέρα εγκαθίσταται με τα πέντε παιδιά στην Ευπατόρια της Κριμαίας. «Νοσταλγούσα το Τσάρσκογιε Σελό κι έγραφα αναρίθμητους κακούς στίχους». «Φτώχεια», προσθέτει σε παρένθεση, στο ίδιο σχέδιο αυτοβιογραφίας. Το 1906 πηγαίνει στο Κίεβο, σε μια ξαδέλφη της για να τελειώσει τις δευτεροβάθμιες σπουδές της κι έπειτα να σπουδάσει Νομικά. Ομολογεί ότι προτιμούσε την ιστορία του δικαίου και κυρίως τα λατινικά και όχι τα αμιγώς νομικά μαθήματα.
[…]
Στην Πετρούπολη, όπου παρακολουθεί μαθήματα ανώτατων λογοτεχνικών και ιστορικών σπουδών, επιλέγει οριστικά την ποίηση, «Ξεχνάω τα πάντα» διαβάζοντας την Κυπαρισσένια κασετίνα του ποιητή Ι. Άννεσκι, «που τον θεωρώ δάσκαλό μου», θα πει αργότερα. Τον Μάρτιο του 1910 παντρεύεται τον Νικολάι Γκουμιλιόφ και το νεαρό αντρόγυνο εγκαθίσταται αρχικά στο Τσάρσκογιε Σελό.
Στο Παρίσι, όπου είχε περάσει έναν μήνα το 1910, και όπου ξαναγύρισε την άνοιξη του 1911, η Αχμάτοβα υπήρξε μάρτυς των πρώτων θριάμβων του Ρωσικού Μπαλέτου και συνδέθηκε φιλικά με τον ζωγράφο Αμεντέο Μοντιλιάνι. Παθιασμένος με την Αίγυπτο, ο Μοντιλιάνι σχεδιάζει το κεφάλι της Αχμάτοβα με το χτένισμα των βασιλισσών και των χορευτριών του Νείλου. Της προσφέρει δεκαέξι παραλλαγές των σχεδίων του που αυτή τις πηγαίνει στο σπίτι της στο Τσάρσκογιε Σελό΄ θα χαθούν όλες, εκτός από μία, στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης.
Κάνουν περιπάτους στον Κήπο του Λουξεμβούργου, στο Καρτιέ Λατέν. «Απαγγέλαμε από μνήμης, και οι δυό μαζί, τους στίχους του Βερλαίν και χαιρόμασταν που γνωρίζαμε τα ίδια ποιήματα». Η Αχμάτοβα ήξερε από μνήμης πολλούς άλλους στίχους Γάλλων ποιητών, Μπωντλαίρ, Λαφόργκ, Μαλαρμέ. «Ο Μοντιλιάνι είναι αυτός που μ΄ έκανε να γνωρίσω το αληθινό Παρίσι», γράφει στ΄ απομνημονεύματά της.
Από τον Απρίλιο του 1911 τα ποιήματά της αρχίζουν να δημοσιεύονται στα λογοτεχνικά περιοδικά και πρωτίστως στο Απόλλων.
Το 1912 δημοσιεύεται η πρώτη της συλλογή Βράδυ, με εισαγωγή του ποιητή Μιχαήλ Κουζμίν, σε τριακόσια αντίτυπα. «Η κριτική υπήρξε καλοπροαίρετη», λέει με μετριοφροσύνη, όμως εμείς ξέρουμε ότι ο Βιάτσεσλαβ Ιβάνοβ, μυστικιστής ποιητής και «επικεφαλής» των λογοτεχνικών κύκλων της Πετρούπολης, χαιρέτισε τη συλλογή σαν «ένα γεγονός στη ρωσική ποίηση».
[…]
Η Αχμάτοβα συχνάζει στα σαλόνια, στις λογοτεχνικές και καλλιτεχνικές λέσχες της Πετρούπολης και ιδιαίτερα το υπόγειο καμπαρέ «Ο Αδέσποτος σκύλος», που συγκέντρωνε όλους εκείνους που αντιπροσώπευαν τη νέα ρωσική λογοτεχνία στις παραμονές του πολέμου.
[…]
«Εδώ ερχόταν η Άννα Αχμάτοβα –νέα, με μαύρο φόρεμα, με εκείνη τη χαρακτηριστική κίνηση των ώμων της και την ιδιαίτερη στάση του κεφαλιού της. Όχι, δεν ήταν καλλονή, αλλά ήταν κάτι περισσότερο από καλλονή», γράφει ο Γκεόργκι Αντάμοβιτς. «Το πρόσωπό της, όπου κι αν εμφανιζόταν, ανάμεσα στις πιο ωραίες γυναίκες, ξεχώριζε με την δύναμη της έκφρασης, με τον αέρα της αυθεντικής έμπνευσης, που αμέσως τραβούσε την προσοχή. Αργότερα η τραγική χροιά στην όλη της εμφάνιση εντάθηκε ακόμη περισσότερο. Όταν όρθια στην εξέδρα διάβαζε τα ποιήματά της, έμοιαζε να εξευγενίζει τα πάντα γύρω της».
Έγινε περισσότερο διάσημη με το δεύτερο βιβλίο της Κομποσκοίνι, που κυκλοφόρησε το 1914 και εξαντλήθηκε πολύ σύντομα. «Θα έλεγε κανείς ότι η μικρή συλλογή ερωτικών ποιημάτων μιας πρωτοεμφανιζόμενης ποιήτριας έπρεπε να καταποντιστεί λόγω γεγονότων παγκόσμιας σημασίας. Ο χρόνος αποφάσισε διαφορετικά». Και, πράγματι, συγκαταλέγεται στους ποιητές που διαβάζονται περισσότερο στην εποχή της και έχουν τους πιο πολλούς μιμητές. Αναλογιζόμενη τους μέτριους μαθητές της, που είχαν μετατρέψει το ύφος της σε μανιέρα, θα διαπιστώσει ειρωνικά: «Έμαθα τις γυναίκες να μιλούν. Αλλά πώς να τις αναγκάσω, θεέ μου, να σωπάσουν;».
Για πολλά χρόνια, πολλές γενεές αναγνωστών θ΄ αγαπήσουν, θα υποφέρουν, θα χαρούν διαβάζοντας ή ακούγοντας στίχους της Αχμάτοβα.
[…]
Η επόμενη συλλογή της είναι το Λευκό Σμήνος. Εκδίδεται τον Σεπτέμβριο του 1017, έτος της Επανάστασης. Και περιλαμβάνει 83 ποιήματα, χρονολογούμενα σχεδόν όλα από το 1914 μέχρι το 1917. «Τυπωμένη σε κακής ποιότητας χαρτί, σε χίλια αντίτυπα, η Τρίτη αυτή συλλογή δεν είχε σπουδαία απήχηση στον τύπο», παραδέχεται η Αχμάτοβα. Καθώς η αναστάτωση και η πείνα μεγάλωναν, οι μεταφορές παρέλυαν, περιοδικά και εφημερίδες διέκοπταν την κυκλοφορία τους. Η συλλογή δεν μπορούσε ούτε καν να σταλεί στη Μόσχα. Όλα τα αντίτυπα εξαντλήθηκαν στην Πετρούπολη».
Κι έρχεται η Οκτωβριανή Επανάσταση, με τον παλιό κόσμο να καταρρέει, χωρίς κανείς να ξέρει πως θα είναι ο καινούριος. Η Αχμάτοβα γράφει πάντα για τους έρωτές της, τις χαρές της και τις αγωνίες της, κάτι που δεν την εμποδίζει να μετέχει στην κοινή αγωνία. Μετά την επανάσταση ακολουθεί ο εμφύλιος πόλεμος και πολλοί συγγραφείς φεύγουν απ΄ τη φλεγόμενη Ρωσία. Η ίδια επέλεξε να παραμείνει στη χώρα της και να μοιραστεί με τον λαό της όλα όσα έμελλε να του συμβούν.
[…]
Τον Αύγουστο του 1918 χωρίζει με τον Γκουμιλίοφ. Ξαναπαντρεύεται αμέσως τον Β.Κ.Σιλέικο, διακεκριμένο ανατολιστή, ειδικό στη Βαβυλωνία και τη σφηνοειδή γραφή. Ακόμα ένας παράξενος άντρας, σωματικά και ψυχικά΄ πραγματικά σοφός των παραμυθιών του Χόφμαν. Ποιητής και αυτός. Αλλά ένας σύζυγος απαράδεκτος. Η συμβίωση δεν διαρκεί ούτε τρία χρόνια.
Τον Απρίλιο του 1921 εκδίδεται το Πεντάνευρο, η μικρότερη συλλογή, τόσο από απόψεως διαστάσεων, όσο και για το περιεχόμενό της (38 ποιήματα). Ένα αριστούργημα της τυπογραφίας σε 1000 αντιτύπα.
[…]
Η συμμετοχή του δεύτερου συζύγου της σε μία «σκοτεινή υπόθεση» και η εκτέλεσή του γίνεται σε κείνη και στον γιό της ένα αφόρητο βάρος.
Από τότε χρονολογούνται και οι χαρακτηρισμοί που θα την καταδίωκαν για τόσα πολλά χρόνια: «ποιήτρια της κρεβατοκάμαρας»(χαρακτηρισμός του Μαγιακόφσκι), «αντιλαϊκή», «παρακμιακή» κλπ.
Ωστόσο διατηρούσε και ένθερμους θαυμαστές ακόμα και μεταξύ των πιο φλογερών επαναστατών.
[…]
Η έκδοση της πέμπτης της συλλογής Anno Domini M-CMXXI που κυκλοφόρησε το 1922 σε 2000 αντίτυπα, δημιουργεί κάποιο θόρυβο. Ένας σύντροφος του Λένιν, ο κριτικός της λογοτεχνίας Ν. Οσίνσκι, την προσέχει αμέσως και δηλώνει ότι η Αχμάτοβα «έχει φτάσει στο ζενίθ των δημιουργικών της δυνάμεων», και, ότι, μετά τον θάνατο του Μπλοκ, σε αυτήν, «πρώτης τάξεως λυρική ποιήτρια, ανήκει η πρώτη θέση μεταξύ των Ρώσων ποιητών». Την συγχαίρει που δεν έφυγε από την Ρωσία και υπογραμμίζει ότι είναι «λόγω πατριωτισμού και όχι λόγω πεποιθήσεως ως προς την επανάσταση», διότι «δεν ανήκει στους δικούς μας»΄όμως «έχει το σημαντικότερο προσόν για έναν ποιητή, καθαρότητα ψυχής και συνείδηση πολίτη».
Ο Ν.Ολίνσκι πλήρωσε ακριβά το θάρρος του: κατηγορήθηκε ότι πρόδωσε την επαναστατική ιδεολογία και το άρθρο του δεν χρησίμευε παρά στο να τραβήξει ακόμα περισσότερο την προσοχή των κακόβουλων στην Αχμάτοβα.
Οι νεαροί αναγνώστες της καινούριας Ρωσίας, κυρίως οι κοπέλες και οι γυναίκες, είχαν κι εκείνες διαβάσει τις κομψές, μικρές, λευκές συλλογές της Άννα Αχμάτοβα, που είχαν εξακολουθήσει, παρόλα αυτά, να περνούν από χέρι σε χέρι, τα φοβερά αυτά χρόνια. Αυτή η τόσο απλή και ευκολονόητη λυρική ποίηση συγκινούσε τις αναγνώστριες της, αλλά προκαλούσε συγχρόνως ταραχή και ανησυχία.
[…]
«Κάθε σελίδα της είναι ένα ολόκληρο βιβλίο για τη γυναικεία ψυχή. Ένας και μόνος δικός της σαφής στίχος μας δίνει με ανάγλυφη ακρίβεια περισσότερα από τους πολυάριθμους τόμους των ψυχολογικών μυθιστορημάτων πολλών σύγχρονων συγγραφέων».
Όμως αυτές οι ευνοϊκές φωνές σπανίζουν. Ο Τρότσκι κατατάσσει την Αχμάτοβα στην «ετοιμοθάνατη, ευγενική και ωραία παράταξη», αν και δεν δέχεται το ταλέντο της.
Στην αρχή της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, η Αχμάτοβα ήταν μέλος της διεύθυνσης της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων στο Λένινγκραντ, όμως οι πόρτες των εκδοτικών οίκων και των περιοδικών άρχιζαν να κλείνουν για αυτήν. Από τη μία πλευρά δεν υπήρχε η ανάγκη για λυρική ποίηση, από την άλλη δεν ήθελαν να εκτεθούν, δημοσιεύοντας τα έργα της γυναίκας (έστω και αν δεν ήταν παρά η πρώην γυναίκα) ενός εκτελεσθέντος.
Το 1925, μια πρώτη απόφαση του κόμματος της απαγορεύει να δημοσιεύει. Και η Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια χαρακτηρίζει την «παραγωγή» της σαν ένα «χτυπητό παράδειγμα της ποίησης την εποχή που καταστρέφονταν οι φωλιές των ευγενών».
Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 45, Αθήνα, Δεκέμβριος, 2008.
| |
22 Μαρτίου 2012, 10:06
Το στοίχημα Κόκκινη κλωστή δεμένη…
Τώρα θα σας διηγηθώ μια ιστορία που μου την είπαν όταν ήμουνα μικρό παιδάκι. Κάθε φορά που έρχεται στο μυαλό μου αυτή η ιστορία, τη βρίσκω όλο και πιο ελκυστική. Γιατί με τις ιστορίες γίνεται συχνά ό, τι γίνεται και με πολλούς ανθρώπους: όσο περνά ο καιρός και μεγαλώνουν, τόσο γίνονται καλύτεροι.
Ας πούμε λοιπόν, πως βρισκόμαστε στην εξοχή μπροστά σ΄ ένα πολύ παλιό εξοχικό σπιτάκι με αχυρένια στέγη. Άγρια χόρτα έχουν φυτρώσει πάνω στη στέγη. Στην κορυφή της είναι μια φωλιά πελαργών: Μην ξεχνάτε, πως εμείς χωρίς τους πελαργούς δεν μπορούμε να κάνουμε. Οι τοίχοι του σπιτιού έχουν χαλάσει σε πολλά μέρη και τα παράθυρα είναι χαμηλά και μόνο το ένα απ΄ αυτά είναι καμωμένο ν΄ ανοίγει. Η κουφοξυλιά απλώνει τα κλαδιά της πάνω από τα παλούκια του φράχτη. Στα πόδια του φράχτη είναι μια μικρή στέρνα και μέσα κολυμπούν μερικές πάπιες. Υπάρχει κι ένας μαντρόσκυλος, που γαβγίζει, όποιον πλησιάσει.
Απαράλλαχτα ένα τέτοιο σπιτάκι βρισκόταν στην εξοχή και σ΄ αυτό κατοικούσαν δυο γέροι –ένας γέρος χωρικός με τη γριά γυναίκα του. Ήσαν φτωχοί, δεν είχαν πολλά πράματα. Ανάμεσα στα άλλα είχαν κι ένα άλογο. Μα δεν τους ήταν διόλου απαραίτητο. Το άλογο ζούσε από το χόρτο που έβρισκε μόνο του στις άκρες του δρόμου.
Ο γερο-χωρικός πήγαινε στην πόλη καβάλα στο άλογο αυτό και συχνά οι γείτονές του του το ζητούσαν δανεικό και για αντάλλαγμα του έκαναν κάποια δουλειά που χρειαζόταν.
Μα ο χωρικός και η γυναίκα του σκέφτηκαν πως θα ‘ταν καλύτερα να πουλήσουν το άλογο ή να το ανταλλάξουν με κάτι, που θα μπορούσε να τους είναι πιο χρήσιμο. Τι θα ήταν όμως αυτό το «κάτι»;
-Εσύ ξέρεις καλύτερα, γέρο μου, του είπε η γυναίκα. Σήμερα γίνεται στην πόλη πανηγύρι και θα μαζευτούν πολλοί έμποροι και χωρικοί. Πήγαινε, λοιπόν, στην πόλη και πούλησε το άλογο ή κάνε το ανταλλαγή με κάτι καλό. Ό, τι κι αν κάνεις, για μένα θα είναι σωστό. Πήγαινε στην ευχή του Θεού.
Και του έδεσε το μαντήλι στο λαιμό, γιατί ήξερε καλύτερα από αυτόν να το δέσει. Και το έδεσε δυο κόμπους, γιατί μπορούσε να το δένει πολύ κομψά. Ύστερα σκούπισε καλά το καπέλο του γύρω γύρω με την παλάμη του χεριού της και τον φίλησε.
Κι έτσι ο γερο-χωρικός ξεκίνησε καβάλα στο άλογό του και πήγαινε να το πουλήσει ή να το κάνει ανταλλαγή με κάτι άλλο. Ναι, ήταν έξυπνος και καλός και ήξερε τι θα έκανε.
Ο ήλιος ήταν πολύ ζεστός και ούτε ένα συννεφάκι δεν υπήρχε στον ουρανό. Ο δρόμος ήταν κατασκονισμένος, γιατί πήγαινε στην πόλη πολύς κόσμος. Άλλοι πήγαιναν καβάλα, άλλοι με αμάξι ή με το κάρο τους και άλλοι περπατώντας. Πουθενά δεν υπήρχε μέρος για να βρει κανείς λίγη σκιά.
Ανάμεσα στους άλλους βάδιζε με κάποιο κόπο κι ένας άλλος χωρικός που πήγαινε να πουλήσει την αγελάδα του, μια πολύ όμορφη αγελάδα.
«Είμαι σίγουρος πως θα βγάζει περίφημο γάλα, σκέφτηκε ο γερο-χωρικός. Θα ήταν πολύ καλή ανταλλαγή για μένα να δώσω το άλογό μου και να την πάρω.»
-Ε, εσύ με την αγελάδα! φώναξε. Να σου προτείνω κάτι; Φαντάζομαι πως ένα άλογο στοιχίζει περισσότερο από την αγελάδα, μα αυτό δε με νοιάζει εμένα. Η αγελάδα θα μου ήταν πιο χρήσιμη. Αν συμφωνείς, αλλάζουμε.
-Γιατί όχι; απάντησε ο άλλος. Κι έτσι το ζήτημα τελείωσε και ο γερο-χωρικός θα μπορούσε να γυρίσει στο σπίτι του, αφού είχε πραγματοποιήσει το σκοπό του. Μα μια και είχε αποφασίσει να πάει στο πανηγύρι σκέφτηκε να προχωρήσει, για να ρίξει μια ματιά. Συνέχισε λοιπόν το δρόμο του με την αγελάδα.
Περπατούσε ευχαριστημένος. Σε λίγο συνάντησε κάποιον που πήγαινε στην αγορά να πουλήσει το αρνί του. Ήταν ένα καλό, παχύ αρνί με ωραίο μαλλί.
«Πολύ θα ήθελα να το είχα το αρνί αυτό, σκέφτηκε ο γερο-χωρικός. Θα έβρισκε όσο χορτάρι ήθελε στο φράχτη μας και το χειμώνα θα μπορούσαμε να το έχουμε μαζί μας μέσα στο σπίτι. Ίσως θα ήταν πιο πρακτικό να πάρω το αρνί και να δώσω την αγελάδα».
-Ε! εσύ με το αρνί. Θέλεις να μου δώσεις το αρνί και να σου δώσω την αγελάδα;
Ο άλλος δέχτηκε με μεγάλη του χαρά και η συμφωνία έκλεισε. Ο γερο-χωρικός έδωσε την αγελάδα, πήρε το αρνί και εξακολούθησε το δρόμο του.
Λίγο παρακάτω συνάντησε έναν άλλο χωρικό, που ερχόταν από το χωράφι του και πήγαινε να πουλήσει τη χήνα του, μια μεγάλη καλοθρεμμένη χήνα.
-Τι μεγάλη είναι η χήνα που κρατάς! Έχει όμορφα φτερά και είναι παχιά παχιά. Τι ωραίο που θα ήταν αν κολυμπούσε στη στέρνα μας. Πολύ θα ευχαριστιόταν η καλή μου η γυναίκα. Πολύ συχνά την άκουσα να λέει: «Αν είχαμε μια χήνα!»
-Θέλεις να μου τη δώσεις; ρώτησε τον άνθρωπο με τη χήνα. Θα σου δώσω το αρνί μου γι΄ αντάλλαγμα και θα σου πω κι ευχαριστώ.
Ο άλλος δεν είχε την παραμικρή αντίρρηση. Και, αφού συμφώνησαν, έκαναν την αλλαγή και ο γερο-χωρικός έγινε ιδιοκτήτης της χήνας.
Βρισκόταν πια πολύ κοντά στην πόλη. Ο κόσμος στο δρόμο γινόταν όλο και περισσότερος. Άνθρωποι και ζώα σπρώχνονταν μεταξύ τους. Πολλοί μάλιστα έμπαιναν και στα χωράφια, για να μπορέσουν να προσπεράσουν. Εκεί κοντά ήταν ένα χωράφι σπαρμένο πατάτες, χτήμα του εισπράκτορα του φόρου. Ο εισπράκτορας στεκόταν στην είσοδο της πόλης και εισέπραττε τα διόδια. Μέσα στο χωράφι του τριγύριζε καμαρωτή μια κότα, δεμένη με ένα σπάγκο, για να μην τρομάζει από την κίνηση και φύγει. Αυτή η κότα είχε κοντή ουρά και, καθώς ανοιγόκλεινε και τα δυο της μάτια, φαινόταν πολύ πονηρή. «Κο-κο-κόοο!», είπε η κότα.
Τι εννοούσε όταν έλεγε «κο-κο» δεν είμαι σε θέση να σας πω, μα ο καλός μας γερο-χωρικός μόλις την είδε σκέφτηκε: «Είναι η ωραιότερη κότα που έχω δει στη ζωή μου! Είναι καλύτερη και από την κλώσσα που έχει ο παπάς μας. Στη τιμή μου, πολύ θα ήθελα να την είχα. Μια κότα πάντα βρίσκει κάτι να φάει και ζει σχεδόν με το δικό της ιδρώτα. Νομίζω πως θα ήταν μεγάλη επιτυχία αν μπορούσα να την ανταλλάξω με τη χήνα μου.»
-Θέλεις να κάνουμε ανταλλαγή; Να σου δώσω τη χήνα και να μου δώσεις την κότα; ρώτησε τον εισπράκτορα των φόρων.
-Να κάνουμε ανταλλαγή; Μα δε θα ήταν και άσχημα, του απάντησε ο εισπράκτορας.
Έκαναν λοιπόν ανταλλαγή. Ο εισπράκτορας κράτησε τη χήνα και ο γερο-χωρικός πήρε μαζί του την κότα.
Είχε κουραστεί πολύ μ’ όλες αυτές τις δουλειές, που έκανε στο δρόμο το και τώρα ήθελε να αναπαυθεί λίγο και να δροσιστεί. Στάθηκε, λοιπόν, μπροστά στο πρώτο πανδοχείο που συνάντησε, για να φάει κάτι και να πιει ένα ποτηράκι κρασί.
Ήταν έτοιμος να μπει μέσα όταν φάνηκε στην πόρτα ο υπηρέτης του ξενοδόχου. Αυτός φρόντιζε για τα ζώα. Κρατούσε στον ώμο του ένα σακί.
-Τι έχεις μέσα στο σακί; ρώτησε ο γερο-χωρικός.
-Σάπια μήλα, απάντησε ο άλλος. Ένα γεμάτο σακί. Αρκετά για να χορτάσουν οι χοίροι μας.
-Τι λες, παιδί μου; Αυτό είναι σπατάλη! Πολύ θα ήθελα να τα πάω στη γυναίκα μου. Πέρσι η γέρικη μηλιά μας έκανε μόνο ένα μήλο κι εμείς το φυλάξαμε μέσα στο ντουλάπι, ώσπου σάπισε. Η γυναίκα μου έλεγε: «Κάτι είναι κι αυτό που έχουμε!»
Μα, αυτό εδώ είναι ολόκληρο σακί! Πόσο θα χαρεί η γυναίκα μου να της τα πάω, αφού νομίζει πως κάτι αξίζουν τα σάπια μήλα.
-Ναι, πολύ θα χαρεί. Θέλεις να μου τα δώσεις;
-Και τι θα μου δώσεις; είπε ο υπηρέτης.
-Τι θα σου δώσω; Θα σου δώσω γι΄ αντάλλαγμα την κότα μου.
Κι έτσι συμφώνησαν. Κι έδωσε την κότα και πήρε τα μήλα. Τα έβαλε στον ώμο του και μπήκε στο πανδοχείο. Ακούμπησε το σακί με προσοχή κοντά στη σόμπα και πλησίασε στο τραπέζι. Μα η σόμπα ήταν ζεστή –αυτό δεν το είχε σκεφθεί.
Στο πανδοχείο ήσαν πολλοί ξένοι. Διάφοροι έμποροι, που πήγαιναν στο πανηγύρι. Ανάμεσα σ΄ αυτούς ήσαν και δυο Εγγλέζοι. Ήσαν πολύ πλούσιοι. Οι τσέπες τους ήταν γεμάτες χρυσά νομίσματα. Και μάλιστα έβαζαν στοιχήματα, όπως θ΄ ακούσετε τώρα.
-Φσ-σς! Φσ-σ-σς! Τι ήταν αυτό; Τα μήλα είχαν αρχίσει να ψήνονται. Ήσαν πολύ κοντά στην αναμμένη σόμπα.
-Τι είναι μέσα στο σακί;
-Να, ξέρετε… άρχισε ο φίλος μας, ο γερο-χωρικός. Και τους διηγήθηκε όλη την ιστορία. Πως ξεκίνησε με το άλογό του και το άλλαξε με την αγελάδα και όλα τα υπόλοιπα ως τα σάπια μήλα.
-Ε, λοιπόν, η γυναίκα σου θα σε διορθώσει όταν γυρίσεις στο σπίτι, είπε ο ένας απ΄ τους Εγγλέζους. Θα γίνει μεγάλος καβγάς.
-Τι; Θα με διορθώσει η γυναίκα μου; Θα γίνει μεγάλος καβγάς; Λάθος κάνετε, μεγάλο λάθος. Θα με φιλήσει και θα πει: «Ό, τι κάνει ο γέρος μου είναι σωστό».
-Βάζουμε στοίχημα; είπε ο Εγγλέζος. Στοιχηματίζουμε εκατό χρυσές λίρες;
-Όχι τόσα πολλά, απάντησε ο γερο-χωρικός, γιατί εγώ είμαι φτωχός. Θα βάλω το σακί με τα μήλα και τον εαυτό μου και τη γυναίκα μου. Και θαρρώ πως έτσι ισοφαρίζω με τις λίρες σας.
-Σύμφωνοι! είπε Εγγλέζος.
Κι έβαλαν το στοίχημα. Ευθύς ετοιμάστηκε το αμάξι του ξενοδόχου και μπήκανε μέσα οι δυο Εγγλέζοι και ο γερο-χωρικός. Σε λίγο έφτασαν εμπρός στο σπιτάκι του.
-Καλησπέρα, γυναίκα.
-Καλησπέρα, γέρο μου.
-Έκανα την ανταλλαγή.
-Ναι, εσύ κάνεις πάντα το σωστό, είπε η γυναίκα του,
Και τον φίλησε με αγάπη χωρίς να δώσει προσοχή στους παράξενους επισκέπτες και στο σακί.
-Πήρα μια αγελάδα και έδωσα το άλογό μας, είπε ο γερο-χωρικός.
-Ας είναι ευλογημένο το όνομα του Θεού! Θα έχουμε μπόλικο γάλα τώρα και βούτυρο και τυρί! Ήταν περίφημη η εκλογή σου!
-Ναι, αλλά την έδωσα την αγελάδα και πήρα ένα παχύ αρνί.
-Α, ακόμα καλύτερα! φώναξε η γυναίκα του. Πάντα τα σκέπτεσαι όλα. Έχουμε τώρα αρκετή βοσκή. Γάλα και τυρί από προβατίνα και μάλλινα ρούχα και κάλτσες! Η αγελάδα δεν μπορεί να μας δώσει τέτοια πράματα. Πόσο φρόνιμος και προνοητικός είσαι!
-Μα άλλαξα το πρόβατο με μια χήνα.
-Τότε θα έχουμε φέτος τα Χριστούγεννα ψητή χήνα, καλέ μου άντρα. Ποτέ δεν ξεχνάς να μου προσφέρεις κάποια ευχαρίστηση. Πόσο με συγκινεί αυτή σου η καλοσύνη. Θα δέσουμε τη χήνα μ΄ ένα σπάγκο και θα την τρέφουμε και θα παχύνει καλά ως τα Χριστούγεννα.
-Όμως την έδωσα τη χήνα και πήρα μια κότα, είπε ο γερο-χωρικός.
-Μια κότα; Αυτή ήταν σπουδαία ιδέα! Η κότα θα κάνει αυγά και θα κλωσσήσει και θ΄ αποκτήσουμε κοτόπουλα. Θα κάνουμε ολόκληρο ορνιθοτροφείο! Ω, αυτή ήταν πάντα η μεγαλύτερη επιθυμία μου.
-Ναι, μα άλλαξα την κότα μ΄ ένα σακί σάπια μήλα.
-Τι; Μα τότε πρέπει να σε φιλήσω! φώναξε η γυναίκα του. Αγαπημένε, καλέ μου άντρα! Θα σου πω, λοιπόν, κάτι. Ξέρεις, μόλις έφυγες το πρωί άρχισα να σκέφτομαι τι θα μπορούσα να σου ετοιμάσω για το βράδυ, που θα γύριζες. Ήθελα κάτι που να σου αρέσει. Βρήκα πως καλύτερα θα ήταν να σου κάνω τηγανίτες με μυρωδάτα χόρτα. Είχα αυγά και χοιρινό, μου έλειπαν όμως τα χόρτα. Πήγα λοιπόν στο σπίτι του γείτονα του δάσκαλου, που ξέρω πως έχει χόρτα. Μα η γυναίκα του είναι δύστροπη και ας φαίνεται ευγενική. Την παρακάλεσα να μου δανείσει λίγα χόρτα. «Να σου δανείσω;» μου απάντησε. Τίποτα δεν υπάρχει στον κήπο μας, ούτε ένα σάπιο μήλο. Ούτε κι ένα σάπιο μήλο δεν έχω να σου δανείσω, καλή μου γειτόνισσα.
Και τώρα εγώ μπορώ να δανείσω σ΄ αυτήν δέκα , είκοσι σάπια μήλα ναι, και ολόκληρο το σακί αν θέλει. Πόσο χαίρομαι. Μου έρχεται να γελάσω με την καρδιά μου.
Και λέγοντας αυτά του έδωσε ένα δυνατό φιλί.
-Αυτό είναι θαυμάσιο! φώναξαν και οι δυο μαζί οι Εγγλέζοι. Να χάνεις ολοένα κι όμως να είσαι χαρούμενος κι ευχαριστημένος! Μα την αλήθεια, άξιζε τον κόπο να χάσουμε το στοίχημα.
Κι έτσι έδωσαν μια ολόκληρη περιουσία από χρυσές λίρες στο γερο-χωρικό, που όχι μόνο δεν τον μάλωσε η γυναίκα του, παρά και τον φίλησε δείχνοντάς του έτσι πόσο τον αγαπούσε και σεβόταν τη γνώμη του.
Αυτή λοιπόν είναι η ιστορία μου. Την άκουσα όταν ήμουνα ακόμα παιδάκι. Και τώρα την ακούσατε και σεις και θα ευχαριστηθήκατε, πιστεύω, πολύ.
ΧΑΝΣ ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΑΝΤΕΡΣΕΝ, Τα παραμύθια του Άντερσεν, εκδόσεις Ατλαντίς, μετάφραση Ν.Βοστατζής, Δ.Στυλιανοπούλου-Βοστατζή.
ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ!!
| |
21 Μαρτίου 2012, 16:30
Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης Παγκόσμια Ημέρα
«Κανένας δεν είναι υποχρεωμένος να ενδιαφέρεται για την Ποίηση. Άπαξ όμως κι ενδιαφέρεται, είναι υποχρεωμένος "να γνωρίζει να μεταβαίνει" σ΄ αυτή τη δεύτερη κατάσταση, να περπατεί και στον αέρα και στο νερό.»
Οδυσσέας Ελύτης
| |
20 Μαρτίου 2012, 23:09
Η αίθουσα του θρόνου Ελληνική λογοτεχνία
 Δεν μου αρέσει καθόλου να μιλάω για βιβλία που με απογοήτευσαν, που δε μου άρεσαν. Ξέρω πολύ καλά ότι με τον Φάνη έχουμε παντελώς διαφορετικά κριτήρια σε οποιαδήποτε μορφή τέχνης. Σπάνια συμφωνούμε. Και, έτσι, παρά τις διθυραμβικές κριτικές και το μέγεθος του συγγραφέα, ήμουν λίγο επιφυλακτική στην πρότασή του να διαβάσω την Αίθουσα του θρόνου.
Με κούρασε.
Με κούρασε.
Με κούρασε.
Και δε με ευχαρίστησε καθόλου.
Και νευριάζω πολύ όταν «χάνω» τον χρόνο μου με βιβλία που δεν είναι του γούστου μου.
Κουραστικοί, προβλέψιμοι ήρωες, και έβλεπαν πολλά, πολλά προφητικά όνειρα ρε παιδί μου…
Για να το ξεκαθαρίσουμε όμως:
Αυτό βέβαια, η δική μου δηλαδή αντίληψη για το βιβλίο, δεν μειώνει με τίποτα την αξία του ή την αξία του Τάσου Αθανασιάδη ως λογοτέχνη. Απλά –όπως ξανάγραψα παραπάνω- δεν είναι του γούστου μου(γιατί ούτε να τα παρατήσω θέλω ούτε να συνεχίσω να τα διαβάζω όμως και να σέρνομαι και τα διλήμματα δεν μου ταιριάζουν). Προτιμώ πιο απλά λόγια και πιο ξεκάθαρα νοήματα, που μιλάνε κατευθείαν στην καρδιά, στην ψυχή και στο μυαλό μου. (Να, για παράδειγμα, όπως την Φάρμα των Ζώων ή τον Γέρο και την θάλασσα, που διαβάζω αυτές τις μέρες…)
Παρόλο που το έχουν χαρακτηρίσει ως «ένα από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά μυθιστορήματα» και «μία κατάκτηση της νεοελληνικής λογοτεχνίας», λοιπόν, λυπάμαι, μα δεν με έπεισε… : (
Νομίζω πως δεν θα το ξαναδιαβάσω στο μέλλον, όπως κάνω με τα περισσότερα βιβλία, απλά ίσως κρατήσω στη μνήμη μου τα παρακάτω:
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
-Αγαπώ πολύ την εποχή μου… την αντίσκοψε με γέλιο. Είναι ο χιτώνας μου, κι ας με καίει συχνά. Καθένας μας έχει χρέος να γίνεται στρατιώτης της εποχής του. Μονάχα έτσι εξελίσσεται η ανθρωπότητα. Κι αυτό είναι από τα πιο θετικά…
-…πίσω απ΄ το απρόοπτο ο Θεός παραμονεύει.
-Ώρες ώρες νομίζω πως η σιωπή είναι η πιο εκπληκτική μα έκφραση…
-Με τη σκέψη μας τα κάνομε όλα πολύπλοκα, ευτυχώς που τα μάτια μας τ΄ απλοποιούνε…
-Όλοι είμαστε μόνοι. Φτάνει να μπορεί κανείς να διατάζει τη μοναξιά του, για να ‘ρχεται όποτε τη χρειάζεται.
-Ένας άνθρωπος πλάι μας είναι κάποτε όλος ο κόσμος.
………………………..
Ο καλός μου, επίσης, με πληροφόρησε πως είχε γυριστεί και σε τηλεοπτική σειρά. Για όποιον ενδιαφέρεται, εδώ το τρέιλερ:
| |
19 Μαρτίου 2012, 11:21
Λευκό σμήνος Το ποίημα της εβδομάδας
[1913]
Το άσπρο σου σπίτι με τον κήπο ας χάσω.
Μια φωτεινή κι άδεια ζωή τώρα μου φτάνει.
Με τους στίχους μου εσένα, εσένα θα δοξάσω,
όπως καμιά δεν το έχει κάνει.
Τη λατρευτή, που, για τα ωραία της μάτια,
παράδεισο έκτισες, θα την θυμάσαι τώρα.
Και θα πουλάω εγώ την πιο ακριβή πραμάτεια-
της τρυφερής αγάπης σου τα δώρα.
[1922]
Ωραία είναι εδώ: το θρόισμα, ο τριγμός,
κάθε αυγή η παγωνιά να μεγαλώνει,
ο θάμνος που απαυγάζει σαν πυρσός
και απ΄ τον πάγο ροδάνθιστος κυρτώνει.
Και ίχνη από σκι, που φέρει του χιονιού,
σαν θύμηση παλιά, ο λαμπρός χιτώνας,
ότι μια μέρα αιώνα αλλοτινού
περάσαμε από εδώ, μαζί, οι δυο μας.
[1946]
Το ξέρεις, να δοξάσω δεν σκοπεύω
τη μέρα που ανταμώσαμε πικρά.
Τι θα θελες για ενθύμιο; Όχι, πιστεύω,
τη σκιά μου. Σου είναι τίποτα αυτή η σκιά;
Μια αφιέρωση σε δράμα; Ξέχασέ το,
μήτε η στάχτη του υπάρχει, το έχω κάψει.
Το οικτρό χριστουγεννιάτικο πορτραίτο,
που απ΄ το κάδρο θα βγει, να με τρομάξει;
Τον ψίθυρο που ακούω απ΄ τη γωνία,
όταν σβήνει σημύδας ανθρακιά;
Ή μια, ξένης αγάπης, ιστορία,
που όλη δεν μου την είπαν τελικά;
[1946]
Μήτε ρουφήξαμε υπνοφόρες παπαρούνες
και σε τι φταίξαμε, όποιος ξέρει, ας μας το πει.
Κάτω από ποιους αστερισμούς, σε ποιες φουρτούνες,
γεμάτες θλίψη, έχουμε οι δυο μας γεννηθεί;
Τι το αξεδιάλυτο μας είχε μαγειρέψει
το γεναριάτικο σκοτάδι, το βαθύ;
Και ποια αίγλη αδιόρατη μας είχε σαγηνέψει
τόσο που χάσαμε το νου ως την αυγή;
ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ, Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 45, Αθήνα, Δεκέμβριος 2008.
Μετάφραση από τα ρωσικά: Απόστολος Καρούλιας
Λογοτεχνική απόδοση: Κάρολος Τσίζεκ
| |
|
Συγγραφέας yokor (ΠΜ - Προφίλ)
ΓΙΩΤΑ
ΝΗΠΙΑΓΩΓΟΣ εν ανεργία, ΜΑΜΑ εν ενεργεία
από ΦΛΩΡΙΝΑ
30 ετών
Περί Blog
blogs.musicheaven.gr/yokor
...Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε. Κι έχουμε για κατάρτι μας βιγλάτορα παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!
Tags
: ( Musicheaven Άνευ Άχρηστες γνώσεις και χρήσιμες πληροφορίες Αγαπημένα αποσπάσματα από βιβλία Αγαπημένα τραγούδια Αγαπημένες ιστοσελίδες Αινίγματα Αλέκος Παναγούλης Αναμνήσεις Αναστασία Ιουστίνη Από αρχείο περιοδικών-εφημερίδων ΑΣΕΠ Βιβλία Γιώτα Γραμματική της φαντασίας Γραφή Διηγήματα Δικό μου Εικαστικά Έλληνες ποιητές Ελληνίδες ποιήτριες Ελληνική λογοτεχνία Ευχάριστα :) Ευχάριστα :) Ημερολόγια Θέατρο Ιστορίες Μπονζάι Καλωσόρισμα! Κόκκινη κλωστή δεμένη... Κόκκινη κλωστή δεμένη... Κόκκινη κλωστή δεμένη… Λαογραφία Λόγια και μουσικές Λογοτεχνικά είδη Μαγικά! Μενέλαος Λουντέμης Μπομπιροκαταστάσεις Ξένες ποιήτριες Ξένη λογοτεχνία Ξένη πεζογραφία Ξένοι ποιητές Οικογενειακές υποθέσεις :P Όνειρα Παγκόσμια Ημέρα Παιδαγωγικά Παιδική λογοτεχνία Παιδική μουσική Παναγιώτα Χρυσοβαλάντω Περί παραμυθιών Ποίηση Ποιητικές συλλογές Προσευχή Προσωπικά Πρωτοχρονιά Σκέψεις Σκέψεις... Τα παιδία παίζει Τα παιδία παίζει! Το βιβλίο μας Το ποίημα της εβδομάδας Τραγούδια Φιλόσοφοι Φλωρινιώτικα Φράσεις Χιόνι Χριστούγεννα Χωρίς
Επίσημοι αναγνώστες (19) Τα παρακάτω μέλη ενημερώνονται κάθε φορά που ανανεώνεται το blogΓίνε επίσημος αναγνώστης! Και μην ξεχάσεις να το
Πρόσφατα...
Δημοφιλέστερα...
Αρχείο...
Φιλικά Blogs
Links


|